Τρίτη 5 Απριλίου 2016

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΑ ΙΩΑΝΝΙΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Η πνευματική κίνηση στα Ιωάννινα με επίκεντρο το έργο του Ευγένιου Βούλγαρη

 

Η ερευνητική ανάδειξη όψεων των πνευματικών δρωμένων κατά τον 18ο αιώνα στα Ιωάννινα με επίκεντρο το πολύπλευρο έργο - φιλοσοφικό, θεολογικό, επιστημονικό - και τη πολύπτυχη διδασκαλία του Ευγενίου Βούλγαρη, αποτελεί την επιδίωξη του Β’ Πανηπειρωτικού Συνεδρίου με θέμα «Η πνευματική κίνηση στα Ιωάννινα τον 18ο αι. και η παρουσία του Ευγενίου Βούλγαρη».




Ἀπό το Ἅγιον Ὄρος συμμετέχει στό Συνέδριο ὁ μοναχός Πατάπιος Καυσοκαλυβίτης μέ θέμα:  
Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης Σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος (1753-1759) καί οἱ πνευματικές ζυμώσεις στο ῞Αγιον Ὄρος κατά τόν 18ον αἰώνα.

Το Συνέδριο διοργανώνουν στα Ιωάννινα την Παρασκευή 8 και το Σάββατο 9 Απριλίου η Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών και το Ίδρυμα Μελετών Ιονίου και Αδριατικού Χώρου, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 300 χρόνων από τη γέννηση του Ευγενίου Βούλγαρη, κορυφαίου Διδασκάλου του Γένους.
Οι εργασίες του Συνεδρίου θα αρχίσουν την Παρασκευή 8 Απριλίου, στις 6 το απόγευμα, στην αίθουσα «Κ. Κατσάρη» της Ε.Η.Μ. και θα ολοκληρωθούν το βράδυ της επόμενης ημέρας. Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.
Στην εναρκτήρια εκδήλωση το πρόγραμμα περιλαμβάνει χαιρετισμό του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και προσφωνήσεις από τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Μάξιμο, τον Περιφερειάρχη Ηπείρου Αλέξανδρο Καχριμάνη, τον Δήμαρχο Ιωαννίνων Θωμά Μπέγκα, τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γεώργιο Καψάλη και τον Πρόεδρο της ΕΗΜ και του ΙΜΙΑΧ Κωνσταντίνο Π. Βλάχο.
Στις 7 το απόγευμα θα πραγματοποιηθεί η εναρκτήρια ομιλία του καθηγητή Ιστορίας της Φιλοσοφίας Κωνσταντίνου Θ. Πέτσιου με θέμα «Ονομάτων επίσκεψις: φιλοσοφία και επιστήμες στις Σχολές των Ιωαννίνων τον 18ου αι.».
Το υπόλοιπο Πρόγραμμα έχει ως εξής:
Α΄ Συνεδρία - Προεδρείο: Γεωργία Αποστολοπούλου, Κωνσταντίνος Π. Βλάχος
Βασ. Α. Κύρκος, Ο Ευγένιος Βούλγαρης ως ιστορικός της Ελληνικής Φιλοσοφίας.
Νίκος Αυγελής, Αριστοτελικές καταβολές στη θεωρία της γλώσσας.
Εγκαίνια έκθεσης χειρογράφων και παλαιτύπων του ΙΗ΄ αι. από τα αρχεία του Εργαστηρίου Ερευνών Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Ιδρύματος Μελετών Ιονίου και Αδριατικού Χώρου στην «Αίθουσα Κ. Κατσάρη».
Σάββατο 9 Απριλίου
9 π.μ.: Β΄ Συνεδρία - Προεδρείο: Αθαν. Γλυκοφρύδη - Λεοντσίνη, Δημ. Αποστολόπουλος
Ελευθέριος Π. Περρωτής, Η θεολογική επίδραση του Ευγενίου Βούλγαρη στη Μαρούτσειο Σχολή.
Γεώργιος Κουντούρης, Ορθόδοξη παράδοση και Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός στο έργο του Ευγενίου Βούλγαρη.
Γεώργιος Νικολάου, Η πραγματεία του Ευγενίου Βούλγαρη «Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του Οθωμανικού Κράτους»: ιστορική συγκυρία συγγραφής και πολιτική στόχευση.
Γεώργιος Παναγόπουλος, Η πρόσληψη της δογματικής θεολογίας του Ευγένιου Βούλγαρη στη νεώτερη Θεολογία.

μ. Πατάπιος Καυσοκαλυβίτης,  Ο Ευγένιος Βούλγαρης Σχολάρχης της Αθωνιάδος (1753-1759) και οι πνευματικές ζυμώσεις στο Άγιον Όρος κατά τον 18ον αιώνα.

10.45 π.μ.: Γ΄ Συνεδρία - Προεδρείο: Κωνσταντίνος Στάϊκος - Ελένη Κουρμαντζή
Αθανασία Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, Η συμβολή του Ευγενίου
Βούλγαρη στην εκπαίδευση των πριγκήπων της Ρωσίας.
Ελένη Αγγελομάτη - Τσουγγαράκη, Η επιστολιμαία επικοινωνία του Ευγενίου Βούλγαρη με ηγεμόνες της Μολδαβίας.
Γιώργος Βλαχάκης, Η μαρκησία du Chatelet και ο Ευγένιος Βούλγαρης. Διερεύνηση μιας ενδιαφέρουσας πνευματικής σχέσης.
Κωνσταντίνος Νάκος: Ευγένιος Βούλγαρις: Περί προσθέσεως και αφαιρέσεως - Περί κατασκευής των γεωμετρικών εξισώσεων
12.30 μ.: Δ΄ Συνεδρία - Προεδρείο: Νίκος Αυγελής – Δημήτριος Καραμπερόπουλος
Χαρίτων Καρανάσιος, Τα Γιάννενα ως κέντρο δικτύου λογίων μεταξύ Βενετίας και Κωνσταντινούπολης στον 18ο αιώνα
Βασιλική Τζώγα, Ανιχνεύσεις της επίδρασης του Ευγενίου Βούλγαρη στον Ιωαννίτη διδάσκαλο της Ηγεμονικής Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Λάμπρο Φωτιάδη μέσα από επιστολές του κώδικα ΕΒΕ2390.
Απόστολος Σταβέλας, Οι «Κριτικαί επιστάσεις» του Ευγενίου Βουλγάρεως και η συνάφειά τους προς θέσεις της «Λογικής» του.
Ελένη Κουρμαντζή, Νύξεις κατά του Ευγενίου Βούλγαρη στον «Ανώνυμο του 1789» και στα «Καλοκινήματα» (1795).
Γεώργιος Καραμπελιάς, Ο εκλεκτισμός του Ευγενίου Βούλγαρη ως εγχείρημα πρωτότυπης φιλοσοφικής σύνθεσης.
17.30 μ.μ.: Ε΄ Συνεδρία - Προεδρείο: Παναγιώτης Νούτσος – Βασίλειος Μακρίδης
Γεώργιος Παπαγεωργίου, Ευγένιος Βούλγαρης: επιστολιμαίες διοδεύσεις κατά τον 18ουαι.
Κωνσταντίνος Ντίνας, Οι περί γλώσσας αντιλήψεις του Ευγενίου Βούλγαρη.
Κωνσταντίνος Στάικος, Ο Ευγένιος Βούλγαρης και η «Αινειάδα» του Βιργιλίου.
Δημήτριος Καραμπερόπουλος, Η παρουσία του Γαληνού στη «Λογική» του Ευγενίου Βούλγαρη.
Ελευθερία Νταλιάνη, Απηχήσεις της αρχαίας Φιλοσοφίας στη «Λογική» του Ευγενίου Βούλγαρη.
Αγγελική Αγγέλη, Η παρουσία της νεώτερης φιλοσοφίας στα «Στοιχεία της Μεταφυσικής» του Ευγενίου Βούλγαρη.
19.30 μ.μ.: ΣΤ΄ Συνεδρία - Προεδρείο: Βασίλειος Α. Κύρκος - Κωνσταντίνος Θ. Πέτσιος
Παναγιώτης Νούτσος, Πώς συνέβαλε η «Μητρόπολις πάσης μαθήσεως» στην αναδιάταξη των σχέσεων φιλοσοφίας και επιστημών.
Χρήστος Τερέζης, Οι περί των «καθόλου» απόψεις του Ευγενίου Βουλγάρεως.
Δημήτριος Αποστολόπουλος, Για το «Επιστολάριον» του Ευγενίου Βούλγαρη.
Βασίλειος Μακρίδης, «Απόκρισις ορθοδόξου τινός προς τινα αδελφόν ορθόδοξον περί της των Κατολίκων δυναστείας […] (Halle 1775): Έργο του Ευγένιου Βούλγαρη ή του Νικηφόρου Θεοτόκη;»

Γεωργία Αποστολοπούλου, Η αναφορά του ιστορικού της φιλοσοφίας Νικολάου Κοτζιά στον Ευγένιο Βούλγαρη.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

ΣΥΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΣΥΝΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΙ


                                         Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου
Τρίτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν σήμερα καὶ καθὼς βρισκόμαστε στὴ μέση τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει τὸν Τίμιο Σταυρό, γιὰ νὰ ἐνισχυθοῦμε στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα τῆς περιόδου αὐτῆς, πού εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος τῆς μετανοίας γιά ὅλους μας. Σήμερα, κατακλύζουμε τούς ἱερούς ναούς προκειμένου νά προσκυνήσουμε τόν Τίμιο Σταυρό καί νά ἀντλήσουμε δύναμη καί χάρη οὐράνια ἀπό αὐτόν.
Βλέ­πο­ντας καί προ­σκυ­νῶ­ντας εὐ­λα­βι­κά τόν Σταυ­ρό τοῦ Χρι­στοῦ, ἀρ­χί­ζουμε νά δι­α­κρί­νου­με τό φῶς τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του. Ὅ­ποι­ος θέ­λει νά ἀ­κο­λου­θή­σει τό δρό­μο πού ὁ­δη­γεῖ στόν ἀ­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, πρέ­πει νά ἀρ­νη­θεῖ τόν ἑ­αυ­τό του καί νά ση­κώ­σει τό σταυ­ρό του, σταυ­ρώ­νο­ντας τόν ἐ­γω­κε­ντρι­σμό του καί τή φι­λαυ­τί­α του. Αὐτό τό μήνυμα λάβαμε μέ τήν χάρη τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ σήμερα, Κυ­ρι­α­κή τῆς Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σε­ως. 


   Σύμφωνα μέ τή διδασακαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, δέν νοεῖται ἀληθινός χριστιανός χωρίς Σταυρό, δηλαδή χωρίς συμμετοχή στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. «Ὅστις οὐ βαστάζει τόν Σταυρόν ἑαυτοῦ καί ἔρχεται ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής», διδάσκει τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου. Οἱ χριστιανοί δέν ἔχουμε ἄλλο τρόπο νά ζήσουμε παρά μόνον τόν τρόπο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, συμμεριζόμενοι δηλαδή σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας τήν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, τήν θυσία Αὐτοῦ, τήν νίκη κατά τῶν παθῶν καί τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας.  
   Πῶς μπορεῖ ὅμως ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς νά βιώσει στήν προσωπική του ζωή τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ;  Τί σημαίνει γιά μᾶς ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, «εἰ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθείτω μοι»;
Τί σημαίνει λοιπόν «ἀκολουθῶ τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό, βαστάζοντας τόν δικό μου Σταυρό»;
   
  Πρῶτον σημαίνει ὅτι σταυρώνω τόν παλαιό ἄνθρωπο, τά πάθη μου, δηλαδή, καί ὅτι μέ χωρίζει ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Ἀπαρνοῦμαι τόν παλαιό ἄνθρωπο καί ἀγωνίζομαι νά ξεριζώσω ἀπό μέσα μου τά ἁμαρτωλά καί ἐγωϊστικά πάθη, τόν ἐγωκεντρισμό, τή φιλαυτία.
  Μορφές τῆς φιλαυτίας εἶναι: ἡ ὀλιγοπιστία, ἡ ἀπιστία, ἡ ἀδιαφορία γιά τόν συνάνθρωπο καί τό ἀκόμη χειρότερο, ἡ ἐκμετάλλευσή του. Εἶναι ἀκόμη ἡ φιληδονία καί ἡ σαρκολατρεία· ἡ ἀπληστία καί ἡ φιλαργυρία· ἡ μνησικακία καί ἡ συκοφαντία καί κάθε ἐνέργεια, μέ τήν ὁποία πληγώνουμε καί στενοχωροῦμε τούς συνανθρώπους μας. Εἶναι ἡ φιλοδοξία καί ματαιοδοξία.
 Δεύτερον. Σημαίνει ὅτι ὑπομένω τίς ἀκούσιες δοκιμασίες τῆς ζωῆς καρτερικά καί εὐχαριστιακά.
   Οἱ ὀδυνηρές καί ἀνίατες ἀσθένειες, ὁ θάνατος προσφιλῶν μας προσώπων, ἡ ἀδικία, ἡ ἀχαριστία καί ἡ περιφρόνηση, ἡ ἀπότομη πτωχοποίηση τῆς ζωῆς μας λόγω τῆς οίκονομικῆς κρίσης καί ἄλλες δοκιμασίες ἀποτελοῦν εὐκαιρίες πού, ἄν τίς χρησιμοποιήσουμε σωστά, μᾶς συσταυρώνουν καί συνεγείρουν μέ τόν Χριστό. Ἄν ἀγανακτήσουμε καί περάσουμε τά ὅρια ζημιωνόμαστε πνευματικά. Ἄν τίς δεχθοῦμε παθητικά, γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε διαφορετικά, πάλι δέν ὠφελούμαστε. Ἄν ὅμως τίς δεχθοῦμε ὡς ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ καί ὡς εὐκαιρίες γιά τήν πνευματική μας τελείωση μᾶς ἀνεβάζει στό ὕψος τῶν ἁγίων μαρτύρων.
   Ἕνας μακαριστός ἁγιορείτης γέροντας εἶπε χαρακτηριστικά τό ἑξῆς: «Ἕνα δόξα σοι ὁ Θεός, τήν ὥρα πού πονᾶμε ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπό χίλια Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» πού τό λέμε ὅταν δέν πονᾶμε.
Τρίτον, σημαίνει ὅτι ἀναλαμβάνω ἑκούσιους πόνους, στερήσεις, ἀγῶνες γιά τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε ὁ Κύριος μᾶς ἐδίδαξε ὅτι στενή ἡ πύλη καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός τοῦ Εὐαγγελίου.
   Μέ τή νηστεία, τήν ἀγρυπνία, τήν εὐλογημένη ὀρθόδοξη ἄσκηση πολιτεύεται ὁ Χριστιανός. Γιά νά ζῆ ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιά νά μή χρησιμοποιῆ τόν κόσμο καταναλωτικά, ἀλλά εὐχαριστιακά.
    «Ἡμεῖς κηρύττομεν Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον καί τοῦτον δέ ἀναστάντα», διακυρήττει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
 Αὐτόν τόν Ἐσταυρωμένο καί ἀναστάντα Ἰησοῦ Χριστό, ἀσπαζόμαστε καί προσκυνοῦμε σήμερα, τιμώντας καί ἀσπαζόμενοι τόν Τίμιο Σταυρό Του. Σήμερα εἶναι ἡμέρα σταυροαναστάσιμη. Γιατί, ὄχι μόνο ἀντλοῦμε δύναμη καί ἐλπίδα στό μέσον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὄχι μόνο λαμβάνουμε ὑπόδειγμα σταυροαναστάσιμης βιοτῆς καί χαρμολύπης, ἀλλά κυρίως προκηρύττουμε τῆς Ἀναστάσεως τά τρόπαια, προεορτάζουμε τήν πασχαλινή πανήγυρη, ὁμολογοῦμε τήν βιωματική πεποίθηση ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας πώς, ὁ Χριστός ἀνέστη! 
  Αὐτή ἡ χαρά, ἡ πίστη ἄς φωτίσει καί ἄς χαράξει τήν καρδιά μας,  καί ἄς εἶναι γιά ὅλους ἐμᾶς πρόγευση τῆς Ἀναστάσεως, τῆς κλητῆς καί ἁγίας ἡμέρας τοῦ Πάσχα. 

      Ἡ σημερινὴ προσκύνηση τοῦ τιμίου Σταυροῦ μᾶς θυμίζει τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. Ταυτόχρονα ὅμως μᾶς ζωντανεύει τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως. Γιατὶ ὅπως ὁ Χριστός, ἔτσι κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴ θλίψη τοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ πάθους, ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸ θάνατο, φθάνουμε στὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, πρὸς τὴν ὁποία καὶ πορεύομαστε μὲ κουράγιο καὶ δύναμη. Στήν πορεία πρός τήν συνάντησή μας μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, τόν Θεό μας, στόν ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση, στούς αἰώνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ποσπάσματα ὁμιλίας τοῦ συγγραφέα κατά τήν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, 3 Ἀπριλίου 2016, στόν ἱερό ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Χαϊδαρίου Ἀττικῆς

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΦΩΚΑ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ





Οἱ δύο πρῶτες φορητές εἰκόνες βρίσκονται στόν νάρθηκα τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Τίτου. Ὁμοίωμα τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ἄλλωστε φέρει στά χέρια του ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας, ὡς κτήτοράς του, κατά κάποιον τρόπο, ἀφοῦ ὁ Νικηφόρος εἶναι ὁ ἐλευθερωτής τῆς Κρήτης τό ἔτος 961/962 ἀπό τους Σαρακηνούς, μέ τήν πνευματική ὑποστήριξη καί φυσική παρουσία τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου (βλ. σχετικά τό παρακάτω ὑπόμνημα). Στο ναό τοῦ Ἁγίου Τίτου, ἕνα παρεκκλήσι εἶναι ἀφιερωμένο στόν ὅσιο Ἀθανάσιο.


   Ἡ δεύτερη ἀπεικόνιση εἶναι λεπτομέρεια σύγχρονης φορητῆς εἰκόνας ἁγιορειτικοῦ ἐργαστηρίου μέ τήν Δέηση (Παντοκράτωρ, Τίμιος Πρόδρομος, Νικηφόρος Φωκᾶς) πού βρίσκεται στόν νάρθηκα τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀγκαράθου Ἡρακλείου. Στήν παράδοση τῆς μονῆς ὁ Νικηφόρος θεωρεῖται κτήτοράς της.

















Ἡ Κρήτη, ὡς γνωστόν, ἐστέναζεν πιθανῶς ἀπό τοῦ ἔτους 826 ὑπό τόν ζυγόν τῶν Ἀράβων, οἱ ὁποῖοι εἰς στιγμήν ἀδυναμίας τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, ἐφώρμισον ἐκ τῆς Αἰγύπτου καί κατέλαβον τήν νῆσον. Οἱ Ἄραβες αὐτοί ἀνεχαίτισαν τόν πολιτισμόν τῆς Κρήτης, ἀνεμείχθησαν μετά τῶν κατοίκων καί εἰς δευτέραν γενεάν, ἐγένοντο ἡ μάστιξ τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, κατατρέχοντες τήν Πελοπόννησον, τάς νήσους τοῦ Αἰγαίου, τήν Μακεδονίαν μετά τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τήν Θράκην καί τήν Μικράν Ἀσίαν. Ὁ ἀγροτικός πληθυσμός τῆς νήσου καί μία ἤ δύο πόλεις αὐτῆς κατώρθωσαν νά μείνουν ἀλώβητοι, ἀνάλωτοι καί πιστοί εἰς τόν Χριστιανισμόν καί τήν Ὀρθοδοξίαν. Πλήν ὅμως, ὁ ἀστικός πληθυσμός τῆς πολυανθρώπου Κρήτης, ὑπέστη μεγάλην φθοράν. Ἡ Κρήτη, κατά τόν ἀείμνηστον καθηγητήν Νικόλαον Τωμαδάκην, κατέστη κέντρον δουλεμπορίας καί βάσις ἐξορμήσεως τῶν πειρατῶν, τῶν Σαρακηνῶν.
  Οἱ Βυζαντινοί πρόγονοί μας, εὐθύς ἀπό τῆς καταλήψεως τῆς Κρήτης, ἐδιωργάνωσαν πολλάκις ἐκστρατείας πρός ἀνακατάληψίν της, ἀλλά ματαίως. Μεγάλοι στόλοι καί ἰσχυροί στρατοί ἐχάθησαν, χωρίς νά ἐπιτευχθῇ τό ποθούμενον ἀποτέλεσμα, ἕως ὅτου, ἐπί βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορος Ρωμανοῦ τοῦ Β΄, ἀπεφασίσθη νά σταλῇ ὁ στρατηγός Νικηφόρος Φωκᾶς, ὁ δεινός πολέμιος τῶν Ἀράβων.
   Ὁ Νικηφόρος, πρίν ἀπό τήν ἅλωσιν τοῦ Χάνδακος, ἔστειλε παντοῦ ἀγγελιοφόρους εἰς ὅλα τά μοναστικά κέντρα, ζητῶντας τήν πνευματικήν συμπαράστασιν ὁσίων μοναχῶν πού θά ἠδύναντο νά στηρίξουν τό στράτευμα εἰς τό ἀπελευθερωτικόν του ἔργον, μέ τάς πρός Κύριον εὐχάς των. Ἰδιαιτέρα ὅμως ἐστάθη ἡ ἐπιθυμία τοῦ στρατηγοῦ ὅπως ἔχει σύμμαχόν του τήν φυσικήν παρουσίαν τοῦ φίλου του Ἀθανασίου. Ἡ αὐτοπρόσωπος παρουσία τοῦ πνευματοφόρου ἡσυχαστοῦ Ἀθανασίου θά ἦτο σύμβουλος μέ σύνεσιν καί φρόνησιν καθώς καί προσευχητική θωράκισις καί ἐνισχυτική ἐνθάρρυνσις τῶν στρατευμάτων.
   Ἄς δοῦμε εἰς τό σημεῖον αὐτό, πῶς ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου ἀφηγεῖται τά γεγονότα, ὑπογραμμίζοντας τήν εὐσέβειαν τοῦ στρατηγοῦ.
«Ὁ δέ κράτιστος Νικηφόρος, τοῦ παντός στρατεύματος τήν ἐξουσίαν πεπιστευμένος ὑπό τῆς ἀνακτορικῆς μεγαλειότητος καί εἰς τήν Κρήτην ἐξαποσταλείς, οὐκ ἦν θαρρῶν τῇ ρωμαϊκῇ δυνάμει, ἀλλά τάς τῶν πατέρων εὐχάς ἐλάμβανεν εἰς βοήθειαν...Καί ἐπειδή ἔφθασε μαθών παρά τοῦ αὐταδέλφου αὐτοῦ καί Πατρικίου Λέοντος, ἐν τῷ Ἄθῳ ἡσυχάζειν τόν Ἀθανάσιον, ἐξέπεμψέ τινας τῶν ὑπ’ αὐτόν διά χελανδίου ἐκεῖσε, τοῦτο μέν αἰτούμενον τήν γερουσίαν εὐχάς βοηθούσας αὐτῷ εἰς τόν κατά τῶν Κρητῶν πόλεμον, τοῦτο δέ σταλῆναι αὐτῷ καί τόν Ἀθανάσιον ἐξάπαντος μετά ἑνός ἤ καί δύο γερόντων».
    Εἰς τόν Ὅσιον, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Νικηφόρου τονίζουν ἰδιαιτέρως τήν ἀνάγκην τῆς παρουσίας του εἰς τήν Κρήτην, καθώς ὑπῆρχον ἐκεῖ πολλοί Ἀθωνῖται μοναχοί, αἰχμάλωτοι τῶν Σαρακηνῶν κουρσάρων. Ὅταν ἔλαβαν οἱ Πατέρες τό γράμμα τοῦ Νικηφόρου, πρῶτον μέν ἠσθάνθησαν θαυμασμόν καί μεγάλην ἔκπληξιν διά τήν πολλήν πρός τόν Ἀθανάσιον φιλίαν καί τό σέβας τοῦ στρατηγοῦ, «συναχθέντες δέ ἅπαντες, ἐπέτρεπον αὐτῷ ἀπελθεῖν πρός τόν στρατηγικώτατον  Νικηφόρον. Αὐτός δέ ἐκ πρώτης οὐδόλως ἐπείθετο», συνεχίζει ὁ βιογράφος. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ εἰς τό Τυπικόν του ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος, ὁ Νικηφόρος πολλάς φοράς ἔστειλεν ἐπιστολάς εἰς αὐτόν διά νά τόν πείσῃ νά κατέλθῃ εἰς τήν Κρήτην. Γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος: «Ἐχόμενος [ὁ Νικηφόρος] τῶν ἀγώνων, πλειστάκις ἡμῖν ἐν τῇ νήσῳ περαιωθέντας πρός αὐτόν ἀφικέσθαι. Ἡμῶν δέ μή βουληθέντων εἶξαι, γράμμασι πυκνοτέροις ἐκέχρητο μή ποιησάμενος ἔκδοσιν, ἕως πρός αὐτόν τήν ἄφιξιν ἐποιησάμεθα». Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, πού ἤξευρε νά ἐμπιστεύεται τά πάντα εἰς τόν Θεόν καί ὄχι εἰς τήν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, ἀνέβαλλε τήν ἀναχώρησίν του.
   Τέλος, οἱ ἀθωνῖται ἀσκηταί κατάφεραν νά πείσουν τόν ὅσιον Ἀθανάσιον νά ὑπερβῇ τούς δισταγμούς τούς ὁποίους προέβαλλε γιά νά ἐγκαταλείψῃ τήν ἡσυχίαν τῶν Μελανῶν. Τότε ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, λαμβάνοντας ὡς συνοδείαν του ἕναν γέροντα μοναχόν «ἐπί τήν Κρήτην ἐξέπλευσεν. Ὁ γοῦν εὐσεβέστατος Νικηφόρος, καταλαβόντων αὐτῶν, ἰδών τόν Ἀθανάσιον, ἠσπάσατο μέν καί ὡς πατέρα ἐτίμησεν αὐτοῦ πνευματικόν». 
   Ὁ Νικηφόρος, ἐθεώρησε ἰδιαιτέραν εὐλογίαν τό γεγονός, ὅτι μέ τήν ἄφιξιν τοῦ Ἀθανασίου εἰς τήν Κρήτην, ἐκυρίευσεν τόν Χάνδακαν, ὅπως λεγόταν τήν ἐποχή ἐκείνη τό Ἡράκλειο. Μετά τόν δεινόν χειμῶνα τοῦ ἔτους 961/962, πίπτει ὁ Χάνδαξ καί μετ’ αὐτόν αἱ ἅλλαι πόλεις τῆς νήσου. Ἡ σωστή προετοιμασία τῆς ἐκστρατείας, ὁ πολυάριθμος στόλος καί στρατός μετά τῶν βοηθητικῶν πλοίων, ἡ ἐξαίρετος πολεμική τακτική, τό θάρρος καί ἡ ἔνθεος πίστις τοῦ Νικηφόρου, ἐπέφερον τό ποθούμενον ἀποτέλεσμα.

   Ταυτοχρόνως, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, μέ τήν βοήθεια τοῦ Νικηφόρου, φρόντισε διά τήν ἀνεύρεσιν, ἀπελευθέρωσιν καί τήν ἐπαναφοράν εἰς τόν Ἄθω τῶν αἰχμαλώτων μοναχῶν.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΙΤΟΥ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ



Πρόκειται γιά μεγάλων διαστάσεων προσκυνηματική εἰκόνα τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας, πού φυλάσσεται σέ προσκυνητάρι στόν πρόναο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Τίτου στό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης. Φέρει τήν ἐπιγραφή:
«Εἰκών τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἰβηριτίσσης»,
ἐνῶ στο κάτω ἀριστερό μέρος διασώζεται ἡ ὑπογραφή τοῦ ζωγράφου:
«Ἱστορήθη διά χειρός Παναρέτου μοναχοῦ Ἁγιορείτου σκήτη Καυσοκαλυβίων τῷ 1906».



Ἡ εἰκόνα παρουσιάζει μεγάλες ὁμοιότητες μέ ἕτερη εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας τοῦ ἴδιου ζωγράφου (δεῖτε τήν ἀνάρτηση στό παρόν ἰστολόγιο τῆς 27 Ὀκτωβρίου 2015)

Ὁ ἱερομόναχος Πανάρετος Πολυκάρπου ἐκ Κρήτης († 1943) ἦλθε στά Καυσοκαλύβια τήν πρώτη πενταετία τοῦ 20οῦ αἰώνα προερχόμενος ἀπό τό ἡσυχαστήριο τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τῶν Κατουνακίων, ὅπου ζοῦσε ὡς ὑποτακτικός τοῦ ἔγκλειστου γέροντα Πολυκάρπου, πού προερχόταν ἀπό τή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα τῶν Ἱεροσολύμων. Κοινοβίασε στήν καλύβη τῆς Μεταμορφώσεως τῶν Καυσοκαλυβίων. Διατηροῦσε στενές πνευματικές σχέσεις μέ τόν ἅγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως, τοῦ ὁποίου ἐξέδωσε καί προλόγισε τό ἔργο του Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτιῶν τῶν σχίσματος (Ἀθῆναι 1911). Ὁ ἴδιος συνέταξε συνέθεσε καί ἐξέδωσε τό ἔργο Ὀρθόδοξος Λυρική Πανοπλία (Ἀθῆναι 1927). Διακόνησε ὡς οἰκονόμος στό μετόχι τῆς Ἀναλήψεως τῆς μονῆς Σίμωνος Πέτρας στόν Βύρωνα τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῶ ἔζησε καί στή μονή Μεταμορφώσεως τῶν Μολάων Λακωνίας, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ ἴδιος, καί ἀργότερα, τό 1928, στή μονή Ζωοδόχου Πηγῆς Ἁγιᾶς ἤ Ἁγίας Ἄνδρου, ὅπου καί ἐκοιμήθη τό 1943. Ὅταν ἀναχώρησε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, διατήρησε τήν πνευματική ἐπικοινωνία μέ τή συνοδεία του, πού παρέμεινε στήν καλύβη τῆς Μεταμορφώσεως στά Καυσοκαλύβια.


Τά βιογραφικά τοῦ ζωγράφου Παναρέτου προέρχονται ἀπό τη μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:
 «Τά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια τῶν Καυσοκαλυβίων. Μία πρώτη παρουσίαση», Γρηγόριος Παλαμᾶς 839 (2011) 195-206

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

                                Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου 
       
                                             Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς

ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς  γεννήθηκε τὸ 1296 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, ὅπου ὑποτάχτηκε ἀρχικὰ στὸν ἡσυχαστὴ Νικόδημο, σὲ κελλὶ στὰ ὅρια τῆς μονῆς Βατοπαιδίου. Ἐκεῖ ἔζησε ἐν “νηστείᾳ καὶ ἀγρυπνίᾳ καὶ νήψει καὶ ἀδιαλείπτῳ προσευχῇ” ἐπὶ τρία χρόνια (1319-22). 
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ γέροντά του καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Μακαρίου, εἰσῆλθε μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο ἀδελφό του Θεοδόσιο στὴν Μεγίστη Λαύρα τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου (περὶ τὸ 1319), ὅπου παρέμεινε ἐπὶ τρία ἔτη. Κατόπιν ἀποσύρθηκε σὲ ἐρημητήριο τῆς τότε Σκήτης Γλωσσίας (στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Προβάτας), ὅπου παρέμεινε κοντὰ στὸν διδάσκαλο τῆς "ἡσυχίας" "Γρηγορίῳ τῷ πάνυ", τὸν Δριμύ.

Τὸ 1325, λόγω τῶν τουρκικῶν ἐπιδρομῶν καταφεύγει μαζὶ μὲ ἄλλους ἡσυχαστές -ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦταν ὁ Γρηγόριος Σιναΐτης μὲ τοὺς μαθητές του, Ἰσίδωρο καὶ Κάλλιστο, μετέπειτα Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως- στὴ Θεσσαλονίκη. Ἀπὸ τὸ 1326 καὶ γιὰ πέντε ἔτη, ἀσκήθηκε σὲ ἐρημητήριο τῆς Σκήτης Βερροίας κοντὰ στὸν Ἀλιάκμονα. Τὸ 1331, λόγω τῆς εἰσβολῆς τῶν Σέρβων στὴν περιοχὴ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκαταβίωσε στὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Σάββα, σὲ ὕψωμα πάνω ἀπὸ τὴν Μεγίστη Λαύρα. Περὶ τὸ 1335-6, προχειρίστηκε ἀπὸ τὸν Πρῶτο Ἰσαάκ καὶ τὴν Σύναξη, ἡγούμενος τῆς μονῆς Ἐσφιγμένου (1335-38).
 Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1337 ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔρχεται πάλι στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου καὶ ἀρχίζει τὸν ἀγῶνα του κατὰ τῶν κακοδοξιῶν τοῦ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Τὸ 1340-41 ὑπὸ τὴν ἄμεση καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου συντάχθηκε ὁ Ἁγιορειτικός Τόμος, τὸν ὁποῖον ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ πρόκριτοι τῶν μονῶν τοῦ Ἄθω. Πρόκειται γιὰ μία κορυφαία στιγμὴ τῆς ἁγιορειτικῆς πνευματικότητας. Τὸ 1347, κατόπιν πολλῶν ἀγώνων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, χειροτονημένος ἤδη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ἐπιστρέφει στὸν ἀγαπημένο του Ἄθωνα. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη βρισκόταν στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ σέρβος κράλης Στέφανος Δουσάν, ὁ ὁποῖος ἀνάγκασε τὸν Γρηγόριο νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν τόπο, ἐπειδὴ ὁ δεύτερος δὲν ἐνέδωσε στὶς πιέσεις του νὰ ὑποστηρίξει τὰ σχέδιά του νὰ ἐγκαταστήσει Πρῶτο σερβικῆς καταγωγῆς. Ἀπὸ τότε, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δὲν ἐπέστρεψε ξανὰ στὸν Ἄθωνα. Ἐκοιμήθη ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τὸ 1359, ἔχοντας δικαιωθεῖ γιὰ τοὺς πολλοὺς ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνες του. Στὴ διαμόρφωση τῶν θεολογικῶν θέσεων τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀσφαλῶς θὰ συνετέλεσε πολὺ ἡ προηγούμενη ἄσκησή του στὸν ἱερό Ἄθω, ὅπου βρισκόταν σὲ μεγάλη ἀκμή -τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἰδιαίτερα- ὁ ἡσυχαστικὸς τρόπος ζωῆς, γιὰ τὸν ὁποῖο ἄλλωστε ἐκεῖνος τόσο ἀγωνίστηκε.   Οἱ Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐτῶν 1341, 1347 καὶ 1351 ἀνεκήρυξαν τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ὡς θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ ἔτος 1368 ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατατάχθηκε στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅταν ὁ νεαρός τότε ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ μονάσει στὸ Ἅγιον Ὄρος, πῆρε τοὺς δύο ἀδελφούς του καὶ μέσω Θράκης διέρχεται τὸ Παπίκιον ὄρος, ὅπου καὶ παρέμεινε λόγω τοῦ χειμῶνα. Ἐκεῖ ἐξέπληξε ὅλους τοὺς πατέρες μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία του. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὶς γύρω περιοχὲς ζοῦσαν πολλοὶ αἱρετικοὶ Μαρκιωνιστὲς ἤ Μασσαλιανοί, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος ἀντιμετώπισε μὲ τὴν ὑψηλὴ θεολογία του. Κατάφερε μάλιστα νὰ μεταστρέψει ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ τὸν ἀρχηγό τους. Σὲ ἀντίδραση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος οἱ αἱρετικοί θέλησαν νὰ τὸν δηλητηριάσουν, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος μὲ θεϊκὴ ἐπέμβαση φυλάχθηκε σῶος καὶ συνέχισε ἔπειτα τὸ δρόμο του πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη τοῦ συγγραφέα:
«Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», 
Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα (Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007), στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011) σ. 277-326, πίνακες 801-807.

Εἰκόνα:
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Τοιχογραφία τοῦ 1820 στὴ Λιτὴ τοῦ Κυριακοῦ τῆς σκήτης Καυσοκαλυβίων. Ἔργο Μητροφάνους μοναχοῦ τοῦ ἐκ Βιζύης τῆς Θράκης.


Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

                                 Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου   
       
                        Θεομητορικό μονοπάτι πρός τήν Ἀνάσταση



  (…)   ἀγάπη μας πρός τήν Παναγία εἶναι ἀνταπόδοση τῶν ὅσων ἐκείνη ἔκανε καί ἐξακολουθεῖ νά κάνει γιά ἐμᾶς. Ἀνταύγειες αὐτῆς τῆς ἀγάπης εἶναι καί τά θεσπέσια ὑμνογραφήματα τῆς Ἐκκλησίας μας, τά ἀφιερωμένα στήν Κυρία Θεοτόκο.                             
  Τό ἀπερίγραπτο πνευματικό κάλλος τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἔτρωσε τίς καρδιές τῶν θείων Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας μας καί τούς μετέβαλε σέ κιθάρες μουσουργικές πού πάνω τους ἡ χορδή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνέθεσε παναρμόνιες μελωδίες στήν χάρη της.                                         
  Οἱ ἱεροί ὑμνογράφοι καί θεῖοι μελωδοί, γιά νά ἐκφράσουν τό ἀπαράμιλλο κάλλος τῆς «καλῆς ἐν γυναιξί» Θεοτόκου, ἐπιστρατεύουν στό λόγο τους ὅλη τή δημιουργία, φέρουν ὅλες τίς λαμπρές εἰκόνες τῆς φύσης. Καί τήν ὀνομάζουν θάλασσα καί πέλαγος τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄρθρο φαεινό, φωτεινή νεφέλη, ἐλαία κατάκαρπη, περιστερά ἀμόλυντη.

ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟΣ.
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΟΡΗΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ
      Ὅμως κι αὐτοί ἀκόμη οἱ θεοφόροι νόες, δέν μπόρεσαν νά καλύψουν, μέ ὅλους τούς ὕμνους, μ᾿ ὅλες τίς ἀγγελικές ὠδές τους, μ᾿ ὅλες τίς βαθύνοες θεολογικές συλλήψεις τους, ὅσες ὀμορφιές, ὅσες δόξες, ὅσα χαρίσματα, ὅσα θεῖα φῶτα, ὅσες τελειότητες, ὅση ἀγαθότητα, ὅση ἁγιότητα ἔχει καί ἐκπέμπει ἡ Θεοτόκος Μαρία.                                                  
 Καί καταλήγουν, κατανοῶντας οἱ ψαλμωδοί τήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπινου καί ὁμολογοῦν:     
   «Ὑπερίπταται, Θεοτόκε ἁγνή, τό θαῦμα, τήν δύναμιν τῶν λόγων». Ξεπερνᾶ τό θαῦμα καί τό κάλλος τῆς Παναγίας μας, τό θαῦμα καί τό κάλλος τῆς Δημιουργίας.  Ὅλο τό κάλλος τῆς Παρθένου εἶναι ἔσωθεν. Εἶναι ὁ καρπός τῆς κοιλίας της, εἶναι ὁ Υἱός της, τό φῶς τοῦ κόσμου.
    Στή λειτουργική μας ζωή αὐτές οἱ Παρασκευές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀποτελοῦν μία ἀκόμη νησίδα εὐφροσύνης μέσα στήν  Ἄνοιξη καί τήν προετοιμασία γιά τό Πάσχα, πού κάνει ὅλα τά ὡραῖα καί ὄμορφα νά φαίνονται κατορθωτά, εὐκολοπλησίαστα. 
Εἶναι ἕνα θεομητορικό μονοπάτι, πού μᾶς ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στή σταυροαναστάσιμη πορεία πρός τό Πάσχα. 
Ὁ Ἀκάθιστος  Ὕμνος εἶναι ἕνα ἀκόμη δῶρο τῆς Παναγίας στήν ἀνθρωπότητα ἀλλά καί στόν καθένα μας προσωπικά, μέσα σ᾿ αὐτήν τήν ἐγκάρδια κοινότητα καί ἀτμόσφαιρα τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς.  
Μέ τήν Θεοτόκο ὁ κόσμος ξαναφωτίστηκε…


   Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ π. Παταπίου, πού ἐκφωνήθηκε κατά τούς Β΄ Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου, στἰς 25 Μαρτίου 2016, στόν μητροπολιτικό ναό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, στό Ἀρκαλοχώρι Ἡρακλείου. 


Τούς Χαιρετισμούς ἔψαλλε ὁ καθηγούμενος τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας καί Γέροντας τοῦ ὁμιλητοῦ ἀρχιμανδρίτης Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος συνοδευόταν ἀπό τον Γέροντα Ἀβραάμ Λαυριώτη, ἐκ τῶν προϊσταμένων τῆς Ἱ. Μονῆς.