Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή τῶν Βαΐων: Εἰσοδεύοντας μέ τόν Χριστό στή Μεγάλη Ἑβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή τῶν Βαΐων: Εἰσοδεύοντας μέ τόν Χριστό στή Μεγάλη Ἑβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Απριλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ: ΕΙΣΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

 Κυριακή τῶν Βαΐων:

 Εἰσοδεύοντας μέ τόν Χριστό στή Μεγάλη Ἑβδομάδα


Η ΒΑΙΟΦΟΡΟΣ. ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ. 18ος  ΑΙ. 

       τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

   Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ βρισκόμαστε στή ἀρχή τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Φθά­νο­ντας ἡ πο­ρεί­α μας πρός τό Πάσχα, στό ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της, ἑ­ορ­τά­ζουμε ἤδη τήν Κυριακή τῶν Βαΐων τήν θρι­αμ­βευ­τι­κή εἴ­σο­δο τοῦ Χρι­στοῦ στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ὁπότε ὑποδεχόμαστε κι ἐμεῖς τόν σιωπηλό, προβληματισμένο καί κατά πάντα περίλυπο Ἰησοῦ, πού εἰσέρχεται στήν Ἁγία Πόλη.

   Στήν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία τῆς ἑορτῆς τῆς Κυ­ρι­α­κῆς τῶν Βα­ΐ­ων, ἄν σταθοῦμε μπροστά στήν εἰκόνα, θά παρατηρήσουμε ὅτι τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ ἔχει μία περίσκεψη καί φαίνεται νά ἀπέχει ἀπό τά ὅσα συμβαίνουν γύρω του. Γι᾿ αὐτό καί σιωπᾶ δέν χαιρετᾶ δέν εὐλογεῖ δέν θαυματουργεῖ δέν προσέχει στά Ὠσσανά. Ὅλ᾿ αὐτά γνωρίζει ὅτι εἶναι τά σημάδια μιᾶς πορείας πού μέλλει νά διανύσει.

   Γι᾿ αὐτό κι ἐμεῖς, δέν πρέ­πει νά πα­ρα­μεί­νου­με στούς πα­νη­γυ­ρι­σμούς τῆς ἡ­μέ­ρας αὐ­τῆς. Ὁ Χρι­στός ἐ­πεί­γε­ται νά σταυ­ρώ­σει τήν ἁ­μαρ­τί­α, γι­ά νά θα­να­τώ­σει τό θά­να­το καί νά ἀ­να­στή­σει τόν ἄν­θρω­πο. Ἄν ἐ­πι­θυ­μοῦ­με βα­θει­ά νά ἑ­νω­θοῦ­με μέ τόν Χρι­στό καί νά μπο­ρέ­σου­με νά βρε­θοῦ­με δί­πλα Του τή στι­γμή τῆς δό­ξας Του, ὁ­φεί­λου­με νά Τόν ἀ­κο­λου­θή­σου­με στό Πά­θος Του· νά συ­σταυ­ρω­θοῦ­με καί συ­ντα­φοῦ­με μ᾿ Αὐ­τόν.

  Πρέ­πει νά ἔ­χου­με συ­νε­χῶς πνευ­μα­τι­κή ἐ­γρή­γορ­ση καί νά μήν εἴ­μα­στε ρά­θυ­μοι σάν τίς «μω­ρές» ἐ­κεῖ­νες Παρ­θέ­νες τῆς πα­ρα­βο­λῆς, μι­ά πού ὁ Νυμ­φί­ος ἔρ­χε­ται «ἐν τῷ μέ­σῳ τῆς νυ­κτός». Βέ­βαι­α ὁ νυμ­φί­ος τῆς ψυ­χῆς μας Χρι­στός, ἔρ­χε­ται πά­ντο­τε καί μέ πολ­λές μορ­φές, κά­θε στι­γμή τῆς ζω­ῆς μας. Ἄς εἴ­μα­στε λοι­πόν ἄ­γρυ­πνοι πνευ­μα­τι­κά καί ἄς ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε, ὥ­στε νά μή μεί­νου­με ἔ­ξω ἀ­πό τήν Βα­σι­λεί­α Του.

   Ὁ Κύ­ρι­ος, πρίν ἀ­πό τό Μυ­στι­κό Δεῖ­πνο, ζώ­στη­κε τό «λέ­ντι­ο­ν» καί ἔ­πλυ­νε τά πό­δι­α τῶν μα­θη­τῶν Του, δεί­χνο­ντάς μας ὅ­τι ὁ δρό­μος πού ὁ­δη­γεῖ στή θέ­ω­ση, περ­νά­ει ἀ­πό τήν πύ­λη τῆς τα­πει­νώ­σε­ως καί τῆς ἐν Χρι­στῷ κοι­νω­νί­ας μέ τό συ­νάν­θρω­πο (Ἀκολουθία τοῦ Νι­πτῆρος). Μό­νο ἔ­τσι θά μπο­ρέ­σου­με νά συμ­με­τέ­χου­με στό κα­τε­ξο­χήν μυ­στή­ρι­ο τῆς συ­να­ντή­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Χρι­στό, πού εἶ­ναι καί τό κέ­ντρο τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας· τό μυστήριο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας (Με­γά­λη Πέ­μπτη).

   Συ­μπο­ρευ­ό­με­νοι νο­ε­ρά μέ τόν Χρι­στό στό δρό­μο γι­ά τόν Γολ­γο­θᾶ, ἄς στα­θοῦ­με κι ἐ­μεῖς κά­τω ἀ­πό τό Σταυ­ρό. Κι ἐ­κεῖ πού Ἐ­κεῖ­νος θά σταυ­ρώ­νε­ται γι­ά τίς δι­κές μας ἁ­μαρ­τί­ες, ἄς σταυ­ρώ­σου­με τά πά­θη μας· «Τάς αἰ­σθή­σεις ἡ­μῶν κα­θα­ράς τῷ Χρι­στῷ πα­ρα­στή­σω­μεν, καί ὡς φί­λοι τάς ψυ­χάς ἡ­μῶν θύ­σω­μεν δι’ αὐ­τόν, καί μή ταῖς με­ρί­μναις τοῦ βί­ου, συ­μπνι­γῶ­μεν ὡς ὁ Ἰ­ού­δας...» θά ψάλλουμε στό α΄ ἀ­ντί­φω­νο τῆς Ἀ­κο­λου­θί­ας τῶν Πα­θῶν. Τό ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι σταυροαναστάσιμο.

    Νε­κρός πά­νω στό Σταυ­ρό, ἔ­ξω ἀ­πό τά τεί­χη τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, καί με­τά τήν Ἀ­νά­στα­σή Του, τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα «κα­τά τάς Γρα­φά­ς», ὁ Χρι­στός συ­νε­χί­ζει νά πε­θαί­νει καί νά ἀ­να­σταί­νε­ται, μυ­στι­κά, μυ­στη­ρι­α­κά, μέ­χρι τό τέ­λος τοῦ κό­σμου τού­του μα­ζί μέ κά­θε ἄν­θρω­πο, τοῦ ὁ­ποί­ου «ἐ­νε­δύ­θη­» τό πρό­σω­πο.

  Δέν ἔ­χου­με λοι­πόν πα­ρά νά ἀ­να­ση­κώ­σου­με τή βα­ρι­ά πλά­κα τῆς πέ­τρι­νης καρ­δι­ᾶς μας πού σκε­πά­ζει μέ­σα μας, ὡς ἄλ­λος τά­φος, τόν Κύ­ρι­ο τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. Τό­τε Αὐ­τός, δί­χως ἄλ­λο, θά ἐ­γερ­θεῖ, ὅ­πως καί τή νύ­κτα ἐ­κεί­νη ὅ­που τά «πά­ντα πε­πλή­ρω­ται φω­τός, οὐ­ρα­νός τε καί γῆ καί τά κα­τα­χθό­νι­α», ὅπως ψάλλουμε στόν ἀ­να­στά­σι­μο κα­νό­να, συ­νε­γεί­ρο­ντας κι ἐ­μᾶς μέ τή λυ­τρω­τι­κή Του πα­ρου­σί­α.

   Ὁ κα­θέ­νας πού, ἔ­στω καί γι­ά μί­α μό­νο φο­ρά, ἔ­ζη­σε αὐ­τή τή νύ­χτα «τή σω­τή­ρι­ο, τή φω­ταυ­γή καί λα­μπρο­φό­ρο», καί πού γεύ­τη­κε ἐ­κεί­νη τή μο­να­δι­κή χα­ρά, γνω­ρί­ζει ὅ­τι τό Πά­σχα εἶ­ναι κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό μί­α ἑ­ορ­τή· πο­λύ πέ­ρα ἀ­πό μί­α ἐ­τή­σι­α ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νός ἱ­ε­ροῦ γε­γο­νό­τος πού πέ­ρα­σε.

  Τό Πά­σχα μᾶς εἰ­σά­γει σ᾿ ἕ­ναν ἄλ­λο αἰ­ώ­να, σέ μί­α νέ­α δι­ά­στα­ση πού προ­α­ναγ­γέ­λει τόν ἀ­να­με­νό­με­νο κό­σμο· Βα­σι­λεί­α πού εἶ­ναι ἤ­δη πα­ροῦ­σα, μυ­στι­κά καί ὀ­ντο­λο­γι­κά ἀ­νά­με­σά μας·  «Ὦ Πά­σχα τό μέ­γα καί ἱ­ε­ρώ­τα­τον, Χρι­στέ. Ὦ Σο­φί­α καί Λό­γε τοῦ Θε­οῦ καί Δύ­να­μις· δί­δου ἡ­μῖν ἐ­κτυ­πώ­τε­ρον Σοῦ με­τα­σχεῖν ἐν τῇ ἀ­νε­σπέ­ρῳ ἡ­μέ­ρᾳ τῆς Βα­σι­λεί­ας Σου­», θά ψάλλουμε στόν ἀ­να­στά­σι­μο κα­νό­να.

  Τό Πά­σχα πα­νη­γυ­ρί­ζου­με τήν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ· «θα­νά­του τήν νέ­κρω­ση, Ἄ­δου τήν κα­θαί­ρε­σιν, ἄλ­λης βι­ο­τῆς τῆς αἰ­ω­νί­ου ἀ­παρ­χήν...», ὅ­πως θά ψάλ­λου­με στόν ἀ­να­στά­σι­μο Ὄρ­θρο. Καί αὐ­τή ἡ «ἄλ­λη βι­ο­τή», ἡ νέ­α ζω­ή πού πρίν δύ­ο χι­λι­ά­δες χρό­νι­α «ἀ­νέ­τει­λεν ἐκ τοῦ τά­φου», προ­σφέρ­θη­κε σ᾿ ὅ­λους μας.

  Ὅ­λοι ὅ­σοι πι­στεύ­ου­με στόν ἀ­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, λά­βα­με τό δῶ­ρο αὐ­τῆς τῆς νέ­ας ζω­ῆς κα­θώς καί τή δύ­να­μη νά τήν ἀ­πο­δε­χθοῦ­με καί νά ζή­σου­με δι­ά μέ­σου της· τή δύ­να­μη νά ἀ­ντι­με­τω­πί­σου­με κά­θε κα­τά­στα­ση αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου, ἀ­κό­μα καί αὐ­τόν τόν ἴ­δι­ο τό θά­να­το· μι­ά πού μέ τό δι­κό του σταυ­ρι­κό θά­να­το ὁ Χρι­στός, ἄλ­λα­ξε τή φύ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ θα­νά­του. Τόν ἔ­κα­νε πέ­ρα­σμα-δι­ά­βα­ση-«Πά­σχα» στή Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, με­τα­μορ­φώ­νο­ντας τή δρα­μα­τι­κό­τε­ρη καί τρα­γι­κό­τε­ρη στι­γμή τοῦ ἀν­θρώ­που σέ αἰ­ώ­νι­ο θρί­αμ­βο. Μέ τό «θα­νά­τῳ θά­να­τον πα­τή­σας», ὁ Χρι­στός μᾶς ἔ­κα­νε με­τό­χους τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του. 

  Τό Πά­σχα εἶ­ναι ἡ θύ­ρα, ἀ­νοι­χτή κά­θε χρό­νο, πού ὁ­δη­γεῖ στήν ὑ­πέρ­λα­μπρη Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Εἶ­ναι ἡ πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νι­ας καί ἀ­πε­ρί­γρα­πτης χα­ρᾶς καί εὐ­φρο­σύ­νης πού πε­ρι­μέ­νει ὅ­σους, ἀ­φοῦ συ­σταυ­ρώ­θη­καν μέ τόν Χρι­στό, συ­να­να­στή­θη­καν μα­ζί Του, ἀ­πό τή νέ­κρω­ση πού εἶ­χαν ἐ­πι­φέ­ρει στή ψυ­χή τους τά πά­θη..

    Γιατ πως Χριστός, τσι κι μες, π τ θλίψη το Σταυρο κα το πάθους, π τν πόνο κα τ θάνατο, φθάνουμε στ χαρ τς ναστάσεως, πρς τν ποία κα πορεύομαστε μ κουράγιο κα δύναμη.

  Στήν πορεία πρός τήν συνάντησή μας μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, τόν Θεό μας, στόν ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση, στούς αἰώνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!   Κα­λήν Ἀ­νά­στα­ση !                            

 

                                                                  μοναχός Πατάπιος Καυσοκαλυβίτης

    ΠΗΓΗ:  ΡΟΜΦΑΙΑ