Κυριακή 12 Απριλίου 2026

 τοῦ  μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

                                                Ἡ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως

κα­θέ­νας πού, ἔ­στω καί γι­ά μί­α μό­νο φο­ρά, ἔ­ζη­σε αὐ­τή τή νύ­χτα τῆς Ἀναστάσεως, «τή σω­τή­ρι­ο, τή φω­ταυ­γή καί λα­μπρο­φό­ρο», καί πού γεύ­τη­κε ἐ­κεί­νη τή μο­να­δι­κή χα­ρά, γνω­ρί­ζει ὅ­τι τό Πά­σχα εἶ­ναι κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό μί­α ἑ­ορ­τή· πο­λύ πέ­ρα ἀ­πό μί­α ἐ­τή­σι­α ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νός ἱ­ε­ροῦ γε­γο­νό­τος πού πέ­ρα­σε.

  Τό Πά­σχα μᾶς εἰ­σά­γει σ᾿ ἕ­ναν ἄλ­λο αἰ­ώ­να, σέ μί­α νέ­α δι­ά­στα­ση πού προ­α­ναγ­γέ­λει τόν ἀ­να­με­νό­με­νο κό­σμο· Βα­σι­λεί­α πού εἶ­ναι ἤ­δη πα­ροῦ­σα, μυ­στι­κά καί ὀ­ντο­λο­γι­κά ἀ­νά­με­σά μας·  «Ὦ Πά­σχα τό μέ­γα καί ἱ­ε­ρώ­τα­τον, Χρι­στέ. Ὦ Σο­φί­α καί Λό­γε τοῦ Θε­οῦ καί Δύ­να­μις· δί­δου ἡ­μῖν ἐ­κτυ­πώ­τε­ρον Σοῦ με­τα­σχεῖν ἐν τῇ ἀ­νε­σπέ­ρῳ ἡ­μέ­ρᾳ τῆς Βα­σι­λεί­ας Σου­», ψάλλουμε στόν ἀ­να­στά­σι­μο κα­νό­να.

  Τό Πά­σχα εἶ­ναι ἡ θύ­ρα, ἀ­νοι­χτή κά­θε χρό­νο, πού ὁ­δη­γεῖ στήν ὑ­πέρ­λα­μπρη Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Εἶ­ναι ἡ πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νι­ας καί ἀ­πε­ρί­γρα­πτης χα­ρᾶς καί εὐ­φρο­σύ­νης πού πε­ρι­μέ­νει ὅ­σους, ἀ­φοῦ συ­σταυ­ρώ­θη­καν μέ τόν Χρι­στό, συ­να­να­στή­θη­καν μα­ζί Του, ἀ­πό τή νέ­κρω­ση πού εἶ­χαν ἐ­πι­φέ­ρει στή ψυ­χή τους τά πά­θη.

  Τό Πά­σχα πα­νη­γυ­ρί­ζου­με τήν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ· «θα­νά­του τήν νέ­κρω­ση, Ἄ­δου τήν κα­θαί­ρε­σιν, ἄλ­λης βι­ο­τῆς τῆς αἰ­ω­νί­ου ἀ­παρ­χήν...», ὅ­πως ψάλ­λου­με στόν ἀ­να­στά­σι­μο Ὄρ­θρο. Καί αὐ­τή ἡ «ἄλ­λη βι­ο­τή», ἡ νέ­α ζω­ή πού πρίν δύ­ο χι­λι­ά­δες χρό­νι­α «ἀ­νέ­τει­λεν ἐκ τοῦ τά­φου», προ­σφέρ­θη­κε σ᾿ ὅ­λους μας.

  Ὅ­λοι ὅ­σοι πι­στεύ­ου­με στόν ἀ­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, λά­βα­με τό δῶ­ρο αὐ­τῆς τῆς νέ­ας ζω­ῆς κα­θώς καί τή δύ­να­μη νά τήν ἀ­πο­δε­χθοῦ­με καί νά ζή­σου­με δι­ά μέ­σου της· τή δύ­να­μη νά ἀ­ντι­με­τω­πί­σου­με κά­θε κα­τά­στα­ση αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου, ἀ­κό­μα καί αὐ­τόν τόν ἴ­δι­ο τό θά­να­το· μι­ά πού μέ τό δι­κό του σταυ­ρι­κό θά­να­το ὁ Χρι­στός, ἄλ­λα­ξε τή φύ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ θα­νά­του. Τόν ἔ­κα­νε πέ­ρα­σμα-δι­ά­βα­ση-«Πά­σχα» στή Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, με­τα­μορ­φώ­νο­ντας τή δρα­μα­τι­κό­τε­ρη καί τρα­γι­κό­τε­ρη στι­γμή τοῦ ἀν­θρώ­που σέ αἰ­ώ­νι­ο θρί­αμ­βο. Μέ τό «θα­νά­τῳ θά­να­τον πα­τή­σας», ὁ Χρι­στός μᾶς ἔ­κα­νε με­τό­χους τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του. 

  Δέν ἔ­χου­με λοι­πόν πα­ρά νά ἀ­να­ση­κώ­σου­με τή βα­ρι­ά πλά­κα τῆς πέ­τρι­νης καρ­δι­ᾶς μας πού σκε­πά­ζει μέ­σα μας, ὡς ἄλ­λος τά­φος, τόν Κύ­ρι­ο τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. Τό­τε Αὐ­τός, δί­χως ἄλ­λο, θά ἐ­γερ­θεῖ, ὅ­πως καί τή νύ­κτα ἐ­κεί­νη ὅ­που τά «πά­ντα πε­πλή­ρω­ται φω­τός, οὐ­ρα­νός τε καί γῆ καί τά κα­τα­χθό­νι­α», ὅπως ψάλλουμε στόν ἀ­να­στά­σι­μο κα­νό­να, συ­νε­γεί­ρο­ντας κι ἐ­μᾶς μέ τή λυ­τρω­τι­κή Του πα­ρου­σί­α.