Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Λαμπρή πανήγυρις Αγίου Ακακίου του Καυσοκαλυβίτου

 

Στό Περιβόλι τῆς Παναγίας ἑορτάστηκε πανηγυρικά τίς μέρες αὐτές ἡ μνήμῃ τῆς Κοιμήσεως τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου. Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης (1630-1730) εἶναι ἕνας ἀπό τούς ὁσίους πού ἐβλάστησαν στό φυτώριο τῶν ἁγίων ἀνδρῶν, τό παγκράτιο τῆς ἀσκήσεως, τήν πατρίδα τῶν μοναζόντων, τήν παλαίστρα ὑπερφυῶν ἀσκήσεων καί τό ὁρμητήριο πνευματικῶν ἀναβάσεων, τό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος ἔχει κυρίαρχη θέση στό ἁγιορείτικο ἁγιολόγιο, ὄχι μόνο λόγω τῆς ἄκρας ἀσκήσεως καί τῶν πολλαπλῶν χαρισμάτων του ἤ ἐπειδή εἶναι ἱδρυτής τῆς δεύτερης κατά τάξιν σκήτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ διακονία του στήν Ἐκκλησία ὡς «ἀλείπτου» θεωρεῖται ἀπό ὅλους τούς μελετητές, ἐξίσου σημαντική καί δυναμογόνος. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στό ἔργο του Νέον Μαρτυρολόγιον, ἔχει συμπεριλάβει καί τόν Βίο τοῦ ὁσίου Ἀκακίου, ἄν καί αὐτός δέν εἶχε μαρτυρικό τέλος, "...διά τήν ὑπεράνθρωπον πολιτείαν του καί τούς τρεῖς Ὁσιομάρτυρας ὁποῦ ἔκαμε", ἀναφερόμενος στούς ὁσιομάρτυρες Ρωμανό, Νικόδημο καί Παχώμιο.

Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται πανορθοδόξως στίς 12 Ἀπριλίου, ἡμερομηνία τῆς ὁσιακῆς του κοιμήσεώς του.

Στήν ἀσκητική ὅμως παλαίστρα του, τό ἱερό Σπήλαιο καί τήν ὁμώνυμη Καλύβη του στή Σκήτη Ἁγίας Τριάδος τῶν Καυσοκαλυβίων, ὁ ὅσιος Ἀκάκιος τιμᾶται τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων, μέ ὁλονύκτιο Πανηγυρική Ἀγρυπνία.


Ἔτσι καί ἐφέτος, κατά τήν παρελθοῦσα Κυριακή τῶν Μυροφόρων, 26 Ἀπριλίου 2026, ἡ Ἱερά Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου πανηγύρισε τή μνήμῃ τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου. Τῆς Πανηγύρεως, κατόπιν προσκλήσεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας τῇ εὐλογίᾳ τοῦ παναγιωτάτου οἰκουμενικοῦ πατριάρχου κου Βαρθολομαίου, προεξῆρχε ὁ θεοφιλέστατος Επίσκοπος Νοβόμπρντο κ. Ἱλαρίων, βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ μακαριωτάτου Πατριάρχου Σερβίας κου Πορφυρίου.

 Οἱ ἐκδηλώσεις τῆς Πανηγύρεως ξεκίνησαν τό Σάββατο τό πρωΐ 25 Ἀπριλίου, μέ την προεόρτια Θεία Λειτουργία στό ἀνακαινισμένο ἱερό παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη, πού βρίσκεται πλησίον τῆς πανηγυρίζουσας ἱερᾶς Καλύβης. Τό μεσημέρι τῆς ἴδιας ἡμέρας ἔγινε ὑποδοχή στήν πανηγυρίζουσα ἱερά Καλύβη Ἁγίου Ἀκακίου τοῦ θεοφιλεαστάτου ἐπισκόπου κου Ἱλαρίωνος. Τόν ἐπίσημο προσκεκλημένο συνόδευε πολυμελής χορεία Ἁγιορειτῶν πατέρων ἀπό ἱερές Μονές καί Σκῆτες, καθώς καί ἱερέων, μοναχῶν καί λαϊκῶν ἀδελφῶν ἀπό διάφορες περιοχές τῆς πατρίδας μας ἀλλά καί ἀπό τή Ρουμανία, τή Σερβία καί τό Μαυροβούνιο.

Ἀπό τίς δύο τελευταῖες μάλιστα ὀρθόδοξες χώρες, μέ τίς ὁποῖες τό Ἅγιον Ὄρος συνδέεται ἀπό αἰῶνες, παρευρέθηκαν πολλοί λαϊκοί προσκυνητές καί κληρικοί ἀλλά καί μοναχοί ἀπό τήν ἱερά Μονή Άγίου Νικολάου Vranjina μετά τοῦ ἡγουμένου τους ἀρχιμανδρίτου Ίωακείμ.

Ἰδιαίτερη ἦταν ἡ παρουσία Χιλανδαρινῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι διακόνησαν με περισσή εὐλάβεια κατά τήν ἱερά ἀγρυπνία τῆς Πανηγύρεως. Εἶχε προηγηθεῖ νωρίτερα τό προσκύνημα στό σεπτό Κυριακό τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅπου ὁ Δικαῖος τῆς Σκήτης π. Δαβίδ ὑποδέχθηκε τόν Θεοφιλέστατο καί τήν συνοδεία του.

Στή συνέχεια πραγματοποιήθηκε ἡ λαμπρή ὑποδοχή στήν πανηγυρίζουσα ἱερά Καλύβη Ἁγίου Ἀκακίου ἀπό τόν Γέροντα αὐτῆς ὁσιολογιώτατο μοναχό Πατάπιο καί τήν συνοδεία του ἀλλά καί τούς παρευρισκομένους πανηγυριστές καί διακονητές, πατέρες καί λαϊκούς ἀδελφούς. Σύσσωμη ἡ χορεία τῶν πανηγυριστῶν, μαζί μέ τόν Θεοφιλέστατο, κατῆλθαν καί προσκύνησαν στό Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, ὅπου ἀσκεῖτο ἐπί πενῆντα χρόνια ὁ ἑορταζόμενος Ὅσιος. Ἀκολούθησε ἡ ὑποδοχή τῆς ἐφέστιας ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ ἁγίου Ἀκακίου, ἔργο τοῦ ἐργαστηρίου τῆς πανηγυρίζουσας ἱερᾶς Καλύβης, ἀπό τόν χῶρο πού φυλάσσεται, σέ ἀνθοστόλιστο προσκυνητάρι τοῦ παρεκκλησίου τῆς Καλύβης.

 Κατά τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου ἐτελέσθη ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἐπί τῆς ἀρχαίας στέρνας τοῦ ἁγίου Ἀκακίου, ὅπου κατά θαυμαστό τρόπο ὑπάρχει ἀκόμη καί σήμερα, 300 χρόνια μετά, βρόχινο νερό, εὔγευστο καί διαυγέστατο ἀπό τήν προσευχή τοῦ ἁγίου Ἀκακίου. Ἀπό τό νερό αὐτό, γνωστό καί ὡς «πρῶτο Ἁγίασμα», ἐγεύθησαν ἅπαντες οἱ συμμετέχοντες, κάτι πού συμβαίνει ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, μόνο κατά τήν ἡμέρα τῆς Πανηγύρεως.

Μετά τήν πανηγυρική Τράπεζα ἀκολούθησε ἡ Ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων καί τοῦ ὁσίου Ἀκακίου στό περικαλλές παρεκκλήσι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (ἀνέγερση τό 1747 καί ἱστόρηση τό 1759). Κατά τήν ἀγρυπνία ἔψαλλαν μέ ὅλη τους τήν ψυχή οἱ ἀγγελόφωνοι πατέρες τῆς συνοδείας τοῦ γέροντος Δαμασκηνοῦ ἀπό τή Νέα Σκήτη, ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Λάζαρος Καρανδρέας, ὁ Χιλανδαρινός ἱεροδιάκονος π. Παρθένιος, ὁ Γρηγοριάτης ἱεροδιάκονος π. Σπυρίδων, καί Καυσοκαλυβίτες πατέρες.

Συμμετεῖχαν πατέρες ἀπό τίς γειτονικές ἀσκητικές περιοχές τῆς Κερασιᾶς καί τοῦ Ἁγίου Νείλου. Μετά τό πέρας τῆς ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας, μέ τήν ὁποία ὁλοκληρώθηκε ἡ ὁλονύκτια δεκάωρη Ἀγρυπνία, ἀκολούθησε τό καθιερωμένο κέρασμα στό Συνοδικό ὅπου ὁ Θεοφιλέστατος ζήτησε ἀπό τούς συνδαιτημόνες πατέρες καί ἀδελφούς νά εὔχονται ὑπέρ τῶν πατέρων πού ἀσκοῦνται στίς ἱερές μονές τοῦ Κοσσυφοπεδίου ὅπως συνεχίζουν νά διακονοῦν την Ὀρθοδοξία στήν δύσκολη αὐτή ἐπαρχία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας. Με ἰδιαίτερη, μάλιστα, συγκίνηση ἀναφέρθηκε στό ἐλπιδοφόρο γεγονός τῆς μεταστροφῆς στήν ὀρθόδοξη πίστη πολλῶν ἀπό τούς στρατιῶτες τῆς εἰρηνευτικῆς δύναμης τοῦ Ο.Η.Ε. πού προστατεύουν τά Προσκυνήματα τοῦ Κοσσυφοπεδίου. Πρόσφατα μάλιστα τό Μεγάλο Σάββατο, ὅπως ἀνέφερε, βαπτίστηκαν ὀρθόδοξοι δύο Ἀμερικανοί στρατιῶτες, στήν ἱερά Μονή Ντραγκάνατς, ὅπου ἡγουμενεύει ὁ Θεοφιλέστατος.

Στή συνέχεια παρατέθηκε πλούσια πανηγυρική Τράπεζα ὅπου παρακάθησαν περί τούς ἑξήκοντα πέντε πανηγυριστές. Κατά τήν Τράπεζα, ὁ Θεοφιλέστατος εὐχαρίστησε τόν Γέροντα τῆς Καλύβης π. Πατάπιο γιά τήν πρόσκληση καί τή δυνατότητα πού τοῦ ἔδωσε νά τιμήσει τόν ἱδρυτή τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων ἀλλά καί ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων ὁσίων τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Παναγίου καί μίλησε γιά τήν ἀνάγκη πού ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά μιμηθοῦμε, κατά τό δυνατόν, τίς θεοειδεῖς ἀρετές τοῦ ἁγίου Ἀκακίου ὡς λύση στά ἀδιέξοδα τῆς σημερινῆς κοινωνίας. Μετά τήν Τράπεζα ἐψάλλη ὑπό τῶν πατέρων τό Πολυχρόνιο τοῦ Θεοφιλεστάτου ὅπως τοῦ παρέχει ὁ Θεός ὑγεία ἀλλά καί ὁ ἅγιος Ἀκάκιος τήν εὐχή του, πρός συνέχισιν τοῦ ἀρχιερατικοῦ καί ποιμαντικοῦ ἔργου του.

Οἱ ἑορταστικές ἐκδηλώσεις τῆς Πανηγύρεως συνεχίστηκαν τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας, Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων, μέ τόν μεθέορτο πανηγυρικό Ἑσπερινό, τό Μνημόσυνο τῶν Κτητόρων τῆς Καλύβης ἀλλά καί τήν ἱερά Παράκληση στό Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου. Ἡ Παράκληση συνοδεύτηκε ἀπό τήν καθιερωμένη λιτανεία περί τό ἱερό Σπήλαιο, κατά τήν ὁποία ἅπαντες οἱ συμμετέχοντες ἔφεραν μεθ᾿ ἑαυτῶν ἱερά λείψανα καί ἱερές εἰκόνες. Ἀκολούθησε πανηγυρική Τράπεζα. Οἱ ἐκδηλώσεις τῆς Πανηγύρεως ὁλοκληρώθηκαν τήν ἑπομένη ἡμέρα, Δευτέρα 27 Ἀπριλίου, μέ Θεία Λειτουργία στό παρεκκλήσι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς πανηγυρίζουσας ἱερᾶς Καλύβης κατά τήν ὁποία, συλλειτούργησαν πατέρες, οἱ ὁποῖοι, λόγω τῆς στενότητος τοῦ χώρου δέν εἶχαν λειτουργήσει κατά τήν κυρία ἑορτή.

Κατά τήν ἀποχώρηση τοῦ Επισκόπου Ιλαρίωνος καί τῆς πολυπληθοῦς συνοδείας του, ὁ Γέροντας τῆς Καλύβης π. Πατάπιος, ἐμφανῶς συγκινημένος γιά τήν λαμπρότητα τῆς Πανηγύρεως ἀλλά καί συντονιζόμενος μέ τήν χαρά τοῦ Θεοφιλεστάτου ἀλλά καί τῶν πανηγυριστῶν πατέρων καί ἀδελφῶν γιά τή συμμετοχή τους σέ αὐτήν, εὐχαρίστησε ἅπαντας γιά τήν ἀγάπη καί τή διακονία τους καί εὐχήθηκε ὑγεία, καί τίς διηνεκεῖς πρεσβεῖες τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου σέ αὐτούς καί τίς οἰκογένειές τους. 

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΕΔΩ 

Πηγή: Romfea.gr

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

 τοῦ  μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

                                                Ἡ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως

κα­θέ­νας πού, ἔ­στω καί γι­ά μί­α μό­νο φο­ρά, ἔ­ζη­σε αὐ­τή τή νύ­χτα τῆς Ἀναστάσεως, «τή σω­τή­ρι­ο, τή φω­ταυ­γή καί λα­μπρο­φό­ρο», καί πού γεύ­τη­κε ἐ­κεί­νη τή μο­να­δι­κή χα­ρά, γνω­ρί­ζει ὅ­τι τό Πά­σχα εἶ­ναι κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό μί­α ἑ­ορ­τή· πο­λύ πέ­ρα ἀ­πό μί­α ἐ­τή­σι­α ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νός ἱ­ε­ροῦ γε­γο­νό­τος πού πέ­ρα­σε.

  Τό Πά­σχα μᾶς εἰ­σά­γει σ᾿ ἕ­ναν ἄλ­λο αἰ­ώ­να, σέ μί­α νέ­α δι­ά­στα­ση πού προ­α­ναγ­γέ­λει τόν ἀ­να­με­νό­με­νο κό­σμο· Βα­σι­λεί­α πού εἶ­ναι ἤ­δη πα­ροῦ­σα, μυ­στι­κά καί ὀ­ντο­λο­γι­κά ἀ­νά­με­σά μας·  «Ὦ Πά­σχα τό μέ­γα καί ἱ­ε­ρώ­τα­τον, Χρι­στέ. Ὦ Σο­φί­α καί Λό­γε τοῦ Θε­οῦ καί Δύ­να­μις· δί­δου ἡ­μῖν ἐ­κτυ­πώ­τε­ρον Σοῦ με­τα­σχεῖν ἐν τῇ ἀ­νε­σπέ­ρῳ ἡ­μέ­ρᾳ τῆς Βα­σι­λεί­ας Σου­», ψάλλουμε στόν ἀ­να­στά­σι­μο κα­νό­να.

  Τό Πά­σχα εἶ­ναι ἡ θύ­ρα, ἀ­νοι­χτή κά­θε χρό­νο, πού ὁ­δη­γεῖ στήν ὑ­πέρ­λα­μπρη Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Εἶ­ναι ἡ πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νι­ας καί ἀ­πε­ρί­γρα­πτης χα­ρᾶς καί εὐ­φρο­σύ­νης πού πε­ρι­μέ­νει ὅ­σους, ἀ­φοῦ συ­σταυ­ρώ­θη­καν μέ τόν Χρι­στό, συ­να­να­στή­θη­καν μα­ζί Του, ἀ­πό τή νέ­κρω­ση πού εἶ­χαν ἐ­πι­φέ­ρει στή ψυ­χή τους τά πά­θη.

  Τό Πά­σχα πα­νη­γυ­ρί­ζου­με τήν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ· «θα­νά­του τήν νέ­κρω­ση, Ἄ­δου τήν κα­θαί­ρε­σιν, ἄλ­λης βι­ο­τῆς τῆς αἰ­ω­νί­ου ἀ­παρ­χήν...», ὅ­πως ψάλ­λου­με στόν ἀ­να­στά­σι­μο Ὄρ­θρο. Καί αὐ­τή ἡ «ἄλ­λη βι­ο­τή», ἡ νέ­α ζω­ή πού πρίν δύ­ο χι­λι­ά­δες χρό­νι­α «ἀ­νέ­τει­λεν ἐκ τοῦ τά­φου», προ­σφέρ­θη­κε σ᾿ ὅ­λους μας.

  Ὅ­λοι ὅ­σοι πι­στεύ­ου­με στόν ἀ­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, λά­βα­με τό δῶ­ρο αὐ­τῆς τῆς νέ­ας ζω­ῆς κα­θώς καί τή δύ­να­μη νά τήν ἀ­πο­δε­χθοῦ­με καί νά ζή­σου­με δι­ά μέ­σου της· τή δύ­να­μη νά ἀ­ντι­με­τω­πί­σου­με κά­θε κα­τά­στα­ση αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου, ἀ­κό­μα καί αὐ­τόν τόν ἴ­δι­ο τό θά­να­το· μι­ά πού μέ τό δι­κό του σταυ­ρι­κό θά­να­το ὁ Χρι­στός, ἄλ­λα­ξε τή φύ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ θα­νά­του. Τόν ἔ­κα­νε πέ­ρα­σμα-δι­ά­βα­ση-«Πά­σχα» στή Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, με­τα­μορ­φώ­νο­ντας τή δρα­μα­τι­κό­τε­ρη καί τρα­γι­κό­τε­ρη στι­γμή τοῦ ἀν­θρώ­που σέ αἰ­ώ­νι­ο θρί­αμ­βο. Μέ τό «θα­νά­τῳ θά­να­τον πα­τή­σας», ὁ Χρι­στός μᾶς ἔ­κα­νε με­τό­χους τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του. 

  Δέν ἔ­χου­με λοι­πόν πα­ρά νά ἀ­να­ση­κώ­σου­με τή βα­ρι­ά πλά­κα τῆς πέ­τρι­νης καρ­δι­ᾶς μας πού σκε­πά­ζει μέ­σα μας, ὡς ἄλ­λος τά­φος, τόν Κύ­ρι­ο τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. Τό­τε Αὐ­τός, δί­χως ἄλ­λο, θά ἐ­γερ­θεῖ, ὅ­πως καί τή νύ­κτα ἐ­κεί­νη ὅ­που τά «πά­ντα πε­πλή­ρω­ται φω­τός, οὐ­ρα­νός τε καί γῆ καί τά κα­τα­χθό­νι­α», ὅπως ψάλλουμε στόν ἀ­να­στά­σι­μο κα­νό­να, συ­νε­γεί­ρο­ντας κι ἐ­μᾶς μέ τή λυ­τρω­τι­κή Του πα­ρου­σί­α. 

  

 

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΘΩΝΙΚΗ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ

 Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026.

   

Για την λήψη του άρθρου, πατήστε ΕΔΩ

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Χριστούγεννα με τον Φώτη Κόντογλου

 Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ την Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

   

Για την λήψη του άρθρου, πατήστε ΕΔΩ

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

                                                  τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

                                  Χριστούγεννα μέ τόν Φώτη Κόντογλου



Μέ ἀφορμή τίς γιορτινές μέρες τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου, θυμόμαστε τόν γίγαντα τοῦ ὀρθόδοξου στοχασμοῦ ἀλλά καί τῆς τέχνης Φώτη Κόντογλου (1895-1965) καί μεταφέρουμε στήν ἀγάπη σἀποσπάσματα ἀπό τό διήγημά του «Χριστούγεννα στή σπηλιά».

   Σύμφωνα μέ τόν συγγραφέα, τήν πνευματική χαρά καί τήν οὐράνια ἀγαλλίαση πού νοιώθει ὁ χριστιανός ἀπό τά Χριστούγεννα, δέν μπορεῖ νά τήν νοιώσει, μέ κανένα τρόπο, ὅποιος τά γιορτάζει μοναχά σάν μία συγκινητική συνήθεια, πού εἶναι δεμένη  περισσότερο μέ τίς συνηθισμένες χαρές τοῦ κόσμου, τήν ἔκρηξη τοῦ καταναλωτισμοῦ, τά δῶρα καί τά ρεβεγιόν. Καί τόνιζε, πώς μοναχά ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τά Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπό τήν ψυχή του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, και τή ζεσταίνουνε μέ κάποια θέρμη παράδοξη, πού ἔρχεται ἀπό ἕναν ἄλλο κόσμο˙ τή θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

  Ἄς διαβάσουμε μαζί, ἀγαπητοί μου φιλοαγιορεῖτες ἀναγνῶστες τό χριστουγεννιάτικο αὐτό διήγημα τοῦ Κόντογλου, στό ὁποῖο πρωταγωνιστεῖ μέ μιά ἀναπάντεχη ἁγιορείτικη ἐπίσκεψη, καί σίγουρα θά συμφωνήσουμε μέ τίς σκέψεις τοῦ συγγραφέα, ὅτι «Ἡ φάτνη εἶναι ἡ ταπεινή καρδιά, πού μοναχά σ᾿ αὐτή πηγαίνει καί γεννιέται ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία μας φωτοβολᾶ μέσα στό χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τή Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπό μέσα της ἀκούγεται μιά ὑπερκόσμια ὑμνωδία, σάν ἐκείνη πού ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τή νύχτα πού γεννήθηκε ὁ Κύριος».

«Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.

Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξερολιθιά.

Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές. (...) Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.

Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ. Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

(...) Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ: Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας. Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!  Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε. Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.

Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.

Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.

Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία. «Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!  «Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.

«Ἡ τοῦ Χριστοῦ Γέννησις», ἔργο Φώτη Κόντογλου 1954

Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του: «Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.

Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε: «Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.

Φώτης Κόντογλου



Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα.

 Ὅλα ὑπήρχανε:

 τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα,

 κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του,

 ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».