Ὁ ἱερομόναχος Παΐσιος ὁ Κοινοβιάρχης
καί τό πνευματικό του περιβάλλον στά Καυσοκαλύβια καί τή
μονή Ξενοφῶντος
Ἡ ἀσκητική καί ἁγιοτόκος ἱερά σκήτη Ἁγίας Τριάδος τῶν Καυσοκαλυβίων, ὅπου κατά τήν φωτεινή διαδρομή τῶν τριῶν καί πλέον αἰώνων τῆς ἱστορίας της, πραγματώθηκε -ὅπως ἄλλωστε καί σ' ὅλον τόν ἱερό Ἄθωνα- τό μοναχικό ἰδεῶδες, ἄν καί βρίσκεται «εἰς τήν ἐσχατιάν τῆς ἀθωΐτιδος χερσονήσου», ἀπό τίς ἀπαρχές ἀκόμη τῆς ἱδρύσεώς της στίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰώνα ἀπό τόν ὅσιο Ἀκάκιο τόν Καυσοκαλυβίτη, προσείλκυσε πολλές πνευματικές μορφές, λογίους μοναχούς θεράποντες τῶν χριστιανικῶν γραμμάτων καί ἐκφραστές τῆς πλούσιας ἁγιοπνευματικῆς παραδόσεως πού κληρονόμησαν. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς ἦταν καί ὁ σήμερα τιμώμενος ἱερομόναχος Παΐσιος ὁ Λέσβιος, ὁ Κοινοβιάρχης.
Πρόκειται γιά μία χαρισματική φυσιογνωμία τοῦ
β΄ μισοῦ τοῦ 18ου αἰώνα, ὁ ὁποῖος διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στά ἁγιορειτικά
δρώμενα τῆς ἐποχῆς του. Καταγόταν ἀπό τήν Ἁγιάσο τῆς Λέσβου καί θά
πρέπει νά ἦταν ἀρκετά ἐγγράμματος γιά τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ πρίν ἐγκαταβιώσει στά Καυσοκαλύβια, σπούδασε
στήν Ἀθωνιάδα Σχολή ὑπό τόν Εὐγένιο Βούλγαρη. Σίγουρα ὅμως ὁ ἱερομόναχος
Παΐσιος ὑπῆρξε ἐξαιρετικά βιβλιόφιλος καί φιλομαθής, ὅπως διαφαίνεται ἀπό τά
κατάλοιπα τῆς βιβλιοθήκης του, πού σώζονται στή μονή Ξενοφῶντος. Πρόκειται γιά
χειρόγραφα καί ἔντυπα μέ περιεχόμενο θεολογικό, λειτουργικό ἀλλά καί
φιλοσοφικό. Φαίνεται ἐπίσης νά συνδέεται μέ σημαντικά πρόσωπα στήν
Κωνσταντινούπολη ἀλλά καί στίς ἡγεμονικές αὐλές τῆς Μολδοβλαχίας. Οἱ σχέσεις αὐτές
τοῦ Παϊσίου στάθηκαν πολύτιμες γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ μετέπειτα ἀνακαιστικοῦ
του ἔργου τόσο στά Καυσοκαλύβια ὅσο καί στή μονή Ξενοφῶντος.
Στά Καυσοκαλύβια ἐγκαταβίωσε πρίν τό 1766. Τό ἔτος αὐτό, σύμφωνα μέ κτητορική ἐπιγραφή, ὁλοκλήρωσε τήν ἀνακαίνιση τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀνεγείροντας τό εὐμεγέθες περικαλλές ὁμώνυμο παρεκκλήσι της. Στή συνέχεια, τό 1776, τό παρεκκλήσι ἱστορήθηκε, πάλι μέ δαπάνες του, ἀπό τό εἰκονογραφικό ἐργαστήριο τοῦ μοναχοῦ Μητροφάνη τοῦ Χίου. Στήν καλύβη τοῦ Ἀγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ὁ Παΐσιος ὀργάνωσε κοινοβιακά τή δεκαμελῆ συνοδεία του, ἄν καί ζοῦσε σέ ἰδιόρρυθμη σκήτη
῾ κάτι ἀσυνήθιστο, πού, καθώς φαίνεται, προξενοῦσε τόν θαυμασμό τῶν Ἁγιορειτῶν τῆς ἐποχῆς του… […] Χωρίς νά ἐγκαταλείψει τελείως τά Καυσοκαλύβια,
ὁ Παΐσιος βρέθηκε στή Σκόπελο, ὅπου τό 1770 ἡ οἰκογένεια Εὐαγγελινῶν
τοῦ δώρησε τήν ἐρειπωμένη τότε σταυροπηγιακή μονή Μεταμορφώσεως
τοῦ Σωτῆρος, ὅπου καί ἐγκατέστησε γυναικεία ἀδελφότητα, τήν ὁποία
καί ὀργάνωσε κοινοβιακά ὑπό τήν ἡγουμένη Μελάνη μοναχή Μεσολογγίτισσα.
[ι..] Ἀπό τήν σκιαγράφηση τοῦ βίου καί τῶν ἔργων
τῶν λογίων πού ἀσκήθηκαν στή Σκήτη Καυσοκαλυβίων, λίγο πρίν ἤ κατά τήν περίοδο
κατά τήν ὁποῖα ἔζησε καί δραστηριοποιήθηκε ἐκεῖ ὁ Παΐσιος Καυσοκαλυβίτης,
προκύπτει ἡ αἴσθηση ὅτι σέ μία τόσο στενή γεωγραφικά περιοχή, οἱ λιγοστοί ἀλλά
σημαντικοί λόγιοι μοναχοί, μέ τήν τόσο πλούσια ὑμνογραφική, μεταφραστική,
κανονολογική καί ἁγιολογική συγγραφική παραγωγή, δέν θά μποροῦσαν παρά νά ἔχουν
μία χαλαρή τουλάχιστον συνεργασία. Τήν ἴδια ἐποχή πού ὁ παπα-Ἰωνᾶς συνέγραφε τό
νεομαρτυρολόγιό του καί τόν βίο τοῦ ὁσίου Ἀκακίου σέ συνεργασία μέ τόν Διονύσιο
τον Ζαγοραῖο (μετά τό 1740), ὁ Νεόφυτος δίδασκε στήν Ἀθωνιάδα καί παράλληλα
μαχόταν γιά τήν μή παραχάραξη τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης μέσα στή δίνη τῆς ἔριδας
περί τῶν Μνημοσύνων. Ταυτόχρονα ἀνθολογοῦσε μέ ἀριστουργηματικό τρόπο στίχους ἀπό
τό Ψαλτήριο πού ἔμελλαν νά κοσμίσουν τό πρῶτο βιβλίο τό ὁποῖο τυπώθηκε στόν ἑλλαδικό
χῶρο στό τυπογραφεῖο τῆς Μεγίστης Λαύρας (1759). Ταυτόχρονα ὁ Ἀκαρνάν Ραφαήλ ὑμνογραφοῦσε
τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Θεολόγο, τήν ἁγία Βαρβάρα καί τόν ὅσιο Σίμωνα τόν Μυροβλύτη,
ὁ Διονύσιος ὁ Ζαγοραῖος μετέφραζε στήν ἁπλοελληνική τούς Λόγους τοῦ ἁγίου Συμεών
τοῦ Νέου Θεολόγου, ἐνῶ ὁ ‘’μουσικώτατος’’ Σκυριανός ἱερομόναχος Μελέτιος
συνέθετε τήν Ἀκολουθία τοῦ ὁμωνύμου του ἁγίου (1748) καί μᾶς ἄφηνε ἕναν ἐξαιρετικά
καλλιγραφημένο μουσικό κώδικα πού περιέχει καί δικές του μελοποιήσεις (1732). Ὁλόκληρη
ἡ Σκήτη θύμιζε μία πολύβουη πνευματική κυψέλη μέ πλούσια καί ὠφέλιμη γιά ὅλο
τόν ὀρθόδοξο κόσμο παραγωγή. Τήν ἴδια στιγμή, ἡ καλλιτεχνική δημιουργία τῶν ὀρεσίβιων
καυσοκαλυβιτῶν μοναχῶν ἔφθανε στό ἀποκορύφωμά της μέ τά ζωγραφικά ἔργα τοῦ
Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ καί τοῦ ὁσιακῆς μνήμης συντοπίτη του Παρθενίου τοῦ
Σκούρτου καί τῶν ἐργαστηρίων τους…
[…] Τό σωτήριον ἔτος 1784 ἀποτελεῖ σταθμό γιά
τή νεότερη ἱστορία τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος, καθώς ἐγκαταλείπεται ὁ ἰδιόρυθμος
τρόπος μοναχικῆς ζωῆς καί ἡ μονή μετατρέπεται σέ κοινόβιο, μετά ἀπό αἴτηση τῶν ἴδιων
τῶν μοναχῶν πού ἀσκοῦνταν σ᾿ αὐτήν. Πρόκειται γιά τήν πρώτη ἐπαναφορά ἀθωνικῆς
μονῆς στόν ἀρχέτυπο κοινοβιακό τρόπο ζωῆς, κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅπου
εἶχε ἐπικρατήσει ἡ ἰδιορρυθμία.
Ὡς πρῶτος ἡγούμενος ἐπελέγη ὁ ἱερομόναχος
Παΐσιος ὁ Καυσοκαλυβίτης. Στά τέλη τοῦ
1784, καί ἀφοῦ ὅλες οἱ ἀλλαγές πού προβλέπονταν ἀπό τό πατριαρχικό σιγγίλιο τῆς
ἐπανακοινοβιοποιήσεως εἶχαν πραγματοποιηθεῖ, ἡ ἀδελφότητα ὑπό τόν ἱερομόναχο
Παΐσιο εἶχε φθάσει νά ἀριθμεῖ τριάντα πατέρες. Ἡ ἐπιλογή τοῦ ἐξαιρετικά
δραστήριου και ὑψηλῆς πνευματικότητος, εὐλαβέστατου καίἔμπειρου ἀλλά καί γνωστοῦ
ἐντός καί ἐκτός Ἁγίου Ὄρους αὐτοῦ ἱερομονάχου, ὡς ἡγουμένου τῆς μονῆς Ξενοφῶντος,
κάθε ἄλλο παρά τυχαία ἦταν. Εἶχε ὅλες τίς δυνατότητες ἀλλά καί τίς ἀπαραίτητες
διασυνδέσεις, ὥστε νά ἀντιμετωπίσει μέ τρόπο ἀποτελεσματικό πνευματικά,
διοικητικά ἀλλά καί οἰκονομικά θέματα. Ἦταν ἄλλωστε ἐμπειρία στήν πνευματική
καθοδήγηση, εἶχε συστήσει κοινοβιακή συνοδεία στά Καυσοκαλύβια ἐνῶ εἶχε ὀργανώσει
κοινοβιακά τή μονή Μεταμορφώσεως στή Σκόπελο…
[…] Ὁ ἱερομόναχος Παΐσιος ὁ Λέσβιος εὐεργέτησε πολλαπλῶς τόσο τή σκήτη
Καυσοκαλυβίων ὅσο, καί κυρίως, τή μονή Ξενοφῶντος. Τό πνευματικό κλίμα πού ἐπικρατοῦσε
στόν πρῶτο τόπο ἀσκήσεώς του, τά ἐρημικά Καυσοκαλύβια, ἦταν ἀπό τά ὑψηλότερα
στό Ἅγιον Ὄρος τῆς ἐποχῆς, καί συνέβαλε εὐεργετικά στή διαμόρφωση τῆς τόσο
χαρισματικῆς μοναχικῆς του προσωπικότητας, ἐνῶ στόν δεύτερο, τό ἐπανασυσταθέν
κοινόβιο τοῦ Ξενοφῶντος, ὑπῆρχε πνευματική γῆ ἀγαθή καί ἕτοιμη πρός
θερισμό.
Ἡ προσφορά τοῦ ἱερομονάχου Παϊσίου
Καυσοκαλυβίτου στόν σύγχρονο ἁγιορειτικό μοναχισμό θεωρεῖται πολύ μεγάλη, καθώς
τό ἐπιτυχημένο παράδειγμα τῆς κοινοβιοποιήσεως τῆς μονῆς Ξενοφῶντος λειτούργησε
καταλυτικά γιά ἀνάλογες μεταρρυθμίσεις στή δομή κι ἄλλων ἀθωνικῶν μονῶν. Μέσα
σέ τρεῖς δεκαετίες, ἕξι μοναστήρια μετατράπηκαν σέ κοινόβια, ἀκολουθώντας σέ
γενικές γραμμές τίς ἀρχές πού εἰσήχθηκαν γιά πρώτη φορά στήν περίπτωση τῆς μονῆς
Ξενοφῶντος καί ἐφαρμόστηκαν ἀπό τόν Παΐσιο τόν Κοινοβιάρχη…
Ἀποσπάσματα
ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ συγγραφέα στήν Ἐπιστημονική Ἡμερίδα «Ἱερομόναχος Παΐσιος,
Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενοφῶντος», πού πραγματοποιήθηκε στή Θεσσαλονίκη,
στίς 23 Μαΐου 2026. Τήν Ἡμερίδα διοργάνωσε ἡ Ἱερά Μονή Ξενοφῶντος.


