Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

                                                 τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

 

Ἀκάθιστος Ὕμνος: ἐπέτειος 1400 ἐτῶν ἀπό τότε πού ἐψάλη γιά πρώτη φορά


 Μπορεῖ ὁ Αὔγουστος νά θεωρεῖται, καί πράγματι εἶναι, ὁ μήνας τῆς Θεοτόκου, μέ ἐπίκεντρο τόν πάνδημο ἑορτασμό τῆς Κοιμήσεώς της, ὅμως ὁλόκληρο τό 2026 μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἔτος ἀφιερωμένο στήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό καθώς ἐφέτος συμπληρώνονται 1.400 χρόνια ἀπό τότε πού ἐψάλη γιά πρώτη φορά ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Ὁ θεομητορικός αὐτός ὕμνος ὀνομάστηκε «Ἀκάθιστος» γιατί οἱ βυζαντινοί πρόγονοί μας ἔψαλαν τόν ὕμνο αὐτό ὄρθιοι προκειμένου νά εὐχαριστήσουν τήν Παναγία γιά τή σωτηρία τῆς πόλης τους καί τῶν ἰδίων.

  Τόν 7ο αἰώνα ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ἐκτεινόταν σέ Εὐρώπη καί Ἀσία. Μέσα στά ὅριά της βρίσκονταν καί οἱ Ἅγιοι Τόποι. Τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ Πέρσες καταπάτησαν τά ἀνατολικά ὅρια τοῦ Βυζαντίου, εἰσέβαλαν στήν Ἱερουσαλήμ καί ἅρπαξαν τόν Τίμιο Σταυρό, πού βρίσκονταν ἐκεῖ ἀπό τόν καιρό πού τόν εἶχε βρεῖ ἡ Ἁγία ἱσαπόστολος Ἑλένη. Οἱ Πέρσες μετέφεραν τόν Τίμιο Σταυρό στήν πρωτεύουσά τους Κτησιφώντα. Τότε ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ἐκστράτευσε πρός τήν Ἀνατολή , ἔφθασε μέχρι τήν Κτησιφώντα, ἐπιτέθηκε στούς Πέρσες καί πῆρε πίσω τόν Σταυρό, στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 628. Ὅμως, κατά τή διάρκεια τῆς ἐκστρατείας, οἱ Ἄβαροι ἐκμεταλεύτηκαν τήν εὐκαιρία καθώς ἡ ἄμυνα τῆς Κωνσταντινούπολης ἦταν ἰδιαίτερα ἀσθενής -λόγω τῆς ἀπουσίας τοῦ στρατοῦ- καί ἐπιχείρησαν νά κατακτήσουν τήν Πόλη.


  πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τούς Ἀβάρους. Τοιχογραφία στή Μονή Μολδοβίτσα τῆς Ρουμανίας

   Ἡ πολιορκία ξεκίνησε στά τέλη τοῦ Ἰουνίου τοῦ 626 σέ μία ἐπίθεση πρωτοφανοῦς κλίμακος ἀπό τούς συμμάχους Ἀβάρους καί Σλάβους. Οἱ Ἄβαροι προσέγγισαν τά δυτικά τείχη τῆς Πόλης μαζί μέ χιλιάδες Σλάβους στρατιῶτες. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, οἱ Πέρσες, παραδοσιακοί ἐχθροί τῶν Βυζαντινῶν, στρατοπέδευσαν στή Χλκηδόνα, ἀπέναντι δηλαδή ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, προσβλέποντας σέ ἕνα τελειωτικό κτύπημα. Παρά τήν ἀπουσία τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου, ἡ ἄμυνα τῆς πρωτεύουσας ὀργανώθηκε μέ ὑποδειγματικό τρόπο. Ὁ πατριάρχης Σέργιος καί ὁ στρατιωτικός διοικητής Βῶνος προσπάθησαν νά σώσουν τήν ἀπειλούμενη πρωτεύουσα καί πῆραν στά χέρια τους τήν ὑπαράσπιση τῆς Πόλης, μέ τόν λαό νά συμμετέχει ἐνεργά, ἐμψυχωμένος ἀπό τήν βαθειά πίστη καί ἀκλόνητη βεβαιότητα ὅτι ἡ Θεοτόκος, ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός, θά τούς προστατέψει. Εἰδικότερα, ὁ Πατριάρχης κάλεσε τούς πιστούς νά προσευχηθοῦν γονυπετεῖς στήν Θεοτόκο καί νά τῆς ζητήσουν τή συνδρομή της. Παράλληλα, διοργάνωσε μία μεγάλη λιτανεία στά τείχη τῆς Πόλης, κρατώντας μία ἀχειροποίητη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ σέ μεταγενέστερες περιγραφές τῶν γεγονότων, ἀναφέρονται νά λιτανεύονται ἐπιπλέον ὁ Τίμιος Σταυρός καί εἰκόνες τῆς Θεοτόκου. Περιγράφεται μάλιστα ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης περιέφερε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀπό τή μονή Βλαχερνῶν κατά μῆκος τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινούπολης ὥστε νά ἐμψυχώσει τόν σχετικά μικρό ἀριθμό τῶν ὑπερασπιστῶν της. Σύμφωνα καί μέ τίς τρεῖς ἱστορικές πηγές τῆς ἐποχῆς, πού περιγράφουν τά γεγονότα, ἡ σωτηρία τῆς Βασιλεύουσας ἀποδίδεται στή Θεοτόκο. Δέν πρόκειται γιά μεταγενέστερη παράδοση, ἀλλά γιά πεποίθηση πού ἐπικρατοῦσε μεταξύ τῶν πολιορκουμένων. Ὑπάρχει ἀκόμη καί μία γλαφυρή ἀφήγηση γιά μία γυναικεία φιγούρα πού ὁ Χάνος τῶν Ἀβάρων ἔβλεπε νά περιφέρεται στά τείχη, καί ἡ ὁποία ταυτίστηκε μέ τή Θεοτόκο.

 Τά σλαβικά μονόξυλα πού ἐπιχείρησαν ἐπίθεση ἀπό τή θάλασσα, στό βάθος τοῦ Βοσπόρου, καταστράφηκαν ἀπό τό βυζαντινό ναυτικό, ἐνῶ παράλληλα ὅλες οἱ χερσαίες ἐπιθέσεις τῶν Ἀβάρων, ἐμποδίζονταν ἀπό τά ἀπόρθητα Θεοδοσιανά τείχη. Κάποια στιγμή οἱ ἐχθροί κατάφεραν καί εἰσέβαλαν στή μονή τῶν Βλαχερνῶν, ὅμως τελικά σφαγιάστηκαν ἀπό τούς ὑπερασπιστές τῆς Πόλης. Μεταγενέστερες ἀφηγήσεις δίνουν μία ἐμφαντικότερη ἐκδοχή: τά μονόξυλα τῶν Σλάβων καταστράφηκαν ἀπό ξαφνική θύελλα πού ξέσπασε καί τά  πληρώματά τους πνίγηκαν, ὅπως οἱ Αἰγύπτιοι στήν Ἐρυθρά Θάλασσα, σύμφωνα μέ τή βιβλική διήγηση. Σύμφωνα μέ τήν ἀφήγηση αὐτή, τή νύχτα τῆς 7ης πρός 8η Αὐγούστου τοῦ ἔτους 626, σηκώθηκε μέγας ἀνεμοστρόβιλος, ἡ θάλασσα φουρτούνιασε ὑπερβολικά καί τά ἐχθρικά πλοῖα καταποντίστηκαν μαζί μέ τούς πολιορκητές. Κάποιοι ἀπό τούς πολιορκούμενους διαβεβαίωναν ὅτι κατά τήν ὥρα τῆς πολιορκίας, ἐμφανιστηκε στά τείχη τῆς Πόλης ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος.

  Ἡ πολιορκία κορυφώθηκε στίς ἀρχές Αὐγούστου, ἀλλά ἡ ἀποτυχία συντονισμοῦ τῶν ἐπιτιθεμένων, οἱ ἀπώλειες, ἡ ἔλλειψη τροφίμων καί νεροῦ, καθώς καί ἡ ψυχική κόπωση, ὁδήγησαν σέ κατάρευση τοῦ ἠθικοῦ τους. Στίς 8 Αὐγούστου, οἱ Ἄβαροι καί οἱ Σλάβοι ἔλυσαν τήν πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης καί ὑποχώρησαν, ἀναγνωρίζοντας τήν ἀποτυχία τους. Κατόπιν τῆς ἀδόκητης σωτηρίας τῆς Πόλης οἱ κάτοικοί της συγκεντρώθηκαν στόν ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν καί μέ ἐμφανή συγκίνηση ἔψαλαν μέ ὅλη τους τήν καρδιά ὕμνους εὐχαριστήριους πρός τή Θεοτόκο γιά  τή βοήθεια πού τούς προσέφερε.      

  Ἡ σημασία αὐτῆς τῆς νίκης ὑπερβαίνει τή σωτηρία τῆς βυζαντινῆς πρωτευούσας. Ἦταν μία ἱστορική καμπή πού ἀπέτρεψε τήν κατάρρευση τῆς αὐτοκρατορίας, φρέναρε τήν ἐπέλαση τῶν βαρβαρικῶν λαῶν πρός τή Μεσόγειο καί ἐπέτρεψε στό χριστιανικό καί ἑλληνικό στοιχεῖο νά συνεχίσει νά ἀκτινοβολεῖ στόν ἀνατολικό κόσμο γιά αἰῶνες

  Ὁ λαός, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀπέδωσε τή σωτηρία του στήν Κυρία Θεοτόκο. Ἔτσι καθιερώθηκε λιτανεία σέ ἀνάμνηση τῆς σωτηρίας του συνθέτοντας παράλληλα καί τόν Ἀκάθιστο Ὕμνο, ἕναν ἀπό τούς κατανυκτικότερους καί δοξαστικότερους τῆς ὀρθόδοξης θείας λατρείας. Ὅλοι γνωρίζουμε τό Κοντάκιο «Τῇ Ὑπερμάχω Στρατηγῷ», τό ὁποῖο ψάλλεται  κατά τή διάρκεια τῶν πέντε πρώτων Παρασκευῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ ὕμνος ἀποτελεῖται ἀπό 24 στροφές (Οἴκους) οἱ ἀποῖοι ἀκολουθοῦν τήν σειρά τῶν γραμμάτων τῆς ἀλφαβήτου, ἀπό τό Α ἕως καί τό Ω καί ἀναπτύσσεται σέ συνολικά 72 στίχους, ἐνῶ τό ἐφύμνιο «Χαῖρε» ἀπευθύνεται στή Θεοτόκο 144 φορές.

 

  Κατά τήν παράδοση, ἡ θεομητορική έκείνη εἰκόνα ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἐψάλη γιά πρώτη φορά ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, βρίσκεται στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, καί πιό συγκεκριμένα, στή μονή Διονυσίου. Πρόκειται γιά ἕνα ἀπό τά ἀρχαιότερα κειμήλια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Παραχωρήθηκε στή Μονή τό ἔτος 1374 ἰδιοχείρως ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Γ΄ Κομνηνό. 




Ἡ θαυματουργή εἰκόνα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου πού βρίσκεται στή Μονή Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους

Ἡ εἰκόνα εἶναι κατασκευασμένη ἀπό κηρομαστίχη, καί ἀποτελεῖ, κατά τήν παράδοση, ἔργο τοῦ εὐαγγελιστή Λουκᾶ. Ὀνομάζεται καί Μυροβλύτισσα, γιατί κατά καιρούς ἀναβλύζει μύρο, ἴχνη τοῦ ὁποίου διακρίνονται στήν ἐπιφάνειά της. Τό 1592 πειρατές τήν ἔκλεψαν ἀπό τή Μονή. Σηκώθηκε ὅμως φοβερή τρικυμία, ἐνῶ ἡ Παναγία ἐμφανίσθηκε στόν καπετάνιο καί δήλωσε ὅτι θέλει νά παραμείνει ἡ εἰκόνα της στή Μονή. Τήν ἴδια στιγμή ἡ εἰκόνα ἄρχισε νά μυροβλύζει, ὥστε βράχηκε τό κιβώτιο, μέσα στό ὁποῖο τήν εἶχαν κρύψει. Τρομαγμένοι τότε οἱ πειρατές τήν ἐπεστρεψαν  στή μονή Διονυσίου, ἐνῶ ταυτόχρονα, δύο ἀπ᾿ αὐτούς παρέμειναν ἐκεῖ καί ἔγιναν ἀργότερα μοναχοί. Τό 1758 ὁ διαπρεπής λὀγιος τῆς Τουρκοκρατίας καί διδάσκαλος τοῦ Γένους Εὐγένιος Βουλγαρης πού ἐκείνη τήν ἐποχή διατελοῦσε σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος Ἀκακδημίας, θεραπεύτηκε ἀπό θανατηφόρο ἀπόστημα, μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ἐλέους της. Τέλος, τό 1767 ἐκλάπη γιά δεύτερη φορά ἀπό ἀλλοθρήσκους, ἀλλά Χριστιανοί τήν πῆραν ἀπ᾿ αὐτούς καί τήν μετέφεραν στή Σκόπελο. Οἱ κάτοικοί της ὅμως δέν θέλησαν νά τήν παραδώσουν σέ ἀντιπροσώπους τῆς μονῆς Διονυσίου, οἱ ὁποῖοι πῆγαν ἐκεῖ γιά νά τήν παραλάβουν, ἀλλά, στό τέλος, «λοιμική νόσος» πού προσέβαλε τό νησί τούς ἀνάγκασε νά δεχθοῦν τήν ἐπστροφή της στό Ἅγιον Ὄρος. 

 

   Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ὅπως ἀνέφερε ὁ οἰκουμενικός Πατριάρχης κος Βαρθολομαῖος μέ ἀφορμή τήν ἐπέτειο αὐτή, εἶναι «ποίημα ὑψήγορον καί διθυραμβικόν, ἀναφερόμενον, ἱστορικῶς καί θεολογικῶς, μέ μοναδικόν πλοῦτον καλλιεπείας, εἰς τήν ἔνσαρκον θείαν Οίκονομίαν καί τήν εἰς αὐτήν μοναδι κήν συμβολήν τῆς παναχράντου Θεομήτορος». Οἱ προσευχόμενοι πιστοί χαιρετίζουν εὐσεβῶς τήν Παναγία μέ ἀλλεπάλληλες ἐπαναλήψεις τῆς πρώτης προσφωνήσεως τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, πού εὐαγγελίστηκε τήν χάρη καί τήν χαρά: τῆς λέξεως «Χαῖρε», μέ τήν ὁποία φανερώνεται τό «ἀπ᾿ αἰῶνος μυστήριον» καί συγκροτεῖται τῆς «σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον». Ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἐφυμνίου «Χαῖρε» ἐπί ἑκατόν σαράντα τέσσερεις φορές πρός τήν παμμακάριστο Θεοτόκο, ἔχει προδήλως μυστική ἔννοια. Παραπέμεπει στίς ἑκατόν σαράντα τέσσερεις χιλιάδες τῶν ἁγνῶν ἐκείνων Ἁγίων τῆς Ἀποκαλύψεως, πού ὑμνοῦσαν μέ κιθάρα τήν «καινήν ὡδήν» ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καί πού ἀκολουθοῦσαν τό Ἀρνίον «ὅπου ἄν ὑπάγῃ». Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ πού ἁγνεύει, τόσο κατά τό ἦθος ὅσο καί κατά τό δόγμα, καί εἶναι ἀφοσιωμένος ἕως ἐσχάτου στόν σαρκωθέντα Θεό Λόγο, παραμένοντας ἑνωμένος ἄρρηκτα μέ Αὐτόν, ὑμνεῖ μέ ὡδές ἀσμάτων μουσουργικῶν τήν ὑπερένδοξη Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Μητέρα τῆς Ἐκκλησίας, τήν κραταιά της προστασία καί τό εὐσεβές πλήρωμά της, ἀναφέρει σέ μήνυμά του ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, μέ ἀφορμή τή συμπλήρωση τῶν 1400 ἐτῶν ἀπό τήν πρώτη φορά πού ἀκούστηκε ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος.



   Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καλεῖ κάθε πιστό νά βρίσκεται σέ ἐγρήγορση καί νά παραμένει ὀρθός καί εὐσταλής, μέ ταπείνωση καί προσευχητική διάθεση, ἐνώπιον τῶν μεγάλων προκλήσεων τῆς ἐποχῆς μας, σ᾿ αὐτές τίς δύσκολες μέρες τῶν πολλῶν γεωπολιτικῶν ἀναταράξεων καί πολεμικῶν συρράξεων, κατά τίς ὁποῖες διέρχεται ἡ ἀνθρωπότητα. Ἄς δεηθοῦμε ἐκτενῶς, ὅπως ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τῆς «Εἰρήνης τοῦ Θεοῦ», φιλοτιμούμενη ἀπό τήν προσευχητική ἀπόδοση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἐκ μέρους ὅλων τῶν πιστῶν, μέ πνεῦμα εὐλαβείας καί κατανύξεως, ἐνεργήσει καί σ᾿ αὐτές τίς δύσκολες περιστάσεις, ὡς Ὑπέρμαχος Στρατηγός κάθε ἀνθρώπου πού ἀδικεῖται καί βρίσκεται σέ κίνδυνο. Καί ὡς Σκέπη κραταιά τῶν τέκνων τῆς Ἐκκλησίας ἀνά τήν Οἰκουμένη, νά ἐπιβραβεύσει στό ἀνθρώπινο γένος τήν Εἰρήνη τοῦ Υἱοῦ της, τήν ἀληθινή καί «πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν», ὅπως ψάλλουμε στόν Ἀκάθιστο Ὕμνο.

 


 

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ Ο ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

 

μοναχός Πατάπιος Καυσοκαλυβίτης

Ὁ ἱερομόναχος Παΐσιος ὁ Κοινοβιάρχης

 καί τό πνευματικό του περιβάλλον στά Καυσοκαλύβια καί τή μονή Ξενοφῶντος

  ἀσκητική καί ἁγιοτόκος ἱερά σκήτη Ἁγίας Τριάδος τῶν Καυσοκαλυβίων, ὅπου κατά τήν φωτεινή διαδρομή τῶν τριῶν καί πλέον αἰώνων τῆς ἱστορίας της, πραγματώθηκε -ὅπως ἄλλωστε καί σ' ὅλον τόν ἱερό Ἄθωνα- τό μοναχικό ἰδεῶδες, ἄν καί βρίσκεται «εἰς τήν ἐσχατιάν τῆς ἀθωΐτιδος χερσονήσου», ἀπό τίς ἀπαρχές ἀκόμη τῆς ἱδρύσεώς της στίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰώνα ἀπό τόν ὅσιο Ἀκάκιο τόν Καυσοκαλυβίτη, προσείλκυσε πολλές πνευματικές μορφές, λογίους μοναχούς θεράποντες τῶν χριστιανικῶν γραμμάτων καί ἐκφραστές τῆς πλούσιας ἁγιοπνευματικῆς παραδόσεως πού κληρονόμησαν. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς ἦταν καί ὁ σήμερα τιμώμενος ἱερομόναχος Παΐσιος ὁ Λέσβιος, ὁ Κοινοβιάρχης.

    Πρόκειται γιά μία χαρισματική φυσιογνωμία τοῦ β΄ μισοῦ τοῦ 18ου αἰώνα, ὁ ὁποῖος διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στά ἁγιορειτικά δρώμενα τῆς ἐποχῆς του. Καταγόταν ἀπό τήν Ἁγιάσο τῆς Λέσβου καί θά πρέπει νά ἦταν ἀρκετά ἐγγράμματος γιά τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ πρίν ἐγκαταβιώσει στά Καυσοκαλύβια, σπούδασε στήν Ἀθωνιάδα Σχολή ὑπό τόν Εὐγένιο Βούλγαρη. Σίγουρα ὅμως ὁ ἱερομόναχος Παΐσιος ὑπῆρξε ἐξαιρετικά βιβλιόφιλος καί φιλομαθής, ὅπως διαφαίνεται ἀπό τά κατάλοιπα τῆς βιβλιοθήκης του, πού σώζονται στή μονή Ξενοφῶντος. Πρόκειται γιά χειρόγραφα καί ἔντυπα μέ περιεχόμενο θεολογικό, λειτουργικό ἀλλά καί φιλοσοφικό. Φαίνεται ἐπίσης νά συνδέεται μέ σημαντικά πρόσωπα στήν Κωνσταντινούπολη ἀλλά καί στίς ἡγεμονικές αὐλές τῆς Μολδοβλαχίας. Οἱ σχέσεις αὐτές τοῦ Παϊσίου στάθηκαν πολύτιμες γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ μετέπειτα ἀνακαιστικοῦ του ἔργου τόσο στά Καυσοκαλύβια ὅσο καί στή μονή Ξενοφῶντος.

  Στά Καυσοκαλύβια ἐγκαταβίωσε πρίν τό 1766. Τό ἔτος αὐτό, σύμφωνα μέ κτητορική ἐπιγραφή, ὁλοκλήρωσε τήν ἀνακαίνιση τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀνεγείροντας τό εὐμεγέθες περικαλλές ὁμώνυμο παρεκκλήσι της. Στή συνέχεια, τό 1776, τό παρεκκλήσι ἱστορήθηκε, πάλι μέ δαπάνες του, ἀπό τό εἰκονογραφικό ἐργαστήριο τοῦ μοναχοῦ Μητροφάνη τοῦ Χίου.  Στήν καλύβη τοῦ Ἀγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ὁ Παΐσιος ὀργάνωσε κοι­νο­βι­ακά τή δε­κα­μελῆ συ­νο­δεία του, ἄν καί ζοῦσε σέ ἰδιόρρυθμη σκήτη 

῾ κάτι ἀσυνήθιστο, πού, καθώς φαίνεται, προξενοῦσε τόν θαυμασμό τῶν Ἁγιορειτῶν τῆς ἐποχῆς του…

 […]  Χω­ρίς νά ἐ­γκα­τα­λε­ί­ψει τε­λε­ί­ως τά Καυ­σο­κα­λύ­βι­α, ὁ Παΐσιος βρέ­θη­κε στή Σκό­πε­λο, ὅ­που τό 1770 ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α Εὐ­αγ­γε­λι­νῶν τοῦ δώ­ρη­σε τήν ἐ­ρει­πω­μέ­νη τότε σταυ­ρο­πη­γι­α­κή μο­νή Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος, ὅ­που καί ἐ­γκα­τέ­στη­σε γυ­ναι­κε­ί­α ἀ­δελ­φό­τη­τα, τήν ὁ­πο­ί­α καί ὀρ­γά­νω­σε κοι­νο­βι­α­κά ὑ­πό τήν ἡ­γου­μέ­νη Με­λά­νη μο­να­χή Με­σο­λογ­γί­τισσα.

 [ι..] Ἀπό τήν σκιαγράφηση τοῦ βίου καί τῶν ἔργων τῶν λογίων πού ἀσκήθηκαν στή Σκήτη Καυσοκαλυβίων, λίγο πρίν ἤ κατά τήν περίοδο κατά τήν ὁποῖα ἔζησε καί δραστηριοποιήθηκε ἐκεῖ ὁ Παΐσιος Καυσοκαλυβίτης, προκύπτει ἡ αἴσθηση ὅτι σέ μία τόσο στενή γεωγραφικά περιοχή, οἱ λιγοστοί ἀλλά σημαντικοί λόγιοι μοναχοί, μέ τήν τόσο πλούσια ὑμνογραφική, μεταφραστική, κανονολογική καί ἁγιολογική συγγραφική παραγωγή, δέν θά μποροῦσαν παρά νά ἔχουν μία χαλαρή τουλάχιστον συνεργασία. Τήν ἴδια ἐποχή πού ὁ παπα-Ἰωνᾶς συνέγραφε τό νεομαρτυρολόγιό του καί τόν βίο τοῦ ὁσίου Ἀκακίου σέ συνεργασία μέ τόν Διονύσιο τον Ζαγοραῖο (μετά τό 1740), ὁ Νεόφυτος δίδασκε στήν Ἀθωνιάδα καί παράλληλα μαχόταν γιά τήν μή παραχάραξη τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης μέσα στή δίνη τῆς ἔριδας περί τῶν Μνημοσύνων. Ταυτόχρονα ἀνθολογοῦσε μέ ἀριστουργηματικό τρόπο στίχους ἀπό τό Ψαλτήριο πού ἔμελλαν νά κοσμίσουν τό πρῶτο βιβλίο τό ὁποῖο τυπώθηκε στόν ἑλλαδικό χῶρο στό τυπογραφεῖο τῆς Μεγίστης Λαύρας (1759). Ταυτόχρονα ὁ Ἀκαρνάν Ραφαήλ ὑμνογραφοῦσε τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Θεολόγο, τήν ἁγία Βαρβάρα καί τόν ὅσιο Σίμωνα τόν Μυροβλύτη, ὁ Διονύσιος ὁ Ζαγοραῖος μετέφραζε στήν ἁπλοελληνική τούς Λόγους τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ἐνῶ ὁ ‘’μουσικώτατος’’ Σκυριανός ἱερομόναχος Μελέτιος συνέθετε τήν Ἀκολουθία τοῦ ὁμωνύμου του ἁγίου (1748) καί μᾶς ἄφηνε ἕναν ἐξαιρετικά καλλιγραφημένο μουσικό κώδικα πού περιέχει καί δικές του μελοποιήσεις (1732). Ὁλόκληρη ἡ Σκήτη θύμιζε μία πολύβουη πνευματική κυψέλη μέ πλούσια καί ὠφέλιμη γιά ὅλο τόν ὀρθόδοξο κόσμο παραγωγή. Τήν ἴδια στιγμή, ἡ καλλιτεχνική δημιουργία τῶν ὀρεσίβιων καυσοκαλυβιτῶν μοναχῶν ἔφθανε στό ἀποκορύφωμά της μέ τά ζωγραφικά ἔργα τοῦ Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ καί τοῦ ὁσιακῆς μνήμης συντοπίτη του Παρθενίου τοῦ Σκούρτου καί τῶν ἐργαστηρίων τους…

 […] Τό σωτήριον ἔτος 1784 ἀποτελεῖ σταθμό γιά τή νεότερη ἱστορία τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος, καθώς ἐγκαταλείπεται ὁ ἰδιόρυθμος τρόπος μοναχικῆς ζωῆς καί ἡ μονή μετατρέπεται σέ κοινόβιο, μετά ἀπό αἴτηση τῶν ἴδιων τῶν μοναχῶν πού ἀσκοῦνταν σ᾿ αὐτήν. Πρόκειται γιά τήν πρώτη ἐπαναφορά ἀθωνικῆς μονῆς στόν ἀρχέτυπο κοινοβιακό τρόπο ζωῆς, κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅπου εἶχε ἐπικρατήσει ἡ ἰδιορρυθμία.

  Ὡς πρῶτος ἡγούμενος ἐπελέγη ὁ ἱερομόναχος Παΐσιος ὁ Καυσοκαλυβίτης.   Στά τέλη τοῦ 1784, καί ἀφοῦ ὅλες οἱ ἀλλαγές πού προβλέπονταν ἀπό τό πατριαρχικό σιγγίλιο τῆς ἐπανακοινοβιοποιήσεως εἶχαν πραγματοποιηθεῖ, ἡ ἀδελφότητα ὑπό τόν ἱερομόναχο Παΐσιο εἶχε φθάσει νά ἀριθμεῖ τριάντα πατέρες. Ἡ ἐπιλογή τοῦ ἐξαιρετικά δραστήριου και ὑψηλῆς πνευματικότητος, εὐλαβέστατου καίἔμπειρου ἀλλά καί γνωστοῦ ἐντός καί ἐκτός Ἁγίου Ὄρους αὐτοῦ ἱερομονάχου, ὡς ἡγουμένου τῆς μονῆς Ξενοφῶντος, κάθε ἄλλο παρά τυχαία ἦταν. Εἶχε ὅλες τίς δυνατότητες ἀλλά καί τίς ἀπαραίτητες διασυνδέσεις, ὥστε νά ἀντιμετωπίσει μέ τρόπο ἀποτελεσματικό πνευματικά, διοικητικά ἀλλά καί οἰκονομικά θέματα. Ἦταν ἄλλωστε ἐμπειρία στήν πνευματική καθοδήγηση, εἶχε συστήσει κοινοβιακή συνοδεία στά Καυσοκαλύβια ἐνῶ εἶχε ὀργανώσει κοινοβιακά τή μονή Μεταμορφώσεως στή Σκόπελο…

  […] Ὁ ἱερομόναχος Παΐσιος ὁ Λέσβιος εὐεργέτησε πολλαπλῶς τόσο τή σκήτη Καυσοκαλυβίων ὅσο, καί κυρίως, τή μονή Ξενοφῶντος. Τό πνευματικό κλίμα πού ἐπικρατοῦσε στόν πρῶτο τόπο ἀσκήσεώς του, τά ἐρημικά Καυσοκαλύβια, ἦταν ἀπό τά ὑψηλότερα στό Ἅγιον Ὄρος τῆς ἐποχῆς, καί συνέβαλε εὐεργετικά στή διαμόρφωση τῆς τόσο χαρισματικῆς μοναχικῆς του προσωπικότητας, ἐνῶ στόν δεύτερο, τό ἐπανασυσταθέν κοινόβιο τοῦ Ξενοφῶντος, ὑπῆρχε πνευματική γῆ ἀγαθή καί ἕτοιμη πρός θερισμό. 

  Ἡ προσφορά τοῦ ἱερομονάχου Παϊσίου Καυσοκαλυβίτου στόν σύγχρονο ἁγιορειτικό μοναχισμό θεωρεῖται πολύ μεγάλη, καθώς τό ἐπιτυχημένο παράδειγμα τῆς κοινοβιοποιήσεως τῆς μονῆς Ξενοφῶντος λειτούργησε καταλυτικά γιά ἀνάλογες μεταρρυθμίσεις στή δομή κι ἄλλων ἀθωνικῶν μονῶν. Μέσα σέ τρεῖς δεκαετίες, ἕξι μοναστήρια μετατράπηκαν σέ κοινόβια, ἀκολουθώντας σέ γενικές γραμμές τίς ἀρχές πού εἰσήχθηκαν γιά πρώτη φορά στήν περίπτωση τῆς μονῆς Ξενοφῶντος καί ἐφαρμόστηκαν ἀπό τόν Παΐσιο τόν Κοινοβιάρχη…

 Ἀποσπάσματα ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ συγγραφέα στήν Ἐπιστημονική Ἡμερίδα «Ἱερομόναχος Παΐσιος, Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενοφῶντος», πού πραγματοποιήθηκε στή Θεσσαλονίκη, στίς 23 Μαΐου 2026. Τήν Ἡμερίδα διοργάνωσε ἡ Ἱερά Μονή Ξενοφῶντος.

 

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ 2026

 Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιευθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ την Τετάρτη 6 Μαίου 2026.

   

   

Για την λήψη του άρθρου, πατήστε 1, 2

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Λαμπρή πανήγυρις Αγίου Ακακίου του Καυσοκαλυβίτου

 

Στό Περιβόλι τῆς Παναγίας ἑορτάστηκε πανηγυρικά τίς μέρες αὐτές ἡ μνήμῃ τῆς Κοιμήσεως τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου. Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης (1630-1730) εἶναι ἕνας ἀπό τούς ὁσίους πού ἐβλάστησαν στό φυτώριο τῶν ἁγίων ἀνδρῶν, τό παγκράτιο τῆς ἀσκήσεως, τήν πατρίδα τῶν μοναζόντων, τήν παλαίστρα ὑπερφυῶν ἀσκήσεων καί τό ὁρμητήριο πνευματικῶν ἀναβάσεων, τό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος ἔχει κυρίαρχη θέση στό ἁγιορείτικο ἁγιολόγιο, ὄχι μόνο λόγω τῆς ἄκρας ἀσκήσεως καί τῶν πολλαπλῶν χαρισμάτων του ἤ ἐπειδή εἶναι ἱδρυτής τῆς δεύτερης κατά τάξιν σκήτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ διακονία του στήν Ἐκκλησία ὡς «ἀλείπτου» θεωρεῖται ἀπό ὅλους τούς μελετητές, ἐξίσου σημαντική καί δυναμογόνος. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στό ἔργο του Νέον Μαρτυρολόγιον, ἔχει συμπεριλάβει καί τόν Βίο τοῦ ὁσίου Ἀκακίου, ἄν καί αὐτός δέν εἶχε μαρτυρικό τέλος, "...διά τήν ὑπεράνθρωπον πολιτείαν του καί τούς τρεῖς Ὁσιομάρτυρας ὁποῦ ἔκαμε", ἀναφερόμενος στούς ὁσιομάρτυρες Ρωμανό, Νικόδημο καί Παχώμιο.

Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται πανορθοδόξως στίς 12 Ἀπριλίου, ἡμερομηνία τῆς ὁσιακῆς του κοιμήσεώς του.

Στήν ἀσκητική ὅμως παλαίστρα του, τό ἱερό Σπήλαιο καί τήν ὁμώνυμη Καλύβη του στή Σκήτη Ἁγίας Τριάδος τῶν Καυσοκαλυβίων, ὁ ὅσιος Ἀκάκιος τιμᾶται τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων, μέ ὁλονύκτιο Πανηγυρική Ἀγρυπνία.


Ἔτσι καί ἐφέτος, κατά τήν παρελθοῦσα Κυριακή τῶν Μυροφόρων, 26 Ἀπριλίου 2026, ἡ Ἱερά Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου πανηγύρισε τή μνήμῃ τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου. Τῆς Πανηγύρεως, κατόπιν προσκλήσεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας τῇ εὐλογίᾳ τοῦ παναγιωτάτου οἰκουμενικοῦ πατριάρχου κου Βαρθολομαίου, προεξῆρχε ὁ θεοφιλέστατος Επίσκοπος Νοβόμπρντο κ. Ἱλαρίων, βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ μακαριωτάτου Πατριάρχου Σερβίας κου Πορφυρίου.

 Οἱ ἐκδηλώσεις τῆς Πανηγύρεως ξεκίνησαν τό Σάββατο τό πρωΐ 25 Ἀπριλίου, μέ την προεόρτια Θεία Λειτουργία στό ἀνακαινισμένο ἱερό παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη, πού βρίσκεται πλησίον τῆς πανηγυρίζουσας ἱερᾶς Καλύβης. Τό μεσημέρι τῆς ἴδιας ἡμέρας ἔγινε ὑποδοχή στήν πανηγυρίζουσα ἱερά Καλύβη Ἁγίου Ἀκακίου τοῦ θεοφιλεαστάτου ἐπισκόπου κου Ἱλαρίωνος. Τόν ἐπίσημο προσκεκλημένο συνόδευε πολυμελής χορεία Ἁγιορειτῶν πατέρων ἀπό ἱερές Μονές καί Σκῆτες, καθώς καί ἱερέων, μοναχῶν καί λαϊκῶν ἀδελφῶν ἀπό διάφορες περιοχές τῆς πατρίδας μας ἀλλά καί ἀπό τή Ρουμανία, τή Σερβία καί τό Μαυροβούνιο.

Ἀπό τίς δύο τελευταῖες μάλιστα ὀρθόδοξες χώρες, μέ τίς ὁποῖες τό Ἅγιον Ὄρος συνδέεται ἀπό αἰῶνες, παρευρέθηκαν πολλοί λαϊκοί προσκυνητές καί κληρικοί ἀλλά καί μοναχοί ἀπό τήν ἱερά Μονή Άγίου Νικολάου Vranjina μετά τοῦ ἡγουμένου τους ἀρχιμανδρίτου Ίωακείμ.

Ἰδιαίτερη ἦταν ἡ παρουσία Χιλανδαρινῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι διακόνησαν με περισσή εὐλάβεια κατά τήν ἱερά ἀγρυπνία τῆς Πανηγύρεως. Εἶχε προηγηθεῖ νωρίτερα τό προσκύνημα στό σεπτό Κυριακό τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅπου ὁ Δικαῖος τῆς Σκήτης π. Δαβίδ ὑποδέχθηκε τόν Θεοφιλέστατο καί τήν συνοδεία του.

Στή συνέχεια πραγματοποιήθηκε ἡ λαμπρή ὑποδοχή στήν πανηγυρίζουσα ἱερά Καλύβη Ἁγίου Ἀκακίου ἀπό τόν Γέροντα αὐτῆς ὁσιολογιώτατο μοναχό Πατάπιο καί τήν συνοδεία του ἀλλά καί τούς παρευρισκομένους πανηγυριστές καί διακονητές, πατέρες καί λαϊκούς ἀδελφούς. Σύσσωμη ἡ χορεία τῶν πανηγυριστῶν, μαζί μέ τόν Θεοφιλέστατο, κατῆλθαν καί προσκύνησαν στό Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, ὅπου ἀσκεῖτο ἐπί πενῆντα χρόνια ὁ ἑορταζόμενος Ὅσιος. Ἀκολούθησε ἡ ὑποδοχή τῆς ἐφέστιας ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ ἁγίου Ἀκακίου, ἔργο τοῦ ἐργαστηρίου τῆς πανηγυρίζουσας ἱερᾶς Καλύβης, ἀπό τόν χῶρο πού φυλάσσεται, σέ ἀνθοστόλιστο προσκυνητάρι τοῦ παρεκκλησίου τῆς Καλύβης.

 Κατά τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου ἐτελέσθη ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἐπί τῆς ἀρχαίας στέρνας τοῦ ἁγίου Ἀκακίου, ὅπου κατά θαυμαστό τρόπο ὑπάρχει ἀκόμη καί σήμερα, 300 χρόνια μετά, βρόχινο νερό, εὔγευστο καί διαυγέστατο ἀπό τήν προσευχή τοῦ ἁγίου Ἀκακίου. Ἀπό τό νερό αὐτό, γνωστό καί ὡς «πρῶτο Ἁγίασμα», ἐγεύθησαν ἅπαντες οἱ συμμετέχοντες, κάτι πού συμβαίνει ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, μόνο κατά τήν ἡμέρα τῆς Πανηγύρεως.

Μετά τήν πανηγυρική Τράπεζα ἀκολούθησε ἡ Ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων καί τοῦ ὁσίου Ἀκακίου στό περικαλλές παρεκκλήσι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (ἀνέγερση τό 1747 καί ἱστόρηση τό 1759). Κατά τήν ἀγρυπνία ἔψαλλαν μέ ὅλη τους τήν ψυχή οἱ ἀγγελόφωνοι πατέρες τῆς συνοδείας τοῦ γέροντος Δαμασκηνοῦ ἀπό τή Νέα Σκήτη, ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Λάζαρος Καρανδρέας, ὁ Χιλανδαρινός ἱεροδιάκονος π. Παρθένιος, ὁ Γρηγοριάτης ἱεροδιάκονος π. Σπυρίδων, καί Καυσοκαλυβίτες πατέρες.

Συμμετεῖχαν πατέρες ἀπό τίς γειτονικές ἀσκητικές περιοχές τῆς Κερασιᾶς καί τοῦ Ἁγίου Νείλου. Μετά τό πέρας τῆς ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας, μέ τήν ὁποία ὁλοκληρώθηκε ἡ ὁλονύκτια δεκάωρη Ἀγρυπνία, ἀκολούθησε τό καθιερωμένο κέρασμα στό Συνοδικό ὅπου ὁ Θεοφιλέστατος ζήτησε ἀπό τούς συνδαιτημόνες πατέρες καί ἀδελφούς νά εὔχονται ὑπέρ τῶν πατέρων πού ἀσκοῦνται στίς ἱερές μονές τοῦ Κοσσυφοπεδίου ὅπως συνεχίζουν νά διακονοῦν την Ὀρθοδοξία στήν δύσκολη αὐτή ἐπαρχία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας. Με ἰδιαίτερη, μάλιστα, συγκίνηση ἀναφέρθηκε στό ἐλπιδοφόρο γεγονός τῆς μεταστροφῆς στήν ὀρθόδοξη πίστη πολλῶν ἀπό τούς στρατιῶτες τῆς εἰρηνευτικῆς δύναμης τοῦ Ο.Η.Ε. πού προστατεύουν τά Προσκυνήματα τοῦ Κοσσυφοπεδίου. Πρόσφατα μάλιστα τό Μεγάλο Σάββατο, ὅπως ἀνέφερε, βαπτίστηκαν ὀρθόδοξοι δύο Ἀμερικανοί στρατιῶτες, στήν ἱερά Μονή Ντραγκάνατς, ὅπου ἡγουμενεύει ὁ Θεοφιλέστατος.

Στή συνέχεια παρατέθηκε πλούσια πανηγυρική Τράπεζα ὅπου παρακάθησαν περί τούς ἑξήκοντα πέντε πανηγυριστές. Κατά τήν Τράπεζα, ὁ Θεοφιλέστατος εὐχαρίστησε τόν Γέροντα τῆς Καλύβης π. Πατάπιο γιά τήν πρόσκληση καί τή δυνατότητα πού τοῦ ἔδωσε νά τιμήσει τόν ἱδρυτή τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων ἀλλά καί ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων ὁσίων τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Παναγίου καί μίλησε γιά τήν ἀνάγκη πού ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά μιμηθοῦμε, κατά τό δυνατόν, τίς θεοειδεῖς ἀρετές τοῦ ἁγίου Ἀκακίου ὡς λύση στά ἀδιέξοδα τῆς σημερινῆς κοινωνίας. Μετά τήν Τράπεζα ἐψάλλη ὑπό τῶν πατέρων τό Πολυχρόνιο τοῦ Θεοφιλεστάτου ὅπως τοῦ παρέχει ὁ Θεός ὑγεία ἀλλά καί ὁ ἅγιος Ἀκάκιος τήν εὐχή του, πρός συνέχισιν τοῦ ἀρχιερατικοῦ καί ποιμαντικοῦ ἔργου του.

Οἱ ἑορταστικές ἐκδηλώσεις τῆς Πανηγύρεως συνεχίστηκαν τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας, Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων, μέ τόν μεθέορτο πανηγυρικό Ἑσπερινό, τό Μνημόσυνο τῶν Κτητόρων τῆς Καλύβης ἀλλά καί τήν ἱερά Παράκληση στό Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου. Ἡ Παράκληση συνοδεύτηκε ἀπό τήν καθιερωμένη λιτανεία περί τό ἱερό Σπήλαιο, κατά τήν ὁποία ἅπαντες οἱ συμμετέχοντες ἔφεραν μεθ᾿ ἑαυτῶν ἱερά λείψανα καί ἱερές εἰκόνες. Ἀκολούθησε πανηγυρική Τράπεζα. Οἱ ἐκδηλώσεις τῆς Πανηγύρεως ὁλοκληρώθηκαν τήν ἑπομένη ἡμέρα, Δευτέρα 27 Ἀπριλίου, μέ Θεία Λειτουργία στό παρεκκλήσι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς πανηγυρίζουσας ἱερᾶς Καλύβης κατά τήν ὁποία, συλλειτούργησαν πατέρες, οἱ ὁποῖοι, λόγω τῆς στενότητος τοῦ χώρου δέν εἶχαν λειτουργήσει κατά τήν κυρία ἑορτή.

Κατά τήν ἀποχώρηση τοῦ Επισκόπου Ιλαρίωνος καί τῆς πολυπληθοῦς συνοδείας του, ὁ Γέροντας τῆς Καλύβης π. Πατάπιος, ἐμφανῶς συγκινημένος γιά τήν λαμπρότητα τῆς Πανηγύρεως ἀλλά καί συντονιζόμενος μέ τήν χαρά τοῦ Θεοφιλεστάτου ἀλλά καί τῶν πανηγυριστῶν πατέρων καί ἀδελφῶν γιά τή συμμετοχή τους σέ αὐτήν, εὐχαρίστησε ἅπαντας γιά τήν ἀγάπη καί τή διακονία τους καί εὐχήθηκε ὑγεία, καί τίς διηνεκεῖς πρεσβεῖες τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου σέ αὐτούς καί τίς οἰκογένειές τους. 

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΕΔΩ 

Πηγή: Romfea.gr

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

 τοῦ  μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

                                                Ἡ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως

κα­θέ­νας πού, ἔ­στω καί γι­ά μί­α μό­νο φο­ρά, ἔ­ζη­σε αὐ­τή τή νύ­χτα τῆς Ἀναστάσεως, «τή σω­τή­ρι­ο, τή φω­ταυ­γή καί λα­μπρο­φό­ρο», καί πού γεύ­τη­κε ἐ­κεί­νη τή μο­να­δι­κή χα­ρά, γνω­ρί­ζει ὅ­τι τό Πά­σχα εἶ­ναι κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό μί­α ἑ­ορ­τή· πο­λύ πέ­ρα ἀ­πό μί­α ἐ­τή­σι­α ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νός ἱ­ε­ροῦ γε­γο­νό­τος πού πέ­ρα­σε.

  Τό Πά­σχα μᾶς εἰ­σά­γει σ᾿ ἕ­ναν ἄλ­λο αἰ­ώ­να, σέ μί­α νέ­α δι­ά­στα­ση πού προ­α­ναγ­γέ­λει τόν ἀ­να­με­νό­με­νο κό­σμο· Βα­σι­λεί­α πού εἶ­ναι ἤ­δη πα­ροῦ­σα, μυ­στι­κά καί ὀ­ντο­λο­γι­κά ἀ­νά­με­σά μας·  «Ὦ Πά­σχα τό μέ­γα καί ἱ­ε­ρώ­τα­τον, Χρι­στέ. Ὦ Σο­φί­α καί Λό­γε τοῦ Θε­οῦ καί Δύ­να­μις· δί­δου ἡ­μῖν ἐ­κτυ­πώ­τε­ρον Σοῦ με­τα­σχεῖν ἐν τῇ ἀ­νε­σπέ­ρῳ ἡ­μέ­ρᾳ τῆς Βα­σι­λεί­ας Σου­», ψάλλουμε στόν ἀ­να­στά­σι­μο κα­νό­να.

  Τό Πά­σχα εἶ­ναι ἡ θύ­ρα, ἀ­νοι­χτή κά­θε χρό­νο, πού ὁ­δη­γεῖ στήν ὑ­πέρ­λα­μπρη Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Εἶ­ναι ἡ πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νι­ας καί ἀ­πε­ρί­γρα­πτης χα­ρᾶς καί εὐ­φρο­σύ­νης πού πε­ρι­μέ­νει ὅ­σους, ἀ­φοῦ συ­σταυ­ρώ­θη­καν μέ τόν Χρι­στό, συ­να­να­στή­θη­καν μα­ζί Του, ἀ­πό τή νέ­κρω­ση πού εἶ­χαν ἐ­πι­φέ­ρει στή ψυ­χή τους τά πά­θη.

  Τό Πά­σχα πα­νη­γυ­ρί­ζου­με τήν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ· «θα­νά­του τήν νέ­κρω­ση, Ἄ­δου τήν κα­θαί­ρε­σιν, ἄλ­λης βι­ο­τῆς τῆς αἰ­ω­νί­ου ἀ­παρ­χήν...», ὅ­πως ψάλ­λου­με στόν ἀ­να­στά­σι­μο Ὄρ­θρο. Καί αὐ­τή ἡ «ἄλ­λη βι­ο­τή», ἡ νέ­α ζω­ή πού πρίν δύ­ο χι­λι­ά­δες χρό­νι­α «ἀ­νέ­τει­λεν ἐκ τοῦ τά­φου», προ­σφέρ­θη­κε σ᾿ ὅ­λους μας.

  Ὅ­λοι ὅ­σοι πι­στεύ­ου­με στόν ἀ­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, λά­βα­με τό δῶ­ρο αὐ­τῆς τῆς νέ­ας ζω­ῆς κα­θώς καί τή δύ­να­μη νά τήν ἀ­πο­δε­χθοῦ­με καί νά ζή­σου­με δι­ά μέ­σου της· τή δύ­να­μη νά ἀ­ντι­με­τω­πί­σου­με κά­θε κα­τά­στα­ση αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου, ἀ­κό­μα καί αὐ­τόν τόν ἴ­δι­ο τό θά­να­το· μι­ά πού μέ τό δι­κό του σταυ­ρι­κό θά­να­το ὁ Χρι­στός, ἄλ­λα­ξε τή φύ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ θα­νά­του. Τόν ἔ­κα­νε πέ­ρα­σμα-δι­ά­βα­ση-«Πά­σχα» στή Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, με­τα­μορ­φώ­νο­ντας τή δρα­μα­τι­κό­τε­ρη καί τρα­γι­κό­τε­ρη στι­γμή τοῦ ἀν­θρώ­που σέ αἰ­ώ­νι­ο θρί­αμ­βο. Μέ τό «θα­νά­τῳ θά­να­τον πα­τή­σας», ὁ Χρι­στός μᾶς ἔ­κα­νε με­τό­χους τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του. 

  Δέν ἔ­χου­με λοι­πόν πα­ρά νά ἀ­να­ση­κώ­σου­με τή βα­ρι­ά πλά­κα τῆς πέ­τρι­νης καρ­δι­ᾶς μας πού σκε­πά­ζει μέ­σα μας, ὡς ἄλ­λος τά­φος, τόν Κύ­ρι­ο τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. Τό­τε Αὐ­τός, δί­χως ἄλ­λο, θά ἐ­γερ­θεῖ, ὅ­πως καί τή νύ­κτα ἐ­κεί­νη ὅ­που τά «πά­ντα πε­πλή­ρω­ται φω­τός, οὐ­ρα­νός τε καί γῆ καί τά κα­τα­χθό­νι­α», ὅπως ψάλλουμε στόν ἀ­να­στά­σι­μο κα­νό­να, συ­νε­γεί­ρο­ντας κι ἐ­μᾶς μέ τή λυ­τρω­τι­κή Του πα­ρου­σί­α. 

  

 

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΘΩΝΙΚΗ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ

 Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026.

   

Για την λήψη του άρθρου, πατήστε ΕΔΩ