Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ

 
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Τά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια τῶν Καυσοκαλυβίων. Μία πρώτη παρουσίαση

Ἀπό τά πλέον ἀξιόλογα καί παραγωγικά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους τήν περίοδο ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 19ου μέχρι τά μέσα τοῦ 20οῦ αἰ., εἶναι τά ἐργαστήρια τῆς σκήτης Ἁγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων. Τά ἐργαστήρια αὐτά παρήγαγαν ἀξιόλογα ἀλλά καί πολυπληθῆ ἔργα ἁγιογραφίας, κυρίως φορητές εἰκόνες, τά ὁποῖα ταξίδευσαν τόσο στό σύνολο τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου ὅσο καί στό ἐξωτερικό.
Ἡ ἐνασχόληση τῶν πατέρων τῆς πλέον ἀπομακρυσμένης αὐτῆς ἁγιορειτικῆς σκήτης μέ τό ἐργόχειρο τῆς ἁγιογραφίας ἔχει τίς ἀπαρχές της ἀρκετά πρίν, ἀπό τόν 17ο ἤδη αἰώνα, μέ τήν παρουσία στήν περιοχή τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ Μυροβλύτου, πού ἄφησε τά ἴχνη του στήν περιοχή καί ὡς ἱστοριογράφος. Ἀργότερα, κατά τόν 18ο αἰώνα, τόσο τό Κυριακό, τόν κεντρικό δηλαδή ναό τῆς Σκήτης ὅσο καί τά παρεκκλήσια τῶν ἐπιμέρους Καλυβῶν-ἡσυχαστηρίων, κόσμησαν ἐξαίρετης τέχνης τοιχογραφίες καί φορητές εἰκόνες ἀπό πολύ γνωστά καί παραγωγικά ἁγιορειτικά ἐργαστήρια ὅπως ἐκεῖνα τοῦ ἱερομονάχου Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ, τοῦ ἱερομονάχου Παρθενίου τοῦ Σκούρτου, τῶν Κωνσταντίνου καί Ἀθανασίου ἀπό τήν Κορυτσά, τοῦ μοναχοῦ Μητροφάνη τοῦ Χίου καθώς καί τῶν Καρπενησιωτῶν ζωγράφων.
  Τά παραπάνω ἔργα αὐτά ἐκκλησιαστικῆς ζωγραφικῆς, τά ὁποῖα εἶχαν ἐνώπιόν τους καθημερινά οἱ Καυσοκαλυβῖτες πατέρες, ἀποτέλεσαν τά πρότυπα ἤ τουλάχιστον ἐπιρέασαν τίς τεχνοτροπικές τάσεις τῶν εἰκονογραφικῶν ἐργαστηρίων τῶν Καυσοκαλυβίων, τουλάχιστον μέχρι τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Κατά τήν περίοδο αὐτή, συναντοῦμε τά ἑξῆς δύο ἐργαστήρια:
1) Τό ἐργαστήριο τοῦ Καυσοκαλυβίτου μοναχοῦ Σεραφείμ ζωγράφου ( 1830), πού ἀσκήθηκε ἀπό τό 1800 στήν καλύβη Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
2) Τό ἐργαστήριο τοῦ μοναχοῦ Μακαρίου, ἀπό τήν Ἐρεσσό τῆς Λέσβου, μέ ἀκμή τήν περίοδο 1791-1812. Ὁ ἴδιος ὑπογράφει τά ἔργα του ὡς «ἐκ χειρός ἁμαρτωλοῦ μοναχοῦ Μακαρίου Καυσοκαλυβήτου» ἤ διά χειρός  «Μακαρίου μοναχοῦ τοῦ ἐκ τοῦ χωρίου Ἐρεσσοῦ τῆς Λέσβου ἐν σκήτῃ τοῦ Καυσοκαλυβίτου» ἤ «Ἐγράφη ἡ πάνσεπτος τήδε εἰκών ἐν Ἄθῳ ἐν σκήτῃ σεβασμίᾳ τε τοῦ Καυσοκαλυβήτου ὑπό χειρός ἁμαρτωλοῦ μοναχοῦ Μακαρίου». Τό πιθανότερο, ὁ μοναχός Μακάριος ἀσκήθηκε στήν καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου ἀσκοῦνταν πρό αὐτοῦ καί ἄλλοι Λέσβιοι μοναχοί καί στήν ὁποία φυλάσσεται φορητή εἰκόνα τοῦ ἐργαστηρίου του, τοῦ ἔτους 1792, πού ἀπεικονίζει τούς ἁγίους Ἀρτέμιο καί Συμεών Νέο Θεολόγο νά δέονται στόν ἔνθρονο Κύριο. Τοῦ μοναχοῦ Μακαρίου ἔχουμε ἐπιπλέον ἐντοπίσει φορητές εἰκόνες τῆς περιόδου 1791-1799, πού βρίσκονται στους ναούς τῆς Ἁγίας Εἰρήνης και τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου στήν Ἐρεσσό τῆς Λέσβου, καθώς και τῆς περιόδου 1800-1812 στό ναό τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στήν Ἄντισσα, πάλι στη Λέσβο. 
  Τήν ἑπόμενη τώρα περίοδο, τοῦ γ΄ τετάρτου τοῦ 19ου αἰώνα, στή Σκήτη δραστηριοποιοῦνται τά ἑξῆς ἔργαστήρια:
3) Τό ἐργαστήριο τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου, πού καταγόταν ἀπό τό Φερτέκιοϋ τοῦ Ἰκονίου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καί ὁ ὁποῖος ἀσκήθηκε στήν καλύβη τῆς Ὑπαπαντῆς. Τό 1867 ὁ Ἰάκωβος διετέλεσε Δικαῖος τῆς Σκήτης. Μέχρι σήμερα ἔχουμε ἐντοπίσει ἐνυπόγραφα ἔργα του τῆς περιόδου 1861-1887, στή Μεγίστη Λαύρα καί στά Καυσοκαλύβια.
4) Τό ἐργαστήριο τοῦ ἱεροδιακόνου Διονυσίου. Ἀσκεῖτο περί τό 1869 στήν Καλύβη τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (παλαιό Κυριακό) ἐνῶ στά 1875 μετέβη στήν Κύπρο ὅπου ἀνακαίνισε τήν ἱστορική μονή Σταυροβουνίου. Ἐκεῖ εἶχε ὡς ἐργόχειρο τήν ἱστόρηση φορητῶν εἰκόνων. Ἕνα ἀπό τά ἔργα τῆς καυσοκαλυβίτικης περιόδου του εἶναι ἡ δεσποτική εἰκόνα τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους στό τέμπλο τοῦ παρεκκλησίου τῆς καλύβης τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους Καυσοκαλυβίων, τοῦ ἔτους 1869.
5) Τό ἐργαστήριο τοῦ περίφημου ἀσκητή τοῦ Ἄθωνα, μοναχοῦ Γεωργίου ἤ Χατζηγεώργη (1809-1886) ὅπως μᾶς εἶναι περισσότερο γνωστός, πού καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ὁ μοναχός Γεώργιος ἔγινε μοναχός στήν καλύβη Ἁγίου Γεωργίου τῶν Καυσοκαλυβίων ὅπου ἔζησε ἀρκετά χρόνια ἐνῶ ἀργότερα ἀσκήθηκε και στό κελλί τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καί Ἁγίου Μηνᾶ τῆς Κερασιᾶς, περιοχῆς πάνω ἀπό τά Καυσοκαλύβια. Ἐκεῖ, γύρω στά 1870, ἡ συνοδεία ἀποτελοῦνταν ἀπό 30 μοναχούς, πού εἶχαν ὡς ἐργόχειρο τήν ἁγιογραφία. Ἀπό τά ἔργα αὐτῆς τῆς περιόδου ἀναφέρουμε εἰκόνες σέ ναούς τῆς Συκιᾶς και τοῡ Νεοχωρίου Χαλκιδικῆς, φορητή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στήν εἰκονοθήκη τοῦ Πρωτάτου, καί δύο φορητές εἰκόνες στή ρουμανική σκήτη Προδρόμου τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει μία ἀδημοσίευτη καί ἄγνωστη πλούσια συλλογή ἀπό ἀνθίβολα, πού προέρχονται ἀπό τό ἐργαστήριο τοῦ Χατζηγεώργη στήν Κερασιᾶ καί τά ὁποῖα μᾶς βοηθοῦν νά ἀναλύσουμε τή σταδιακή μετεξέλιξη τῆς τεχνοτροπίας τοῦ ἐργαστηρίου σέ μία περισσότερο νατουραλιστική τέχνη, πού ὡστόσο διατηρεῖ ὑψηλή τήν πνευματικότητά  της.
6) Τήν ἐξεταζόμενη κατά τήν εἰσήγηση αὐτή περίοδο οἱ δυτικότροπες καλλιτεχνικές τάσεις στήν ἁγιορειτική ἐκκλησιαστική ζωγραφική, πού εἶχαν ἀπό τά τέλη τοῦ 18ου αἰ. ἀναφανεῖ στό Ἅγιον Ὄρος, ἀποκτοῦν μεγαλύτερη ἐμβέλεια. Ἔτσι, τά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια τῶν Καυσοκαλυβίων, ἀπό τά μέσα ἤδη τοῦ 19ου αἰ, ἀκολουθοῦν τίς γενικότερες τάσεις, καί προσανατολίζονται σταδιακά σέ δυτικότροπες ἐκφράσεις, παρασυρόμενα καί ἀπό τίς αἰσθητικές προτιμήσεις τῶν πολυπληθῶν ρώσων παραγγελιοδοτῶν, πού συνέρεαν τήν ἐποχή ἐκείνη στόν Ἄθωνα καί οἱ ὁποῖοι προτιμοῦσαν τήν οἰκεῖα σ᾿ αὐτούς ἀναγεννησιακή ρωσική ἐκκλησιαστική τέχνη. 
Ὁ ἁγιογραφικός οἶκος τῶν Ἰωασαφαίων, πού ἐγκαινιάζει κατά κάποιο τρόπο τήν περίοδο αὐτή, γρήγορα θά ἐξελιχθεῖ σέ «Σχολή Ἁγιογραφίας» καθώς καί σέ πρότυπο ἁγιογραφικῆς τέχνης, ἐπηρεάζοντας μέσα ἀπό τήν καταξίωσή του αὐτή, τούς ἄλλους ἁγιογραφικούς οἴκους τῶν Καυσοκαλυβίων καθώς καί ὁρισμένα ἀπό τά ἐργαστήρια τόσο τῆς γειτονικῆς σκήτης Ἁγίας Ἄννης ὅσο καί ἐκεῖνα τῆς Νέας Σκήτης. Στο ἐργαστήριο αὐτό και τήν παρουσία του στή νεοελληνική ἐκκλησιαστική τέχνη ὑπάρχουν ἀρκετές ἀναφορές, πού ὅμως τελικά ἐλάχιστα καλύπτουν τό ὅλο θέμα. Γιά τό σκοπό αὐτό, στό κείμενο γιά τά Πρακτικά, προτιθέμεθα νά δημοσιεύσουμε ἐκτός τῶν ἄλλων, σημαντικά ἀποσπάσματα ἀπό τήν ἀνέκδοτη χειρόγραφη Ἱστορία τῆς συνοδείας και τοῦ ἐργαστηρίου, πού ἵδρυσε ὁ Καππαδόκης μοναχός Ἰωάσαφ. Ὁ Ἰωάσαφ (1832-1880) ἔφθασε στό Ἅγιον Ὄρος  τήν περίοδο 1848-1850 κοινοβιάζοντας στή μονή Ἁγίου Παντελεήμονος. Τό 1856-1857 ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός στην Κερασιά ἀπό τον προαναφερθέντα γέροντα Χατζηγεώργη. Σύμφωνα μέ τήν ἀνέκδοτη Ἱστορία τῶν Ἰωασαφαίων, ὁ Ἰωάσαφ ἔμαθε τήν ἁγιογραφική τέχνη αὐτοδίδακτος στήν καλύβη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς σκήτης Ἁγίας Ἄννας, ὅπου ζοῦσε τό 1858.
  Χωρίς πάντως νά ἀμφισβητοῦμε τά λεγόμενα τῶν ἰδίων τῶν Ἰωασαφαίων περί τοῦ αὐτοδίδακτου τῆς τέχνης τους, θά πρέπει βάσιμα νά ὑποθέσουμε μία «συνεργασία» τοῦ γέροντος Ἰωάσαφ μέ τόν γέροντά του Χατζηγεώργη. Πιστεύουμε μάλιστα ὅτι ὁ Ἰωάσαφ μαθήτευσε, ἔστω καί ἀτύπως, στό εἰκονογραφικό ἐργαστήριο τοῦ Χατζηγεώργη τῆς Κερασιᾶς, ὅπου ἄλλωστε ἀσκήθηκε ἐπί ἕνα περίπου ἔτος. Μία φορητή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος τοῦ ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Νεοχωρίου Χαλκιδικῆς, τοῦ ἔτους 1860, τῆς πρώϊμης δηλ. καλλιτεχνικῆς περιόδου τοῦ Ἰωάσαφ, εἰκόνα τήν ὁποία ὑπογράφει ὁ ἴδιος, συνδέεται ἀπό κάθε ἄποψη μέ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Γοργοϋπηκόου, στόν ἴδιο ναό, τοῦ ἔτους 1861, ἔργο τοῦ Χατζηγεώργη. Εἶναι χαρακτηριστική, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἡ ὁμοιότητα τῶν ἐπιγραφῶν τῶν δύο εἰκόνων. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό ὅτι μετά τή σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης ἡ συνοδεία μετακόμισαν στό κελλί τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου τῆς Κερασιᾶς. Ἀπ᾿ ἐκεῖ, τό ἔτος 1881, κατόπιν προτροπῆς Καυσοκαλυβιτῶν πατέρων, ἀνάμεσά τους καί ὁ μοναχός Ἰάκωβος, στοῦ ὁποίου τό ἐργαστήριο προαναφερθήκαμε, μετέβησαν στή σκήτη Καυσοκαλυβίων., ὅπου ἀνήγειραν τήν περικαλλή καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
 Ἀνάμεσα στούς ἀδελφούς Ἰωασαφαίους, διακρίθηκαν ὁ ἱερομόναχος Ἀντώνιος (†1887) ἀπό τίς Μηλιές Πηλίου, πού διαδέχθηκε τόν γερο-Ἰωάσαφ στήν γεροντία τῆς Καλύβης, ὁ ἱεροδιάκονος Χρυσόστομος (†1897) ἀπό τόν Πολύγυρο, ὁ μοναχός Γεώργιος (†1897) ἀπό τίς Κυδωνίες τῆς Μ. Ἀσίας, ὁ μοναχός Ἰωάννης (†1926), ἀδελφός τοῦ γέροντος Ἰωάσαφ, ὁ ὁποῖος ὡς ἁγιογράφος θεωρεῖται ἀνώτερος ἀπό τόν Ἰωάσαφ, ὁ μοναχός Εὐθύμιος ὁ Χίος (†1919), ὁ μοναχός Ἰωάννης ἀπό τή Σάμο (†1988) καί ὁ μοναχός Ἀντώνιος ἀπό τή Σαμαρίνα Γρεβενῶν (†1990), ὁ τελευταίος Ἰωασαφαίος. Περί τό ἔτος 1925 τρία μέλη τῆς συνοδείας ἀναχώρησαν γιά τίς Καρυές, ὅπου στό γρηγοριάτικο κελλί τῆς Ὑπαπαντῆς δημιούργησαν τό δικό τους εἰκονογραφικό ἐργαστήριο.

Στήν πάλαι ποτέ πλούσια βιβλιοθήκη τῶν Ἰωασαφαίων, πού τό μεγαλύτερο μερος της βρίσκεται σήμερα στή Μεγίστη Λαύρα ἀλλά καί στό ἐξίσου σημαντικό ἐναπομείναν στήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου εἶχαν ὀργανώσει τό ἐργαστήριό τους, σωζονται πολλά ἀπό τά λιθογραφικά ἀντίτυπα εἰκόνων πού προέρχονταν ἀπό τή Ρωσία, καί πού ἀποτελοῦσαν τά πρότυπα τῆς τέχνης τους. Πρότυπα πού μέ τή σειρά τους μιμοῦνται δυτικοευρωπαϊκά ρεύματα. Τίς λιθογραφίες αὐτές προμηθευόντουσαν ἀπό τήν ἐκρωσισμένη ἤδη μονή Ἁγίου Παντελεήμονος, τίς ρωσικές σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα καί Προφήτου Ἠλία ἀλλά καί τά πολυάριθμα ρωσικά κελλιά τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Οἱ παραγγελίες εἶναι χιλιάδες καί κυρίως ἡ μονή Ἁγίου Παντελεήμονος παίζει τό ρόλο τοῦ μεσίτη μεταξύ τῶν ἐργαστηρίων καί τῶν Ρώσων, πού συνήθως εἶναι εὐεργέτες ἤ ἀγοραστές. Φαίνεται μάλιστα ὅτι τά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια ἑλλήνων ἁγιορειτῶν, ὅπως αὐτό τῶν Ἰωασαφαίων, ὑπερεῖχαν καλλιτεχνικά ἀπό τά ἀντίστοιχα τῶν ρώσων, γι᾿ αὐτό καί οἱ ρώσοι μοναχοί πού προωθοῦσαν τά ἔργα αὐτά στή Ρωσία ἤ στούς ρώσους προσκυνητές προτιμοῦσαν νά μή ἀναγράφονται τά ὀνόματα τῶν ἑλλήνων μοναχῶν στίς εἰκόνες πού ἱστοροῦσαν, προκειμένου νά φαίνεται ὅτι αὐτές προέρχονταν ἀπό τά ρωσικά ἀθωνικά ἐργαστήρια. Ἀκόμη καί οἱ ὀκτώ εἰκόνες πού παραγγέλθηκαν τό 1888 στούς Ἰωασαφαίους, προορισμένες γιά τό τέμπλο τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος, ἀκολούθησαν τήν ἴδια πορεία.
  Οἱ Ἰωασαφαῖοι δέν ἀκολουθοῦσαν τή βυζαντινή τεχνοτροπία. Ἡ ζωγραφική τους συνίστατο σέ μία ἄμεση ἀπομίμηση δυτικῶν προτύπων καί ζωγράφιζαν ἐλαιογραφίες μέ τό δυτικό φυσιοκρατικό καλλιτεχνικό ἰδίωμα καί ἰδίως ἐκεῖνο τῆς Ρωσοναζαρηνῆς λεγόμενης σχολῆς. Διακρίνεται ἀπό ἕνα ρεαλισμό, σχεδόν φωτογραφικό, ὅπως ἐπίσης καί ἀπό μία πολύ ἐπιμελημένη τεχνική, πού τήν παρατηροῦμε στήν προσεκτική ἀπεικόνιση τῶν λεπτομερειῶν, κάτι πού προδίδει, τό λιγότερο, μία πολύ ἀναπτυγμένη ζωγραφική τεχνική ἱκανότητα.
     Τά ἑπόμενα εἰκονογραφικά ἐργαστήρια τῶν Καυσοκαλυβίων, στά ὁποῖα ἀκροθιγῶς θά ἀναφερθοῦμε, σχετίζονται λίγο-πολύ μ᾿ ἐκεῖνο τῶν Ἰωασαφαίων, μιά πού οἱ προεξάρχοντές τους μαθήτευσαν σ᾿ αὐτούς.
7) Τό ἐργαστήριο τῆς καλύβης τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἱδρυτής τοῦ ἐργαστηρίου: ὑπῆρξε ὁ μοναχός Ἰωακείμ Ραλλίδης (1871-1936) ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, συγγενής τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Ἰωακείμ Γ’. Ἔμαθε τήν τέχνη στούς Ἰωασαφαίους, ὅπου τόν ἔστειλε ὁ Πατριάρχης, προκειμένου νά μάθει ἁγιογραφία καί στή συνέχεια νά ἐπιστρέψει στήν Πόλη γιά νά βοηθήσει οἰκονομικά τούς γονεῖς του. Ἐκεῖνος ὅμως, δέν ἐπέστρεψε ποτέ πίσω. Διάδοχος τοῦ Ἰωακείμ τόσο στή γεροντία τῆς Καλύβης ὅσο καί στήν τέχνη ἦταν ὁ μοναχός Εὐγένιος  (1886-1964), καταγόμενος ἀπό τη Λέσβο.
8) Τό ἐργαστήριο τῆς καλύβης τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στό ὁποῖο προεξῆρχε ὁ μοναχός Ἰωαννίκιος Α΄ὁ Αἰγινίτης, ὁ ὁποῖος ἀρχικά, τό 1887, κοινοβίασε ἐπί δέκα περίπου ἔτη στήν καλύβη τῆς Ἁγίας Ἄννας τῶν Καυσοκαλυβίων καί στή συνέχεια στίς Καλύβες Εὐαγγελισμοῦ καί Ζωοδόχου Πηγῆς. Δημιούργησε συνοδεία μέ τόν ἀνεψιό του, ἐπίσης συνώνυμο, μοναχό Ἰωαννίκιο Β΄Μαυρόπουλο καί τό μοναχό Λουκᾶ, πού εἶχαν πολύ καλή ἐπίδοση στή ζωγραφική. Ὁ μοναχός Ἰωαννίκιος ὁ Α΄, πρίν τό 1921, ἐγκαταλείποντας τήν Καλύβη αὐτή ἀλλά καί τό Ἅγιον Ὄρος, κατέληξε στόν Πειραιά, ὅπου ἀσκοῦσε τήν τέχνη του μέχρι τά τελευταῖα του.
 Ἀνάμεσα στά ἐξαιρετικῆς τέχνης ἔργα τοῦ Ἰωαννίκιου Α΄ τοῦ Καυσοκαλυβίτου ἀναφέρουμε, τίς εἰκόνες τοῦ τέμπλου τοῦ καθολικοῦ τῆς Μεγίστης Λαύρας, τοῦ ἔτους 1898, τίς δεσποτικές εἰκόνες τοῦ παλαιοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Πατρῶν, τῶν ἐτῶν 1921 καί 1922, τῶν ναῶν Ἁγίου Νικολάου Πατρῶν και Ἁγίου Βασιλείου Βραχνέϊκων, τοῦ ἔτους 1923, και τῶν ναῶν Ἁγίου Νικολάου Σύρου και Εὐαγγελιστρίας Πειραιᾶ.
 Ὁ ἀνηψιός του, μοναχός Ἰωαννίκιος Β΄ Μαυρόπουλος, πού καταγόταν ἀπό τή Νεάπολη τῆς Καππαδοκίας, ἐκοιμήθη στό λαυρεωτικό κελλί τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Σκουρταίων στίς Καρυές, ὅπου εἶχε μετεγκατασταθεῖ περί τό 1921, ἐξασκώντας μέ μεγάλη ἀναγνωρισιμότητα τήν τέχνη του.  
  Στήν καλύβη τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἔζησε στη συνέχεια και δημιούργησε, ἡ συνοδεία τῶν Νικοδημαίων, προερχόμενη  ἀπό τήν Καλύβη τῶν Ἁγίων Πάντων, ἀνάμεσά τους ὁ ξυλογλύπτης ἀλλά καί ἁγιογράφος  ἱερομόναχος Ἐπιφάνιος. Στή συνέχεια ἐκεῖ ἔζησε ὁ μοναχός Νήφων Δοντάκης τοῦ Μακαρίου, ὁ ὁποῖος ἀνάμεσα σέ ἄλλα ἦταν καί ἁγιογράφος ἀλλά καί καλλιτέχνης κολλυβᾶς. Γνωστός μᾶς εἶναι καί γιά τις προσωπογραφίες μέ κάρβουνο πού φιλοτεχνοῦσε.
9) Τό ἐργαστήριο τῆς καλύβης τῶν Ἀρχαγγέλων. Ἐδῶ ἐργαζόταν τήν ἱερή τέχνη ὁ ὑποτακτικός τοῦ γέροντος Νεοφύτου, Λέσβιος μοναχός Ζαχαρίας Κανέλλης (1886-1963), ἐξαίρετος ἐκτελεστής τῆς ρωσοναζαρηνῆς τέχνης. Ἀντέγραφε πρῶτα σχέδια ἀπό τίς βυζαντινές καί μεταβυζαντινές εἰκόνες τῶν ἁγιορειτικῶν μονῶν καί στή συνέχεια τά μετέτρεπε γιά τίς ἀνάγκες τῆς τέχνης του. Τόν διαδέχθηκε ὁ μοναχός Εὐθύμιος Λιγυρός.
 Ὁ μακαριστός Φώτης Κόντογλου, πού ἐπισκεπτόταν τά Καυσοκαλύβια,  παρακαλοῦσε θερμά τόν γέροντα Ζαχαρία νά ἀλλάξει τήν τεχνική του ἐπί τό παραδοσιακότερον, χωρίς ὅμως ἐπιτυχία. Γιά νά τόν πείσει μάλιστα ὅτι κι ἐκεῖνος μποροῦσε νά ζωγραφίζει φυσιοκρατικά, ἀλλά ὀφείλει κάποιος νά θυσιάζει τήν μεγάλη του δεξιοτεχνία πρός ὄφελος τῆς Παράδοσης, φιλοτέχνησε μία ἐλαιογραφία μέ τό πορτρέτο τοῦ μοναχοῦ Ζαχαρία, πού φυλάσσεται στήν καλύβη τῶν Ἀρχαγγέλων.
  Ἔργα τοῦ μοναχοῦ Ζαχαρία βρίσκονται διάσπαρτα τόσο στό Ἅγιον Ὄρος ὅσο καί στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. Ἀπ᾿ αὐτά, νά ἀναφέρουμε σήμερα μόνο μία φορητή εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τήν πρώτη πού ἱστορήθηκε ἀπό τήν ἁγιοκατάταξή του, τό 1955. Την εἰκόνα αὐτή καί τή σχετική ἀνέκδοτη ἐπιστολογραφία μεταξύ τοῦ ζωγράφου καί τοῦ λογίου μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, πρωτοδημοσιεύσαμε σε πρόσφατη μελέτη μας.
10) Τό ἐργαστήριο τῆς καλύβης Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, πού ἵδρυσε ὁ ζωγράφος ἱερομόναχος Πανάρετος Πολυκάρπου ἐκ Κρήτης (1943), συνεργάτης τοῦ ἁγίου Νεκταρίου Αἰγίνης στίς ἐκδόσεις ἔργων του. Ὁ Πανάρετος εἶχε ὑποτακτικούς τό μοναχό Νικόδημο ἐκ Χανίων, τόν ἱεροδιάκονο Πανάρετο τό νεώτερο ἐκ Λέσβου (1950) καί τό μοναχό Ἰωσήφ ἐκ Βιάννου Κρήτης ( 1940). Ὅλοι τους ἁγιογραφοῦσαν, ὑπογράφοντας «Νικοδημαῖοι», μετά τήν κοίμηση τοῦ ἱερομονάχου Παναρέτου.
  Σέ ἐπιστολή του τοῦ ἔτους 1933 πρός τόν διάδοχό του στή γεροντία τῆς Καλύβης τῆς Μεταμορφώσεως μοναχό Νικόδημο, ὁ ἀρχιμανδρίτης Πανάρετος, συμβούλευε τούς πατέρες τῆς συνοδείας μεταξύ ἄλλων: «...Προσέχετε δέ καί τήν ἐργασίαν σας νά μήν ἀμελῆτε... σᾶς συμβουλεύω, ἐντός τοῦ Ἁγίου Ὄρους νά ἐργάζεσθε, ἔστω καί μέ ὁλίγον κέρδος. Θά κερδίσετε τήν εἰρήνην καί τήν ἡσυχίαν σας. Εἶναι ὀλίγον κέρδος αὐτό; Εἰς τήν πτωχείαν ἀναπαύεται ἤ ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστός διότι ἐνανθρωπήσας, ταύτην ἐνεδύσατο ἑκουσίως ὁ πανάγαθος καί φιλάνθρωπος Κύριος».
11) Τό ἐργαστήριο τῶν Θεοφαναίων, τῆς καλύβης τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου.  Κύριος ζωγράφος ἦταν ὁ ἱεροδιάκονος Χρυσόστομος ἐκ Χανίων, ὑποτακτικός τοῦ γέροντος Γρηγορίου, πού εἶχε μάθει τήν τέχνη ἀπό τόν προαναφερθέντα μοναχό Ζαχαρία. Ἱστόρησε τούς Εὐαγγελιστές στόν τρούλλο τοῦ παρεκκλησίου τῆς καλύβης Ἁγίου Εὐσταθίου, περί τά 1920-1925. Ἔργα τοῦ ἐργαστηρίου, τοῦ ἔτους 1908, πού ὑπεγράφοντο ὡς «Γρηγορίου μοναχοῦ» ἤ «Ἀδελφότητος Θεοφαναίων» ἔχουμε ἐπίσης ἐντοπίσει στή Σκιάθο καί στή Σκόπελο.
12) Τό ἐργαστήριο τοῦ μοναχοῦ Παϊσίου, ἀπογόνου τοῦ μοναχοῦ Χατζηγεώργη τῆς Κερασιᾶς, πού ἀσκήθηκε περί τό 1904 στήν καλύβη τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους ὅπου καί σώζεται ἔργο του, τοῦ ἔτους 1902, τῆς Παναγίας Μυρτιδιώτισσας.
13) Τό ἐργαστήριο τοῦ μοναχοῦ Ἀντωνίου Πιερρόπουλου, τοῦ ὁποίου δύο εἰκόνες ἔχουμε ἐντοπίσει στό χωριό Εὔα τῆς Μεσσηνίας: Ὁ Εὐαγγελισμός  τῆς Θεοτόκου, τοῦ ἔτους 1895, στό ναό τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν καί ὁ ἅγιος Δημήτριος, τοῦ ἔτους 1901, στό ναό τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου. 
14) Τό ἐργαστήριο τοῦ μοναχοῦ Πολυκάρπου ἀπό τή Μοσχόπολη τῆς Β. Ἠπείρου. Ἀναφέρουμε δύο ἔργα του, τοῦ ἔτους 1911: ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ καί ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, πού εἶναι τοποθετημένα στή νότια καί βόρεια πύλη εἰσόδου τοῦ ἱεροῦ Βήματος τοῦ Κυριακοῦ τῶν Καυσοκαλυβίων.
15) Στήν καλύβη Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἀσκήθηκε περί τό 1927 καί ὁ ἁγιογράφος μοναχός Ἰωάννης (1938) ἀπό τό Μυριόφυτο τῆς Θράκης. Ἀποχωρώντας ἀπό τά Καυσοκαλύβια, ἔζησε στόν Πειραιᾶ «ἐργαζόμενος τήν ἁγιογραφική τέχνην. Εἶχε γάρ σπουδάσει ταύτην καί τελειοποιηθεῖ ἐν Παρισίοις», σύμφωνα μέ ἀνέκδοτη χειρόγραφη σημείωση.
16) Τέλος νά ἀναφέρουμε τό ἐργαστήριο τῆς καλύβης τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὑπό τό μοναχό Μιχαήλ, πού καταγόταν ἀπό τή Σύμη (1906) και ἔμαθε τήν ἁγιογραφία ἀπό τούς τελευταίους Ἰωασαφαίους, μοναχούς Ἀντώνιο καί Ἰωάννη καθώς καί τό μοναχό Γαβριήλ, πού τόν διαδέχθηκε. Μέ τήν πρόσφατη ἐκδημία τοῦ τελευταίου Γέροντα (Νοέμβριος 2010) ἔκλεισε ὁ κύκλος τῶν παλαιῶν Καυσοκαλυβιτῶν ἁγιογράφων, παραδίδοντας ἐλπιδοφόρα τή σκυτάλη σέ μᾶς τούς νεώτερους.                     
  Ἡ πρώτη ἀντίδραση στή σταδιακή ἐγκατάλειψη τῆς παραδοσιακῆς τεχνοτροπίας καί τεχνικῆς ἱστορήσεως τῶν εἰκόνων καί στήν υἱοθέτηση τῆς δυτικότροπης ζωγραφικῆς τῆς Ρωσοναζαρηνῆς σχολῆς ἀπό τά Ἁγιορειτικά, ὁπότε καί ἀπό τά Καυσοκαλυβίτικα εἰκονογραφικά ἐργαστήρια, σημειώθηκε στό ἴδιο τό Ἅγιον Ὄρος. Σέ μία ἐπιστολή του, τοῦ ἔτους 1897, στήν Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια, ὁ ἀνώνυμος Ἁγιορείτης Μοναχός, ἐπισημαίνει τήν παρακμή τῆς ἁγιορειτικῆς εἰκαστικῆς παραγωγῆς καί καταλογίζει εὐθύνες στό ρωσικό ἐμπόριο. Τονίζει ἀπό τή μιά τήν προτεραιότητα πού πρέπει νά ἔχει ἡ διδακτική λειτουργία τῆς εἰκόνας σέ σχέση μέ τήν καλλιτεχνική της διάσταση καί ἀπό τήν ἄλλη θεωρεῖ ὡς πρότυπα μερικά ἔργα τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς, μέ τήν προϋπόθεση ὅμως, οἱ ἁγιογράφοι νά μήν περιορίζονται «εἰς μηχανικήν καί ξηράν ἀπομίμησιν», ἀλλά, μέσα στό πνεῦμα τῆς βυζαντινῆς τέχνης, νά δημιουργήσουν μέ ἐλευθερία τήν «ἡμετέραν ἁγιογραφίαν».
  Στά 1922, ἡ συνάντηση τοῦ Φώτη Κόντογλου, ὅταν βρέθηκε στά Καυσοκαλύβια -τόν χῶρο τῆς καρδιᾶς του, σύμφωνα μέ τόν ἴδιο- μέ τήν βυζαντινή καί πρώιμη μεταβυζαντινή τέχνη τοῦ Ἄθω ὅσο καί μέ τούς διάσημους ζωγράφους Ἰωασαφαίους-φορεῖς τῆς νέας καί ἀλλοτριωμένης ἀπό δυτικές καί ρωσικές ἐπιδράσεις ἐργοχειρικῆς καί βιοτεχνικῆς τέχνης, θά ἀποβεῖ καταλυτική. Ἀντιγράφοντας στό λεύκωμά του Ἡ τέχνη τοῦ Ἄθω (Ἀθήνα 1923) τήν τοιχογραφία τῆς Ἀποκαθηλώσεως ἀπό τό Κυριακό τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων (γ΄ τέταρτο 18ου αἰ.), ἔργο τοῦ ἐργαστηρίου Παρθενίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων, ἔδειχνε μέ ἀσφάλεια σ᾿ ὅλους μας τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στήν παράδοση.

Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Γρηγόριος Παλαμᾶς 839 (2011), σ. 195-206.

Φωτογραφίες:
  1. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Ναός Ἁγ. Εἰρήνης Ἐρεσσοῦ Λέσβου. 1793. Μακάριος μοναχός Καυσοκαλυβίτης.
  2. Τό ἐργαστήριο τῶν Ἰωασαφαίων. Ἅγιον Ὄρος. Καλύβη Ἁγ. Γεωργίου Καυσοκαλυβίων. Φωτογραφία ἀρχῶν 20οῦ αἰ.
  3.  Ὁ ἅγ. Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης (λεπτομέρεια). Ἅγιον Ὄρος. Καλύβη Ἁγ. Ἀκακίου Καυσοκαλυβίων. 1917. Ἔργο Ἰωασαφαίων.
  4.  Ὁ ἅγ. Ἀντώνιος ὁ Μέγας. Ἅγιον Ὄρος. Καλύβη Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου Καυσοκαλυβίων. 1937. Ἰωάννης μοναχός Βουτσίδης.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΙΚΩΣ ΤΕΛΕΙΩΘΕΝΤΕΣ


Ἀρχιμανδρίτου Προδρόμου, Καθηγουμένου Μεγίστης Λαύρας
Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης καί οἱ σύν αὐτ μαρτυρικῶς τελειωθέντες



Φωτογραφία:
Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης. Διακοσμημένος δίσκος κολλύβων Πανηγύρεως Μεγ. Λαύρας. Ἔργο Καυσοκαλυβιτῶν Πατέρων.




(...)  Ὁ ὅσιος καί θεοφόρος πατήρ ἡμῶν Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης, τοῦ ὁποίου τήν μνήμην σήμερον πανηγυρικῶς ἑορτάζομεν, εἶναι ὡς γνωστόν ὁ θεσμοθέτης καί κατ᾿ ἄλλους ὁ «πατριάρχης» τοῦ Ἁγιορειτικοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς τό μεγάλο κοινόβιον τῆς Λαύρας τό ὁποῖον ἵδρυσεν, ἀπετέλεσεν τόν πυρῆνα διά τήν ἀνάπτυξιν τῆς μοναστικῆς Πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους. 
   Ὡς ἐκ τούτου, καί ὅπως ἄλλωστε ὑπογραμμίζουν οἱ ἱστορικοί τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ, ἡ ἵδρυσις τῆς Μεγίστης Λαύρας καθώς καί ἡ πνευματική καί οἰκοδομική δραστηριότης τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου ἀπετέλεσαν πραγματικόν σταθμόν εἰς τήν ἐξέλιξιν τοῦ Ἄθω καί ἔδωσαν τήν ὤθησιν διά τήν ἵδρυσιν καί ἄλλων μεγάλων κοινοβίων, τά ὁποῖα συνδέονται ὅλα –περισσότερον ἤ λιγότερον- μέ τήν δράσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ μεταρρυθμιστοῦ.
  Ἡ ἵδρυσις τῆς Λαύρας εἰσάγει εἰς τόν Ἄθω τόν ὀργανωμένον κοινοβιατισμόν ὡς σύστημα βιώσεως τοῦ ἀσκητικοῦ ἰδεώδους. Παραλλήλως, ὑπό τήν σκέπην τῆς Λαύρας, αἱ τρεῖς κύριαι μορφαί μοναχισμοῦ (κοινοβιακός, σκητιωτικός, ἐρημητικός) συμπορεύονται ἀλληλεγγύως εἰς μίαν ὑπερχιλιετήν ἱστορικήν διαδρομήν.
                                                                       
  Ἀναδιφῶντας εἰς τόν Βίον τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος εἶναι πλήρης θαυμαστῶν γεγονότων, θά πρέπει νά σταθῶμεν εὐλαβικῶς ἐπ᾿ ὁλίγον εἰς τό ὁσιακόν ἀλλά καί μαρτυρικόν τέλος τοῦ Ὁσίου, μιά πού ἠξιώθη νά «θυσιασθ ὑπέρ τῆς ποίμνης αὐτοῦ», συμφώνως μέ τόν Βίον του.
  Ὡς γνωστόν, ἔνεκα τοῦ μεγάλου πλήθους τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι συνέρεον εἰς τήν Λαύραν «ἐκ παντός μέρους τῆς οἰκουμένης», διά νά χειραγωγηθοῦν ἀπό τόν Ὅσιον «πρός ἀρετήν» καί πρός ψυχικήν σωτηρίαν, ὁ Ὅσιος ἀπεφάσισε νά ἀνοικοδομήσῃ εὐρυχωρότερο τό καθολικό τῆς Μονῆς. Καθώς λοιπόν ἡ οἰκοδομή ἔβαινε πρός ὁλοκλήρωσίν της, μέ τήν ἀνέγερσιν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος συνεκάλεσε εἰς Σύναξιν τό λογικόν του ποίμνιον, τήν ἀδελφότητα τῆς Λαύρας του. Μετά τήν ἀνάγνωσιν μιᾶς ἀπό τάς θεσπεσίους Κατηχήσεις τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, συνεπλήρωσε τήν πνευματικήν τράπεζαν, τήν ὁποίαν παρέθεσε μέ τό ἀποστάλαγμα τῆς δικῆς του ἐμπειρίας καί σοφίας, διδάσκοντας τά πνευματικά του τέκνα, τούς Λαυριώτας μοναχούς, νά «προσέχουν ἑαυτοῖς καί νά κρατοῦν τήν γλώσσαν των», νά προσέχουν δηλαδή ἀπό τήν κατάκρισιν καί τήν καταλαλιάν ἁμαρτήματα εἰς τά ὁποῖα πίπτωμεν εὐκόλως ἐμεῖς οἱ μοναχοί. Κι αὐτό, διότι, ὅπως ὁ ἴδιος ἀνέφερε, «κρεῖσσον γάρ ἀφ᾿ ὕψους, ἤ ἀπό γλώσσας πεσεῖν». Συνεβούλευσε ἐπίσης τούς Πατέρας νά εἶναι ἕτοιμοι ἀνά πᾶσαν στιγμήν νά δεχθοῦν πειρασμόν, καθώς ὅπως εἶπε, «διά πειρασμῶν καί θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
 Ἐκεῖνο ὅμως, τό ὁποῖο ἔκανε ἐντύπωσιν καί προεκάλεσε μεγάλην ἀπορίαν εἰς τούς μαθητάς του, ἦταν ἡ παρότρυνσίς του ὅπως μή σκανδαλισθοῦν μέ ὅτι μέλλει νά συμβῇ⋅ ἀπ᾿ ἐναντίας νά θεωρήσουν αὐτό ὅτι συμβαίνει διά τό συμφέρον των, καθώς ὅπως, χαρακτηριστικῶς εἶπεν, «ἄλλως γάρ τοῖς ἀνθρώποις νοοῦνται τά ὁρώμενα καί ἄλλως τ Θε ὠκονόμηται». Ἀναφερόταν βεβαίως εἰς τό μετ᾿ ὀλίγον τραγικόν γεγονός τῆς καταρρεύσεως τοῦ τμήματος ἐκείνου τοῦ ναοῦ, τοῦ ὑπεράνω τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ὅπου ὁ Ὅσιος εἶχε ἀνεβεῖ μέ τήν βοήθειαν σκαλωσιᾶς, συμπαρασύροντας εἰς τό θάνατον ὄχι μόνον τόν ὅσιον Ἀθανάσιον ἀλλά καί ἔξη ἀπό τούς μοναχούς του, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν ἀκολουθήσει εἰς τήν σκαλωσιάν, προκειμένου νά ἐπιθεωρήσουν ἀπό κοινοῦ τήν πορεία τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ναοῦ. Ὡς γνωστόν, τό ἀνωτέρω τραγικόν γεγονός ὁδήγησε εἰς τήν μετ᾿ ὁλίγων ὡρῶν ὁσιακήν κοίμησίν τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου Κοίμησιν τήν ὁποίαν ἑορτάζομεν καί σήμερον, χίλια ἔνδεκα περίπου ἔτη μετά.
  Ἀπό τό ὡς ἄνω περιστατικόν, ἐπιτρέψατέ μου νά σταθῶ εἰς μίαν, φαινομενικῶς μέν λεπτομέρειαν, οὐσιαστικῶς ὅμως, γεγονός μέ ὑψίστην σημασίαν. Γεγονός τό ὁποῖον ἀσφαλῶς θά εἶχε ἀναδειχθεῖ περισσότερον, ἐάν τό «μέγα γεγονός», ἡ ὁσιομαρτυρική δηλαδή Κοίμησις τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, δέν εἶχε ἐπισκιάσει τά πάντα. Καί ἀναφερόμεθα εἰς τούς ἕξη ἀδελφούς τῆς Μονῆς –συνοδούς τοῦ Ὁσίου- ἐκ τῶν ὁποίων, οἱ μέν πέντε παρέδωκαν ἀμέσως, «αὐθωρόν», σύμφωνα μέ τόν Βίον, τάς ψυχάς των εἰς τόν Θεόν, ὁ δέ ἔκτος, ὁ μοναχός Δανιήλ, ἐπέζησε ἐν μέσῳ τῶν ἐρειπίων μαζί μέ τόν ὅσιον Ἀθανάσιον καί ἐκοιμήθη μετ᾿ αὐτόν.
  Προεκτείνοντας ταπεινῶς τήν σκέψιν μας, φρονοῦμε ὅτι καί οἱ ἔξη τοῦτοι Λαυριῶται μοναχοί, οἱ ὁποῖοι θά πρέπει νά λογισθοῦν ὡς ὁσιομάρτυρες, θά πρέπει ἀσφαλῶς νά μᾶς ἐμπνέουν συνεχῶς, ἰδίως ἡμᾶς τούς Μοναχούς, εἰς τήν ἐν Χριστ ζωήν ἡμῶν καί νά σταθοῦν ὁδοδεῖκται κατά τήν πορείαν μας πρός συνάντησιν καί ἕνωσιν μέ τόν ἀναστάντα Κύριον.
 Μαζί ἐστάθησαν μέ τόν ὅσιον Ἀθανάσιον εἰς τήν ζωήν, μαζί εἰς τό κοινόβιον, μαζί εἰς τόν ἀγῶνα, μαζί εἰς τόν θάνατον, μαζί εἰς τό ταξίδιον εἰς τούς οὐρανούς, καί -εἴμεθα βέβαιοι- μαζί καί εἰς τήν αἰωνιότητα.
  Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος καί ἔξη ἀπό τούς ὑποτακτικούς του.
 Ἕν μικρό κοινόβιον μέσα εἰς τὀ κοινόβιον τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ὅπου «πολλαί μοναί εἰσίν».
 Ἀναθέτοντας μέ ἐμπιστοσύνην τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας των καί τήν καθοδήγησιν τῆς ψυχῆς των εἰς τάς χεῖρας τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, προσερχόμενοι εἰς τήν μοναχικήν ζωήν καί συμπορευόμενοι μέ αὐτόν, τόν ἠκολούθησαν καί εἰς τήν πορείαν του πρός συνάντησιν μέ τόν ἀγωνοθέτην Κύριον.
 Ἐμπιστευόμενοι κι ἡμεῖς τήν ζωήν ἡμῶν, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί, εἰς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον πάντοτε εἶναι σωτήριον διά τήν ψυχήν μας, καί πορευόμενοι συμφώνως πρός τάς ἐντολάς Του, ἀσφαλῶς καί θά συγκοινοβιάσουμε, ὄχι μόνον μετά τοῦ σήμερον ἑορτάζοντος ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἀθανασίου καί τῶν ἔξη μεθ᾿ αὐτοῦ ὁσιομαρτυρικῶς τελειωθέντων, ἀλλά καί μέ αὐτόν τόν ἴδιον τόν Κύριον.                                                      
 (...)  Καί ὁ μέν ὅσιος καί θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Ἀθανάσιος ἀγαπήσας τόν Θεόν ἐπί γῆς μέ τήν ἰσάγγελον αὐτοῦ πολιτείαν καί τά θεάρεστα αὐτοῦ κατορθώματα, ἐσκήνωσεν ἐν τοῖς κόλποις Αὐτοῦ μαζί μέ τούς μαρτυρικῶς καί ὁσιακῶς κοιμηθέντας ἕξη Λαυριώτας.
  Ἡμεῖς δέ πάντες, οἱ ταπεινοί διάδοχοι αὐτοῦ, ἄς ἀγωνισθῶμεν νά μιμηθῶμεν τάς θεοειδεῑς αὐτοῦ ἀρετάς, καί δή τῆς ὑπακοῆς, τῆς φιλαδελφίας καί τῆς ἀγάπης.
  Καί εἰς τόν ἀγῶνα αὐτόν, εἴθε νά ἔχομεν πρός τόν Θεόν παντοτεινόν πρεσβευτήν, τόν σήμερον ἑορταζόμενον ὅσιον Ἀθανάσιον, καί ὑπέρμαχον τόσον ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ ὅσον καί ἐν τῇ μελλούσῃ.
Ἧς γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἀξιωθῆναι, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὧ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας.  Ἀμήν !

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας πού ἐκφωνήθηκε κατά τήν κτητορική τράπεζα τῆς Πανηγύρεως τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἰούλιος 2011.