Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιορείτες Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιορείτες Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ

12/25 Ιουλίου, στο Άγιο Όρος θα τιμηθεί η Μνήμη του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη.

  Ο άγιος Παισιος ο Αγιορειτης. 
Λεπτομέρεια φορητής εικόνας δια χειρός Παταπιου μοναχου



Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Τήν Κυριακή Β΄ Ματθαίου ἑορτάζουμε τή Σύναξη τῶν Ἁγιορειτῶν Ἁγίων. 

Ἀπό τήν εἰκονογραφία τῆς ἐορτῆς σᾶς προσφέρουμε τίς παρακάτω εἰκόνες 


ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΦΟΡΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. ΚΥΡΙΑΚΟ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ

ΦΟΡΗΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1859 ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΣΚΗΤΗ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ. 

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ. 5

Μικρό Ἁγιορείτικο ὁδοιπορικό 
στήν ὀρθόδοξη γῆ τῆς Ρουμανίας. 
Μέρος 5

Τοιχογραφίες Ἁγιορειτῶν ἁγίων σέ μονές τοῦ Ἀράντ καί τῆς Τιμισοάρας

ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ. 























ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜ. ΕΙΚΟΝΑΣ

ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΤΙΣΜΑΝΑ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΗΣ ΤΣΕΡΝΙΚΑ

























ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ
 
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ (H' ΜΕΡΟΣ)

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.*
 (H’ μέρος)

 Τήν ἴδια ἐποχή ὁ Ἰωάννης Καντακουζηνός ἀναγορεύεται αὐτοκράτορας στό Διδυμότειχο. Ἀλλά ἀργότερα κι ἐνῶ ὁ Καντακουζηνός εἶχε λογισμό νά μεταβεῖ στήν Ἡράκλεια καί νά καρεῖ μοναχός ἀπό τόν ἅγιο Φιλόθεο, συνέβη τελικά κάτι τελείως διαφορετικό: ὁ αὐτοκράτορας κάλεσε τόν ἅγιο Φιλόθεο ὡς πατριάρχη στήν Κωνσταντινούπολη. Στή θέση αὐτή ὅμως ὁ ἅγιος Φιλόθεος παρέμεινε μόνο γιά λίγο, ἀφοῦ ἀκολουθῶντας τίς πολιτειακές ἀλλαγές ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό θρόνο του καί ἐπέστρεψε στήν ἀγαπημένη του ἀθωνική ἡσυχία. Ἀργότερα ὅμως μέ τή συναίνεση τοῦ πατριάρχη Καλλίστου Α΄ ἀνέκτησε καί πάλι τή μητροπολιτική τοῦ ἕδρα στήν Ἡράκλεια. Μετά τό θάνατο τοῦ πατριάρχη Καλλίστου ὁ ἅγιος Φιλόθεος ἐπανέρχεται τό 1364 στόν πατριαρχικό θρόνο. Κατά τήν δεύτερη πατριαρχεία του ὁ ἅγιος Φιλόθεος συνδύασε τήν ποιμαντική μέριμνα καί διακονία πρός τό λαό μέ τήν ἡσυχαστική μοναχική ζωή, τήν ταπείνωση μέ τίς ὑψηλές θεολογικές του γνώσεις καί τήν ρητορική δεινότητα. Συνέγραψε πλῆθος θεολογικῶν, ἀντιρρητικῶν, ἀπολογητικῶν καί ἁγιολογικῶν ἔργων. Ἐκοιμήθη τό 1379. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 11 Ὀκτωβρίου.  
   Ἀνάμεσα στά ἀξιολογότερα ἁγιολογικά ἔργα τοῦ ἁγίου Φιλοθέου Κοκκίνου εἶναι καί ὁ Βίος τοῦ Ἁγιορείτου ὁσίου Σάββα τοῦ Νέου τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ. Ὁ ὅσιος Σάββας γεννήθηκε περί τό 1283 στή Θεσσαλονίκη. Σέ ἡλικία δεκαοκτώ ἐτῶν ἀναχωρεῖ γιά τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ὑποτάχθηκε σέ ἕναν αὐστηρό γέροντα  πού ζοῦσε σέ ἕνα βατοπαιδινό Κελλί τῶν Καρυῶν. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός καί μετονομάσθηκε Σάββας. Ἐξ αἰτίας τῶν ἐπιδρομῶν τῶν βάρβαρων Καταλανῶν ἀναχώρησε περί τό 1306-1308, ὅπως καί ἄλλοι Ἁγιορεῖτες ἀπό τόν Ἄθω. Μετά ἀπό περιπλάνηση στήν Κύπρο, τούς Ἁγίους Τόπους, τήν Κρήτη, τήν ἡπειρωτική Ἑλλάδα καί τή Μακεδονία, φθάνει στή Θράκη, ὅπου καί ἀσκήθηκε σέ σπήλαιο στήν περιοχή τῆς Ἡρακλείας.
  
 Στόν κώδ. Καυσοκαλυβίων 154, σ. 871-873 ὅπου ἡ ἀνέκδοτη παράφραση τοῦ ὑπό τοῦ ἁγίου Φιλοθέου Κοκκίνου Βίου τοῦ ὁσίου Σάββα Βατοπαιδινοῦ, πού συνέταξε τό 1858 ὁ λόγιος μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης, διαβάζουμε  ὅτι μετά τήν ἀπαλλαγή τοῦ τόπου ἀπό τήν Καταλανική Ἑταιρεία, ὁ ὅσιος Σάββας «(σ. 871)... μετέβη εἰς Θράκην ὅτε Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος βασιλεύς ἀνεκαίνισεν // (σ. 872) ἐκ νέου ἀπό τήν ἐρήμωσιν καί καταστροφήν αὐτῆς, ὁποῦ οἱ μιαροί Λατίνοι μετά τῶν βαρβάρων Ἀγαρηνῶν κατηδάφησαν ὡς προείπομεν· εἰς τήν ὁποίαν μετέπειτα ἀρχιεράτευσεν ὁ ἱερός Φιλόθεος, ὁ συγγραφεύς τοῦ παρόντος βίου. Καί περιελθών αὐτήν ὁ ὅσιος διεσκεμμένως, διότι εὑρίσκοντο εἰς αὐτήν θόλοι πολλοί καί καμάρες ἀπό τά παλαιά λείψανα τῶν παλαιῶν οἰκοδομῶν, καί τόποι ἐπιτήδειοι διά ἡσυχίαν. Ὅθεν ἐκλεξάμενος ἕνα σπήλαιον κρημνῶδες καί δύσβατον πρός τήν νοτίαν θάλασσαν, εἰς τό ὁποῖον καί ἄλλοι ἀσκηταί ἡσύχασαν πρότερον, ἐκλείσθη εἰς αὐτό μέ τήν αὐτήν σιωπήν καί σχῆμα. Εἰς αὐτό τό σπήλαιον καί κάποιος εὐλαβής εἶχε κτίσει ἐκκλησίαν, καί ἐσώζετο ὁ δεσποτικός χαρακτήρ ἱστορημένος εἰς τήν δεξιάν καμάραν· τό ὁποῖο δεσποτικόν ἐκτύπωμα περιελάμπετο οὐχί ἀπό ζωγραφικήν τέχνην, ἀλλ’ ἀπό θείαν χάριν τόσον, ὁποῦ βλέπων αὐτό δέν χορταίνῃ τίς ὁρῶν καί παρέχει δαψιλῶς χαρίσματα ἰαμάτων τοῖς μετά πίστεως προοιοῦσιν.
  Ἐκεῖ λοιπόν ἡσυχάσας ὁ ὅσιος, ἄγνωστος καί ξένος, ἔμεινεν εἰς πολύν καιρόν. Ἀλλ’ ἐπειδή καί τόν ἔμαθον καί ἐκεῖ καί ἤρχοντο τινές ἀπό τήν Ἡράκλειαν, καί μάλιστα ἱερεῖς καί κληρικοί καί τόν εὕρισκον, αἰδεσθέντες τήν θαυμαστήν σιωπήν καί τό ἀγγελικόν τῆς ἀσκήσεως, τοῦ ἔφερνον τροφάς καί ἐπρόσπιπτον εἰς τούς πόδας του, ζητοῦντες λόγον ὠφελείας. Ἐκεῖνος δέ ἀποφεύγων τήν ἀνθρώπινον δόξαν ἐπροσποιεῖτο τήν προτέραν μωρίαν του. Πλήν, μή δυνάμενος νά τούς πείσῃ, ἀλλά μᾶλλον θαυμάζοντες τό ὕψος τῆς ταπεινοφροσύνης του, διά τήν ὁποίαν καί τόν μωρόν ὑπεκρίνετο, ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν καί ἦλθεν εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν».
  
 Ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὅσιος Σάββας ἐπιστρέφει στό Ἅγιον Ὄρος καί κοινοβιάζει στή μονή Βατοπαιδίου. Ἐκεῖ συνδέεται μέ τόν ἅγιο Φιλόθεο Κόκκινο, τόν μαθητή καί μετέπειτα βιογράφο του. Τόν Μάρτιο τοῦ 1341 λαμβάνει μέρος σέ ἀποστολή Ἁγιορειτῶν στήν Κωνσταντινούπολη, σέ μιά προσπάθειά τους νά τεθεῖ τέλος στόν ἐμφύλιο σπαραγμό ἐξ αἰτίας τῆς διαμάχης τοῦ Ἰωάννη Ε΄ Παλαιολόγου μέ τόν Ἰωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό. Ἔχοντας προβλέψει τήν ἀποτυχία τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, καί ἀποφεύγοντας ἀργότερα τήν ἀνάρρησή του στόν πατριαρχικό θρόνο, παρ’ ὅλες τίς πιέσεις τοῦ αὐτοκράτορα καί τῶν ἀρχιερέων, ὁ ὅσιος Σάββας περέμεινε στήν Κωνσταντινούπολη περνῶντας τά τελευταῖα του χρόνια ἔγκλειστος, σέ ἕνα κελλί τῆς μονῆς τῆς Χώρας, ὅπου καί ἐκοιμήθη ὁσιακά περί τό 1349-1350.

Ἡ συνέχεια τῆς ἀμφίδρομης σχέσης καί τῶν πνευματικῶν δεσμῶν τῆς Θράκης μέ τό Ἅγιον Ὄρος, μέσω ὁσιακῶν μορφῶν, εἶναι πολύ μακρά, τόσο μέχρι τά μέσα τοῦ ἑπόμενου ἀλλά καί τελευταίου αἰώνα τοῦ δύοντος βυζαντινοῦ ἑλληνισμοῦ, ὅσο καί κατά τή ζοφερή περίοδο πού ἀκολούθησε τήν πτώση τῆς μεγάλης θρακικῆς πόλης, τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἀπό τή Θράκη καταγόμενοι ἤ στή Θράκη ἀθλήσαντες Ἁγιορεῖτες νεομάρτυρες τοῦ Γένους μας, ὅπως οἱ ἅγιοι Ἰάκωβος Ἰβηροσκητιώτης καί οἱ μαθητές του Ἰάκωβος καί Διονύσιος ( 1519), Λουκάς ( 1802), Ἰγνάτιος ( 1814), Χριστοφόρος ( 1818), Ἀγαθάγγελος ( 1819), Τιμόθεος ( 1820) καί ὁ ἱερομάρτυς Κωνστάντιος Λαυριώτης ( 1820), ἔμελλαν νά συνεχίσουν νά ἀναζωογονοῦν μέ δεσμούς αἵματος καί πνεύματος τίς δύο θεόσωστες περιοχές, πρός δόξαν Θεοῦ! 


_____________________________________________________________________________________
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:
Ὁ ἅγιος Σάββας ὁ Βατοπαιδινός. Μικρογραφία στόν κώδ. Καυσοκαλυβίων 154, σ. 816, πού παραδίδει παράφραση τοῦ Βίου του ἀπό τόν μοναχό Ἰάκωβο Νεασκητιώτη.

 
Ὁλόκληρη ἡ μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», δημοσιεύθηκε στά Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.



Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ (Ζ' ΜΕΡΟΣ)

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.*
      (Ζ’ μέρος)

Δύο ἄλλες ἁγιορειτικές μορφές πού ἔζησαν καί ἀσκήθηκαν ἕνα διάστημα στή Θράκη καί οἱ ὁποῖοι ἀργότερα κόσμησαν τόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν οἱ ἅγιοι Κάλλιστος καί Φιλόθεος.          
   Ὁ ἅγιος Κάλλιστος Α΄ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1350-1353, 1355-1363/64) μόναζε στόν Ἄθω, ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε μαθητής καί ἀργότερα βιογράφος. Ἀκολούθησε τόν ὅσιο Γρηγόριο στά Παρόρια, κατά τή δεύτερη μετάβαση τοῦ δευτέρου ἐκεῖ (1335). Ἀπό τό 1341 ἀσκεῖται στή μονή Ἰβήρων, ἐνῶ προηγουμένως μόναζε στή σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ, ἐξάρτημα τότε τῆς ἴδιας μονῆς. Πρίν ὅμως ἐγκατασταθεῖ στήν περιοχή τῆς μονῆς Ἰβήρων ὑπῆρξε γιά λίγο Λαυριώτης μοναχός. Ὡς ἁγιορείτης μοναχός ἔλαβε μέρος στήν εἰρηνευτική ἀποστολή τῶν Ἁγιορειτῶν (1342), ἡ ὁποία ἀπέβλεπε στή συμφιλίωση τῶν αὐτοκρατόρων Ἰωάννου ΣΤ΄ Καντακουζηνοῦ καί Ἰωάννου Ε΄ Παλαιολόγου. Ἐπιπλέον τέθηκε ἐπικεφαλῆς τοῦ ἀγῶνα κατά τῶν αἱρετικῶν Βογομίλων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν εἰσχωρήσει στό Ἅγιον Ὄρος (1342-1345). Στίς 10 Ἰουνίου 1350 ὁ Κάλλιστος ἐκλέχθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Στή βασιλεύουσα ἔφθασε ἀπό τή μονή Ἰβήρων μέ τριήρη πού ἔστειλε ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης ΣΤ΄ ὁ Καντακουζηνός γιά τό σκοπό αὐτό στό Ἅγιον Ὄρος. Στίς 15 Αὐγούστου 1353 ἀναγκάζεται νά ἐγκαταλείψει τό Θρόνο, στόν ὁποῖο θά ἐπανέλθει, μετά ἀπό μία σύντομη πατριαρχία τοῦ ἁγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, στίς ἀρχές τοῦ 1355 καί θά τόν διατηρήσει μέχρι τόν Αὔγουστο τοῦ 1363. Ἐπί πατριαρχίας του ἱδρύθηκαν στόν Ἄθω οἱ μονές Σίμωνος Πέτρας καί Ὁσίου Γρηγορίου. Μέ ἐνέργειές του, προσπάθησε νά δημιουργήσει φιλικό κλίμα μεταξύ τῶν γειτονικῶν ὁμόδοξων λαῶν. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό καί στήν προσπάθειά του νά μεσολαβήσει γιά τό ξεπέρασμα τῆς κρίσης στίς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πού προΐστατο μέ ἐκείνην τῆς Σερβίας, ἡγήθηκε ἀντιπροσωπείας πού ἐπισκέφθηκε στίς Σέρρες (οἱ ὁποῖες εἶχαν καταληφθεῖ ἀπό τούς Σέρβους τό Σεπτέμβριο τοῦ 1345) τήν σερβίδα βασίλισσα Ἐλισάβετ. Τό πλούσιο συγγραφικό του ἔργο ἐπέδρασε τόσο στή βυζαντινή ὅσο καί τή σλαβική γραμματεία. Κοιμήθηκε στίς Σέρρες τό 1363-4. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 20 Ἰουνίου.                                                           
  Ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1353-1354 καί 1364-1376 καταγόταν ἀπό τή Θεσσαλονίκη καί ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς διαπρεπέστερους καί πολυγραφότατους ἱεράρχες τῆς ὄψιμης βυζαντινῆς Ἐκκλησίας. Νέος ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἔγινε μοναχός. Ἀφοῦ παρέμεινε γιά ἀπροσδιόριστο χρονικό διάστημα στό Σινά, ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐγκαταστάθηκε ἀρχικά στή μονή Βατοπαιδίου ὅπου συνδέθηκε πνευματικά μέ τόν ὅσιο Σάββα τόν Βατοπαιδινό. Ἀργότερα κοινοβίασε στή Μεγίστη Λαύρα, ὅπου συνδέθηκε μέ τόν ἐκεῖ ἀσκούμενο ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Κατά τίς ἡσυχαστικές ἔριδες πού ἀπασχόλησαν τόν ἱερό Ἄθω κατά τόν 14ο αἰ., ὁ ἅγιος Φιλόθεος στήριξε τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στούς ἀγῶνες του κατά τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ καί τῶν ὁμοϊδεατῶν του. Ἔτσι, τό 1341, ὡς ἁπλός Λαυριώτης ἱερομόναχος ὑπογράφει μαζί μέ ἄλλους Ἡσυχαστές τόν ‘‘Ἁγιορειτικό Τόμο’’. Τήν περίοδο 1340/42-1347 διετελεῖ ἡγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας, διαδεχόμενος τόν Μακάριο πού ἐξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ἀπό τή θέση αὐτή προχειρίστηκε ἀπό τόν ἅγιο Ἰσίδωρο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μητροπολίτης Ἡρακλείας τῆς  Θράκης, πού τότε ἦταν πρωτόθρονη ἀνάμεσα στίς μητροπόλεις τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου. Γιά τόν λόγο αὐτό ἔφερε καί τόν τίτλο «Πρόεδρος τῶν ὑπερτίμων».
   Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας τοῦ ἁγίου Φιλοθέου στήν Ἡράκλεια, Λατῖνοι ἐπιδρομεῖς κυρίευσαν τήν Θράκη καί αἰχμαλώτισαν πολλούς ἀπό τούς κατοίκους της. Ἄς δοῦμε πῶς ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Φιλόθεος περιγράφει τά δεινά τῶν κατοίκων τῆς πολύπαθης Θράκης στό Βίο τοῦ ἐπίσης Ἁγιορείτου ὁσίου Σάββα τοῦ Νέου τοῦ Βατοπαιδινοῦ, ὁ ὁποῖος ἀσκήθηκε στήν Ἡράκλεια τήν ἴδια ἐποχή:
 (Κώδ. Καυσοκαλυβίων 154, σ. 825) «Διότι κατά τούς χρόνους ἐκείνους οἱ ἀπό τῆς Σικελίας Λατίνοι ἐλθόντες ἐπί λόγῳ βοηθείας τοῦ βασιλέως Ῥωμαίων, καί ψευσθέντες εἰς τάς συνθήκας των, διέφθειραν πρῶτον καί ἠρήμωσαν αἰχμαλωτίσαντες τήν Θράκην, ἄλλας μέν πόλεις καί χώρας ἀφανίζοντες καί ἄλλας αἰχμαλωτίζοντες τούς κατοίκους καί κατηδάφηζον, ποιοῦντες αὐτάς μνημεῖα νεκρῶν ἀντί κατοικουμένας οἱ ἀπάνθρωποι, μηδόλως // (σ. 826) λυπούμενοι τούς χριστιανούς, ἀλλά φονεύοντες πᾶσαν ἡλικίαν· σφάζοντες νέους, γέροντας, παῖδας, γυναῖκας, πλουσίους καί πένητας· ἄλλους μέ ξίφος, ἄλλους εἰς τό πῦρ καί ἄλλους εἰς τό ὕδως πνίγοντες. Εἶτα λαβόντες συμμάχους καί τούς ἀσεβεῖς Τούρκους, ηὔξησαν περισσοτέρως τήν μανίαν τους, σπουδάζοντες αἰχμαλωτίσαι Μακεδονίαν, Θράκην καί Θετταλίαν».
   Εἰδικότερα, οἱ ἐπιδρομεῖς κατέλαβαν τό 1351 τήν πόλη τῆς Ἡρακλείας προκαλῶντας μεγάλες καταστροφές καί σφαγές ἀμάχων. Ἑκατοντάδες ἀπό τούς κατοίκους τῆς πόλης στάλθηκαν αἰχμάλωτοι στήν ἀποικία τῶν Γενοβέζων στόν Γαλατᾶ περιμένοντας τήν πώλησή τους στά σκλαβοπάζαρα. Κατά τήν στιγμή τῆς καταστροφῆς, ὁ ἅγιος Φιλόθεος ἀπουσίαζε ἀπό τήν Ἡράκλεια, εὑρισκόμενος στήν Κωνσταντινούπολη γιά τή Σύνοδο κατά τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου. Μέ πολλές του προσπάθειες συγκέντρωσε χρήματα καί κατάφερε νά ἐλευθερώσει ὅλους τούς αἰχμαλώτους. Ἀκόμη καί οἱ Γενοβέζοι ἐντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ μέ τήν αὐτοθυσιαστική συμπεριφορά τοῦ Φιλοθέου, ὥστε ἀπέλυσαν πολλούς φτωχούς αἰχμαλώτους χωρίς νά πάρουν χρήματα. Σύμφωνα μέ τόν Βίο του, ὁ Ἅγιος «ὠφέλησε πολύ εἰς τήν ἐλευθερίαν των (τῶν κατοίκων τῆς Ἡρακλείας), διότι ὡς καλός ποιμήν ἔβαλε τήν ψυχήν του εἰς θάνατον ὁ ἀοίδιμος, μή φοβηθείς τήν ὠμότητα τῶν Λατίνων, ὁπού κατ’ αὐτοῦ ἐλύσσων ὡς ὑπερασπιστήν ὄντα τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος» κατά τόν βιογράφο του. Ἑπτά περίπου μῆνες μετά τή καταστροφή, καί μετά τήν ἀναχώρηση τῶν αἱμοσταγῶν ἐπιδρομέων, ὁ μητροπολίτης Ἡρακλείας Φιλόθεος ἐπέστρεφε μαζί μέ τό ἀπελευθερωμένο ποίμνιό του στήν πόλη, ἡ ὁποία ἔμμελε νά ἀνοικοδομηθεῖ. Ἐπίσης ἔκανε προσπάθεια νά συγκεντρώσει τούς διασκορπισμένους κατοίκους τῆς Ἡρακλείας, τούς ὁποίους παρηγόρησε καί ἐνίσχυσε πνευματικά, φροντίζοντας ταυτόχρονα νά ἀπαλλαχθοῦν ἀπό τούς βασιλικούς φόρους. Τό ἴδιο ἔπραξε καί γιά τούς κατοίκους τῆς Σωζοπόλεως, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὑποστεῖ παρόμοιες καταστροφές. Ἀργότερα, κι ἐνῶ ἦταν ἤδη πατριάρχης, ἐκφράζοντας τό συνεχές του ἐνδιαφέρον γιά τόν ἀγαπημένο του λαό τῆς Ἡρακλείας πού ἐξακολουθοῦσε ἐν πολλοῖς νά ἦταν διασκορπισμένος, ἔγραψε πρός αὐτόν παρηγορητική ἐπιστολή. Σ’ αὐτήν ἀπέδιδε ὅλες τίς συμφορές πού εἶχαν βρεῖ τούς Ἡρακλειώτες καθώς καί τίς ἀπώλειες λοιπῶν πόλεων καί ἐπαρχιῶν στίς ἀνομίες τοῦ λαοῦ καί τέλειωνε μέ τήν εὐχή καί τήν ἐλπίδα ὅτι μέ τή μετάνοιά τους καί τή βοήθεια τοῦ φιλανθρώπου Κυρίου θά μποροῦσαν νά ἐπανέλθουν στήν πατρίδα τους. Μάλιστα, κατά τή διάρκεια Ὁμιλίας του ὡς πατριάρχης , ἐξαίρει, ἀνάμεσά στά ἄλλα καλά τους, τήν φιλάνθρωπη διάθεση τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν, ἀναπολῶντας τήν οὐσιαστική βοήθεια πού προσέφεραν στούς αἰχμάλωτους κατοίκους τῆς Ἡρακλείας, ἀφοῦ μέ τήν οἰκονομική τους συνδρομή πολλοί ἀπ’ αὐτούς ἐπανέκτησαν τήν ἐλευθερία τους. (συνεχίζεται......)

_____________________________________________________________________________________
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:
 Ὁ ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος ὡς ποιητής-ὑμνογράφος. Τοιχογραφία τοῦ 1820 στή Λιτή τοῦ Κυριακοῦ τῆς σκήτης Καυσοκαλυβίων. Ἔργο Μητροφάνους μοναχοῦ τοῦ ἐκ Βιζύης τῆς Θράκης.

* Ὁλόκληρη ἡ μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», δημοσιεύθηκε στά Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


Ἐγκώμιο στή Σύναξη τῶν Ἁγιορειτῶν Ἁγίων
Τήν Κυριακή Β΄ Ματθαίου, τήν ἑπόμενη δηλ. Κυριακή ἀπό τήν ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων, ἑορτάζουμε τή Σύναξη πάντων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθωνος ἀσκήσει καί ἀθλήσει διαλαμψάντων ἁγίων.


Ἡ πορεία πρός τή θέωση, ἡ καλλιέργεια τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας καί ἡ δι᾿ ἀγώνων κατάκτησή της, ἀπετέλεσε καί ἐξακολουθεῖ, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἀποτελεῖ τό ἰσχυρότερο ἔρεισμα τῆς ζωῆς στό Ἅγιον Ὄρος. Στή χώρα αὐτή τῆς μετανοίας καί τό ἐργαστήριο τῆς ἁγιότητας, ὁδηγήθηκαν κατά τήν ὑπερχιλιετῆ φωτεινή διαδρομή τῶν αἰώνων σέ ὁδούς σωτηρίας, δυσαρίθμητοι ἅγιοι, «φίλοι» δηλαδή, τοῦ Θεοῦ, πού καταλάμπουν μέ τίς γλυκύτατες ἀκτῖνες τοῦ βίου καί τῶν θαυμάτων τους τό πλήρωμα τοῦ πιστοῦ λαοῦ.
Κατά τήν ὀρθόδοξη παράδοση οἱ περισσόερο ἁρμόδιοι νά μιλοῦν γιά τούς ἁγίους καί τήν ἁιότητα εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι. Αὐτοί μποροῦν νά ἐννοήσουν καί νά ἑρμηνεύσουν σωστά, ὑπό τό φῶς τῆς ἁγιοπνευματικῆς τους ἐμπειρίας, τά ἔργα καί τά διδάγματα τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων πού εἶχαν ἕνα κυρίως σκοπό, τόν ὁποῖο καί πέτυχαν, νά εὐαρεστήσουν τόν Κύριο καί νά ἑνωθοῦν μ᾿ Αὐτόν. Ἐμεῖς, πού δέν ἔχουμε τήν ἁγιότητα καί τά πνευματικά βιώματά τους καί πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τή μητρική ἀγάπη τῆς Κυρίας Θεοτόκου κατοικοῦμε στούς ἴδιους ἱερούς τόπους μέ τίς ἁγιασμένες ἀθωνικές μορφές, μποροῦμε μόνο ἐπιφανειακά νά σκιαγραφήσουμε «ἐν ἐσόπτρῳ καί αἰνίγματι» κάποια ἀπό τά πλούσια χαρίσματα καρπούς τῶν πνευματικῶν τους ἀώνων ἤ τίς φωτισμένες διδακαλίες τους. Ὅπως ἔλεγε καί ὁ γέρων Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης († 1991), ἀπό τούς τελευταίους στή χρυσή ἁλυσίδα τῶν ὁσιακῶν Ἁγιορειτικῶν μορφῶν: «Ἀλήθεια, αὐτά πρέπει νά τά πάθει ὁ ἄνθρωπος γιά νά τά καταλάβει... Μόνο ἐκεῖνος πού ζεῖ αὐτή τήν κατάσταση, τή ζεῖ καί τήν αἰσθάνεται...».
Κίνητρο τῶν ἀσκητῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων γιά νά ὑποβληθοῦν σέ ἑκούσιες ταλαιπωρίες καί παντοειδεῖς στερήσεις  ὅπως θά διαπιστώσουμε  δέν ἦταν τό μῖσος γιά τό σῶμα ἤ τή ζωή, ἀλλά ἡ «περίσσεια ζωῆς», πού πηγάζει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτή ἐνεργεῖ καί καταφλέγει τήν καρδιά. Θέλησαν νά σταυρωθοῦν γιά τόν κόσμο καί νά νεκρώσουν τελείως τά πάθη τους, νά ἐνταφιασθοῦν στόν τάφο τῆς ταπεινώσεως καί νά ἀναστηθοῦν ἐν Χριστῷ διά τῆς ἀπαθείας.
Μέ τό σῶμα ἐργάζον ταν καί δι α κονοῦσαν τούς ἀδελφούς τους, μέ τόν νοῦ ὅμως καί τήν καρδιά συνομιλοῦσαν πάντοτε μέ τόν Θεό, προσευχόμενοι. Ἁρπαζόμενοι σέ ἐκστάσεις καί θεωρίες τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, προγεύονταν ἤδη ἀπό ἐδῶ τά ἀγαθά πού μέλλουν νά ἀπολαύσουν οἱ ἀγαπῶντες τόν Κύριο.
Στό Ἅγιον Ὄρος παραμένει ἄσβεστη ἡ ἄκτιστη φλόγα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Καί οἱ ἁγιασμένες ἀθωνικές μορφές εἶναι μία ἀπό τίς φανερώσεις αὐτοῦ τοῦ ἄσπιλου καί ἄδυτου φέγγους καί μία ἀκόμη μαρτυρία τῆς θείας Χάριτος· τῆς ἁγιορείτικης ζωῆς καί ἐμπειρίας γιά τήν ἐποχή μας.
Αὐτοί οἱ κατά προαίρεση μάρτυρες, ἔθεσαν τήν πίστη ὡς ἀκλόνητο θεμέλιο τῆς σωτηρίας τους. Τά πάντα, ἀπό τήν πλήρη χάριτος καί θείων ἐμπειριῶν βιοτή τους, μέχρι τίς ἀποκαλυπτικές διοράσεις καί προοράσεις καθώς καί τίς κατανυκτικές διδαχές τους, μαρτυροῦν καί ἐπιβεβαιώνουν τή συνεχῆ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ ὅλες αὐτές τίς ἁγιασμένες μορφές τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ τή ζωή τους ἔγραψαν ἕνα νέο Γεροντικό, ἀποδεικνύοντας τήν ἀλήθεια καί τή διαχρονικότητα τῶν συναξαριακῶν ἀφηγήσεων καί περιγραφῶν.
Ζώντας οἱ ἴδιοι στό θεῖο γνόφο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μποροῦσαν νά ὁδηγήσουν στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, νά διδάξουν τή νοερά προσευχή, νά καθοδηγήσουν στήν πνευματική ζωή, νά ἐνισχύσουν στίς δοκιμασίες καί τούς πειρασμούς τῶν ἄλλων. Πολλοί ἀπό τούς ἐνάρετους αὐτούς πατέρες στήριξαν ὄχι μόνο πλειάδα ὁ καθένας συνασκητῶν τους καί ἄλλων ἀθωνιτῶν μοναχῶν ἀλλά καί τό λαό τοῦ Θεοῦ, μεταδίδοντάς τους τό ἦθος τῆς ἁγιορείτικης πνευματικότητας καί φανερώνοντάς τους τήν ἐλευθερία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
Μέ τόν πλήρη θεϊκῆς ἐμπειρίας λόγο τους ἄγγιξαν τίς διψασμένες ψυχές, συνδύασαν τό φωτισμένο λόγο μέ τό ζωντανό βίωμα καί μετέφεραν τή θεολογία ἀπό τό στοχασμό στήν προσωπική ζωή. Ἐνέπνευσαν στήν πίστη χιλιάδες ἀνθρώπων ἄλλως χαμένων· παρηγόρισαν ἀπελπισμένες ψυχές· φώτισαν μέ τή σοφία καί τή χάρη τους πλῆθος ἀναζητητῶν τῆς ἀλήθειας. Ἄλλοι, ὅπως ὁ μακαριστός σύγχρονος γέρων Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ἄφησαν ἀπό μέσα τους νά ξεχυθεῖ τό φῶς καί ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως πού ἔζησαν καί πῆραν ἀπό τήν ἁγιορείτικη ζωή καί ἐμπειρία. Ἄντλησαν δυνάμεις ἀπό τίς ἀστείρευτες ἁγιορείτικες πηγές γιά λίγα μόνο χρόνια καί μεταμορφώθηκαν σέ παγκόσμιους ἀναμορφωτές τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Οἱ Ἁγιορεῖτες ἅγιοι καί οἱ ἐνάρετοι Ἁγιορεῖτες γέροντες ὅλων τῶν αἰώνων διαμόρφωσαν τήν ὑπερχιλιετῆ παράδοση τοῦ ἁγιωνύμου Ὄρους καί ἀποτέλεσαν τή χρυσή ἁλυσίδα τῶν ὁσίων Πατέρων· ἄλλωστε ὁ ἁγιορείτικος χρόνος μόνο μέ τήν αἰωνιότητα θά μποροῦσε νά εἶναι συγχρονισμένος.
Συνάμα οἱ Πατέρες αὐτοί δημιούργησαν καί πνευματικές συγγένειες μέ ὅσους παρέλαβαν τήν ἀσκητική παράδοση πού τούς κληροδότησαν καί μέ τόν πνευματικό τους μόχθο διαφύλαξαν. Ἡ ὄντως ἐντυπωσιακή καί πλούσια χαρισματική προσωπικότητα τοῦ σύγχρονού μας γέροντος Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, γιά παράδειγμα, καλλιεργήθηκε σ᾿ἕναν τόπο στόν ὁποῖο ἡ πνευματική παράδοση παραμένει αἰσθητή μέχρι σήμερα. Ἀπό τούς πρώτους οἰκιστές τοῦ γηραιοῦ Ἄθωνα μέχρι τούς τελευταίους ἐνάρετους γέροντες, ὅλοι ἀποτελοῦν μία πνευματική οἰκογένεια, στήν ὁποία τά πάντα εἶναι κοινά: τό ἀσκητικό φρόνημα, τά πνευματικά κατορθώματα, τά ἁγιοπνευματικά χαρίσματα. Ἄλλωστε, ἡ αἴσθηση τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τῆς ἁγιορείτικης παράδοσης ἀποτελεῖ τόν ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ἡ αὐθεντικότητα τῆς παράδοσης τοῦ τόπου αὐτοῦ ἔχει θαυμαστή συνέχεια. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς τελευταίους ἐνάρετους Ἁγιορεῖτες πατέρες εἶχαν ἄμεση ἤ ἔμμεση πνευματική σχέση μέ τούς πατέρες τῶν προηγουμένων γενεῶν. Ἡ διαμονή τους στούς ἁγιασμένους τόπους ἀσκήσεως τῶν μεγάλων Ἁγιορειτῶν ὁσίων, δημιούργησε ταυτότητα πνεύματος μέ αὐτούς καί τούς παρότρυνε σέ παρόμοια ἀσκητικά κατορθώματα. Οἱ μονές, οἱ σκήτες, τά κελλιά, οἱ καλύβες, τά σπήλαια καί τά ἀσκητήρια, πού κρέμονται σέ ἀπόκρημνα μέρη, παραμένουν σιωπηλοί μάρτυρες τῆς θαυμαστῆς καί ἰσάγγελης βιοτῆς τῶν Πατέρων, καί γιά μᾶς τούς νεώτερους, διαχρονική πρόσκληση γιά μίμησή τους.
Ἡ ζωή πολλῶν ἀπό τούς ἀνθρώπους πού γνώρισαν καί συναναστράφηκαν μέ τούς Ἁγιορεῖτες ἁγίους καί τούς λοιπούς ἐνάρετους Ἁγιορεῖτες γέροντες ἄλλαξε ριζικά, γιατί ἡ παρουσία τους ἦταν καταλυτική καί σφράγισε τήν ὕπαρξή τους.
Στό Βίο τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη, ἑνός μεγάλου ἁγιορείτου ἁγίου τοῦ 18ου αἰώνα, ἀναφέρεται ὅτι, ἀνάμεσα στά τόσα του χαρίσματα, εἶχε πνεῦμα εἰρηνοποιό τόσο, ὥστε ὅποιος δοκιμαζόταν ἀπό λογισμούς μνησικακίας, μέ τό πού ἀντίκριζε καί μόνο τό γεμᾶτο χάρη πρόσωπό του, εἰρήνευε ἀπό τούς κακούς ἐκείνους λογισμούς.
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, μέσα ἀπό τή ζωή τῶν σύγχρονων ἐνάρετων Ἁγιορειτῶν γεροντάδων δείχνεται ἡ συνέχεια τῆς ἀθωνικῆς παράδοσης. Οἱ ἀσκητικές αὐτές μορφές μέ τήν αὐθεντικότητα τῆς ἁπλότητας καί τή γνησιότητα τοῦ ἀπαραχάρακτου μοναχικοῦ τους βίου, ἐπαληθεύουν διαρκῶς τό μυστήριο τῆς πίστεως καί ἐπιβεβαιώνουν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο μας, πιστοποιῶντας τή δυνατότητα πού ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι γιά κοινωνία μέ τόν Θεό καί μετοχή στήν αἰωνιότητα.
Ἡ ὑψηλή πνευματικότητα τοῦ βίου τῶν ἁγιασμένων Ἁγιορετικῶν μορφῶν, πάντοτε δυναμογόνος, ζωντανή καί ζωτική, σπάει τό φράγμα τοῦ χρόνου, προσπερνάει τίς ἀσίγαστες ἱστορικές καταιγίδες καί τίς ἀνθρώπινες περιπέτειες, γιά νά κτυπήσει σάν πνευματικό ξυπνητήρι στό ἀνήσυχο, ὀμιχλῶδες καί ἀνταριασμένο «σήμερα».
Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τῆς προηγμένης ψηφιακῆς τεχνολογίας καί τῶν κοσμοϊστορικῶν ἐπιστημονικῶν ἀνακαλύψεων ἔμαθε νά κατευθύνει τίς μηχανές ἀλλ’ ὄχι καί τόν ἑαυτό του. Δυσκολεύεται νά ζήσει ἀνεπηρέαστος ἀπό τά διαλυτικά σύνδρομα τῆς πάσης φύσεως αἰχμαλωσίας. Συντρίβεται σέ ἰδεολογικούς ὀγκόλιθους.
Ἡ ἁγιασμένη πορεία τῶν Ἁγιορειτῶν Ἁγίων καί ἐνάρετων Γερόντων πρός συνάντησή τους μέ τόν Χριστό, ἄς σηματοδοτήσει τό μέλλον μας καί ἄς μᾶς ἐμπνεύσει νά χρωματίσουμε τή ζωή μας ἀπό τόν «καλόν ἀγῶνα» στά χαρακώματα τῆς θείας ἀγάπης, πού εἶναι «ἀγάπη ἀχόρταγη», κατά τόν ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη.
Ὁ τρόπος καί ὁ δρόμος τῆς θεώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αἰώνιος καί ἀσφαλής. Εἶναι ὁ δρόμος τῶν Ἁγίων!
Οἱ ἁγιασμένες Ἁγιορειτικές μορφές, ἀπό τόν ὅσιο Πέτρο τόν Ἀθωνίτη, τόν πρῶτο ἅγιο οἰκιστή τοῦ Ἄθωνα μέχρι καί τούς σύγχρονούς μας, γέροντες Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, Ἐφραίμ Κατουνακιώτη καί Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη, ἔφθασαν στόν ἐράσμιο τόπο, πού ὅλοι προσκληθήκαμε νά κατοικήσουμε.
Σέ μᾶς τούς ὑμνητές καί ἐπίδοξους μιμητές τους, ἀντιδωρίζουν ἕνα χαρούμενο φῶς, πού ἄν δέν ἀποτελεῖ τήν πλησμονή τῆς ἀναμενόμενης φωτοχυσίας, ὅμως εἶναι μιά παράκληση ἑωθινοῦ φάους, πού προμηνύει τήν ἀνατολή.


 Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ (ΣΤ' ΜΕΡΟΣ)

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.*
(ΣΤ’ μέρος)

Μετά τήν ἐρήμωση τῶν Παρορίων οἱ μαθητές τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου καί οἱ λοιποί μοναχοί κατευθύνθηκαν σέ νέους τόπους ἀσκήσεως, διαδίδοντας καί ἐκεῖ τήν ἡσυχαστική διδασκαλία. Ὅπως γράφει χαρακτηριστικά ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη, ὅσιος Θεοφάνης Περιθεωρίου, οἱ μαθητές τοῦ ὁσίου Γρηγορίου «ἐξανέτειλαν ὡς φαιδροί ἀστέρες μετά τήν ἐκείνου κοίμησιν...καί τά πέρατα κατεκόσμησαν».
  Ὁ ὅσιος Ρωμύλος ὁ ἐκ Βιδινίου, κατέφυγε ἀρχικά στή Ζαγορά, στήν περιοχή Μόγκρι, πού ἀπεῖχε «διαστήματος ἡμέρας μιᾶς τοῦ Τυρνόβου», ὅπου αὐτός, ὁ βιογράφος του ὅσιος Γρηγόριος ὁ Νέος καί ὁ μοναχός Ἰλαρίων ζοῦσαν σέ κελλιά, πού βρίσκονταν σέ ἀπόσταση μεταξύ τους. Ἀργότερα ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου παρέμεινε μέχρι τό 1371. Ἔπειτα, ἐγκαταλείποντας τόν Ἄθω, ἔφθασε στόν Αὐλώνα καί ἀπό ἐκεῖ κατέληξε ὅπως εἴδαμε στή μονή τῆς Θεοτόκου Ραβενίτζας στή Σερβία μεταλαμπαδεύοντας στό σερβικό μοναχισμό τήν ἡσυχαστική πρακτική.
  
 Ὁ ὅσιος Θεοδόσιος, ἀφοῦ δέν ἀποδέχθηκε τήν πρόταση τῆς ἀδελφότητας, νά διαδεχθεῖ τόν κοινό τους διδάσκαλο ὅσιο Γρηγόριο Σιναΐτη, ἀναχώρησε στό Ἅγιον Ὄρος, τόσο γιά νά γνωρίσει ἐκεῖ κι ἄλλους ἐπιφανεῖς ἡσυχαστές μοναχούς ὅσο καί γιά νά συγκεντρώσει ἑλληνικά κείμενα τόσο λειτουργικά ὅσο καί σχετικά περί τῆς ἡσυχαστικῆς θεωρίας καί πράξης, προκειμένου αὐτά νά χρησιμοποιηθοῦν πρός ἔλεγχο τῶν παλαιότερων μεταφράσεων στή παλαιοσλαβική καθώς καί στήν ἐκπόνηση νέων μεταφράσεων. Τέλος, ὁ ὅσιος Θεοδόσιος ἐγκαταλείποντας τόν Ἄθω, κατέληξε -ὕστερα ἀπό περιπλανήσεις στή Θεσσαλονίκη, τή Βέρροια, τήν Κωνσταντινούπολη, τά Παρόρια καί τό ὄρος Ἔμμονα κοντά στή θρακική πόλη Μεσημβρία στόν Εὔξεινο Πόντο- στήν πατρίδα του Τύρνοβο, στήν περιοχή Κελιφάρεβο, πού βρίσκεται σέ μικρή ἀπόσταση νότια τοῦ Τυρνόβου. Ἐκεῖ ἵδρυσε μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ τσάρου Ἰωάννου Ἀλεξάνδρου τή μονή τοῦ Κελιφάρεβο, στήν ὁποία καί κατεστάθη πρῶτος ἡγούμενος. Ἡ φήμη καί πνευματική ἀκτινοβολία τόσο τοῦ ἰδίου ὅσο καί τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν μεγάλη, ὄχι μόνο στούς Βουλγάρους, ἀλλά καί στούς Σέρβους, τούς Βλάχους καί στούς Ἕλληνες τῶν περιχώρων τῆς Μεσημβρίας. Γύρω του συγκεντρώθηκε ἕνας κύκλος πενήντα περίπου μαθητῶν, στούς ὁποίους μετέδωσε τίς ἀρχές τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Ἔτσι ἡ μονή τοῦ Κελιφάρεβο καθιερώθηκε ὡς τό σπουδαιότερο κέντρο τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς στή Βουλγαρία, τό ὁποῖο μάλιστα συνέχιζε τήν παράδοση τῶν Παρορίων. Μέ τήν ἀρωγή μάλιστα καί τοῦ τσάρου Ἰωάννου-Ἀλεξάνδρου, ἡ μονή, ἐκτός κέντρο καλλιέργειας τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς ἐξελίχθηκε πολύ γρήγορα σ’ ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα πνευματικά-πολιτιστικά κέντρα τῆς Βουλγαρίας, ὅπου καλλιεργοῦνταν μέ ἰδιαίτερο ζῆλο τά γράμματα. Ὁ ἴδιος μάλιστα ὁ ὅσιος Θεοδόσιος μετέφρασε στά σλαβικά τό ἔργο τοῦ ὁσίου Γρηγορίου Σιναΐτου «Κεφάλαια δι’ ἀκροστιχίδος». Ὁ ὅσιος Θεοδόσιος μέ τή μαχητική καί χαρισματική του προσωπικότητα, τό κύρος καί τήν αὐθεντία του καί μέ σύμμαχο τόν τσάρο Ἰωάννη Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος ἔτρεφε γι’ αὐτόν μεγάλο σεβασμό, συνέβαλε σέ μεγάλο βαθμό στήν ἐπιτυχή ἀντιμετώπιση πολλῶν ἀπό τίς αἱρέσεις πού εἶχαν ἀναφανεῖ τήν ἐποχή ἐκείνη στή Βουλγαρία ὅπως τῶν αἱρετικῶν ἰδεῶν τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου, τοῦ Βογομιλισμοῦ, τοῦ Ἀδαμιτισμοῦ, τῶν αἱρετικῶν Πυρόπουλου καί Θεοδοσίου Φουντούλ καθώς καί στήν καταδίκη τῶν ἀντιχριστιανικῶν κινήσεων τῶν Ἑβραίων τοῦ Τυρνόβου. Περί τό 1359/60 καί ἐξ αἰτίας τῶν τουρικῶν ἐπιδρομῶν, ἐγκαταστάθηκε γιά τρία χρόνια σέ σπήλαιο κοντά στό Τύρνοβο. Περί τό 1361/1362 ὁ ὅσιος Θεοδόσιος ἔστειλε μαζί μέ τό συνασκητή του μοναχό Ρωμανό ἐπιστολή πρός τόν οἰκουμενικό πατριάρχη Κάλλιστο Α΄ μέ τήν ὁποία τόν ἐνημέρωναν μέ ἀγωνία γιά διάφορες κανονικές καί λειτουργικές παρατυπίες πού συνέβαιναν στήν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας, ἐπί πατριάρχου Θεοδοσίου. Τό Πατριαρχεῖο μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀπάντησε στήν παραπάνω ἐπιστολή. Ἐπιπλέον ὁ ὅσιος Θεοδόσιος, παραλαμβάνοντας τέσσερεις ὑποτακτικούς του ἀναχώρησε γιά τήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φιλοξενήθηκε προσωπικά ἀπό τόν πατριάρχη ἅγιο Κάλλιστο Α΄, πρῶτα στά Πατριαρχεῖα καί ἀργότερα στή μονή τοῦ Ἁγίου Μάμαντος. Τέλος, ἐκοιμήθη στήν Κωνσταντινούπολη στίς 27 Νοεμβρίου 1962/63, ἀφοῦ πρῶτα εἶχε δώσει τίς τελευταῖες του ὑποθῆκες καί εὐλογίες στούς μαθητές του. Στήν ἐξόδια ἀκολουθία του προεξῆρχε ὁ ἴδιος ὁ πατριάρχης ἅγιος Κάλλιστος καί ἡ Ἱερά Σύνοδος. Ἀνάμεσα στούς μαθητές τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου γνωστότεροι εἶναι ὁ  ἱερομόναχος Διονύσιος ‘‘ὁ ἐξαίσιος’’, ὁ ἅγιος Κυπριανός μετέπειτα μητροπολίτης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας (1390-1406) καί ὁ ἅγιος Εὐθύμιος μετέπειτα πατριάρχης Τυρνόβου.                                                        
   
Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος πατριάρχης Τυρνόβου (1375-1393), ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε μία ἀπό τίς κορυφαῖες προσωπικότητες τοῦ σλαβικοῦ κόσμου κατά τό 14ο αἰ. Ἔγινε μοναχός σέ κάποια ἀπό τίς μονές τοῦ Τυρνόβου, τό πιθανότερο, τή μονή τῆς Θεοτόκου Ὁδηγητρίας· σπουδαίο μοναστικό κέντρο κατά τό α΄μισό τοῦ 14ου αἰ. Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος, ἀσκήτευσε ὡς νεαρός μοναχός στή μονή Κελιφάρεβο πού εἶχε ἱδρύσει ὁ γέροντάς του ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Τυρνοβίτης περί τό 1350. Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος παρέμεινε στό Κελιφάρεβο μέχρι τό 1363, ὅταν ἀκολούθησε τόν γέροντά του ὅσιο Θεοδόσιο στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ὁ πατριάρχης Κάλλιστος Α΄ τούς δέχθηκε μέ ἰδιαίτερες τιμές καί τούς φιλοξένησε στή μονή τοῦ Ἁγίου Μάμαντος. Ἐκεῖ, στίς 27 Νοεμβρίου τοῦ 1363, ὁ ὅσιος Θεοδόσιος τέλειωσε τήν ἐπίγεια ζωή του. Μετά τό θάνατο τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου, ὁ Εὐθύμιος ἀποφάσισε νά παραμείνει γιά ἕνα διάστημα στήν Κωνσταντινούπολη. Στά πλαίσια αὐτά, ἐγκαταβίωσε γιά ἕνα διάστημα καί στή μονή Στουδίου. Στή Βασιλεύουσα, ὁ ὅσιος Εὐθύμιος εἶχε τή δυνατότητα νά μελετήσει στίς πλούσιες βιβλιοθῆκες της τήν ἑλληνική γλώσσα καί τή βυζαντινή γραμματεία, ἀλλά καί νά ἐξοικειωθεῖ μέ τή λατρευτική καί λειτουργική βυζαντινή παράδοση.
    
Περί τό 1364-5 ὁ Εὐθύμιος ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μετέβη στό Ἅγιον Ὄρος ὅπου στήν ἀρχή ἐγκαταστάθηκε, σύμφωνα μέ τή σύγχρονη ἔρευνα, στή Μεγίστη Λαύρα. Ἐκεῖ, τό πιθανότερο, γνωρίστηκε μέ τόν ἅγιο Φιλόθεο τόν Κόκκινο, τοῦ ὁποίου τό λειτουργικό ἔργο τόν ἐπηρέασε σέ σημαντικό βαθμό καί στήν ὁποία διέμεινε ἐπί πέντε ἔτη. Ἀργότερα ἀσκήθηκε καί στόν πύργο τῆς Σελινοῦς τῆς περιοχῆς τῆς μονῆς Ζωγράφου. Στόν Ἄθω, ὅπου παρέμεινε γιά μία ἑπταετία, ἐπιδόθηκε στίς μεταφράσεις ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων,  παίρνοντας παράλληλα ὅλα ἐκεῖνα τά ἀναγκαῖα ἐφόδια, πού θά τόν βοηθοῦσαν ἀργότερα, ὡς Πατριάρχης Τυρνόβου, νά θέσει τίς βάσεις γιά τίς γλωσσικές καί ἐκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις πού πραγματοποιήθηκαν μέ τή δική του συμβολή, κατά τό 14ο αἰ., στήν πατρίδα του τή Βουλγαρία. Τό 1371 ἡ καρποφόρα αὐτή ἀθωνική περίοδος τοῦ Εὐθυμίου ὁλοκληρώθηκε μέ δυσάρεστο γι’ αὐτόν τρόπο, ἀφοῦ ἐξορίστηκε στή Λήμνο ἀπό τόν φιλενωτικό αὐτοκράτορα Ἰωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, πιθανόν λόγω τῆς ἀκραιφνοῦς ὀρθόδοξης στάσης τοῦ Εὐθυμίου. Γρήγορα ὅμως ὁ αὐτοκράτορας ἀνακάλεσε ἀπό τήν ἐξορία του τόν ἅγιο Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος καί ἐπανῆλθε γιά λίγο στόν Ἄθω. Τήν ἴδια ὅμως χρονιά ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του, ἔχοντας μαζί του μιά πλούσια συγκομιδή ἐμπειριῶν καί γνώσεων ἀπό τήν παραμονή του στά μεγάλα πνευματικά κέντρα τοῦ βυζαντινοῦ κόσμου. Στή Βουλγαρία ἐγκαταστάθηκε ὡς ἡγούμενος στή νεοϊδρυμένη μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία ἔγινε ἐπίκεντρο μεγάλης πνευματικῆς ἀναγεννήσεως στή Βουλγαρία τοῦ 14ου αἰ. Τό 1375 ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ἐκλέγεται Πατριάρχης Τυρνόβου, θέση ἀπό τήν ὁποία συνέβαλε στήν ἀποκατάσταση τῶν διαταραγμένων σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τήν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν Βογομίλων, τήν ἠθική ἀνόρθωση τῶν κληρικῶν καί τοῦ ποιμνίου του καί τήν ἀνακούφιση τῶν πτωχῶν.
  
 Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ὅμως εἶχε καί τό θλιβερό προνόμιο νά εἶναι ὁ τελευταῖος πατριάρχης τοῦ Τυρνόβου, καθώς τό 1393 οἱ Τούρκοι κατέλυσαν τό Βουλγαρικό κράτος. Ὁ Ἅγιος, περί τό 1394, ἐξορίστηκε ἀπό τούς κατακτητές κάπου στή Βορειοδυτική Θράκη, ὅπως δέχονται οἱ περισσότεροι ἐρευνητές, τό πιθανότερο στή μονή τῆς Θεοτόκου τοῦ Μπάτσκοβο. Στή μονή αὐτή καί γύρω ἀπό τόν ἅγιο Εὐθύμιο δέν ἄργησε νά δημιουργηθεῖ ἕνας κύκλος μαθητῶν πού συνέχισε τή φιλολογική δραστηριότητα τῆς σχολῆς τοῦ Τυρνόβου. Ἀφήνοντας ἕνα πλούσιο συγγραφικό ἔργο, κυρίως ἁγιολογικό, μεταφραστικό καί λειτουργικό, ἐκοιμήθη περί τίς ἀρχές τοῦ 15ου αἰ.  (συνεχίζεται......)

______________________________________________________________________
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:  
 Ὁ ἅγ. Εὐθύμιος πατριάρχης Τυρνόβου. Τοιχογραφία τοῦ 1864 στή μονή Ἀράπο Βουλγαρίας.

* Ὁλόκληρη ἡ μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», δημοσιεύθηκε στά Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.


Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.  ( Γ΄ μέρος)
Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ. ( Δ΄ μέρος)
Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ. ( Ε΄ μέρος)


Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ (Ε' ΜΕΡΟΣ)

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.*
(Ε’ μέρος)


  Ἄλλος Ἁγιορείτης μαθητής τοῦ ὁσίου Γρηγορίου Σιναΐτου ὁ ὁποῖος συνέχισε καί τό ἔργο του στή Βουλγαρία ἦταν καί ὁ ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Τυρνοβίτης (+1363). Ἀνάμεσα στίς διάφορες μονές στίς ὁποῖες κατά καιρούς ἀσκήθηκε στήν πατρίδα του (Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἀρτσάρ στό Βιδύνιο, ἀσκητήρια στίς περιοχές Τσερβέν καί Σλίβεν καί μονή Θεοτόμου τοῦ Ἐπικέρνους στό Σλίβεν) ἦταν καί ἡ μονή τῆς Θεοτόκου Ὁδηγητρίας στό Τύρνοβο. Στό Βίο τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου διαβάζουμε: «Καί εὑρών τότε μονήν λίαν περίφημον, τῆς πανενδόξου παρθένου καί Θεοτόκου μητρός τοῦ Χριστοῦ, εἰς ἐκεῖνο τό μέρος ἐγκατεστάθη, τόν ὁποῖον ἀκόμη καί μέχρι σήμερον καλεῖται μέ τή συνήθη ὀνομασία Ἅγιον Ὄρος». Ἡ εἴδηση τῆς ἀφίξεως τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου στά Παρόρια, τόν ὁδήγησε -ὅπως καί ἄλλους ἐραστές τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς- στήν ἀπόφαση νά μεταβεῖ ἐκεῖ καί νά γίνει μαθητής του. Μάλιστα, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, μεσολάβησε μεταξύ τοῦ ὁσίου Γρηγορίου καί τοῦ τσάρου Ἰωάννου Ἀλεξάνδρου ὥστε ὁ δεύτερος νά ἐκδηλώσει τό προστατευτικό του ἐνδιαφέρον γιά τή μονή τῶν Παρορίων. Ἐκτιμῶντας μάλιστα ὁ ὅσιος Γρηγόριος τήν πνευματική του πρόοδο, ἐπέτρεψε στό Θεοδόσιο νά ἀσκηθεῖ κατά μόνας σέ κελλί μακρυά ἀπό τή μονή.
   Μέ τήν παρουσία τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου στά Παρόρια, ὅταν αὐτός ἀποσύρθηκε στήν περιοχή γιά νά ἀφιερωθεῖ ἀπερίσπαστος στήν ἡσυχαστική ζωή, ὁ ἡσυχαστικός αὐτός τόπος ἔλαβε πανορθόδοξο χαρακτήρα, καθώς συνέρεαν πρός τόν Ὅσιο πλήθη μοναχῶν ἀπό τή Θράκη, τήν Κωνσταντινούπολη, τήν εὐρύτερη γεωγραφική περιοχή τῆς Μακεδονίας, τή Βουλγαρία καί τή Σερβία, ὥστε νά θεωρεῖται ὡς «Ὄρος ἄλλον Ἅγιον» κατά τόν βιογράφο τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη ὅσιο Θεοφάνη Περιθεωρίου. Στό ὄρος ‘‘Κατακεκρυωμένον’’ τῶν Παρορίων, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1335-1341, ἵδρυσε ὁ ὅσιος Γρηγόριος τήν πρώτη μονή, ἐνῶ τίς ἄλλες τρεῖς κοντά στό σπήλαιο τῶν ‘‘Μεσομιλίων’’ καί στήν τοποθεσία ‘‘Παίζουβαν’’. Στά Παρόρια πέρασε ὁ Ὅσιος τήν τελευταία περίοδο τῆς ζωῆς του μέ ἄκρα προσευχή καί νηστεία, ὥσπου ἐκοιμήθη στίς 27 Νοεμβρίου πιθανότατα τοῦ ἔτους 1346. Ἀπό τό Βίο τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου Τυρνοβίτου, μαθητή τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου πληροφορούμαστε ὅτι πρίν μεταβεῖ στό ὄρος Ἔμμονα ἐπισκέφτηκε τά Παρόρια καί προσκύνησε τόν τάφο τοῦ διδασκάλου του γιά τελευταία φορά.
  Ἡ σπουδαιότητα τῆς προσωπικότητας τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, ἡ ἐπίδραση πού ἄσκησε ἡ βιοτή, ἡ διδασκαλία, τό ἔργο του τόσο στό Ἅγιον Ὄρος ὅσο καί ἐκτός αὐτοῦ καθώς καί ἡ ἀποφασιστική συμβολή του στή διάδοση τοῦ Ἡσυχασμοῦ καί γενικότερα στήν ἐκκλησιαστική ζωή τῶν λαῶν τῆς χερσονήσου τοῦ Αἴμου, ἔχουν νομίζω ἀρκούντως διερευνηθεῖ. Ὁ σλαβικός κόσμος γοητευμένος ἀπό τήν πνευματική μορφή τοῦ ὁσίου Γρηγορίου καί τῶν μαθητῶν του, ἐνστερνίζεται τήν ἡσυχαστική ζωή καί προσπαθεῖ νά τήν ἀφομοιώσει. Τά Βαλκάνια, μέ κέντρο τό Θρακικό μοναστικό κέντρο τῶν Παρορίων, μεταβάλλονται σέ ἕνα ἀπέραντο χριστιανικό πεδίο δράσης. Ὁ ρόλος τῶν συνόρων ὡς διαχωριστικῶν ὁρίων μεταξύ τῶν λαῶν ἀποδυναμώνεται. Ἡ ἐποχή τοῦ ὁσίου Γρηγορίου εἶναι μία ἔνδοξη ἐποχή ἰσχυρῶν πνευματικῶν δεσμῶν τοῦ σλαβικοῦ μέ τόν ἑλληνικό κόσμο.
  Τό μοναστικό κέντρο τῶν Παρορίων, μέ τή δράση τοῦ ὁσίου Γρηγορίου κατέστη ἐπιπλέον ἕνα ἀπό τά ἀξιολογότερα κέντρα τῆς βυζαντινῆς καί βουλγαρικῆς ἡσυχαστικῆς γραμματείας. Ἡ δημιουργία τοῦ κέντρου αὐτοῦ ἐκκλησιαστικῆς καί κατ’ ἐπέκταση πολιτιστικῆς συνεργασίας ἀνάμεσα στούς λαούς τῆς χερσονήσου τοῦ Αἴμου, συνέβαλλε στήν πνευματική πρόοδο τῶν χωρῶν τῆς περιοχῆς, καθιστώντας τες ἄμεσους κοινωνούς τοῦ βυζαντινοῦ τρόπου διανοήσεως. 
   Παρ’ ὅλα αὐτά ὅμως, ὁ ὅσιος Γρηγόριος ἦταν ὁ κατ’ ἐξοχήν διδάσκαλος καί εἰσηγητής τῆς ἡσυχίας. Καί μέσα ἀπό τήν ἡσυχαστική αὐτή διάσταση ἐξυφαίνεται ἡ πνευματική σχέση του μέ τόν ἕτερο μεγάλο Ἁγιορείτη ἡσυχαστή τῆς ἐποχῆς του, τόν ὅσιο Μάξιμο τόν Καυσοκαλύβη.
   Ἡ γνω­ρι­μί­α τῶν δύ­ο Ὁσίων στό Ἅγιον Ὄρος καθώς καί ὁ με­τα­ξύ τους διάλογος περί προσευχῆς (εἰκ. 6), τό πι­θα­νό­τε­ρο εἶναι νά συ­νέ­βη πρίν τό 1325, ἔ­τος ἀ­να­χωρήσεως τοῦ ὁσίου Γρη­γο­ρί­ου γιά τά Πα­ρό­ρια, κα­τά τήν πρόρ­ρη­ση τοῦ ὁσίου Μα­ξί­μου.
   Ὁ δι­ά­λο­γος αὐ­τός (πού καταλαμβάνει μεγάλο μέρος στό Βίο τοῦ ὁσίου Μαξίμου) μπορεῖ νά θεωρηθεῖ σταθμός στή νηπτική γραμματεία, καθώς ἀ­πο­τε­λεῖ τήν δι­α­φα­νέ­στε­ρη ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς θε­ω­ρί­ας πε­ρί νή­ψε­ως καί ἐκ­στά­σε­ως τοῦ νοῦ, καί πε­ρι­γρά­φει τήν κα­τά­στα­σή του ὅ­ταν ἐλ­λάμ­πε­ται ἀ­πό τό θεῖ­ο φῶς κα­τά τήν προ­σευ­χή. Δι­α­κρί­νει δέ μέ σα­φή­νεια καί προ­σο­χή τά ση­μεῖ­α τῆς χά­ρι­τος ἀ­π’ αὐ­τά τῆς πλά­νης. Ἕ­νας ἀ­πό τούς καρ­πούς τῆς προ­σευ­χῆς εἶ­ναι καί ὁ θεῖ­ος ἔ­ρω­τας πού γεν­νι­έ­ται στήν φλε­γό­με­νη καρ­διά τοῦ προ­σευ­χο­μέ­νου. Στά τέλη τοῦ 18ου αἰ., ἕνα σημαντικό ἀπόσπασμα τοῦ διαλόγου αὐτοῦ, λό­γῳ τῆς σπου­δαι­ό­τη­τάς του, συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε στή γνωστή Φιλοκαλία.
   Οἱ βυζαντινοί Βίοι τόσο τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη ὅσο καί τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου ἀποτελοῦν σημαντικές ἱστορικές πηγές, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, γιά τό μοναστικό κέντρο τῶν Παρορίων καί τή ἐκεῖ δράση τοῦ ὁσίου Γρηγορίου καί τῶν μαθητῶν του.
  Στόν Βίο Β΄ τοῦ ὁσίου Μαξίμου, ὁ βιογράφος του ὅσιος Θεοφάνης Περιθεωρίου ἀναφέρεται ἀρκετές φορές τόσο στή πρόρρηση τοῦ ὁσίου Μαξίμου περί τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος γιά τά Παρόρια ὅσο καί γιά τήν ἐκεῖ δράση του. Στά Παρόρια ἀναφέρεται καί ὁ τρίτος βιογράφος τοῦ ὁσίου Μαξίμου ὅσιος Μακάριος Μακρῆς καθώς καί ὁ ὅσιος Ἰωαννίκιος Κόχιλας. Εἰδικότερα, ὁ τελευταῖος αὐτός βιογράφος τοῦ ὁσίου Μαξίμου στόν ὑπ’ αὐτοῦ γραφέντα Βίο μᾶς πληροφορεῖ γιά τήν ἀλληλογραφία τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου μέ διάφορους ἡγεμόνες τῆς ἐποχῆς κατά τήν παραμονή του στά Παρόρια: «Καί τούς βασιλεῖς τῆς γῆς, Ἀνδρόνικον λέγω καί τόν Ἀλέξανδρον, Στέπανον καί Ἀλέξανδρον, ἐπιθυμητάς αὐτοῦ πεποίηκεν δι’ ἐπιστολῶν διδακτικῶν θαυμασίων». Ὑπό τά ἀνωτέρω ὀνόματα πρέπει νά ἐννοήσουμε τόν Βυζαντινό αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Γ΄ (1328-1341), τόν βούλγαρο τσάρο Ἰωάννη Ἀλέξανδρο (1331-1371), τόν Σέρβο τσάρο Στέφανο Ντουσάν (1331-1355) καί ἴσως τόν Ἀλέξανδρο τόν Α΄ Basarab (1338-1364), ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας γυναικάδελφο τοῦ Ἰωάννου Ἀλεξάνδρου τῆς Βουλγαρίας. Εἰδικότερα γιά τόν βούλγαρο τσάρο Ἰωάννη Ἀλέξανδρο καί γιά ὅ,τι κυρίως τόν ἀφορᾶ στήν παρούσα εἰσήγηση, θά πρέπει νά ἀναφέρουμε ὅτι στά πλαίσια τῆς γενικότερης δραστηριότητάς του γιά τήν ἵδρυση νέων μονῶν ἤ ἀνακαίνιση καί διακόσμηση παλαιοτέρων, ἔδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τόν ὅσιο Γρηγόριο τό Σιναΐτη καί τούς μοναχούς τοῦ μοναστικοῦ κέντρου τῶν Παρορίων, κάτι γιά τό ὁποῖο ἐγκωμιάζεται ἀπό τόν ἅγιο Κάλλιστο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πού συναγωνίζεται γι’ αὐτό καί τούς πιό δεινούς βούλγαρους ἐγκωμιαστές τοῦ τσάρου. Εἰδικότερα, ὁ τσάρος ἔσπευσε νά ἱκανοποιήσει τό αἴτημα τοῦ ὁσίου Γρηγορίου –πού διατυπώθηκε μέ τή μεσολάβηση τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου- γιά προστασία ἀπό τούς ληστές τῆς περιοχῆς τῶν Παρορίων. Γιά τό σκοπό αὐτό ἀνήγειρε ὑψηλό ὀχυρό πύργο καί ἐπιπλέον, ναό, κελλιά γιά τούς μοναχούς καί στάβλους γιά τά ζῶα, ἐνῶ δώρησε στούς μοναχούς κτήματα, μία λίμνη πού εἶχε μεγάλα ἰχθυοτροφεῖα, ζῶα κ.ἄ. Κατά τόν Γρηγόριο τό Νέο, βιογράφο τοῦ ὁσίου Ρωμύλου τοῦ ἐκ Βιδυνίου, ὁ τσάρος αὐτός δημιούργησε συνθῆκες γαλήνης στά Παρόρια. Στό μοναχικό αὐτό κέντρο σύντομα -ἰδίως μετά τήν ἰδιαίτερη προστασία πού ἐξασφάλισε γιά τούς ἐκεῖ μοναχούς ὁ βούλγαρος τσάρος Ἰωάννης-Ἀλέξανδρος- συγκροτήθηκε μία ἀκμαία πνευματικά πολυεθνική μοναστική κοινότητα, στήν ὁποία καλλιεργοῦνταν ἡ ἡσυχαστική ζωή ἀλλά καί τά γράμματα μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση στή μελέτη, συγγραφή, ἀντιγραφή χειρογράφων καθώς καί μετάφραση διαφόρων συγγραμμάτων. Τό κέντρο αὐτό πού χρησίμευσε ὡς συνδετικός κρίκος ἀνάμεσα στόν ἑλληνικό καί σλαβικό πνευματικό κόσμο καί ὡς ἕνα ἀπό τά ἀξιολογότερα κέντρα τῆς βυζαντινῆς καί βουλγαρικῆς ἡσυχαστικῆς γραμματείας, λειτούργησε μέχρι τό 1355-1360 ὁπότε καί ἐγκαταλείφθηκε λόγῳ τῶν συχνῶν ληστρικῶν ἐπιδρομῶν τῶν Τούρκων.  (συνεχίζεται......)

______________________________________________________________________
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: 
 Ὁ διάλογος μεταξύ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη καί ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου. Τοιχογραφία τοῦ 1820 στή Λιτή τοῦ Κυριακοῦ τῆς σκήτης Καυσοκαλυβίων. Ἔργο Μητροφάνους μοναχοῦ τοῦ ἐκ Βιζύης τῆς Θράκης

* Ὁλόκληρη ἡ μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», δημοσιεύθηκε στά Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.

Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.  ( Γ΄ μέρος)
Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.  ( Δ΄ μέρος)