Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναχός Μωϋσής Αγιορείτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναχός Μωϋσής Αγιορείτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

ΜΩΫΣΕΩΣ ΩΔΗ

Παρουσίαση Ἀφιερωματικοῦ Τόμου πρός τιμήν τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτου



νάμεσα στίς πιό ἀγαπητές μορφές τῶν προσφάτως κοιμηθέντων Ἁγιορειτῶν Πατέρων συγκαταλέγεται ὁ Γέρων Μωϋσῆς Ἁγιορείτης.
Ἡ ἀκτινοβολία τόσο τῆς προσωπικότητάς του ὅσο καί τοῦ πολύ σημαντικοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου ἁπλώνεται καί ἐκτός τῶν ὁρίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Τρία ἔτη μετά τήν πρός Κύριον ἐκδημία του, πού συνέβη τήν 1η Ιουνίου 2014, ἡ Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου ἐξέδωσε Ἀφιερωματικό Τόμο πρός τιμήν του μέ τόν τίτλο «Μωϋσέως Ὠδή».
Στόν Τόμο πού περιλαμβάνει χαιρετισμούς ἐκκλησιαστικῶν προσώπων καί ἐργοβιογραφικά τοῦ μακαριστοῦ π. Μωϋσέως, συμμετέχουν ἔγκριτοι συγγραφεῖς μέ πολύ σημαντικές θεολογικές καί ἄλλες ἐπιστημονικές μελέτες. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές καί ἡ μελέτη τοῦ γέροντος Παταπίου Καυσοκαλυβίτου ὑπό τόν τίτλο: «Ἡ ἀναγέννηση τοῦ Ἀθωνικοῦ Σκητιωτικοῦ Μοναχισμοῦ κατά τόν 17ο καί 18ο αἰώνα».

Ἡ παρουσίαση τοῦ Ἀφιερωματικού Τόμου θά πραγματοποιηθεῖ τήν Τετάρτη 4 Ὀκτωβρίου 2017 τό βράδυ στό Θέατρο Παλλάς στό κέντρο τῶν Ἀθηνῶν.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

ΛΟΓΙΟΙ ΚΑΙ ΕΝΑΡΕΤΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ



Λόγιοι κι ενάρετοι Αγιορείτες των τελευταίων χρόνων

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Το Άγιον Όρος στην υπερχιλιόχρονη ιστορία του υπήρξε πάντα το άοκνο εργαστήρι της σοφίας και της αρετής με εξέχουσες μορφές λογίων κι ενάρετων μοναχών.
Από τα μέσα του 18ου αιώνος παρατηρείται μία μεγάλη άνθηση στο Άγιον Όρος, που φθάνει μέχρι τις ημέρες μας. Οι όσιοι Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης (+ 1730), ο υπέρμετρος αυστηρός σπηλαιωτής ασκητής, ο μιμητής του οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+ 1745) ο σοφός διδάσκαλος, Άνθιμος ο Κουρούκλης (+ 1782) ο ιλαρός κήρυκας νήσων του Αιγαίου και του Ιονίου, Παΐσιος ο Βελιτσκόφκσυ (+ 1794) ο δημιουργός «ασκητικοφιλολογικής» σχολής, Σωφρόνιος ο Αγιαννανίτης, Μακάριος ο Νοταράς (+ 1805) ο ασκητής ιεράρχης, Γεώργιος της Τσερνίκα της Ρουμανίας (+ 1806), Νικόδημος ο Αγιορείτης (+ 1809) ο γνωστός σοφός συγγραφέας, Αθανάσιος ο Πάριος (+ 1813) ο διακεκριμένος διδάσκαλος, Σωφρόνιος Βράτσης της Βουλγαρίας (+ 1813), Αρσένιος ο εν Πάρω (+ 1877) ο διάσημος ασκητής, Αντύπας της Μολδαβίας (+ 1822), Σιλουανός ο Ρώσος ο Αθωνίτης (+ 1938) γνωστός από την ωραία βιογραφία του και Σάββας ο εν Καλύμνω (+ 1948) ο Θαυματουργός αποτελούν σημαντικό πυρήνα φωτισμού, διδασκαλίας και προσφοράς.

Μαζί με τους παραπάνω συγκαταλέγονται και οι ένδοξοι Αγιορείτες νεόμαρτυρες, που στον 18ο και 19ο αιώνα φθάνουν τους εξήντα και μεταξύ αυτών διακρίνονται: Παχώμιος ο Νεοσκητιώτης (+ 1730), Κωνσταντίνος ο Ρώσος (+ 1742), Δαμασκηνός ο Θεσσαλός (+ 1771), Κοσμάς ο Αιτωλός (+ 1779) ο γνωστότατος διδάχος και ιδρυτής ναών και σχολείων, Λουκάς ο Σταυρονικητιανός (+ 1802), Γεράσιμος ο Κουτλουμουσιανοσκητιώτης (+ 1812), Ευθύμιος ο Ιβηροσκητιώτης (+ 1814), Γεδεών ο Καρακαλληνός (+ 1818), Αγαθάγγελος ο Εσφιγμενίτης (+ 1819), Γρηγόριος ο Ε’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+ 1821), Παύλος ο Κωνσταμονίτης (+ 1824) και τελευταίος γνωστός Αθανάσιος ο Λήμνιος (+ 1846).

Η ίδρυση της Αθωνιάδος Ακαδημίας (1749) αποτελεί σταθμό της νεώτερης αγιορείτικης ανθήσεως. Αξιόλογοι διδάσκαλοι διδάσκουν σε αυτή όπως ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, ο πρώτος σχολάρχης της, με διάδοχο τον Αρχιμανδρίτη Αγάπιο τον Αγιοταφίτη, που σφαγιάσθηκε έξω της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, Ευγένιος ο Βούλγαρις, ο χαρισματούχος διδάσκαλος, Νικόλαος Ζερτζούλης ο Μετσοβίτης, Παναγιώτης Παλαμάς, Αθανάσιος ο Πάριος και άλλοι. Έφοροι και προστάτες της Ακαδημίας αναδείχθηκαν οι άγιοι Γρηγόριος ο Ε΄, Νικόδημος ο Αγιορείτης και Μακάριος ο Νοταράς. Μαθητές της υπήρξαν οι νεομάρτυρες Κοσμάς ο Αιτωλός, Κωνσταντίνος ο Υδραίος και Αθανάσιος Κουλακιώτης όπως επίσης οι πνευματικοί άνδρες Ιώσηπος Μοισιάδαξ, Σέργιος Μακραίος και ο εθνομάρτυς Ρήγας Φεραίος. Είναι γεγονός πως για το τουρκοκρατούμενο Γένος η Αθωνιάδα Σχολή απέβη ένας ακόμη φάρος και μιά ελπίδα για την επιβίωσή του. Το τυπογραφείο επίσης που ιδρύεται στη Μ. Λαύρα από τον Κοσμά τον Επιδαύριο (1755) και η παρά τη μονή Βατοπαιδίου Σχολή συνδράμουν στην αφύπνιση του Γένους, αλλά δυστυχώς μετά καιρό παρακμάζουν.

Την ίδια εποχή ζουν κι εργάζονται επιφανείς λόγιοι όπως ο Παπα – Ιωνάς Καυσοκαλυβίτης, Διονύσιος Σιατιστέας, Νεόφυτος Σκουρτέος, Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός, Παχώμιος ο Τυρναβίτης, Διονύσιος ο εκ Φουρνά (+ 1745) ο Καρυώτης αγιογράφος και συγγραφεύς του βιβλίου της τέχνης των ζωγράφων και ο Καισάριος Δαπόντες (+ 1784) ο Ξηροποταμηνός μοναχός και πολυταξιδεμένος συγγραφέας και ποιητής, Δωρόθεος (Ευελπίδης) Βατοπαιδινός, Νικηφόρος, Ιβηρίτης ο Χορτοφύλακας.

Στα μέσα του 18ου αιώνος αναπτύσσονται σε όλο το Άγιον Όρος σοβαρές θεολογικές συζητήσεις γύρω από τα ζητήματα της τελέσεως των μνημοσύνων των κεκοιμημένων, της συνεχούς θείας μεταλήψεως και άλλα σχετικά με την ακρίβεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Αφορμή των μακρών συζητήσεων απετέλεσε η ανοικοδόμηση του Κυριακού ναού της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης (1754). Τέθηκε το ζήτημα αν τα τελούμενα μνημόσυνα υπέρ των δωρητών και αφιερωτών θα πρέπει να γίνονται την ημέρα του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης ποια θα πρέπει να είναι η συχνότητα της προσελεύσεως των μοναχών στη Θεία Κοινωνία. Οι συζητήσεις δίχασαν τους μοναχούς και αυτούς που επέμεναν για την τέλεση των μνημοσύνων τα Σάββατα που αποκάλεσαν κοροϊδευτικά «κολλυβάδες». Αυτοί όμως φαίνεται πως ήταν, παρά την αυστηρή τους επιμονή, βυθείς γνώστες της εκκλησιαστικής παραδόσεως κι αγωνίσθηκαν σθεναρά για τη γνησιότητα και την αποκάθαρση της παραδόσεως από πρόσθετες προσμήξεις. Έτσι η προσωνυμία «κολλυβάς» απετέλεσε ευφημισμό και το κίνημα δημιούργησε χρήσιμη και αγαθή αναγέννηση κι ανακαίνιση. Μάλιστα οι πρωτοπόροι του φιλοκαλικού αυτού κινήματος είναι τρείς άγιοι: Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης και Αθανάσιος Πάριος. Συνοδοιπόροι τους και συνέκδημοι οι διαπρεπείς λόγιοι: Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, Χριστόφορος ο Αρτηνός, Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πελοποννήσιος, Παύλος ο ερημίτης, Θεοδώρητος ο Εσφιγμενίτης και αρκετοί άλλοι. Ορισμένοι ως αυτοεξόριστοι κατέφυγαν στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα και ίδρυσαν δεκάδες μονών, που αρκετές σώζονται μέχρι σήμερα, και στάθηκαν στηρίγματα του λαού στα δυτικότροπα ρεύματα. Έτσι βλέπουμε τον όσιο Μακάριο τον Νοταρά στη Χίο, τον Νήφωνα τον Χίο στη Σκιάθο, τον Διονύσιο τον Σκιαθίτη στη Σκύρο, τον Ιερόθεο στην Ύδρα με αρκετούς μαθητές και φίλους της αγιορείτικης μοναχοτρόφου και αγιοτρόφου παραδόσεως. Στις μονές που ιδρύουν παρατηρούμε πλούσια δράση και σημαντική προσφορά. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με συνοδικές αποφάσεις δίνει τις τελικές λύσεις στο «κολλυβαδικό» ζήτημα. Τα μνημόσυνα μπορούσαν να τελούνται ανάλογα με τις περιστάσεις και η Θεία Μετάληψη με την κατάλληλη προετοιμασία μπορεί να γίνεται συχνά, δίχως να μένει κανείς στην ξηρότητα του τύπου αλλά στη ζωή της ουσίας.

Οι όσιοι Νικόδημος ο Αγιορείτης, Μακάριος ο Νοταράς και Αθανάσιος ο Πάριος είναι οι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της αναγεννήσεως στο Άγιον Όρος και του πνεύματος που επικράτησε. Πρόκειται για συγγραφείς γνωστών βιβλίων που επέδρασαν στις ψυχές των υποδούλων και που συνεχίζουν μέχρι τις ημέρες μας τα πονήματά τους συνεχώς να επανεκδίδονται. Το αγιορείτικο θεολογικό πνεύμα σφραγίζεται με την έκδοση της «Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών» (1785), που αποτελεί εκδοτικό σταθμό στα θεολογικά γράμματα.

Το Άγιον Όρος σε μία δύσκολη εποχή όπως η Τουρκοκρατία διατήρησε τη φλόγα του πάντα άσβεστη και μάλιστα θέλησε συχνά να τη μεταλαμπαδεύσει στους λαούς των Βαλκανίων και του Βορρά. Έτσι η ανταλλαγή επισκέψεων και η παραμονή αρκετών ανδρών στον ιερό Άθωνα δημιούργησε μια αξιόλογη πνευματική και πολιτιστική κίνηση. Στην ησυχία του Αγίου Όρους ως σχολή ανώτερης φιλοσοφίας καλλιεργείτο όχι μόνο η άσκηση και η νήψη αλλά και η μελέτη στις πλούσιες βιβλιοθήκες, οι μεταφραστικές εργασίες σπάνιων κειμένων, η σπουδή στην τέχνη και η μεταφορά ενός πνεύματος προσφοράς και θυσίας. Μεγάλης πνοής είναι το έργο του στάρετς Παΐσιου Βελιτσκόφκσυ μετά την αναχώρησή του από τον Άθωνα. Υπήρξε αναμορφωτής του μοναχισμού στη Ρουμανία και Ρωσία. Παρόμοιο έργο επιτελεί ο μαθητής του όσιος Γεώργιος της Τσερνίκα (+ 1806) στις μονές της Μολδαβίας, έχοντας υποτακτικούς εκατοντάδες μοναχούς, ο όσιος Σωφρόνιος Βράτσης (+ 1813) στο Βουκουρέστι, ο όσιος Αντύπας (+ 1882) από τη Μολδαβία πηγαίνει στο Ιάσιο και καταλήγει στη μονή Βαλαάμ της Φιλανδίας και ο Ρώσος όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (+ 1938) διδάσκει με την πολυμεταφρασμένη βιογραφία του του αρχιμ. Σωφρονίου (+ 1993) και μετά τη μακαρία τελευτή του. Για μια ακόμη φορά γίνεται φανερή η αίγλη της οικουμενικότητος του Αγίου Όρους.

Η αγιορείτικη μοναχική πολιτεία δεν φύλαξε ποτέ μόνο για τον εαυτό της την ευωδία του άνθους της αρετής της. Παρά τη σκληρότητα της τουρκικής σκλαβιάς, την πενία, τη δυσκολία των μετακινήσεων και τους πολλούς κινδύνους ο ταπεινός αγιορείτικος σκούφος ταξίδεψε σε όλο τον ελληνισμό, για να μεταφέρει το νηφάλιο κήρυγμα της σωτηρίας, της λυτρώσεως, της παραμυθίας, της ενισχύσεως και της ελπίδος. Φλογεροί ιεραπόστολοι όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που στέφει το μακρύ κήρυγμα του με το μαρτύριο, ο όσιος Άνθιμος ο Κουρούκλης, που περιοδεύει τα νησιά και κτίζει ναούς και μονές, ο όσιος Μακάριος ο Νοταράς, που στα νησιά του Αιγαίου δημιουργεί εστίες ουσιαστικής αναψυχής και ανατάσεως το αυτό έργο πράτει και ο συνέκδημός του ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο Αρσένιος της Πάρου και ο Σάββας της Καλύμνου είναι λίγοι από τους πολλούς.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ ο ιερομάρτυς μαζί με τη χορεία των ενδόξων Αγιορειτών νεομαρτύρων διδάσκουν ακόμη πιο λαμπρά με τη μαρτυρική τους τελείωση και ενδυναμώνουν τον λαό.

Στον αιώνα μας συνεχίζει το Άγιον Όρος τη μυστική προσφορά του, που φανερώνει την υψηλή ορθόδοξη πνευματικότητα και ζωή και την ακτινοβολία του πέραν των ορίων του, με την ανάδειξη ασκητικών μορφών, πνευματικών φυσιογνωμιών και θεολογικών αναστημάτων. Σε ένα κόσμο που διψά και εναγώνια αναζητά τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την αλήθεια δίδεται η μαρτυρία του βιώματος της ορθοδόξου πνευματικής ζωής και της σωτηρίας της ψυχής. Οι πολλοί νέοι προσκυνητές σήμερα κυρίως αν δεν ενθουσιάζονται πάντως προβληματίζονται από τον τρόπο αυτής της ζωής της ασκήσεως, εγκρατείας, απλότητος και ησυχίας των μοναχών. Έτσι ώστε μερικές φορές να αποτελεί σταθμό στη ζωή τους ένα προσκύνημα στο Άγιον Όρος. Η ταπείνωση και η αγιότητα του Αγίου Όρους διαδραματίζει ένα ρόλο πνευματικής εγρηγόρσεως στην Εκκλησία και στον λαό.

Η πνευματική αγιορείτικη προσωπογραφία έχει να μνημονεύσει και στα χρόνια μας αρκετές μορφές ισάξιες παλαιοτέρων εποχών, των οποίων μεταφέρουν το πνεύμα και συνάμα αποτελούν αφορμή για να συνεχισθεί και η δική τους εργασία στο μέλλον. Γνωστοί για τη μεγάλη αγάπη τους στο Άγιον Όρος, στις μονές τους, στα πνευματικά τους τέκνα, στην Παναγία και τον Θεό, φιλάρετοι και φίλεργοι ηγούμενοι υπήρξαν οι κοιμηθέντες αρχιμανδρίτες: Συμεών Γρηγοριάτης (+ 1905), Νεόφυτος Σιμωνοπετρίτης (+ 1907), που υπήρξαν νέοι κτίτορες των μονών τους, Κοδράτος Καρακαλληνός (+ 1940), Αθανάσιος Γρηγοριάτης (+ 1953), Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης (+ 1957), Φιλάρετος Κωνσταμονίτης (+ 1963), που αναλώθηκαν στην υπηρεσία των μονών τους και των μοναχών τους, Σεραφείμ Αγιοπαυλίτης (+ 1960), Βησσαρίων Γρηγοριάτης (+ 1974), Γαβριήλ Διονυσιάτης (+ 1983), που συνεργάσθηκαν και για κοινές υποθέσεις του Αγίου Όρους με επιτυχία, Χαραλάμπης Σιμωνοπετρίτης (+ 1970), Εφραίμ Ξηροποταμινός (+ 1983) και άλλοι.

Ενάρετοι και διακριτικοί μακαριστοί πνευματικοί – εξομολόγοι υπήρξαν εκτός των παραπάνω επιφανών στον αιώνα μας Σάββας (+ 1908) και Γρηγόριος ο Μικραγιαννανίτης, Ιγνάτιος Κουτουνακιώτης (+ 1927), Χαρίτων Καυσοκαλυβίτης, Καισάριος και Μιχαήλ ο αόματος (+ 1952) οι Αγιαννανίτες, Νεόφυτος, Γαβριήλ (+ 1967), Ευστάθιος (+ 1981) και Ελπίδιος (+ 1983), οι Κύπριοι και Σπυρίδων (+ 1990) οι Νεοσκητιώτες, Γρηγόριος Διονυσιάτης, Μάξιμος Καρακαλληνός, Νικόδημος Κρητικός Κουτλουμουσιανοσκητιώτης και άλλοι.

Εγνωσμένης αρετής υπήρξαν οι αναπαυθέντες Γέροντες Χατζηγιώργης (+ 1886) ο περιβόητος και αυστηρός νηστευτής και Δανιήλ ο Ρουμάνος ο σπηλιώτης, οι Κερασιώτες, Αβιμέλεχ ο Κρητικός και Γεράσιμος (+ 1991) ο γνωστός υμνογράφος, οι Μικραγιαννανίτες, Καλλίνικος (+ 1930) ο νηπτικός και ησυχαστής και Δανιήλ (+ 1929) ο Σμυρναίος, οι Κατουνακιώτες, Γεράσιμος Μενάγιας (+ 1957) ο σοφός ερημίτης, Αββακούμ (+ 1978) ο ανυπόδητος Λαυριώτης, Ισαάκ (+ 1932) ο άριστος κοινοβιάτης και Λάζαρος (+ 1974) οι Διονυσιάτες, Ιωσήφ ο Σπηλιώτης (+ 1959) ο μεγάλος αγωνιστής και θεοφύλακτος (+ 1986) ο αγιόφιλος, οι Νεοσκητιώτες, Γερόντιος (+ 1958) ο Αγιοπαντελεημονίτης, Αθανάσιος ο ιβηρίτης (+ 1973) ο ταπεινόφρων και θεομητροφιλής, Ευλόγιος (+ 1948) ο μεγάλος νηστευτής και Ενώχ (+ 1978) ο χαριτωμένος Ρουμάνος παρά τις Καρυές, Παπα-Τύχων (+ 1968) ο σπουδαίος Ρώσος ασκητής της Καψάλας, Πορφύριος (+ 1991) ο προορατικός και διορατικός Καυσοκαλυβίτης Γέροντας, που μετέφερε την αγιορείτικη ευλογία επί δεκαετίες στην Αττική και Παΐσιος (+ 1994) ο Αγιορείτης, που ανέπαυσε πολλούς ανθρώπους που τον πλησίασαν με σεβασμό. Για όλους έγραψαν άξια πολλοί πολλά.

Οι δύο τελευταίοι που αναφέρθηκαν είναι ευρύτερα γνωστοί για τη χάρη τους. Ο Γέροντας Πορφύριος υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές μορφές των ημερών μας, είχε το κύρος της γνησιότητας, είχε την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος, ήταν αληθινά ταπεινός, ατόφια απλός, είχε συνυφασμένη την παιδικότητα με την αγιότητα. Υπήρξε ψυχοανατόμος, παιδαγωγός και καθοδηγητής πολλών, που με συγκίνηση διηγούνται τις συναντήσεις μαζί του. Ο Γέροντας Παΐσιος υπήρξε κι αυτός έμπειρος, υπομονετικός κι επίμονος ιατρός ψυχών κι οδηγός ενός πυκνού πλήθους ανθρώπων με μεγάλες ανάγκες. Ο ιλαρός του λόγος, το παράδειγμά του, οι συμβουλές του σε άγγιζαν, σου μετέδιδαν ειρήνη, τη χάρη της ευλογίας, τη δρόσο του πνεύματος.
Μεταξύ των λογίων συγκαταλέγονται ο ιερομόναχος Θεοδώρητος Λαυριώτης, Γεράσιμος Εσφιγμενίτης (Σμυρνάκης) για το περίφημο βιβλίο του για το Άγιον Όρος, ο ιεροδιάκονος Κοσμάς Αγιοπαυλίτης (Βλάχος) επίσης, ο ιερομόναχος Χριστόφορος Δοχειαρίτης (Κτενάς) για το πλήθος των εργασιών του περί του Αγίου Όρους, οι Λαυριώτες Γέροντες Παντελεήμων, Χρυσόστομος, Αλέξανδρος (Ευμορφόπουλος), Σπυρίδων (Καμπανάος) ιατρός, Παύλος (Παυλίδης) ιατρός, Αλέξανδρος (Λαζαρίδης), Ευλόγιος (Κουρίλας) ο μετέπειτα μητροπολίτης Κορυτσάς, Ιωακείμ Ιβηρίτης, Θεόφιλος, οι Νίκανδρος, Ιάκωβος και Αρκάδιος οι Βατοπαιδινοί και οι Ξηροποταμινοί Γέροντες Παύλος, Χρύσανθος και Ευδόκιμος, Αθανάσιος Παντοκρατορινός, Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, Νείλος (Μητρόπουλος) Σιμωνοπετρίτης, Σάββας Φιλοθεϊτης, Βαρλαάμ Γρηγοριάτης, Θεοδόσιος, Αγιοπαυλίτης, Ιωακείμ (Σπετσιέρης) Νεοσκητιώτης και άλλοι.
Το έργο των αγίων, των ηγουμένων, των πνευματικών, των Γερόντων και των λογίων του Αγίου Όρους, του χθες και του σήμερα, ακτινοβολεί και επιδρά ευεργετικά στον κόσμο. Γιατί το Άγιον Όρος πέρα από τα κειμήλια τα πολύτιμα φυλάγει θησαυρούς ζώσης αρετής, που αυτή κυρίως ενδιαφέρει περισσότερο, με την παροχή τρόπου ζωής προς αντιμετώπιση της καθημερινής σκληρότητος, μονοτονίας και μοναξιάς. Έτσι το Άγιον Όρος ονομάσθηκε δικαίως «σχολή πνευματικής πατρότητος και συμβουλευτικής» (καθηγητής Α. Σταυρόπουλος) και με το να φιλοξενεί πολλούς και με το να εξέρχονται οι δυνάμενοι προς εξομολόγηση, ομιλίες και ιεραποστολή. Των συμβουλών αυτών ακροατές είναι και αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί, μοναχές, καθηγητές, δάσκαλοι και οι «ελάχιστοι» των αδελφών. Όπως σωστά ειπώθηκε «στο πρόσωπο των λίγων αυτών ανθρώπων που μένουν απομονωμένοι στην καλύβα ή στη σπηλιά τους μπορεί να δει τους φρουρούς, τους θεματοφύλακες, τους «αθλητές» μιας σοφίας και μιας επιστήμης του ανθρώπου που βιαζόμαστε να θαυμάσουμε όταν προέρχεται από τις Ινδίες ή από το Θιβέτ, αλλά την αγνοούμε όταν ασκείται δίπλα μας» (J. Lacarriere).

Οι λόγοι του Γέροντος Παϊσίου για τον βιογραφούμενό του Χατζηγιώργη ταιριάζουν και στον ίδιο και σε αρκετούς από αυτούς που αναφέραμε και χαρακτηρίζουν την καλή τους αγωνία για την πορεία του κόσμου. «Συμβουλεύει ανάλογα τον καθένα, με διάκριση, και παρηγορεί τις ψυχές και βοηθάει με τις καρδιακές του προσευχές. Το πρόσωπό του ακτινοβολεί από την αγία του ζωή και σκορπάει θεία χάρη στις πονεμένες ψυχές. Η φήμη του έχει φτάσει παντού και τρέχουν από παντού οι άνθρωποι για να ωφεληθούν πνευματικά. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, μαζεύει τον πόνο των πονεμένων και θερμαίνει τις καρδιές τους με την αγάπη του την πνευματική, που έμοιαζε με ανοιξιάτικη λιακάδα».

Ο Μικραγιαννανίτης Γέρων Αβιμέλεχ συνήθιζε να απαντά όταν τον ρωτούσαν τι κάνει «Νούν τηρούμε». Ο Κατουνακιώτης Γέρων Λεόντιος τυφλός μονολογούσε «τώρα όλα τα βλέπω καλύτερα, όλα τα αισθάνομαι καλύτερα, ο Θεός μου έδωσε πιο δυνατό φως, από εκείνο που είχα όταν ήμουν υγιής». Ο Καυσοκαλυβίτης Γέρων Μιχαήλ με το αειθαλές του χαμόγελο συνομιλούσε με τους αγίους. Ο Κωνσταμονίτης βιβλιόφιλος Γέρων Μόδιστος έλεγε: «Αν δεν νοιώσουμε ότι οι όλοι οι αδελφοί είναι δικοί μας και ότι εμείς είμαστε δικοί τους, ποτέ δεν θα κατοικήσει το Άγιον Πνεύμα στην καρδιά μας. Τη στάση μας απέναντί τους δεν πρέπει να τη ρυθμίζει η πνευματική τους ποιότητα». Ο ασκητικώτατος Καρουλιώτης Γέρων Φιλάρετος έλεγε: «Αδελφοί μου, όλος ο κόσμος τρέχει και προσπαθεί για τη σωτηρία του, εκτός από μένα τον αμαρτωλό». Γέροντας χρόνια ασθενής της Σκήτης Κουτλουμουσίου έλεγε πως «θείο θέλημα είναι και συμφέρει πολλές φορές να είναι το σώμα άρρωστο για να σωθεί η ψυχή». Άλλος σύγχρονος σοφός Γέροντας συχνά τόνιζε : «Η φυσική ησυχία συντείνει στην εσωτερική ησυχία. Όμως αν δεν υπάρχει, πρέπει να υπομείνεις σ’ ότι βρίσκεις κι ο Θεός θα σου δώσει τα μεγαλύτερα». Και ψάξε να βρεις γιατί δεν έχεις ειρήνη». Και «Να θλίβεσαι για να χαίρεσαι» και «καλύτερα να ‘χεις δυσκολίες παρά να νομίζεις πως πας καλά, με τις δυσκολίες ωριμάζεις κι ομορφαίνεις…». Σ’ ένα βιβλίο του ο Γέροντας Μητροφάνης Χιλανδαρινός γράφει περί της μοναχικής προσφοράς πως είναι «η εγκαρδιότητα της προσευχής, η αγάπη που φθάνει μέχρι τη θυσία, η συγχωρητική ταπεινοφροσύνη και η ενθουσιώδης φιλανθρωπία».

Όταν η αγιότητα συμπίπτει με τη λογιότητα είναι κάτι θαυμαστό. Όταν στο Άγιον Όρος συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα τέτοιες μορφές είναι μια έκτακτη ευλογία για τον κόσμο.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ (1916- 20 Ἰανουαρίου 2006). ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ



Μοναχο Μωϋσέως γιορείτου



Δεν θα' θελα να μείνω στα γνωστά ψυχρά βιογραφικά στοιχεία του Γέροντος. Ούτε να επεκταθώ σε υψηλές, βαθυστόχαστες και μακρές αναλύσεις κι εκτιμήσεις του βίου και του έργου του.
Θα μιλήσω απλά, λιτά κι εγκάρδια.    

Τον Γέροντα τον γνώρισα πριν 35 έτη στο κονάκι-αντιπροσωπείο της Μονής Διονυσίου, του Αγίου Στεφάνου, πριν τη σημερινή του ανακαίνιση, στις Καρυές του Αγίου Όρους. Ήταν στο πλάϊ του ναού το κελλί του, δίπλα στο μπαλκόνι, σ' ένα χώρο γεμάτο βιβλία, περιοδικά κι εφημερίδες, κάπως ακατάστατο. Με δέχθηκε φιλόφρονα κι ευχάριστα, ψάχνοντας κάτι να με κεράση. Μετά λίγες κουβέντες γενικές, περί του πόθεν έρχομαι και προέρχομαι και που υπάγω και τι σκοπεύω, άρχισε έναν μακρύ κι ωραίο λόγο περί πνευματικής ζωής, πνευματικής μελέτης, προσευχής, μοναστικής ζωής, των πονηρών παγίδων του εχθρού διαβόλου, της σοφίας και της χάριτος των αγίων Πατέρων. Οι πιο συχνές αναφορές του ήταν στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, στον Όσιο Ιωάννη της Κλίμακος, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Και σε άλλους, αλλά κυρίως σε αυτούς. Μπορώ να πω ότι σε αυτά τα θέματα πιο πολύ περιστρέφονταν οι συζητήσεις μας οι πολλές κατοπινές. Πάντοτε μιλώντας εγώ λίγο κι ακούγοντας προσεκτικά.      
Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη εκείνη συνάντησή μας, που σημάδεψε την κατοπινή πολύχρονη γνωριμία μας. Είχα έναν απέραντο σεβασμό απέναντί του. Νέος εγώ, λαϊκός, είχα διαβάσει έργα του στην Αθήνα, Γέρων εκείνος, είχε τότε τριάντα χρόνια στο Όρος, είχε γνώση, εμπειρία, σοφία, λογιότητα, άνεση λόγου, μνήμη δυνατή. Τον θαύμαζα. Οι λόγοι του ήταν εκ βαθέων, είχαν ένα πάθος, τους ζούσε, σαν να έβγαιναν καυτοί από την καρδιά του. Έπασχε να μεταδώση την αγάπη στον Θεό. Αγαπούσε υπέρμετρα τον Θεό, την Παναγία, τους αγίους. Μιλούσε και υποτιμητικά για τον εαυτό του. Δόξαζε τον Θεό. Ευχαριστούσε την Παναγία. Αλησμόνητη εκείνη η συνάντηση. Με κατευόδωσε μέχρι έξω. Χάρηκε που σκεφτόμουν τον μοναχισμό. Μου' πε να προσέξω που θα μονάσω. Ήταν πατέρας κι ένας δάσκαλος. Αγαπούσε την μελέτη, την συγγραφή, την πνευματική συζήτηση.   
Ο Γέροντας συνήθιζε να λέη πως στο Περιβόλι της Παναγίας ήλθε με τη βοήθεια Εκείνης, που τον θεράπευσε και τον έσωσε, όπως μετά δακρύων διηγείτο ένα αποκαλυπτικό όνειρο. Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία του Ακαθίστου της μονής του. Έγραψε πολλά θερμά λόγια περί Αυτής σε αρκετά άρθρα και βιβλία του. Ιδού μικρό απόσπασμα, που γράφτηκε πριν 45 έτη: «Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας αρχίζει και τελειώνει με την επίκλησιν της «τιμιωτέρας των Χερουβείμ..» καί πάντες οι άγιοι της Εκκλησίας θεωρούν την Θεοτόκον Μαρίαν ως «μετά Θεόν, τα δευτερεία της Τριάδος έχουσαν..». Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: «εμνήσθην της Θεοτόκου και εσώθη η ψυχή μου». Ο Γεώργιος Νικομηδείας λέγει ότι ο Χριστός λογίζεται δόξαν ιδικήν του την δόξαν της Μητρός αυτού». Την Σην γαρ δόξαν ο Κτίστης, ιδίαν οιόμενος, εκπληροί τας αιτήσεις». Ελπίδα μου, καταφυγή μου, μητέρα μου, γράφει ο Μηνιάτης, ένα νεύμα να κάνης δι' εμέ εγώ είμαι σεσωσμένος. Μαρία, όποιος εις σε ελπίζει είναι αδύνατον να χαθή». Ημείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί απονέμομεν λατρευτικήν προσκύνησιν μόνω τω Θεώ. Τιμητικήν δε πάσι τοις αγίοις και δουλικήν μόνη και μόνη τη Μητρί του Θεού, με συναισθήματα καθαρώς υιϊκά προς την γλυκυτάτην και ημών μητέρα κατά χάριν. Ω, τι ζημιούνται όσοι δεν προστρέχουν διαρκώς εις την Θεοτόκον, δεν λέγουν μίαν φοράν τουλάχιστον τους Χαιρετισμούς της και δεν αναγινώσκουν έναν κανόνα από το «Θεοτοκάριον» καθ' εκάστην! «Πρώτην φοράν, μοι έγραφεν ευσεβής θεολόγος, ακούω ότι πρέπει να αγαπώ την Παρθένον Μαρίαν». Και απήντησα: «Ουδέποτε ανέγνωσας ότι ο Θεός παρά πάσαν την παντοδυναμίαν του τρία δεν ηδυνήθη να δημιουργήση τελειότερα; Την Σάρκωσιν, την Παρθένον και την μακαριότητα των δικαίων εν τη μελλούση ζωή»

Δεν θα ήταν υπερβολικό και παράτολμο να πούμε πως αυτά που γράφει ο Γέρων Θεόκλητος για τον Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη ως «υμνητή της Κυρίας Θεοτόκου», ισχύουν κατά πολύ και για τον ίδιο: «Ο θερμότατος της ψυχής έρως του προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον είναι εφάμιλλος προς την αγάπην και την βαθείαν ευλάβειαν, την οποίαν ησθάνοντο πάντες οι Άγιοι Πατέρες προς το σεπτόν πρόσωπον της Μητρός του Κυρίου. Εις όλα του τα πνευματικά έργα ευρίσκει πάντοτε τρόπον όπως υμνήση την Παναγίαν, γινόμενος κυριολεκτικώς έξω εαυτού...Α?σθανόμενος άπειρον ευγνωμοσύνην προς την Παναγίαν Παρθένον ως Αγιορείτης, ως έχων εχέγγυον της σωτηρίας του την πολλά ισχύουσαν προς τον Υιόν Της πρεσβείαν Της, συμφώνως προς τας υποσχέσεις Αυτής εις Πέτρον τον Αθωνίτην, έπλεξε κανόνας δι' αλλαλαγμών της ψυχής ενθεαστικών... Η περί της Θεοτόκου θεολογία του αγίου Πατρός δεν είναι σχολαστική τις και αυθάδης κριτική ψηλάφησις, αλλά καρπός βαθείας ευλαβείας και οφειλομένης αγάπης προς την Μητέρα του Θεού, θεολογία διαρκώς υψουμένη, πλατυνομένη και κινουμένη εις απείρους διαστάσεις, μηδέποτε δε τελευτώσα εκ της ενεργείας της χάριτος εν τη καρδία του σεπτώς θεολογούντος και υπερυψούντος αυτήν εις τους αιώνας».
.........Δεν υπάρχει πράγματι Αγιορείτης μοναχός που να μην ευλαβείται υπερβολικά την Θεοτόκο. Στο Άγιον Όρος η τιμή της Παναγίας αγγίζει τα όρια της λατρείας. Ταπεινά φρονούμε πως αυτό που γράφει ο Γέρων Θεόκλητος για τον φίλο του ιερομόναχο Αθανάσιο Ιβηρίτη (+1973), τον οποίο ωραία βιογράφησε, ισχύει και για τον ίδιο: «Σε όποια μονή υπάρχει θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, αυτός ο σεβασμός και η αγάπη γίνεται πιο έμμονη συναισθηματική σχέση, μια σχέση τρυφερής οικειότητος μεταξύ Αυτής και των επιμελουμένων την ψυχήν τους μοναχών. Αυτό συμβαίνει και στη μονή των Ιβήρων με την σεβασμία και αρχαία εικόνα της «Πορταϊτίσσης». Ο Αθανάσιος ως ευλαβής ιερομόναχος και με τον νου καθαρό, ισχυρό και ευρύ, ικανό να συλλαμβάνη μεγάλες αλήθειες, είχε κατανοήσει από νέος την αξία της Θεοτόκου Μαρίας και τη θέση της μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Και με την επιστροφή του από την σύχγυση του κόσμου στο γαλήνιο λιμάνι της μετανοίας του, «την πάσαν ελπίδα του» ανέθετε στη Μητέρα του Θεού. Αυτήν μελετούσε νύκτα και ημέρα, στην Παναγία προσευχόταν και παρακαλούσε, την Παναγία συλλογιζόταν...»
.........Ο π. Αθανάσιος του αναθέρμανε την έντονη Θεομητροφιλία του. Ο Γέρων Θεόκλητος εκτός των, όπως είπαμε, πολλών άρθρων και αναφορών του έγραψε και τέσσερα ειδικά βιβλία για την Παναγία, τη Λημνιά, την Γοργοεπήκοο των Τσιπιανών, τη Σουμελά και τη Μαρία Μητέρα του Θεού, που όπως αναφέρεται, «προσφέρει στον λαό του Θεού ένα πολύχυμο εντρύφημα ορθόδοξης πνευματικότητος αναφερόμενο στην Κυρία Θεοτόκο, τη σκέπη της Ρωμιοσύνης και προστάτιδα του λαού μας. Μεταφέροντας στην απλή γλώσσα κείμενα και ύμνους του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη για τη Γέννηση, τον Ευαγγελισμό και την Κοίμηση της Παναγίας μας, προσφέρει στον κάθε πιστό ένα πολύτιμο πνευματικό βοήθημα. Με το βιβλίο αυτό ο π. Θεόκλητος δεν πραγματοποιεί μόνο όσα τον συμβούλευε ο μακαριστός φίλος του Γέρων Αθανάσιος Ιβηρίτης, αλλά προσφέρει στον σύγχρονο ψυχικά ταλαιπωρημένο αναγνώστη του καιρού μας μια δροσερότατη αναψυχή».
.........Μιλώντας κανείς για την Παναγία είναι σαν να μιλά για τον Χριστό. Αγαπώντας την Παναγία αγαπά και τον Χριστό. Αγαπώντας τον Χριστό αγαπά και την Παναγία. Κέντρο της ζωής και των λόγων του ήταν ο Χριστός και η Παναγία. Η Θεομητρολογία συνδυασμένη διακριτικά, ισόρροπα και αγαστά με την Χριστολογία. Στο βραβευμένο και πρώτο βιβλίο του, που πρωτοεκδόθηκε πριν 50 ακριβώς έτη, το «Μεταξύ ουρανού και γης» γράφει: «Πως να κατορθώσωμεν να ενοικήση εις τας καρδίας ημών ο Χριστός; Πως άλλως, αδελφέ, ειμή δι' αγάπης; Και πως θα ελκύσωμεν τον Χριστόν να σκηνώση εν ημίν, αν όχι δια της καθαρότητος της καρδίας; Και πως χωρίς δακρύων και προσευχών και μόχθων θα κάμωμεν τας εντολάς;» Και καταλήγει πως ο ορθόδοξος αγιορειτικός μοναχισμός αποτελεί για «τον άνθρωπον εν τη ανυπαρξία και ανεστιότητι και ορφανία του, τον άνθρωπον χωρίς Χριστόν και χωρίς το φως και το πλήρωμα της πίστεως, λυτρωτική ακτινοβολία. Προς δε τους πιστούς το μήνυμά του είναι ο θεοκεντρικός και χριστοκεντρικός μυστικισμός του, όστις αποτελεί το κατακόρυφον της μετ' επιστήμης οδυνηρής πρακτικής του αγωγής, μιας αγωγής βεβαιωθείσης δια των αιώνων, η οποία πρώτον καθαίρει, ύστερον φωτίζει και τελευταίον αγιάζει...».

.........Ένα αγαπητό θέμα του μακαριστού Γέροντος ήταν η προσευχή και μάλιστα η προσευχή του Ιησού περί της οποίας έγραφε κι έλεγε πολλά: «Η Εκκλησία του Χριστού, βεβαίως, δεν παύει ευαγγελιζομένη, διδάσκουσα και χορηγούσα την χάριν δια των ακηράτων Μυστηρίων. Αλλά χρειάζεται να συνεργήση και ο άνθρωπος. Και ο άνθρωπος πρέπει να βοηθηθή. Ένα δε από τα πλέον ενδεικνυόμενα μέσα τόσον προς άμυναν έναντι των πυκνών και αλλεπαλλήλων προσβολών του κακού όσον και προς ενοποίησιν των διακεχυμένων εις τον κόσμον δυνάμεων της ψυχής, είναι η μονολόγιστος λεγομένη προσευχή. Η αξία της προσευχής αυτής συνίσταται αφ' ενός εις το εύκολον και αφ' ετέρου εις την δύναμίν της, ως αγάπης, γλυκύτητος και συντριβής καρδίας. Αλλ' εάν δια τους εν κόσμω αδελφούς η προσευχή του Ιησού επιτυγχάνη τους δύο ανωτέρους στόχους, δια τους μοναχούς όμως αποτελεί την αφετηρίαν ενός θειοτάτου αγώνος και την προϋπόθεσιν μιας ατέρμονος εν έρωτι βιώσεως και θεολογίας. Δια τούτο προσευχή μας είναι και πόθος εν Κυρίω, όπως ο ορθόδοξος λαός μας επανεύρη την προσευχήν της καρδίας, υπέρ της οποίας ηγωνίσθησαν μεγάλοι θεολόγοι Πατέρες, εν οις ο μέγας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «ο κήρυξ της Χάριτος».
.........Εκεί όμως που εκφράζει όλον τον πόθο, τον έρωτα και τον αλάλητο στεναγμό της καρδίας του είναι το βιβλίο του «Χριστοκεντρικές εμπειρίες ενός ερημίτου», όπου βάζει στο στόμα του να πη προς τον Κύριο : «Γλυκύτατε Κύριε Ιησού Χριστέ, τι να σου ανταποδώσω για τις ανέκφραστες δωρεές Σου; Σήμερα που πάλιν είχα βυθισθή στη μελέτη του αγίου Ευαγγελίου Σου και το Άγιόν Σου Πνεύμα έφλεγεν άκαυστα την αμαρτωλή καρδιά μου, εθαύμαζα την θεϊκήν αγάπην Σου σε μας τα «κατ' εικόνα» Σου πλάσματά Σου. Βροχή ουράνια οι καθαροί λογισμοί μου για την άπειρη δόξα Σου, στις εωθινές γλυκύτατες και κρινόλευκες ώρες, ύστερα από την ορθρινή προσευχή μου μέσα στο απέριττο ασκητικό καλύβι μου, που μου χάρισε, Χριστέ μου, η πατρική Σου αγάπη»
..........Η προς την Παναγία και τον Χριστό θερμή αγάπη του δεν ήταν δυνατόν να μην υπάρχη και προς τους θεοφόρους, θεόπνευστους και θεοκίνητους αγίους Πατέρες, τους οποίους μελετούσε επισταμένα, ερμήνευε, ανέλυε, σχολίαζε και μετέφραζε. Έτσι έχουμε τα θαυμάσια 153 Κεφάλαια περί προσευχής του σοφού και ασκητικού Ευαγρίου του Ποντικού, στον οποίο ανήκει το γνωστό απόφθεγμα «ει θεολόγος ει, προσεύξη αληθώς καί ει αληθώς προσεύξη θεολόγος ει», που σημαίνει πως η αληθινή προσευχή ανάγει τον νου σε καθαρά θεολογικά επίπεδα. Τα 200 σημαντικά Κεφάλαια περί Πνευματικού Νόμου του οσίου Μάρκου του Ασκητού, που στην εισαγωγή αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γέρων Θεόκλητος: «Προ πάσης θεωρητικής πτήσεως, προ πάσης θεολογίας, προ πάσης γνωστικής επιθυμίας, απαιτείται η πράξις, η έμπονος εργασία των εντολών, η «νόμιμος άθλησις». Διότι, όπως γράφει εις το 196ον Κεφάλαιον «Ο εκτός έργου σοφιζόμενος και λαλών λόγους, πλουτεί εξ αδικίας...». Τά Κεφάλαια περί του Πνευματικού Νόμου αποβαίνουν καθοδηγητικός κανών ζωής και ελευθερίας εν χάριτι, μη αφήνοντα εις παραισθήσεις και πλάνας τον πιστόν, ως προς τον σκοπόν των εντολών του Χριστού. Ότι αι αντολαί δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσον καθάρσεως τελειούμενον δια του Αγίου Πνεύματος». Τα σπουδαία και αγιοπνευματικά 100 γνωστικά Κεφάλαια του αγίου Διαδόχου Φωτικής, όπου κατά τον σοφό Γέροντα, δημιούργησαν ισχυρή επίδραση «στην διαμόρφωσιν της πνευματικής παραδόσεως της Ορθοδοξίας, αποτελέσαντα αρχέτυπον της Ιεράς Νήψεως και της μυστικής θεολογίας». Τα καταπληκτικά 400 Κεφάλαια του μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, τον οποίο υπεραγαπούσε ο Γέροντας και συνεχώς τον μνημόνευε στους λόγους και τα γραπτά του. Την προς την μοναχή Ξένη εξαιρετική επιστολή του άλλου μεγάλου αγαπημένου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπου στην εισαγωγή του εύστοχα και συμπυκνωμένα καταλήγει: «Η προς Ξένην Επιστολή αποτελεί σύνοψιν της πνευματικής διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου. Βάσει αυτής της μεθοδολογίας, συγκροτουμένης εξ ευαγγελικών και παραδοσιακών στοιχείων, διώδευσαν τα πλήθη των Αγίων την «στενήν και τεθλιμμένην οδόν». Δια την εποχήν μας έχει σημαντικήν σημασίαν, διότι υπό την επίδρασιν ανθρωπιστικών ρευμάτων, τα οποία πνέουν εντός της Εκκλησίας, νοθεύεται η πνευματική Ορθόδοξος Παράδοσις, με συνέπειαν αντί να πορευώμεθα εις το φως και την ζωήν και την αιωνίαν αγαλλίασιν, αποτελματούμεθα εις την περιοχήν των σκοτεινών και δαιμονικών παθών μας. Εντεύθεν χάνομεν τα ορθόδοξα κριτήρια και αρχίζομεν να φιλοσοφώμεν, παραδιδόμενοι εις τους ακαθάρτους διαλογισμούς μας και τα ινδάλματα της εμπαθούς καρδίας μας». Τις 35 επιστολές του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως του Θαυματουργού προς τις μοναχές της Αγίας Τριάδος Αιγίνης, τις οποίες χαρακτηρίζει ο Γέροντας ως έναν «θησαυρό», με «πολύτιμη διδασκαλία».
.........Αγαπά την Παναγία, τον Χριστό, τους Αγίους Πατέρες κι όλους τους αγίους, παλαιότερους και νεώτερους. Ορισμένους βιογραφεί άριστα. Όπως τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά (+1359), για τον οποίο γράφει: «Από τότε που ως μοναχός εγνώρισα πόσον μέγας Πατήρ είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ποίαν σημασίαν έχει η διδασκαλία του δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ησθανόμην μίαν βαθείαν αγάπην να με κυριαρχή δια το πρόσωπον του θείου Πατρός και ένα ανεξήγητον δέος ενώπιον της υψηλής θεολογικής διδαχής του». Τον προσφιλή του άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (+1809), τον οποίον πρώτος εκτενώς αγιογράφησε, γιατί όπως αναφέρει εισαγωγικά : «υπήρξε μοναδικός εκλαϊκευτής της Ορθοδόξου θεολογίας, εις όλους τους μερισμούς και τας εκφάνσεις αυτής, ως ασκητικής, θεωρητικής, μυστικής, λειτουργικής, ηθικής, φιλολογικής, υμνολογικής, δογματικής, Κανονικού Δικαίου, εξομολογητικής». Τον θαυματουργό άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως (+1920), για τον οποίο έγραφε: «Έρχεται με το μοναδικό κύρος του, σαν θεοφόρος και σαν προφήτης, που ένωσε στο πρόσωπό του την θεία και την ανθρώπινη σοφία, να ανανεώση την διδαχή της Εκκλησίας και να μαρτυρήση την αιωνιότητα της ζωής και της θεολογίας της και να την κάνη και σύγχρονη». Τον επίσης θαυματουργό νέο άγιο της Χίου Άνθιμο (+1960), τον οποίο βιογραφώντας προοιμιακά αναφέρει με νόημα: «Η αγιότης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άσκηση, η θεολογία με την άσκηση, η πνευματική ζωή με την άσκηση. Και οι παρακάμπτοντες τον μοναχισμό, ενώ προσκυνούν τους αγίους, πέφτουν σε μια πνευματική σχιζοφρένεια. Και ότι ο θεοειδής Άνθιμος οφείλει τη θεολογία του και την αγιότητά του στην άσκηση κάθε αρετής. Και αυτό είναι το μήνυμά του στον σύγχρονο κόσμο»
..........Μαζί με τους αγίους αγαπά και τους φίλους των αγίων, άνδρες σοφίας και αρετής, Αγιορείτες και φιλοαγιορείτες, τους οποίους γνώρισε και συνδέθηκε πνευματικά και τους αφιερώνει ωραιότατες βιογραφήσεις: Τον συνέκδημο σε πνευματικές συνομιλίες και αναβάσεις ιερομόναχο Αθανάσιο Ιβηρίτη (+1973), που ήδη αναφέραμε ως θεοτοκοφιλή, τον όσιο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο (+1980), τον ασκητή και ιεραπόστολο. Τον πολύσοφο, διακριτικό και πολυσέβαστο Γέροντά του Γαβριήλ Διονυσιάτη (+1983), που τον έκειρε μοναχό το 1943. Τον ακάματο και πλουσιότατο σε υμνογραφική παραγωγή Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη (+1991).
.........Αγαπούσε τους φίλους της αρετής ρασοφόρους, αγαπούσε και τους φιλάρετους λαϊκούς, τους αγνούς πατριώτες, τους ήρωες, τους συγγραφείς, τους αγιογράφους. Όπως τον αληθινό πατέρα και δάσκαλο του Γένους Στρατηγό Μακρυγιάννη (+1864). Τον άγιο των γραμμάτων μας και κοσμοκαλόγερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (+1911), τον αγιογράφο, πεζογράφο και ομολογητή φίλο του Φώτη Κόντογλου (+1965).
.........Πλήθος τα κείμενά του για ρασοφόρους και μη, των οποίων επαινεί το ορθόδοξο φρόνημα, την αγιοπατερική παράδοση και τις γραφές, όπως των ρασοφόρων:Γέροντος Δανιήλ του Κατουνακιώτου (+1929), Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού (+1957), Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς (+1979), π. Δημητρίου Στανιλοάε (+1993), Γέροντος Θεοδοσίου Αγιοπαυλίτου (+1987), π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη (+1975), π. Ιωάννου Ρωμανίδη (+2002) και π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου (+1989) και των ζώντων πατέρων: Ηλία Μαστρογιαννόπουλου, Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, Βασιλείου Ιβηρίτου, Γεωργίου Γρηγοριάτου, Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη, Ιεροθέου Βλάχου, Θεοδώρου Ζήση, των συγγραφέων Β. Λαούρδα, Κ. Μπαστιά, του εκδότη Σ. Σχοινά και των θεολόγων Π. Χρήστου, Π. Νέλλα, Π.Β. Πάσχου, Γ. Γαλίτη, Ν. Βασιλειάδη, Γ. Μαντζαρίδη, Β. Γιούλτση, Δ. Τσάμη και άλλων.
.........Δεν δίστασε όμως με αυστηρούς λόγους να κρίνη θέσεις, ιδέες και απόψεις προσώπων που δεν βάδιζαν την γνήσια αγιοπατερική γραμμή, όπως Α. Μακράκη, Π. Τρεμπέλα, Χ. Γιανναρά, Ν. Ματσούκα, μοναχής Μαγδαληνής, ως και των γνωστών συγγραφέων Ν. Καζαντζάκη και Ζ. Παπαντωνίου και άλλων.
.........Επικρίνει επίσης δριμύτατα το κράμα ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, τον ζηλωτισμό και παλαιοημερολογιτισμό, τον πνευματισμό, την εκκοσμίκευση, ιδιορρυθμία, αντιπαραδοσιακότητα και οικουμενιστική κίνηση, τον ευσεβισμό των θρησκευτικών οργανώσεων, τον κομματισμό της Εκκλησίας, τους «άφρονες», «άθεους» και «μοιραίους» πολιτικούς, τον πολιτικό γάμο, τον ολυμπισμό και άλλα πολλά επίκαιρα και σοβαρά θέματα.
.........Τα έργα του γνώρισαν επανειλημμένες εκδόσεις, λίαν θετικές κρίσεις, βραβεύσεις και επαίνους και επηρέασαν σημαντικά το κλίμα της εποχής των μέσων του 2Οου αιώνος προς μία στροφή προς τους Πατέρες. Ορισμένα κείμενά του, όπως ήταν φυσικό, γνώρισαν μία μικρή η μεγαλύτερη αντίδραση. Πενήντα (50) βιβλία επί μία υπερπεντηκονταετία, εκατοντάδες άρθρα, επιστολές, συνεντεύξεις και ομιλίες, αποτελούν έναν πλούτο και αξίζει η πλήρης καταγραφή του για μια εμπεριστατωμένη θεοκλητική βιβλιογραφία.
.........Ο Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης αποτελεί πλατύλιθο της νεώτερης αγιορειτικής ιστορίας και γραμματείας, ονομαστός και πανευφήμως γνωστός, για τους πολλούς λόγους του και τα ωραία έργα του. Σε μια δύσκολη και κρίσιμη εποχή έγκαιρα και έγκυρα προσέφερε και κατέθεσε την υπερχιλιόχρονη αγιορειτική μαρτυρία, σε έναν κόσμο αρνητικά τοποθετημένο στον ιερό ησυχασμό και τον αγιοτρόφο μοναχισμό. Πριν τη σημερινή αγιορειτική άνθηση, για την οποία εργάσθηκε, υπήρξε «η φωνή του πατρός Θεοκλήτου Διονυσιάτου το εντρύφημα όσων καλοπροαίρετων ανθρώπων ζητούσαν λόγον αληθείας και φωνήν βοώντος εκ της ερήμου, αλλά και όσων με σκεπτικισμό και επιφυλάξεις ατένιζαν τον αγιορειτικό μοναχισμό εν αναμονή του τέλους του...». 

.........Ο Γέρων Θεόκλητος με ζήλο, θέρμη και πάθος, συνέπεια και πιστότητα μίλησε για την ακραιφνή ορθόδοξη παράδοση, παρουσιάζοντας την αναγκαιότητα επανόδου στη ζωή του νηπτικού λόγου, δια ερμηνειών των αγιοπατερικών γραφών, τερπνών προσωπογραφιών, γλαφυρών βιογραφήσεων και φιλοκαλικών εκδόσεων. Μαζί με τον Γέροντά του Γαβριήλ, τον Γ. Φιλόθεο Ζερβάκο, τον π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, τους εκδότες Σ. Σχοινά και αδελφούς Παπαδημητρίου και τους φίλους Φ. Κόντογλου, Κ. Μπαστιά, Β. Μουστάκη και Π. Πάσχο απετελέσθη σε μια εποχή, που όπως γράφει ο ίδιος, «διεκρίνετο για τον ηθικισμό της, το αντιπατερικό και αντιπαραδοσιακό πνεύμα» ένας κύκλος φιλορθοδόξων παραδόσεων... Τό κάπως νεοκολλυβαδικό αυτό κίνημα ετάραξε τα λιμνάζοντα αντιπαραδοσιακά ύδατα και πρέπει να ομολογηθή ότι επετελέσθη σημαντικόν έργον, που συνέτεινεν αποφασιστικώς στη στροφή «επί τας πηγάς» των Ορθοδόξων παραδόσεων».
.........Είναι όντως έτσι. Του νεοκολλυβαδικού κινήματος μαχητική φυσιογνωμία υπήρξε ο μακαριστός Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης. Του μετανεοκολλυβαδικού κινήματος υπάρχετε κι εσείς Σεβασμιώτατε. Εύχεσθε ταπεινά να συμβαδίζουμε κι εμείς καταθέτοντας οι πένητες το ευαγγελικό δίλεπτο. Τέλος ευχαριστούμε την εύανδρο Ναύπακτο για την προσφορά του ευκλεούς βλαστού της στο Περιβόλι της Παναγίας. Μένοντας εδώ θα γινόταν μάλλον ένας εξαίρετος επιστήμονας η λογοτέχνης, μεταφυτευόμενος και αναγεννώμενος στον ιερό Άθωνα κατέστη σεβάσμιος Γέρων, διδακτικός Πατήρ, Θεόκλητος Μοναχός, Διονυσιάτης περίφημος, Αγιορείτης διάσημος, τέκνον του Θεού ηγαπημένο, θεόφιλος και φιλόθεος, θεοτοκοφιλής και φιλάγιος, φιλάδελφος και φιλότεκνος, φιλάρετος και φιλόκαλος, νεοκολλυβάς και νεοησυχαστής.


Ομιλία του μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, που πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του ιερού ναού Αγίου Δημητρίου Ναυπάκτου στις 26.2.2006 κατά την εκδήλωση της Ιεράς Μητροπόλεως για το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του αειμνήστου Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου.

Πηγή: Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ