Ἡ Δ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη στή μνήμη ἑνός μεγάλου διδασκάλου τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας καί τῆς προσευχῆς: τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὁ ὁποῖος εἶναι μία ἀντιπροσωπευτική μορφή τῆς ὀρθόδοξης ἄσκησης. Κι αὐτό, γιατί ἐκεῖνο πού ζητάει ἀπό μᾶς ἡ Ἐκκλησία εἶναι νά ἐμπλουτίσουμε τόν πνευματικό καί διανοητικό ἐσωτερικό μας κόσμο. Καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ Σαρακοστή εἶναι ἕνα βιωματικό ταξίδι στό βάθος τοῦ εἶναι μας. Τῆς ἀναζητήσεως νοήματος. Τῆς ἀνακαλύψεως ἀπό τόν ἄνθρωπο τοῦ θεϊκοῦ νοήματος τῆς ζωῆς του˙ τοῦ κρυμμένου βάθους της.
Ἀπό τόν βίο τοῦ ὁσίου Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτου,
μαθαίνουμε ὅτι ὁ Ὅσιος ἀνεδείχθη, ἐνῶ ἀκόμη βρισκόταν σέ νεαρή ἡλικία, θεόσοφος
καί βαθύς γνώστης τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Τόσο, πού θεωρεῖται σήμερα, ὅτι σέ
πολλά θέματα πρόλαβε τούς μεγάλους σύγχρονους ἐρευνητές ψυχαναλυτές καί
ψυχολόγους.
Τόν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του, ὁ ὅσιος
Ἰωάννης τόν ἐπέρασε σέ ἕνα σπήλαιο στούς πρόποδες τοῦ ὅρους Σινᾶ. Ἐκεῖ ἐσχόλαζε
στήν προσευχή, στή μελέτη καί στόν ἀγῶνα γιά τήν προσωπική του κάθαρση ἀπό τά
πάθη. Καί ἔτσι ἔγινε, ἀπό τήν προσωπική του πεῖρα ὁ ὑπεροχώτερος διδάσκαλος καί
«εἰς Θεόν ἀλείπτης» τῶν εὐγενῶν δρομέων, πού ἀπαγκιστρώνονται ἀπό τόν κόσμο καί
τρέχουν στόν δρόμο, πού ὁδηγεῖ στήν μακαρία ἄληκτη ζωή. Σ᾿ ἕναν κόσμο ὅπου ὁ
ἥλιος δέν δύει ποτέ.
Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ὅτι ἡ ἀληθινή σοφία τοῦ ὁσίου Ἰωάννη καί ἡ ἀπόλυτη συνέπειά του στά κελεύσματα τῶν γερόντων – πνευματικῶν πατέρων καί διδασκάλων τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, τόν βοήθησαν νά κατανοήσει τήν ἀπέραντη σημασία τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀποκτῶντας βαθύτατα αὐτομεμψία. Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἀγωνιζόμενος ἀξιώθηκε νά τοῦ δοθοῦν ἀπό τόν Θεό πολλά πνευματικά χαρίσματα, ὅπως τό προορατικό, τῆς παρρησίας καί τῆς διδασκαλίας. Τό χάρισμα αὐτό τῆς διδασκαλίας εἶναι μέγιστο, καί ἁγιάζει πολλούς ἀνά τούς αἰῶνες. Καρπός τοῦ χαρίσματος αὐτοῦ καί τῆς ἁγιασμένης καρδιᾶς του εἶναι τό ἔργο του Κλῖμαξ, μέσα ἀπό τό ὁποῖο ὁ ὅσιος Ἰωάννης θά τιμᾶται ὡς αἴτιος τῆς σωτηρίας ἀναρίθμητων ἀνθρώπων, κυρίως μοναχῶν. Γιά τούς τελευταίους ἡ Κλῖμαξ θεωρεῖται ἕνα δεύτερο Εὐαγγέλιο. Εἶναι θεόγραφες πλάκες, γεμᾶτες χάρη, σοφία καί σωτήρια δύναμη, καθώς ὑποδεικνύει στούς μοναχούς πρωτίστως, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς χριστιανούς ἀκολούθως, μέ ποιόν τρόπο θά ἀνεβοῦν τή σκάλα τοῦ Παραδείσου
«Ἐπιτηρήσωμεν καί εὑρήσομεν, τῆς πνευματικῆς σάλπιγγος σημαινούσης, ὁρατῶς μέν ἀθροιζομένους ἀδελφούς, ἀοράτως δέ συναγομένους τούς ἐχθρούς... Ἐπαινετόν ἔργον ἡ προσευχή. Ὁ κτησάμενος, καί Θεῷ πλησιάζει καί δαίμονας ἀπελαύνει», διδάσκει ὁ ὅσιος Ἰωάννης, πού μέ ἁπλούστερα λόγια μᾶς λέγει ὅτι «ἀρκεῖ νά δώσουμε πνευματική προσοχή ὅταν σημαίνει ἡ καμπάνα γιά τήν κοινή προσευχή στό ναό, καί θά δοῦμε ὁρατῶς μέ τούς πιστούς πού προσέρχονται στήν προσευχή, ἀοράτως δέ τίς δυνάμεις τοῦ σκότους νά ἀντιπαραττάσονται. Καί συμπεραίνει ὁ θεῖος πατήρ: «Ἐπαινετό ἔργο ἡ προσευχή. Ὅποιος προσεύχεται, καί τόν Θεό προσεγγίζει καί τούς δαίμονες διώχνει».
Ἀποσπάσματα
ἀπό ὁμιλία τοῦ συγγραφέα στόν ἱερό ναό Ἁγίου Χαραλάμπους Κατερίνης, κατά τόν Κατανυκτικό
Ἑσπερινό τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, στίς 30 Μαρτίου 2025, μέ τίτλο: «Ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος ὡς τόν ἅγιο Πορφύριο
τόν Καυσοκαλυβίτη: ἡ Προσευχή στήν ἀσκητική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας».