Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ

 Πα­τα­πί­ου μο­νa­χοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βί­του
                                                       
Ἡ εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης στή βυ­ζα­ντι­νή τέχνη*  
 
       Κα­τά τά τέ­λη τοῦ 4ου αἰ., ἕ­νας ἀ­νώ­τε­ρος βυ­ζα­ντι­νός ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος, ὁ ἔ­παρ­χος Ὀ­λυ­μπι­ό­δω­ρος, ἔ­γρα­ψε στόν ὅ­σι­ο Νεῖ­λο τόν Ἀ­σκη­τή ( πε­ρ. 430), μα­θη­τή τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, καί τοῦ ζη­τοῦ­σε τή γνώ­μη του, ἄν τα­ί­ρι­α­ζε νά εἰ­κο­νο­γρα­φή­σει κυ­νη­γε­τι­κές καί ἀ­λι­ευ­τι­κές σκη­νές «πρός ἡ­δο­νήν ὀ­φθαλ­μῶ­ν» στό ναό πού μό­λις εἶ­χε κτί­σει. Ὁ ὅ­σι­ος τοῦ ἀ­πά­ντη­σε πώς αὐ­τό τό σχέ­δι­ο ἦ­ταν «νη­πι­ῶ­δες καί βρε­φο­πρε­πέ­ς» καί τόν συμ­βο­ύ­λευ­σε νά ζω­γρα­φί­σει τόν σταυ­ρό, στήν ἀ­ψί­δα τοῦ ἱ­ε­ροῦ, καί σκη­νές ἀ­πό τήν Πα­λαιά καί τήν Και­νή Δι­α­θή­κη, στίς δύ­ο πλευ­ρές τοῦ κλί­τους. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό, τοῦ ἔ­γρα­ψε «αὐτοί πού δέν γνωρίζουν γράμματα ἀλλ᾿ οὔτε μποροῦν νά διαβάζουν τίς θεῖες Γραφές, μέ τήν θεωρία τῆς ζωγραφιᾶς ὄχι μόνο ἐνθυμοῦνται ὅσες ἀνδραγαθίες ἔκαναν οἱ ἀληθινοί δούλοι τοῦ Θεοῦ ἀλλά συγχρόνως διεγείρονται νά ἀγωνισθοῦν νά ἀποκτήσουν κι αὐτοί ὅλα ἐκεῖνα τά θαυμαστά καί αἰώνια ἀγαθά, γιά τά ὁποῖα οἱ ἅγιοι ἀντάλλαξαν τόν οὐρανό μέ τή γῆ, προτιμῶντας ‘‘τῶν βλεπομένων τά μή ὁρώμενα’’»[1].
     Ἡ Πα­λαιά Δι­α­θή­κη (στό ἑ­ξῆς: Π.Δ.) προ­ει­κο­νί­ζει τήν Και­νή, ἐ­νῶ ἡ δε­ύ­τε­ρη ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τήν πρώ­τη, ρί­χνο­ντας τό φῶς τους ἡ μιά στήν ἄλ­λη. Θε­ω­ρῶ­ντας τά πε­ρί­φη­μα ψη­φι­δω­τά τῆς βυ­ζα­ντι­νῆς βα­σι­λι­κῆς τοῦ Monreale τῆς Σι­κε­λί­ας (12ος αἰ.) πού πα­ρου­σι­ά­ζουν τόν Χρι­στό -πού κρα­τεῖ στό ἕ­να χέ­ρι εἰ­λη­τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο- ὡς δη­μι­ουρ­γό τοῦ κό­σμου[2] ἤ τίς τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁγ. Σαβ­βί­νου στή Γαλ­λί­α (11ος αἰ.), οἱ ὁ­ποῖ­ες εἰ­κο­νί­ζουν τόν Χρι­στό μέ τό φω­το­στέ­φα­νο ἤ­δη Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο, ὡς δη­μι­ουρ­γό τῆς σε­λή­νης καί τοῦ ἥ­λι­ου, μᾶς δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἡ πε­πο­ί­θη­ση ὅ­τι Πα­λαιά καί Και­νή Δι­α­θή­κη «σχη­μα­τί­ζουν τό σύ­νο­λο μι­ᾶς προ­ο­δευ­τι­κῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης, ἀ­π᾿ ὅ­που πη­γά­ζει ἡ ἀ­να­γκαι­ό­τη­τα νά ἀ­πο­φύ­γου­με κά­θε δι­α­χω­ρι­σμό, ἔ­στω κι ἄν ἡ Π. Δ. προ­η­γεῖ­ται καί φυ­σι­κά ἀ­ναγ­γέ­λει τήν Και­νή­»[3].
    Οἱ πρῶ­τοι Χρι­στι­α­νοί, δέν δι­έ­κο­ψαν τή συ­νέ­χει­α μέ τό ἱ­στο­ρι­κό τους πα­ρελ­θόν· ἀ­ντί­θε­τα θε­ω­ροῦ­σαν το­ύς ἑ­αυ­το­ύς τους ἄ­με­σους συ­νε­χι­στές τῆς Π.Δ. Οἱ Χρι­στι­α­νοί ἦ­ταν ὁ νέ­ος Ἰσ­ρα­ήλ, ἡ πλή­ρω­ση τῶν προ­φη­τει­ῶν. Ὁ ἀ­πό­στ. Παῦ­λος ὀ­νο­μά­ζει αὐ­το­ύς πού ἀ­νή­κουν πλέ­ον στό Χρι­στό ὡς «τοῦ Ἀ­βρα­άμ σπέρ­μα καί κα­τ᾿ ἐ­παγ­γε­λί­αν κλη­ρο­νό­μους» (Γαλ. 3, 29). Ὅ­λες οἱ προ­ει­κο­νί­σεις τῆς Π.Δ. ἀ­νήγ­γελ­λαν τή μέλ­λου­σα σω­τη­ρί­α, πού τε­λι­κά πρα­γμα­το­ποι­ή­θη­κε μέ τήν θε­ί­α ἐ­ναν­θρώ­πι­ση. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δι­δά­σκει ὅ­τι ἡ εἰ­κό­να βα­σί­ζε­ται πά­νω στή σάρ­κω­ση τοῦ δευ­τέ­ρου προ­σώ­που τῆς Ἁγ. Τρι­ά­δος. Οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­βλε­παν πλέ­ον μέ τά σαρ­κι­κά τους μά­τι­α αὐ­τό πού προ­ει­κο­νι­ζό­ταν στήν Π.Δ. Δέν πρό­κει­ται ἐ­δῶ, πα­ρά γιά μιά ἄ­με­ση ὁ­λο­κλή­ρω­σή τῆς Π.Δ.
    Εἶ­ναι γνω­στό ὅ­τι ἡ χρι­στι­α­νι­κή εἰ­κα­στι­κή τέ­χνη πρω­το­εκ­φρά­στη­κε μέ­σα ἀ­πό τίς τοι­χο­γρα­φί­ες τῶν κα­τα­κομ­βῶν, σάν τέ­χνη πού κυ­ρί­ως δί­δα­σκε τήν πί­στη. Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός, τήν ἐ­πο­χή ἐ­κε­ί­νη ἦ­ταν, ὡς γνω­στόν, ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη θρη­σκε­ί­α. Οἱ πρῶ­τοι λοι­πόν χρι­στι­α­νοί ζω­γρά­φοι, θέ­λο­ντας νά ἐκ­φρά­σουν τήν πί­στη πού το­ύς ἐ­νέ­πνε­ε καί γιά τήν ὁ­πο­ί­α τό­σους δι­ω­γμο­ύς καί στε­ρή­σεις ὑ­πέ­φε­ραν, πῆ­ραν τή θε­μα­το­γρα­φί­α τους-ἐ­κτός ἀ­πό τόν ἑλ­λη­νι­στι­κό κό­σμο- ἀ­πό το­ύς πρώ­τους χρι­στι­α­νο­ύς μάρ­τυ­ρες καί ἀ­πό τήν Βίβλο. Τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τά πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κά θέ­μα­τα τῆς νε­κρι­κῆς αὐ­τῆς ζω­γρα­φι­κῆς, κυ­ρί­ως τά συμ­βο­λι­κά, προ­έρ­χο­νται ἀ­πό γε­γο­νό­τα ὅ­που εἴ­χα­με κα­θο­ρι­στι­κή ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ Θε­οῦ ὑ­πέρ τοῦ πε­ρι­ο­ύ­σι­ου λα­οῦ. Τέτοιες σκη­νές ἦ­ταν ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ Νῶ­ε μέ­σα στή Κι­βω­τό, τοῦ Ἀ­βρα­άμ, τοῦ Αἰ­γύ­πτι­ου Φα­ραώ, τοῦ Μω­ϋ­σῆ πού κτυ­πᾶ μέ τή ρά­βδο τήν πέ­τρα ἀ­π' ὅ­που ἀ­νέ­βλυ­σε τό νε­ρό, Τῶν Τρι­ῶν Πα­ί­δων ἐν κα­μί­νῳ, τοῦ Δα­νι­ήλ στό λάκ­κο τῶν λε­ό­ντων τῆς ἀ­παλ­λα­γῆς τῆς Σω­σάν­νας ἀ­πό τήν κα­τη­γο­ρί­α πε­ρί μοι­χε­ί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πι­πλέ­ον συ­να­ντοῦ­με τίς πα­ρα­στά­σεις τῶν πρω­το­πλά­στων μέ τόν ἀρ­χέ­κα­κο ὄ­φη, τοῦ Ἰώβ, τῆς ἀ­να­λή­ψε­ως τοῦ Προ­φή­τη Ἠ­λί­α, τοῦ Ἰ­ω­νᾶ μέ­σα στό κῆ­τος κ.ἄ., πού ἐμ­φα­νί­ζο­νται ἤ­δη ἀ­πό τόν 1ο αἰ.
    Οἱ πρῶ­τες συμ­βο­λι­κές πα­ρα­στά­σεις τῆς Θε­ί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, πού συ­χνά συ­να­ντῶ­νται μέ­σα στίς κα­τα­κόμ­βες τῆς Ρώμης καί ἀρ­γό­τε­ρα πε­ρι­λή­φθη­καν στό βυ­ζα­ντι­νό εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό πρό­γραμ­μα, δε­ί­χνουν τόν ἰ­χθύ, τήν σκη­νή τοῦ πολ­λα­πλα­σι­α­σμοῦ τῶν ἄρ­των, τόν γά­μο τῆς Κα­νᾶ, τό Ἐ­σφα­γμέ­νο Ἀρ­νί­ο, τήν θυ­σί­α τοῦ Ἀ­βρα­άμ, τόν Δα­νι­ήλ στό λάκ­κο τῶν λε­ό­ντων, το­ύς τρεῖς Παῖ­δας ἐν κα­μί­νῳ κ. ἄ. Οἱ πα­ρα­στά­σεις ὅ­μως αὐ­τές στίς κα­τα­κόμ­βες δέν ἔ­χουν ἱ­στο­ρι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, ἀλ­λά μό­νο συμ­βο­λι­κό. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δει­γμα, ἡ πε­ρι­πέ­τει­α τοῦ Ἰ­ω­νᾶ, μέ τήν πα­ρα­μο­νή του στό κῆ­τος κα­θώς καί τήν ἔ­ξο­δό του ἀ­π' αὐ­τό, πού θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πό τίς σπου­δαι­ό­τε­ρες πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κές προ­τυ­πώ­σεις τῆς τρι­ή­με­ρης Τα­φῆς καί τῆς Ἀ­νά­στα­σης τοῦ Χρι­στοῦ. Τά πα­ρα­πά­νω θέ­μα­τα, ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­να­πτύ­χθη­καν, ἐ­μπλου­τί­στη­καν καί δι­α­τη­ρή­θη­καν στή με­τέ­πει­τα βυ­ζα­ντι­νή τέ­χνη, ἀ­πο­τε­λῶ­ντας μέ­ρος τοῦ κα­θο­ρι­σμέ­νου προ­γράμ­μα­τος ἁ­γι­ο­γρα­φή­σε­ως τοῦ ὀρ­θό­δο­ξου να­οῦ.
    Οἱ ἀρ­χαι­ό­τε­ρες σω­ζό­με­νες τοι­χο­γρα­φί­ες μέ πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κή ἀ­να­φο­ρά, πού ἔ­χουν βρε­θεῖ μέ­χρι σή­με­ρα -ἐ­κτός ἀ­π' αὐ­τές τῶν κα­τα­κομ­βῶν- τοῦ α΄ τε­τάρ­του τοῦ 3ου αἰ., εἶ­ναι αὐ­τές πού δι­α­κο­σμοῦ­σαν μιά συ­να­γω­γή στή Δο­ύ­ρα-Εὐ­ρω­πό, μιά μι­κρή πό­λη τῆς δυ­τι­κῆς ὄ­χθης τοῦ Εὐ­φρά­τη. Ἐδῶ ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ θε­ί­ου αἰ­σθη­το­ποι­εῖ­ται μέ τό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, τό Ναό ἤ τή Δι­α­θή­κη, ἀ­φοῦ ὁ Ἰ­ου­δα­ϊ­κός νό­μος ἀ­πα­γό­ρευ­ε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πει­κό­νι­ση τοῦ Θε­οῦ. Στήν ἴ­δι­α πό­λη, σέ χρι­στι­α­νι­κό βα­πτι­στή­ρι­ο, βρί­σκου­με τοι­χο­γρα­φί­ες πού ἀ­νά­γο­νται στό β΄ τέ­ταρ­το τοῦ 3ου αἰ.· σύγ­χρο­νες δηλ. μ᾿ αὐ­τές τῶν ρω­μα­ϊ­κῶν κα­τα­κομ­βῶν. Ἐ­δώ, ἐ­κτός ἀ­πό και­νο­δι­α­θη­κι­κές σκη­νές ὅ­πως ὁ Κα­λός Ποι­μήν καί οἱ Μυ­ρο­φό­ρες στόν τά­φο τοῦ Κυ­ρί­ου, βρί­σκου­με καί θέ­μα­τα ἀ­πό τήν Π.Δ. ὅ­πως οἱ πρω­τό­πλα­στοι καί ὁ Δα­βίδ μέ τό σπα­θί τοῦ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμοῦ τοῦ Γο­λι­άθ. Ἡ εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση τῆς νί­κης αὐ­τῆς τοῦ Δα­βίδ εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καί ἡ ἱ­στό­ρη­ση τῆς νί­κης τοῦ Χρι­στοῦ πά­νω στό θά­να­το.
   Μέσα στό Σύμβολο τῆς Πίστεως Νίκαιας-Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως ὁ­μο­λο­γοῦ­με ὅ­τι ὁ Χρι­στός «ὡ­μί­λη­σεν διά τῶν προ­φη­τῶ­ν». Στό κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς τῆς Ἁγ. Αἰ­κα­τε­ρί­νης, στό θε­ο­βά­δι­στο ὄ­ρος Σι­νᾶ, στόν ἴ­δι­ο χῶ­ρο μέ τό πε­ρί­φη­μο ψη­φι­δω­τό τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως (6ος αἰ.), ὑ­πάρ­χουν καί δύ­ο σκη­νές ἀ­πό τό βί­ο τοῦ Μω­ϋ­σῆ πού σχε­τί­ζο­νται μέ τά πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κά γε­γο­νό­τα πού συ­νέ­βη­σαν στόν ἱ­ε­ρό αὐ­τό τό­πο. Στό ἕ­να, ὁ Μω­ϋ­σῆς λύ­νει τά ὑ­πο­δή­μα­τά του μπρο­στά στή φλε­γο­μέ­νη ἀλ­λά μή και­ο­μέ­νη Βάτο καί στό ἄλ­λο λαμ­βά­νει τό Νόμο στό ὄ­ρος Σι­νᾶ ἀ­πό τό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ. «Ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν δύ­ο αὐ­τῶν πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κῶν ἐ­πει­σο­δί­ων μα­ζί μέ τή Με­τα­μόρ­φω­ση, πέ­ρα ἀ­πό τή σχέ­ση τους μέ τόν τό­πο, μπο­ρεῖ νά ἑρ­μη­νευ­τεῖ καί ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι οἱ δύ­ο θε­ο­φά­νει­ες τῆς Π.Δ. θε­ω­ροῦ­νται ἀ­πει­κο­νί­σεις, εἶ­ναι τύ­πος τῆς θε­ο­φά­νει­ας στό ὄ­ρος Θα­βώ­ρ»[4].
  Στό με­σαῖ­ο κλί­τος τῆς βα­σι­λι­κῆς τῆς S. Maria Maggiore, ὅ­που βρί­σκου­με τό ση­μα­ντι­κό­τε­ρο ψη­φι­δω­τό σύ­νο­λο τῆς Ρώμης (432-444 μ.Χ.), ἀ­πει­κο­νί­ζο­νται θέ­μα­τα τῆς Π.Δ. ὅ­πως σκη­νές ἀ­πό τή ζωή τοῦ Ἀ­βρα­άμ, Ἰ­σα­άκ καί Ἰ­α­κώβ καί θέ­μα­τα ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Μω­ϋ­σῆ καί τοῦ Ἰ­η­σοῦ τοῦ Ναυ­ῆ. Ὁ ἀ­φη­γη­μα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῶν πα­ρα­στά­σε­ων αὐ­τῶν εἶ­ναι ἔ­ντο­νος. Τά μω­σα­ϊ­κά αὐ­τά πρέ­πει νά θε­ω­ρη­θοῦν ὅ­τι ἔ­χουν σάν πρό­τυ­πο εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να χει­ρό­γρα­φα τῆς Π.Δ.[5]. Στόν ἴ­δι­ο ναό, στό χῶ­ρο τοῦ ἱ­ε­ροῦ, στήν ἐμ­φά­νι­ση τῶν τρι­ῶν Ἀγ­γέ­λων στόν Ἀ­βρα­άμ, ἡ φω­τει­νή δό­ξα πε­ρι­βάλ­λει τό με­σαῖ­ο Ἄγ­γε­λο, τόν ὁ­ποῖ­ο προ­σε­φώ­νη­σε ὁ πα­τρι­άρ­χης, καί θε­ω­ρεῖ­ται ὁ Χρι­στός. Ἡ δό­ξα ἐ­δῶ εἶ­ναι «ἔν­δει­ξη θε­ο­φά­νει­ας, τῆς θε­ί­ας κα­τα­γω­γῆς Του­»[6].
     Ἀ­νά­με­σα στά πε­ρί­φη­μα βυ­ζα­ντι­νά ψη­φι­δω­τά τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁγ. Βι­τα­λί­ου, στή Ρα­βέν­να τῆς Ἰ­τα­λί­ας (540-547 μ.Χ.), συ­να­ντοῦ­με καί ἀρ­κε­τές σκη­νές ἀ­πό τήν Π.Δ. ὅ­πως ἡ Φι­λο­ξε­νί­α τῶν τρι­ῶν Ἀγ­γέ­λων ἀ­πό τόν Ἀ­βρα­άμ (Γέν. 18, 1-8) στόν ὁ­ποῖ­ο προ­α­νήγ­γει­λαν τή γέν­νη­ση τοῦ Ἰ­σα­άκ, ἡ Θυ­σί­α τοῦ Ἰ­σα­άκ (Γέν. 22, 1-13), ἡ Θυ­σί­α τοῦ Ἄ­βελ (Γέν. 4, 1-5) καί ἡ προ­σφο­ρά τοῦ Μελ­χι­σε­δέκ (Γέν. 14, 18-20). Πάνω ἀ­πό τά θέ­μα­τα αὐ­τά ὑ­πάρ­χουν δύ­ο ἰ­πτά­με­νοι ἄγ­γε­λοι πού κρα­τοῦν με­τάλ­λι­ο μέ σταυ­ρό καί ἑ­κα­τέ­ρω­θεν οἱ προ­φῆ­τες Ἱ­ε­ρε­μί­ας καί Ἡ­σα­ΐ­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­εῖ­δαν τό Πάθος τοῦ Χρι­στοῦ, καί δύ­ο σκη­νές ἀ­πό τό βί­ο τοῦ Μω­ϋ­σῆ. Πιό πά­νω ἀ­πό τά θέ­μα­τα αὐ­τά, εἰ­κο­νί­ζο­νται οἱ τέσ­σε­ρεις Εὐ­αγ­γε­λι­στές μέ τά σύμ­βο­λά τους. «Ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν πα­ρα­πά­νω ἐ­πει­σο­δί­ων ἀ­πό τήν Π. Δι­α­θή­κη ἔ­γι­νε ἀ­ντι­τυ­πι­κά, δη­λα­δή γιά νά δη­λω­θεῖ ὅ­τι τά γε­γο­νό­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Χρι­στοῦ πού πε­ρι­έ­γρα­ψαν οἱ Εὐ­αγ­γε­λι­στές, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἰ­κο­νί­ζο­νται πά­νω ἀ­π' αὐ­τά, προ­ει­κο­νί­στη­καν στήν Π. Δι­α­θή­κη»[7].
   Στο­ύς πλά­γι­ους το­ί­χους τοῦ ὀ­κτα­γω­νι­κοῦ να­οῦ τοῦ Ἁγ. Βι­τα­λί­ου στή Ρα­βέν­να (πε­ρί τό 547 μ.Χ.), ἔ­χου­με τίς προ­ει­κο­νί­σεις τῆς θυ­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Θε­ί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ ψη­φι­δω­τές πα­ρα­στά­σεις τῆς φι­λο­ξε­νί­ας τοῦ Ἀ­βρα­άμ, τῆς θυ­σί­ας τοῦ Ἰ­σα­άκ, τῆς θυ­σί­ας τοῦ Ἄ­βελ καί τοῦ Μελ­χι­σε­δέκ, σκη­νές ἀ­πό τή ζωή τοῦ Μω­ϋ­σῆ κ.ἄ. Ἀ­να­φο­ρι­κά μέ τό Μω­ϋ­σῆ, σχε­τι­κή μέ τό Μυ­στή­ρι­ο τῆς Θε­ί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, εἶ­ναι ἡ σκη­νή πού μέ τή ρά­βδο του ἔ­βγα­λε νε­ρό ἀ­πό τήν ἄ­γο­νη πέ­τρα καί ξε­δί­ψα­σε ὁ λα­ός τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ στήν ἔ­ρη­μο. Τό θαῦ­μα αὐ­τό προ­τυ­πώ­νει τό «και­νόν πό­μα­», ­πού ἐκ­πο­ρε­ύ­ε­ται ἀ­πό τόν ζω­η­φό­ρο τά­φο τοῦ Κυ­ρί­ου καί πα­ρα­πέ­μπει στό Μυ­στή­ρι­ο τῆς Θε­ί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας.  
   Πα­ρα­στά­σεις μέ θέ­μα­τα ἀ­πό τήν Π.Δ. ἔ­χου­με και σέ εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να χει­ρό­γρα­φα ὅ­πως στή Γένεση τῆς Ἐ­θν. Βι­βλι­ο­θή­κης τῆς Βι­έν­νης (5ος αἰ.), κώ­δι­κας στόν ὁ­ποῖ­ο ξε­χω­ρί­ζουν οἱ μι­κρο­γρα­φί­ες μέ τά ἐ­πει­σό­δι­α τοῦ Ἰ­α­κώβ καί τοῦ Ἠ­σαῦ, τοῦ Ἰ­α­κώβ μέ τό πο­ί­μνιό του καί τοῦ Ἐ­λι­έ­ζερ καί τῆς Ρε­βέκ­κας. Στό ἑλ­λη­νι­κό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ Ροσ­σά­νο τῆς Κα­λα­βρί­ας (6ου αἰ.) ἀ­ξι­ο­ση­με­ί­ω­το ἐ­δῶ,γιά τό θέ­μα στό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φε­ρό­μα­στε, εἶ­ναι ὅ­τι σκη­νές ὅ­πως τοῦ Μυ­στι­κοῦ Δε­ί­πνου, τῆς Κοι­νω­νί­ας τοῦ Ἄρ­του καί τῶν δέ­κα Παρ­θέ­νων, ἀ­κο­λου­θοῦν στό κά­τω μέ­ρος τους προ­φῆ­τες πού φέ­ρουν ἀ­νοι­κτά εἰ­λη­τά­ρι­α «διά τῶν ἐ­πι­γρα­φῶν τῶν ὁ­πο­ί­ων ὑ­πεν­θυ­μί­ζε­ται ἡ πλή­ρω­σις τῆς Π.Δ. διά τῆς Και­νῆ­ς»[8]. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ἐξ ἄλ­λου τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ χει­ρο­γρά­φου Λόγων τοῦ ἁγ. Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Να­ζι­αν­ζη­νοῦ (Ἀμ­βρο­σι­α­νή Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Μι­λά­νου, ἀρ. 49-50), εἶ­ναι ὅ­τι ὁ ζω­γρά­φος ἀ­πει­κο­νί­ζει πρό­σω­πα καί γε­γο­νό­τα κυ­ρί­ως τῆς Π.Δ., ἐ­νῶ σχε­δόν λε­ί­πουν οἱ και­νο­δι­α­θη­κι­κές σκη­νές. Δίνει ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρο ση­μα­σί­α στήν ἀλ­λη­γο­ρί­α. Ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­πί­σης δει­γμα­το­λει­πτι­κά τό περ­γα­μη­νό εἰ­λη­τά­ρι­ο τοῦ 10ου αἰ. τοῦ Βι­βλί­ου τοῦ Ἰ­η­σοῦ τοῦ Ναυ­ῆ τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Βα­τι­κα­νοῦ (Palat. Grec. 431), πού ἀ­πει­κο­νί­ζει μέ ἑλ­λη­νι­στι­κή τε­χνο­τρο­πί­α ἐ­πει­σό­δι­α τοῦ βί­ου τοῦ Ἰ­η­σοῦ τοῦ Ναυ­ῆ κα­θώς καί τό Ψαλ­τή­ρι­ον τοῦ 10ου αἰ. τῆς Ἐ­θν. Βι­βλι­ο­θή­κης τῶν Πα­ρι­σί­ων (ἀρ. 139), μέ τίς 14 με­γά­λες ἀ­πει­κο­νί­σεις, ἐ­μπνευ­σμέ­νες ὅ­λες ἀ­πό τήν Π.Δ.
   Με­τά τή νί­κη τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί τό θρί­αμ­βο τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων διά τῆς Ζ΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ἐ­πι­βάλ­λε­ται μί­α ἱ­ε­ραρ­χι­κή τά­ξη στά εἰ­κο­νο­γρα­φι­κά θέ­μα­τα. Ὅ­λα τά θέ­μα­τα στή μνη­μει­α­κή ζω­γρα­φι­κή συ­νι­στοῦν τρεῖς εἰ­κο­νο­γρα­φι­κο­ύς κύ­κλους καί ἱ­στο­ροῦ­νται σέ κα­θω­ρι­σμέ­νη θέ­ση στό ναό, κά­τι πού γί­νε­ται κα­νό­νας στή βυ­ζα­ντι­νή ἁ­γι­ο­γρα­φί­α. Οἱ κύ­κλοι αὐ­τοί εἶ­ναι ὡς γνω­στόν ὁ δο­γμα­τι­κός, ὁ λει­τουρ­γι­κός καί ὁ ἱ­στο­ρι­κός (ἑ­ορ­τα­στι­κός).
   Ἀ­πό τό θε­μα­το­λό­γι­ο τῆς Π.Δ., στό δο­γμα­τι­κό κύ­κλο ἀ­νή­κουν οἱ Προ­φῆ­τες πού προ­α­νήγ­γει­λαν τόν Σω­τή­ρα καί πού βρί­σκο­νται στό τύ­μπα­νο τοῦ τρο­ύλ­λου, ἀ­μέ­σως κά­τω ἀ­πό τόν Πα­ντο­κρά­το­ρα. Λει­τουρ­γι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα ἔ­χουν οἱ πα­ρα­στά­σεις τῆς θυ­σί­ας τοῦ Ἀ­βρα­άμ, τοῦ Μελ­χι­σε­δέκ, τοῦ Ἀ­α­ρών, τοῦ Δα­νι­ήλ καί τῶν τρι­ῶν Πα­ί­δων, πού συ­νή­θως ἀ­πει­κο­νί­ζο­νται ἐ­ντός τοῦ ἁ­γί­ου Βήματος. Ὁ τρί­τος κύ­κλος ἀ­να­πτύσ­σε­ται στίς τέσ­σε­ρεις κα­μά­ρες, στο­ύς πλά­γι­ους το­ί­χους καί στό νάρ­θη­κα τοῦ βυ­ζα­ντι­νοῦ να­οῦ.
     Στόν τρο­ύλ­λο, στό τύ­μπα­νο καί κά­τω ἀ­πό τό χο­ρό τῶν Ἀγ­γέ­λων, συ­νή­θως συ­να­ντοῦ­με τόν κυ­κλι­κό χο­ρό τῶν Προ­φη­τῶν, θέ­μα πού πα­ρι­στά­νε­ται συ­χνά, ἤ­δη ἀ­πό τή με­σο­βυ­ζα­ντι­νή ἐ­πο­χή. Ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῶν Πα­λαι­ο­λό­γων κα­θι­ε­ρώ­νε­ται τό θέ­μα αὐ­τό αὐ­τό σχε­δόν ἀ­πο­κλει­στι­κά γιά τρουλ­λα­ί­ες ἐκ­κλη­σί­ες[9]. Ἡ εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση ἐ­μπνέ­ε­ται ἀ­πό τά λό­γι­α τοῦ Κυ­ρί­ου: «ὅ­τι δεῖ πλη­ρω­θῆ­ναι πά­ντα τά γε­γραμ­μέ­να ἐν τῷ νό­μῳ Μω­ϋ­σέ­ως καί τοῖς προ­φή­ταις καί ψαλ­μοῖς πε­ρί ἐ­μοῦ» (Λουκ. 24, 44). Ὁ ἀ­ρι­θμός τῶν Προ­φη­τῶν δέν εἶ­ναι στα­θε­ρός, κα­θώς ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τό μέ­γε­θος τοῦ τρο­ύλ­λου. Συ­νή­θως στήν ἱ­ε­ρό­τε­ρη γιά το­ύς Ὀρ­θο­δό­ξους θέ­ση τοῦ ὀ­ρί­ζο­ντα, τήν ἀ­να­το­λή, εἰ­κο­νί­ζο­νται τι­μη­τι­κῶς οἱ Προ­φῆ­τες Δα­βίδ καί Σο­λο­μῶν. Ἡ δι­ά­τα­ξη αὐ­τή δέν πρέ­πει νά εἶ­ναι ἄ­σχε­τη μέ τή δα­βι­τι­κή κα­τα­γω­γή τῆς γε­νε­ᾶς τοῦ ἐ­ναν­θρω­πι­σμέ­νου Χρι­στοῦ[10]. Ἄλ­λω­στε ἡ θέ­ση αὐ­τή τοῦ να­οῦ -κο­ντά δηλ. στόν Πα­ντο­κρά­το­ρα- πού ἱ­στο­ροῦ­νται οἱ προ­φῆ­τες, πού εἶ­χαν προ­α­ναγ­γε­ί­λει τήν ἔ­λευ­ση τοῦ Χρι­στοῦ,  ται­ρι­ά­ζει μέ  τίς πε­ρι­κο­πές τῶν προ­φη­τι­κῶν κει­μέ­νων πού ἀ­να­γρά­φο­νται στά εἰ­λη­τά­ρι­α πού κρα­τοῦν.
    Οἱ Προ­πά­το­ρες, συ­νή­θως πα­ρι­στά­νο­νται στά πλά­γι­α τύ­μπα­να τῶν κε­ραι­ῶν, στά δι­ά­στυ­λα τῶν πα­ρα­θύ­ρων, δη­λα­δή στήν ὑ­ψη­λό­τε­ρη θέ­ση μέ ἁ­γί­ους[11]. Εἶ­ναι ὁ­λό­σω­μοι καί συ­νή­θως κρα­τοῦν δι­ά­φο­ρα λει­τουρ­γι­κά σκε­ύ­η, πού μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζουν τήν εἰ­δι­κή δρά­ση τοῦ κα­θε­νός: ὁ Νῶ­ε, γιά πα­ρά­δει­γμα, κρα­τεῖ τήν κι­βω­τό, ὁ Ἀ­α­ρών τή ρά­βδο, ὁ Μελ­χι­σε­δέκ τό δί­σκο καί ὁ Σα­μου­ήλ τό κέ­ρας καί τό θυ­μι­α­τό. 
    Στήν ἀ­ψί­δα τοῦ ἱ­ε­ροῦ (ἅ­γι­ο Βῆ­μα), κυ­ρί­αρ­χη πα­ρά­στα­ση εἶ­ναι ἡ Πα­να­γί­α, Πλα­τυ­τέ­ρα τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Στήν Πα­να­γί­α ὡς «ἔμ­ψυ­χον κι­βω­τό­ν» ἀ­να­φέ­ρο­νται ὡς προ­ει­κο­νί­σεις καί δύ­ο πα­ρα­στά­σεις πού συ­νή­θως πλαι­σι­ώ­νουν τήν εἰ­κό­να της στο­ύς πλά­γι­ους το­ί­χους. Ἡ πρώ­τη σχε­τί­ζε­ται μέ τή με­τα­φο­ρά τῆς Κι­βω­τοῦ τῆς Δι­α­θή­κης στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα (Βα­σιλ. Β΄, 6, 3 κ. ἑξ.): «ἡ Κι­βω­τός αἱ­ρο­μέ­νη ἐν τῇ  πό­λει Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ». Ἡ κι­βω­τός τῆς Δι­α­θή­κης, φέ­ρε­ται σέ ἅ­μα­ξα πού σέρ­νουν δύ­ο βό­δι­α. Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο τοῦ ἱ­ε­ροῦ ἱ­στο­ρεῖ­ται τό ἑ­πό­με­νο ἐ­πει­σό­δι­ο τῆς βι­βλι­κῆς αὐ­τῆς ἱ­στο­ρί­ας: «ἡ Κι­βω­τός αἱ­ρο­μέ­νη ὑ­πό τῶν ἱ­ε­ρέ­ων» μέ­σα στό ναό τοῦ Σο­λο­μῶ­ντος, στά Ἅ­γι­α τῶν Ἁ­γί­ων (Πα­ραλ. Α΄. 13, 5 - Βα­σιλ. Γ΄, 3-4). Το­ύς ἀ­κο­λου­θεῖ ὁ λα­ός τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ μέ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τόν βα­σι­ληᾶ Σο­λο­μώ­ντα. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­ναι ἡ νέ­α Κι­βω­τός τῆς χά­ρι­τος, πού θε­με­λι­ώ­θη­κε ἀ­πό τόν ἴ­δι­ο τόν Χρι­στό μέ τή σταυ­ρι­κή Του θυ­σί­α καί τήν Ἀ­νά­στα­ση. Στό Βῆ­μα, συ­νή­θως στήν κα­μά­ρα-ὀ­ρο­φή τῆς πρό­θε­σης ἤ σέ κόγ­χη τοῦ δι­α­κο­νι­κοῦ,  συ­να­ντοῦ­με καί τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ Ἐ­μα­νου­ήλ, ὡς ἐ­φη­βι­κή ὡ­ρα­ί­α μορ­φή, πού σέ με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις πλαι­σι­ώ­νε­ται ἀ­πό τέσ­σε­ρα Χε­ρου­βε­ίμ ἤ ζώ­δι­α (τε­τρά­μορ­φο). Σέ ἄλ­λη θέ­ση τοῦ ἱ­ε­ροῦ, συ­νή­θως ἱ­στο­ρεῖ­ται μί­α ἄλ­λη συμ­βο­λι­κή μορ­φή, ὁ Με­γά­λης Βου­λῆς Ἄγ­γε­λος.
   Ἄλ­λες πα­ρα­στά­σεις πού ἀ­να­φέ­ρο­νται μέ προ­ει­κο­νι­στι­κό τρό­πο στή θυ­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, εἶ­ναι τά βι­βλι­κά θέ­μα­τα τῆς Θυ­σί­ας τοῦ Ἀ­βρα­άμ καί τῶν Τρι­ῶν Πα­ί­δων ἐν τῇ Κα­μί­νῳ. Σχε­τι­κή βέ­βαι­α μέ τή θυ­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι καί ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τῆς μορ­φῆς ἐ­κε­ί­νης πού στά­θη­κε ἀ­νά­με­σα στήν Πα­λαιά καί στήν Και­νή Δι­α­θή­κη, δηλ. τοῦ Προ­δρό­μου, πού συ­νή­θως κρα­τᾶ εἰ­λη­τά­ρι­ο μέ κε­ί­με­νο πού δι­και­ο­λο­γεῖ τήν πα­ρου­σί­α του ἐ­ντός τοῦ ἱ­ε­ροῦ: «Ἴ­δε ὁ ἀ­μνός τοῦ Θε­οῦ ὁ αἴ­ρων τήν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου­». Σκη­νές ὅ­μως προ­ει­κο­νι­στι­κές ἔ­χου­με καί αὐ­τήν τῆς Φλε­γο­μέ­νης Βάτου πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν Πα­να­γί­α, κα­θώς καί τῆς Φι­λο­ξε­νί­ας τοῦ Ἀ­βρα­άμ (συ­νή­θως στό δι­α­κο­νι­κό), πού εἶ­ναι ὡς γνω­στόν συμ­βο­λι­κή τῆς Ἁγ. Τρι­ά­δος.
   Ἡ σκη­νή τῆς Φι­λο­ξε­νί­ας τοῦ Ἀ­βρα­άμ ( Γεν. 18, 1-15) πα­ρου­σι­ά­ζει τρεῖς ἀγ­γέ­λους νά μοι­ρά­ζο­νται ἕ­να γεῦ­μα ὑ­πό τή σκιά πού δί­νει ἡ δρύς τοῦ Μαμ­βρῆ. Αὐ­τή ἡ σκη­νή παίρ­νει εὐ­χα­ρι­στι­α­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, ὅ­ταν το­πο­θε­τεῖ­ται κο­ντά στό ἱ­ε­ρό θυ­σι­α­στή­ρι­ο, ἐ­ντός τοῦ ἁ­γί­ου Βήματος, τα­κτι­κή πού συ­να­ντᾶ­ται στό βυ­ζα­ντι­νό κό­σμο ἤ­δη ἀ­πό τόν 11ο αἰ.[12] Πε­ρι­βαλ­λό­με­νος ἀ­πό τόν Ἀ­βρα­άμ καί τή Σάρα, ὁ Ἄγ­γε­λος στό κέ­ντρο προ­ε­ξάρ­χει τοῦ συ­μπο­σί­ου. Ἡ Φι­λο­ξε­νί­α τοῦ Ἀ­βρα­άμ φα­νε­ρώ­νει ὅ­τι «τέ­λος τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας εἶ­ναι ἡ ἐν ταῖς ψυ­χαῖς ἡ­μῶν ὑ­πό μορ­φήν τα­πει­νοῦ δι­α­βά­του φι­λο­ξε­νί­α αὐ­τοῦ τοῦ Θε­οῦ»[13]. Ὁ μό­σχος ἕ­τοι­μος νά σφα­γεῖ, πα­ρι­στά­νε­ται μπρο­στά ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι-θυ­σι­α­στή­ρι­ο. Συ­νή­θως, κο­ντά στή τοι­χο­γρα­φί­α αὐ­τή, πά­νω στό ἐ­μπρό­σθι­ο το­ί­χω­μα, εἰ­κο­νί­ζε­ται ὁ Ἀ­βρα­άμ ἕ­τοι­μος νά θυ­σι­ά­σει τόν υἱό του Ἰ­σα­άκ· σκη­νή πού πα­ρα­πέ­μπει στό Χρι­στό πού δί­νει τή ζωή Του γιά ὅ­λο τόν κό­σμο, σέ κά­θε θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α πού γί­νε­ται σέ Ὀρ­θό­δο­ξο θυ­σι­α­στή­ρι­ο.
    Ρίζα τοῦ Ἰ­εσ­σαί, μί­α ἀ­πό τίς πλου­σι­ό­τε­ρες πα­ρα­στά­σεις τῆς μνη­μει­α­κῆς ζω­γρα­φι­κῆς, πού δε­ί­χνει συ­νά­μα καί τήν ἀ­με­σό­τη­τα τῆς σχέ­σης Πα­λαι­ᾶς καί Νέας Δι­α­θή­κης εἶ­ναι ἕ­να πο­λυ­πρό­σω­πο θέ­μα πού συ­νή­θως ἱ­στο­ρεῖ­ται στίς τρά­πε­ζες τῶν μο­νῶν, κα­θώς ἀ­παι­τεῖ­ται εὑ­ρύ­τη­τα χώ­ρου γιά νά ἀ­να­πτυ­χθεῖ.   
    Ἐ­ξί­σου πλο­ύ­σι­α εἶ­ναι καί ἡ εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση ἑ­νός ἄλ­λου θέ­μα­τος μέ πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κές ρί­ζες ἀλ­λά ἀ­να­φο­ρά στό βα­σι­κό­τε­ρο με­τά τό Χρι­στό πρό­σω­πο τῆς Νέας Δι­α­θή­κης, τήν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο: Ἡ Πα­να­γί­α κα­θη­μέ­νη ἐ­πί θρό­νου, φέ­ρου­σα ὡς βρέ­φος τόν Χρι­στόν, καί ὑ­πο­κά­τω τοῦ ὑ­πο­πο­δί­ου ἡ ἐ­πι­γρα­φή αὕ­τη· « Ἄ­νω­θεν οἱ προ­φῆ­ται σέ προ­σκυ­νοῦ­σιν»· καί γύ­ρω­θεν οἱ προ­φῆ­ται...[14]. Ἄλ­λες ἀ­πει­κο­νί­σεις στίς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χου­με συ­νά­ντη­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς καί τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, εἶ­ναι ἡ πα­ρά­στα­ση τῆς Εἰς Ἄ­δου Κα­θό­δου τοῦ Κυ­ρί­ου κα­θώς καί τῆς Ὑ­πα­πα­ντῆς τοῦ Κυ­ρί­ου· μι­ᾶς ἑ­ορ­τῆς ὅ­που ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται τό νό­η­μα τῶν πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κῶν προ­φη­τει­ῶν μέ τόν πιό συ­γκε­κρι­μέ­νο καί σα­φή τρό­πο.
  Ἡ πρα­γμα­το­πο­ί­η­ση τῆς ὑ­πό­σχε­σης τοῦ Θε­οῦ στόν ἄν­θρω­πο γιά τήν λύ­τρω­σή του ἁ­γι­ά­ζει καί φω­τί­ζει ἐ­πί­σης τόν πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κό ἄν­θρω­πο, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντάς τον μέ­σα στήν ἐ­ξα­γο­ρα­σμέ­νη ἀν­θρω­πό­τη­τα. «Μπο­ροῦ­με τώ­ρα ν᾿ ἀ­να­πα­ρι­στά­νου­με, με­τά τήν σάρ­κω­ση, το­ύς Προ­φῆ­τες καί το­ύς Πα­τρι­άρ­χες τῆς Π.Δ. ὡς μάρ­τυ­ρες τῆς ἤ­δη ἐ­ξα­γο­ρα­σμέ­νης ἀν­θρω­πό­τη­τας ἀ­πό τό αἷ­μα τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σα­ντος Θε­οῦ­»[15].

 ----------------------------
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
  1.  Ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος. Τοι­χο­γρα­φί­α τοῦ ἔ­τους 1820 στόν ἐσωνάρθηκα τοῦ Κυ­ρι­α­κοῦ τῆς Σκή­της Ἁγ. Τρι­ά­δος Καυ­σο­κα­λυ­βί­ων, διά χει­ρός Μη­τρο­φά­νους μοναχοῦ τοῦ ἐκ Βι­ζύ­ης τῆς Θρά­κης.
  2.  Τό μαρ­τύ­ρι­ο τῶν ἁγίων Μακ­κα­βα­ί­ων. Τοι­χο­γρα­φί­α τοῦ ἔ­τους 1820 στή Λι­τή τοῦ Κυ­ρι­α­κοῦ τῆς Σκή­της Ἁγ. Τρι­ά­δος Καυ­σο­κα­λυ­βί­ων, διά χει­ρός Μη­τρο­φά­νους μοναχοῦ τοῦ ἐκ Βι­ζύ­ης τῆς Θρά­κης. Ἅγιον Ὄ­ρος.
  3. Ἡ πα­ρα­βο­λή τοῦ Ἀ­σώ­του. Τοι­χο­γρα­φί­α τοῦ ἔ­τους 1820 στόν ἐσωνάρθηκα τοῦ Κυ­ρι­α­κοῦ τῆς Σκή­της Ἁγ. Τρι­ά­δος Καυ­σο­κα­λυ­βί­ων, διά χει­ρός Μη­τρο­φά­νους μοναχοῦ τοῦ ἐκ Βι­ζύ­ης τῆς Θρά­κης.
  4. Ἡ ἔ­ξο­δος τοῦ Προ­φή­του Ἰ­ω­νᾶ ἀ­πό τό κῆ­τος. Τοι­χο­γρα­φί­α τοῦ ἔ­τους 1759, ἐ­ντός τοῦ ἱ­ε­ροῦ Βήματος τοῦ πα­ρεκ­κλη­σί­ου τῆς Κοι­μή­σε­ως Θε­ο­τό­κου. Ἔργο τοῦ ἐργαστηρίου ἱερομον. Παρθενίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων. Καλύβη Ἁγ. Ἀκακίου, Καυ­σο­κα­λύ­βι­α. Ἅγιον Ὄ­ρος.


   * Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Πεμπτουσία τ. 21 (2006), σ. 142-147.
 καί σέ ἐκτενέστερη μορφή στό περιοδικό ‘‘Ὀρθόδοξη Μαρτυρία’’ τ. 77, Λευκωσία (2005), σ. 78-85, ὑπό τόν τίτλο: Ἡ εἰκονογραφική ἀπεικόνιση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στή μνημειακή ζωγραφική.

    [1]  P.G. 79, σ. 577- 580 (τό ἀπόσπασμα δίνεται ἐδῶ σέ ἐλεύθερη νεοελληνική ἀπόδοση).
    [2]  Εἶναι μάλιστα ἀξιοσημείωτο ὅτι στά ψηφιδωτά αὐτά, τά πρόσωπα τοῦ Δημιουργοῦ - Λόγου καί τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό πρόσωπο τοῦ πρωτόπλαστου Ἀδάμ εἶναι ὅμοια κατά τήν δημιουργία.
    [3] Michel Quenot, Ἡ Ἀνάσταση καί ἡ εἰκόνα, ἔκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1998, σ. 45.
    [4]  Γκιολέ Ν., Παλαιοχριστιανική τέχνη καί μνημειακή ζωγραφική, Ἀθήνα 1991, σ.79.
    [5] Βλ. Γκιολέ Ν., Παλαιοχριστιανική τέχνη...,ὅ.π., σ.145-6.
    [6]  Αὐτόθι.
    [7]  Γκιολέ Ν., Παλαιοχριστιανική τέχνη...,ὅ.π., σ.118.
    [8]   Καλοκύρη Κ.,Ἡ ζωγραφική τῆς Ὀρθοδοξίας, Θεσσαλονίκη 1998, σ.  57
    [9]  Χατζηδάκη Μ., Ὁ κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης. Οἱ τοιχογραφίες τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα, Ἅγ. Ὄρος 1986, σ. 47.
     [10]  Αὐτόθι.
     [11] Χατζηδάκη Μ., Ὁ κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης, ὅ.π., σ. 53.
     [12] Michel Quenot, Ἡ εἰκόνα ὁδηγός στή Θεία Εὐχαριστία, ἔκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1999, σ. 80.
    [13] Καλλινίκου Κ., πρωτοπρεσβ., Ὁ χριστιανικός ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ, ἔκδ. "Γρηγόρη", Ἀθήνα χ.χ., σ. 278.
    [14] Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ, Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης, Ἐν Πετρουπόλει 1909 (ἐπανέκδοση Κ. Σπανοῦ), σ. 146.
    [15]  Οὐσπένσκυ Λεων., Ἡ Θεολογία τῆς εἰκόνας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Ἀθήνα 1998, σ. 34.

                             

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Οἱ ἅγιες εἰκόνες,
ἀναπόσπαστο τμῆμα
τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης

Ἄν ἡ τέχνη μόνον, φίλε, θέλγῃ σε τῆς ζωγραφίας,
βλέπεις χρώματα ὡραῖα καί κανόνας συμμετρίας.
Ἀλλ᾿ οὖν στρέψον ἐκ τῆς ὕλης τό περίεργόν σου βλέμμα
καί ἀνύψωσον τόν νοῦν σου ἱστορίας εἰς τό πνεῦμα.

Ἐπιγραφή ΙΘ΄ αἰ. Μεγίστη Λαύρα. Ἅγιον Ὄρος

ἱερή Παράδοση ἀποτελεῖ γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἕναν ἀπό τούς πλέον ἀπαραίτητους καί σταθερούς θεμελίους στύλους τῆς πίστης, ὕπαρξης καί αὐτοσυνειδησίας της.
(...) Εἶναι γνωστό ὅτι κατά τίς ἐργασίες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό πρῶτο πού ἔκαναν οἱ Πατέρες οἱ ὁποῖοι τήν ἀποτελοῦσαν ἦταν ἡ ἔρευνα, ἡ διαπίστευση καί ἡ κατοχύρωση -μέσα ἀπό πλῆθος μαρτυριῶν ἀπό συγγράμματα Πατέρων καί Ἁγίων- τῆς θέσης πού εἶχε ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση πάνω στό θέμα τῶν εἰκόνων· κίνηση σίγουρη καί ἀσφαλής, πού διασφάλιζε τήν παραμονή τῆς Ἐκκλησίας στήν τότε χειμαζόμενη Ὀρθοδοξία.
Γι᾿ αὐτό καί στά Πρακτικά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό πιό σταθερό καί συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενο στοιχεῖο, εἶναι ἡ ἔξαρση τῆς ἀξίας τῆς Παράδοσης, πού κατά τούς Πατέρες τῆς Συνόδου, ταυτίζεται μέ τήν Ὀρθοδοξία.
Κατά τήν ὄγδοη καί τελευταία συνεδρία τῆς Συνόδου, θριαμβευτικά οἱ Πατέρες διακηρύσσουν γιά τίς ἀποφάσεις τους ὅτι: «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων. Αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν... Ἡμεῖς τῇ ἀρχαίᾳ θεσμοθεσίᾳ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν. Ἡμεῖς τούς προστιθέντας τι ἤ ἀφαιροῦντας ἐκ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀναθεματίζομεν...Ἡμεῖς τάς σεπτάς εἰκόνας ἀποδεχόμεθα».
(...) Ἔτσι, τίς κρίσιμες, γιά τό μέλλον τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐκεῖνες ἡμέρες τοῦ ἔτους 787, οἱ Πατέρες, προβάλλοντας ἀπό τή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας, διατράνωσαν τήν πίστη τους στήν ὀρθόδοξη παρόδοση, ἀποφεύγοντας τή μεταβολή τῆς Ὀρθοδοξίας σέ τελετουργία τοῦ λόγου μέ τήν κυριαρχία τοῦ κηρύγματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό διαμόρφωσαν τόν πλοῦτο καί τήν ποικιλία τῆς θείας λατρείας, ὅπου συνεργάζονται ἁρμονικά ὅλες οἱ τέχνες· ἡ ποίηση, ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, ἡ ἀρχιτεκτονική. Μέ τό θεόπνευστο αὐτό τρόπο, δίνεται ἡ δυνατότητα στόν πιστό νά συμμετέχει ὡς ἄνθρωπος ὁλόκληρος, μέ ὅλες του τίς αἰσθήσεις στή θεία λατρεία καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ....
(...) Ἡ εἰκόνα, βέβαια εἶναι μιά τέχνη· ἀλλά πρίν ἀπ' ὅλα εἶναι τέχνη λειτουργική. Γιά νά τήν κατανοήσουμε δέν ἀπαιτοῦνται εἰδικές γνώσεις αἰσθητικῆς καί τέχνης. Ἀπαιτεῖται μόνο σεβασμός στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καί κυρίως, στή διδασκαλία τῶν ἁγίων θεόπνευστων Πατέρων. Σ᾿ αὐτά πρέπει νά εἴμαστε στερεωμένοι, ὥστε νά μποροῦμε, βγαίνοντας ἀπό τό ναό μετά ἀπό μία λατρευτική σύναξη, νά ἐπαναλαμβάνουμε, μαζί μέ τούς Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τά λόγια: «Καθάπερ ἠκούσαμεν, οὕτως καί εἴδομεν».

Ἀποσπάσματα ἀπό τή μελέτη τοῦ γράφοντος, «Οἱ ἅγιες εἰκόνες, ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως», Ὀρθόδοξη Μαρτυρία 78 (2006), σσ. 70-73.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

’Διαβάζοντας’’
τήν εἰκόνα τῶν Χριστουγέννων*

Οἱ ὀρθόδοξες εἰκόνες τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ συνδυάζουν τό ὑλικό μέ τό ἄϋλο, τήν ἄκτιστη φύση μέ τήν κτιστή, τό ὑπερφυσικό καί ἄπειρο μέ τό φυσικό καί πεπερασμένο. Αἰσθητοποιοῦν τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, κρατῶντας ὅλο τό θεολογικό βάθος της, βρίσκοντας τό μέτρο ἀνάμεσα στό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο. Ἐνεργοῦν κατά τρόπο μυστικό προκαλῶντας κατάνυξη στίς ψυχές τῶν πιστῶν πού εἶναι σάν νά δέχονται ἀνταύγειες τῆς αἰωνιότητας καί τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ.
Ἀπό τήν εἰκονογραφία τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ πολλές εἶναι οἱ λεπτομέρειες ἐκεῖνες πού ἀξίζουν ἰδιαίτερο σχολιασμό, ἐπειδή μέσα τους κρύβουν ἕνα βαθύ θεολογικό συμβολισμό καί ἀποκαλύπτουν τό εὗρος τῆς ἐπίδρασης τῆς πατερικῆς γραμματείας στίς χριστιανικές εἰκαστικές τέχνες.
Ἡ Θεοτόκος
Ἀπό τήν ἀρχή ἡ Ἐκκλησία συνέδεσε τίς ἱερές εἰκόνες μέ τό γεγονός τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Λόγου. «Ὁ ἀχώρητος παντί ἐχωρήθη ἐν γαστρί», ψάλλουμε. Χώρεσε, σχηματίσθηκε ὡς ἄνθρωπος μέσα στό ἁγνό σῶμα τῆς Παρθένου. Ἔτσι, πρώτη Του εἰκόνα φανερώθηκε κατά τήν ἐνανθρώπησή Του. Θά μπορούσαμε λοιπόν νά ποῦμε ὅτι ἡ πρώτη ἁγιογράφος στάθηκε ἡ Κυρία Θεοτόκος, ὅπως παραστατικά μᾶς λέει τό κοντάκιο τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας: «Ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός ἐκ Σοῦ Θεοτόκε, περιεγράφη σαρκούμενος, καί τήν ῥυπωθεῖσαν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου εἰς τό ἀρχαῖον ἀναμορφώσας τῷ θείῳ κάλλει συγκατέμιξε».
Ἡ θέση τῆς Θεοτόκου εἶναι καίρια στήν εἰκόνα, ἐξαίροντας μέ τόν τρόπο αὐτό τή συμμετοχή καί τό ρόλο της στό ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἄλλωστε, κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, κατέχει τά δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι ἡ Θεοτόκος προβάλλεται μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση στό κέντρο τῆς παράστασης ἐνῶ παράλληλα ὁ ἁγιογράφος τίς δίνει διαστάσεις πέρα ἀπό τό μέτρο. Εἰκονίζεται σέ ἄμεση σχέση μέ τό τέκνο της -προσφέροντας τήν ἀγκαλιά της ὡς θρόνο- ἀλλά διατηρεῖ καί κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτό, ἀπόσταση πού ὑπαγορεύεται ἀπό τήν γνώση ὅτι Θεός τό γεννηθέν.
Τή βρίσκουμε στήν κορυφή ἑνός λόφου, ὁ ὁποῖος διαμορφώνεται πρό τοῦ σπηλαίου τῆς Γεννήσεως. Πρόκειται περί συμβολικῆς θέσης, καθώς ἐκείνη εἶναι, σύμφωνα μέ τή βυζαντινή ὑμνολογία, τό ὄρος τό ἅγιον καί τό ὄρος τό ἀλατόμητον ἀπ’ ὅπου θά ἐξέλθει ὁ Χριστός, ὅπως ψάλλουμε στόν Ἀκάθιστο Ὕμνο.
Ἡ στάση καί ἡ ἔκφραση τῆς καθήμενης ἤ ἀνακεκλιμένης σέ πορφυρένια στρωμνή ἤ γονατιστῆς Θεοτόκου ἀντανακλᾶ κυρίως τήν ἀντίληψη γιά τόν μέ ἤ χωρίς ὠδίνες τοκετό τοῦ θείου βρέφους, καθώς καί τήν πρόθεση νά ἐξαρθεῖ πότε ἡ θεότητα καί πότε ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Κυρίου. Ἔτσι, γιά παράδειγμα, σέ ὁρισμένες παραστάσεις τῆς Γεννήσεως, ἡ ἀνάλαφρη, μισοκαθισμένη ἤ μισοξαπλωμένη Θεοτόκος προδίδει τήν ἀπουσία πόνων κατά τόν τοκετό της καί συνεπῶς τήν παρθενική γέννηση καί τή θεία καταγωγή τοῦ βρέφους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διδάσκει ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἦταν συνάμα «δι’ ἡμᾶς, καθ’ ἡμᾶς καί ὑπέρ ἐμᾶς», δηλαδή σωτήρια, φυσική καί ὑπερφυσική» καί συνάμα «ὑπέρ νόμον κυήσεως».
Σέ πολλές μεταβυζαντινές εἰκόνες -ὅπως ἡ φορητή εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, μέρος τοῦ Δωδεκάορτου τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Σταυρονικήτα, πού θεωρεῖται ἡ πρωϊμότερη τοῦ εἰκονογραφικοῦ αὐτοῦ τύπου- ἡ Θεοτόκος εἶναι γονατιστή μπροστά στό θεῖο βρέφος, μέ τά χέρια σταυρωμένα. «Τό στοιχεῖο αὐτό, δυτικῆς καταγωγῆς, ἐντείνει τό δοξαστικό νόημα τῆς σύνθεσης, γιατί στήν προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ μετέχει τώρα καί ἡ Θεοτόκος» (Μαν. Χατζηδάκης).
Ἀτενίζοντας τήν Παρθένο Μαρία δίπλα στό θεῖο βρέφος, ἐμπνεόμαστε ἀπό τήν ἁγνότητά της καί διδασκόμαστε ἀπό ἐκείνην πῶς νά ὑπακοῦμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ· πῶς νά ἐνσαρκώνουμε κι ἐμεῖς στήν ψυχή μας τό Λόγο, τόν Ἰησοῦ Χριστό· πῶς νά προετοιμάζουμε τή ψυχή καί ὅλη τήν ὕπαρξή μας, γιά νά γίνει τόπος ἀνάπαυσής Του. Διδασκόμαστε πῶς νά καθαρίζουμε τήν καρδιά μας «τοῦ κατοικῆσαι τόν Χριστόν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» κατά τόν Ἀπόστολο. Παρακινούμαστε νά ἐνσαρκώνουμε κι ἐμεῖς πνευματικά τόν Θεό Λόγο, δίνοντας σάρκα καί ὀστᾶ στή διδασκαλία Του μέ τό νά τήν ζοῦμε καί νά τή μεταδίδουμε καί στούς ἄλλους, στήν πράξη καί τή θεωρία, ἀληθινά καί ζωντανά.
Ὅσο ὁ Χριστός γεννᾶται στήν ψυχή μας τόσο ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἀναγεννᾶται. Ὅσο ὁ Χριστός, ὁ νέος Ἀδάμ, αὐξάνει μέσα μας, τόσο ὁ παλαιός, ὁ χοϊκός Ἀδάμ, ἀδυνατεῖ καί χάνεται.
Ὁ Ἰωσήφ
Ἡ θέση τοῦ μοναχικοῦ Ἰωσήφ δέν εἶναι κοντά στό βρέφος ἀλλά ἔξω ἀπό τό σπήλαιο ὅπου κάθεται συλλογισμένος, στό ἕνα ἄκρο τῆς εἰκόνας. Ἡ γραφική ἀλλά συνάμα πολύ θεολογική αὐτή λεπτομέρεια, πρωτοεμφανίζεται στίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰῶνα. Εἰκονίζει μιά διακριτική προσέγγιση τοῦ ἀκατανόητου μυστηρίου, ἀλλά καί μία σαφῆ διάκριση τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρώπινου. Ὁ Ἰωσήφ φαίνεται νά ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει τό παράδοξο μυστήριο τῆς ἐνσάρκωσης.
Ἡ παράμερη θέση τοῦ συλλογισμένου Ἰωσήφ δηλώνει τήν μή οὐσιαστική συμμετοχή του στά δρώμενα, διατρανώνοντας μέ τόν εἰκαστικό αὐτό τρόπο τήν ἀπείρανδρο γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὁπότε καί τήν παρθενία τῆς Παναγίας. Ὁ Ἰωσήφ δέν εἶναι ὁ πατέρας τοῦ Βρέφους, ἀλλ’ ὁ προστάτης Του. Θά πρέπει νά ἦταν ὅμως καί ἄνθρωπος ὑψηλῆς πνευματικότητας, ἀφοῦ ὁ Θεός τοῦ ἐμπιστεύθηκε τήν προστασία τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας (Ἰω. Βράνος).
Κάθεται σκεφτικός καί προβληματισμένος, ἀφοῦ κατά τόν Ἀκάθιστο Ὕμνο «Ὁ σώφρων Ἰωσήφ» «ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων ἐταράχθη, πρός τήν ἄγαμον θεωρῶν καί κλεψίγαμον ὑπονοῶν» Παρθένο Μαρία. Μή μπορῶντας νά συλλάβει τό μέγεθος τοῦ μυστηρίου τῆς θείας ἐνανθρώπησης ἀπορεῖ, ἀλλά συνάμα θαυμάζει τό μεγαλεῖο τοῦ Δημιουργοῦ.
Σέ μερικές εἰκόνες βλέπουμε τόν Ἰωσήφ νά συνομιλεῖ μέ ἕναν γέρο καί ἄσχημο βοσκό. Ὑποδηλώνει τόν διάβολο πού πειράζει τόν Ἰωσήφ δείχνοντας τό ροζιασμένο ραβδί του καί λέγοντάς του εἰρωνικά, ὅτι ὅπως αὐτό τό ξερό κούτσουρο δέν μπορεῖ νά βλαστήσει μέ φύλλα καί κλαδιά ἔτσι εἶναι ἀδύνατον μία παρθένος νά γεννήσει.
Σύμφωνα μέ τόν διαπρεπῆ θεολόγο Παῦλο Εὐδοκίμωφ, ‘‘στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου Ἰωσήφ, ἡ εἰκόνα ἀφηγεῖται ἕνα παγκόσμιο δρᾶμα πού ἀναπαράγεται διά μέσου ὅλων τῶν αἰώνων... Τό μυστήριο τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθύνεται στήν πίστη καί συναντᾶ τό ἐμπόδιο τῆς ἀμφιβολίας’’. Ὁ Ἰωσήφ γίνεται σύμβολο τῆς πάλης ἀνάμεσα στίς ἐπιταγές τῆς λογικῆς καί τῆς ἐμπειρίας καί τῆς πίστης στό Θεό, πού νικάει τούς ὅρους τῆς φύσης. Ὅμως, ὅπως διατρανώνει ὁ Ἰωσήφ μέσα ἀπό τήν θεσπέσια ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς, «Ἐγώ, φησί, τούς προφήτας ἐρευνήσας καί χρηματισθείς ὑπό ἀγγέλου, πέπεισμαι ὅτι Θεόν γεννήσει ἡ Μαρία ἀνερμηνεύτως». Ἔτσι, ἡ ἀμφιβολία τοῦ Ἰωσήφ γίνεται στήριγμα γι’ αὐτούς πού δοκιμάζονται ἀπό λογισμούς ἀμφιβολίας καί δυσπιστίας.
Οἱ ἄγγελοι, οἱ Ποιμένες, ὁ ἀστέρας
Στό πάνω μέρος τῆς σύνθεσης εἰκονίζονται μεγαλόπρεποι ἄγγελοι καθώς καί οἱ Ποιμένες· πρόσωπα πού μνημονεύονται στά ἱερά κείμενα.
Οἱ ἄγγελοι, εὐθυτενεῖς ἤ σκυμμένοι σέ προσκύνηση, προβάλλουν ἀριστερά καί δεξιά ἀπό τήν συνήθως κωνική μορφή τοῦ βουνοῦ, ὅπου ἀνοίγεται τό σπήλαιο. Ἄν δέν εἶναι καθόλου εὔκολο ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μας νά συλλάβει τήν ὑπερβατικότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ ὅμως νά Τόν δοξολογεῖ γι’ αὐτήν. Οἱ ἄγγελοι δοξολογοῦν μέ οὐράνιους ὕμνους τόν τεχθέντα Κύριο καί μέ χαρά ἀναγγέλουν στούς ποιμένες τό μέγα γεγονός πού θά ἀποτελέσει τομή στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἐκεῖνοι δέχονται ἐκστατικά τό χαρούμενο μήνυμα. Οἱ ἁπλοϊκοί αὐτοί ποιμένες γιά τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς τους εἶχαν τό προνόμιο νά ἐπικοινωνήσουν μέ τόν ὑπερφυσικό κόσμο τῶν ἀγγέλων καί ἀξιώθηκαν νά γίνουν μάρτυρες τοῦ θαύματος. Συνήθως, κάποιος ἀπ’ αὐτούς παίζει τή φλογέρα του, ἀναμιγνύοντας τή μουσική, τέχνη ἀνθρώπινη, μέ τό ἀγγελικό ἄσμα. Σέ ὁρισμένες συνθέσεις, κάποιος ἀπό τούς ποιμένες συνομιλεῖ μέ τόν Ἰωσήφ.
Σέ δεσπόζουσα θέση καί τό ἀστέρι, τό ὁποῖο τελικά στάθηκε πάνω ἀπό τό σπήλαιο, ρίχνοντας μία ἀκτῖνα του πάνω ἀπό τήν κεφαλή τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, τό ἀστέρι γίνεται καί ἕνας ἀγγελιοφόρος ἀπό τό ὑπερπέραν, πού μηνύει ὅτι στή γῆ γεννήθηκε «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» Θεός. Τό ἀστέρι, ἀφοῦ ὁδήγησε τούς Μάγους στή φάτνη, μᾶς δείχνει τώρα τήν κατεύθυνση πού χαράσσει ἡ ἐνσάρκωση τῆς φιλάνθρωπης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Τό εἰκονογραφικό θέμα ‘’Τί σοί προσενέγκωμεν Χριστέ’’
Στά τέλη τοῦ 13ου αἰῶνα ἐμφανίζεται στή μνημειακή ζωγραφική ἕνα ἐντυπωσιακό θέμα πού ἐμπνέεται ἀπό τήν ὑμνογραφία τῶν Χριστουγέννων. Συγκεκριμένα, εἰκονογραφεῖται τό ἰδιόμελο στιχηρό τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς:
Τί σοί προσενέγκωμεν, Χριστέ ὅτι ὤφθης ἐπί γῆς ὡς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς; ἕκαστον γάρ τῶν ὑπό σοῦ γενομένων κτισμάτων τήν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τόν ὕμνον· οἱ οὐρανοί τόν ἀστέρα· οἱ Μάγοι τά δῶρα· οἱ Ποιμένες τό θαῦμα· ἡ γῆ τό σπήλαιον· ἡ ἔρημος τήν φάτνην· ἡμεῖς δέ Μητέρα Παρθένον. Ὁ πρό αἰώνων Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τό Ναζιανζηνό, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἡ ἑορτή τῆς δημιουργίας, ἀλλά ἡ ἑορτή τῆς ἀναπλάσεως τοῦ κόσμου· μιά ἀνανέωση, θά τολμούσαμε νά συμπληρώσουμε ἐμεῖς, πού ἁγιάζει τήν κτίση. Γι’ αὐτό ὅλη ἡ δημιουργία λαβαίνει μέρος στό μυστήριο τῆς Γεννήσεως, ὥστε νά βλέπουμε στήν παράσταση αὐτή ἐκπροσώπους ἀπ’ ὅλα τά κτίσματα νά προσφέρουν τήν εὐγνωμοσύνη τους στό Λυτρωτή.
Κέντρο τῆς σύνθεσης εἶναι ἡ βρεφοκρατοῦσα Θεοτόκος πού παριστάνεται καθήμενη σέ μεγαλοπρεπῆ θρόνο. Στήν πάνω ζώνη, παριστάνονται δύο χοροί σεβαζόντων ἀγγέλων πού ὑποκλίνονται στή βρεφοκρατοῦσα Θεοτόκο ἐνῶ ὑμνολογοῦν τόν γεννηθέντα Κύριο. Φέρουν τήν ἐπιγραφή: «Οἱ ἄγγελοι τόν ὕμνο». Ἀπό τόν οὐρανό ἐξακτινώνεται λαμπρό ἀστέρι πού καταλήγει στήν κεφαλή τῆς Θεοτόκου καί συνοδεύεται ἀπό τήν ἐπιγραφή: «Οἱ οὐρανοί τόν ἀστέρα». Στήν κάτω ἀριστερή γωνία μία γυναικεία μορφή πού κάθεται σέ βράχους–προσωποποίηση τῆς γῆς, κρατεῖ στά χέρια της ἕνα ὄρος μέ σπήλαιο. Φέρει τήν ἐπιγραφή: «Ἡ γῆ τό σπήλαιον». Στήν κάτω δεξιά γωνία, μία ἀντίστοιχη μορφή εἰκονίζεται νά προσφέρει τή φάτνη καί φέρει τήν ἐπιγραφή: «Ἡ ἔρημος τήν φάτνη». Λίγο ψηλότερα ἀπό τήν πρώτη μορφή παριστάνονται οἱ τρεῖς δωροφοροῦντες μάγοι μέ τήν σχετική ἐπιγραφή: «Οἱ Μάγοι τά δῶρα» ἐνῶ στήν ἀντίστοιχη δεξιά θέση, τρεῖς ποιμένες πού εἶναι ὅλο θαυμασμό καί ἀπορία καί φέρουν τήν ἐπιγραφή: «Οἱ Ποιμένες τό θαῦμα». Δεξιά καί ἀριστερά τῆς Θεοτόκου, δύο πολυπληθεῖς ὁμάδες, ἐκπρόσωποι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί κοσμικοῦ χώρου, ὁλοκληρώνουν τή θεματολογία τῆς κάτω ζώνης. Φέρουν τήν ἐπιγραφή «Ἡμεῖς δέ μητέρα Παρθένον ἁγνήν».
Μέ τή Θεοτόκο θεώνεται ἡ ἁγνή καί καθαρή ἀνθρώπινη φύση, πού μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διατηρήθηκε στό πρόσωπο τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας. Ἡ Θεοτόκος ἐπιτέλεσε ὅλο τό ἔργο, πού χρειαζόταν ἀνθρωπίνως γιά τή σωτηρία μας. Μ’ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ Θεοτόκος ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα καί προσφέρει γιά χάρη της τή δική της σάρκα ὡς δοχεῖο τῆς Θεότητας. Καί ἡ εὐχαριστιακή αὐτή προσφορά εἶναι ἀσύγκριτα σημαντικότερη ἀπό τῶν ἄλλων κτισμάτων.