Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΠΑΝΗΓΥΡΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΑ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ



  Μέ εὐλάβεια, κατά τήν ἁγιορειτική λειτουργική παράδοση ἀλλά καί μέ ἔκδηλα τά συναισθήματα τῆς χαρᾶς καί τῆς πνευματικῆς ἀγαλλίασης, ἑορτάστηκε πανηγυρικά τό κοσμοχαρμόσυνο γεγονός τῆς Γεννήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στά ἐρημικά Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
  Ἡ πνευματική αὐτή εύκαιρία δόθηκε τόσο σέ Ἁγιορεῖτες μοναστές ὅσο καί σέ εὐσεβεῖς προσκυνητές τοῦ Περιβολιοῦ τῆς Παναγίας μας, κατά τήν Πανήγυρη τοῦ ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, πού κοσμεῖ τόν ἐρημικό συνοικισμό τῶν Κατουνακίων τῆς Μεγίστης Λαύρας.   
    Τό ἱερό αύτό Ἡσυχαστήριο, ἔπειτα ἀπό τήν πρό ἔτους ἐρήμωσή του, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν πρόνοια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐπαναλειτούργησε πρόσφατα μέ τήν ἐγκαταβίωση σ᾿ αὐτό τοῦ Γέροντος Μιχαήλ Κατουνακιώτου. Εὐχόμαστε ἡ Κυρία Θεοτόκος νά εὐλογεῖ τόν πνευματικό του ἀγῶνα καθώς καί ὅλους ὅσοι τόν στηρίζουν στό ἔργο του. 

   Τά φωτογραφικά αὐτά στιγμιότυπα προέρχονται ἀπό τήν πρώτη αὐτή Πανήγυρη τοῦ Ἡσυχαστηρίου, στίς 8 / 21 Σεπτεμβρίου 2016.







Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

                                    Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

       Ὁ ἐθνικός χαρακτήρας τῆς ἀθωνικῆς μονῆς Ζωγράφου

   ν καί μεταξύ τῶν εἴκοσι ἱερῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ μονή Ζωγράφου χαρακτηρίζεται ὡς παραδοσιακά βουλγαρική, ἡ ἱστορική παρουσία βουλγάρων μοναχῶν ἐκεῖ, περιβάλλεται ἀπό ἀσάφεια, ἀφοῦ δέν μᾶς εἶναι γνωστό τό μέγεθός της κατά τούς μέσους καί ὕστερους βυζαντινούς χρόνους. Ἡ ἵδρυση τῆς μονῆς Ζωγράφου ἀνάγεται τήν περίοδο 972-980. Σύμφωνα μέ τή διαπρεπή ἱστορικό τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ Διονυσία Παπαχρυσάνθου «εἶναι ἄγνωστο σέ ποιά ἐποχή τό μοναστήρι παραχωρήθηκε σέ ἤ ἐπανδρώθηκε ἀπό μοναχούς Βουλγάρους». Τά πρωϊμότερα πάντως σλαβικά τοπωνύμια τοῦ ἁγιορειτικοῦ χώρου ἐντοπίζονται στήν περιοχή τῆς Ζωγράφου.      
Ἀξιόπιστη ἔνδειξη γιά τόν ἐθνικό χαρακτῆρα τῆς Μονῆς θεωρεῖται ὅτι παρέχει ὁ χαρακτηρισμός: «ἡ σεβασμία μονή τῶν Βουλγάρων», πού ἐμφανίζεται σέ ἑλληνικά ἀθωνικά ἔγγραφα κατά τά τέλη τοῦ 13ου αἰώνα. Ἀναφέρουμε γιά παράδειγμα Πράξη τοῦ Νικηφόρου Χούμνου, τοῦ ἔτους 1286, ὅπου γίνεται ἀναφορά «τῆς κατά τό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω διακειμένης σεβασμίας μονῆς τῶν Βουλγάρων, τῆς εἰς τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου καί ἐπιλεγομένης τοῦ Ζωγράφου». Ἐπίσης, τό 1290, σέ ἀπόφαση τοῦ ἐπισκόπου Ἱερισσοῦ σχετικά μέ διένεξη ἀνάμεσα στίς μονές Ζωγράφου καί Χιλανδαρίου, τά ἐναγόμενα μέρη ἀποκαλοῦνται Βούλγαροι καί Σέρβοι ἀντίστοιχα. Ὁ τύπος «Ἡ σεβασμία μονή τῶν Βουλγάρων» ἐξακολούθησε νά χαρακτηρίζει τό ἵδρυμα στά 1342-1344 καί φαίνεται ὅτι λησμονήθηκε μετά τά μέσα τοῦ 14ου αἰώνα…
Ἡ ἐπίσημη ἐπανακοινοβιοποίηση τῆς βουλγαρικῆς μονῆς Ζωγράφου ἔγινε μέ σιγγίλιο πού ἐξέδωσε ὁ οἰκουμενικός πατριάρχης Ἄνθιμος Δ’ (1848-1852), τόν Μάρτιο τοῦ 1850, Ἰνδικτιῶνος Η’.

Ἀπόσπασμα ἀπό τὀ βιβλίο τοῦ συγγραφέα (διδακτορική διατριβή):
 Ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης καί τό ἔργο του  
 ἔκδ. Ἱ. Μ. Ἁγ. Παύλου, Ἅγιον Ὄρος 2014


Πολλά ἱστορικά στοιχεῖα δείχνουν ὅτι πρίν διεγερθεῖ τεχνητῶς ὁ ἐθνοφυλετισμός στά τέλη τοῦ 19ου αἰ. πρός ἐξυπηρέτιση πολιτικῶν στόχων, Ἕλληνες καί Βούλγαροι ζοῦσαν ἁρμονικά μέσα στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπό τήν σκέπη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΙΟΣ

                                  Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

                             Εὐθύμιος Λαυριώτης ὁ Τραπεζούντιος
 νας ἀπό τους λογίους Καυσοκαλυβίτες θεωρεῖται καί ὁ προηγούμενος Εὐθύμιος Λαυριώτης ὁ Τραπεζούντιος. Ὁ ἱερομόναχος Εὐθύμιος (περ.1718-1798), καταγόταν ἀπό τή Μακεδονία, ἀλλά γεννήθηκε στήν Τραπεζοῦντα καί σύμφωνα μέ μαρτυρία ἔφερε τό ἐπώνυμο Παρτσαλίδης. Τήν περίοδο 1775-1798 καί πάντως τήν ἐποχή πού στή μονή ἦταν σκευοφύλακας ὁ λόγιος ἱερομόν. Κύριλλος Λαυριώτης, τοποθετεῖται ἡ ἡγουμενεία του στή Μεγίστη Λαύρα. Τά ἔργα του εἶναι γραμμένα στή δημώδη γλώσσα. Γιά τήν καυσοκαλυβίτικη περίοδο τοῦ Εὐθυμίου δέν σώζονται πολλές μαρτυρίες. Σ’ αὐτήν ἀναφέρεται ὁ μοναχός Ἰσίδωρος Καυσοκαλυβίτης καθώς καί ὁ Εὐλ. Κουρίλας (‘‘Ὁ στιχουργός Εὐθύμιος Λαυριώτης ὁ Τραπεζούντιος καί ἡ Ἰερεμιάς του, ἀπό προηγουμένου εἰς Καυσοκαλύβια μεταστάς, ἵνα ἐξωτερικεύσει τόν πόνον του’’). Ἰδιόγραφος πάντως κώδικας τοῦ Εὐθυμίου βρίσκονταν μέχρι πρότινος στά Καυσοκαλύβια. Πρόκειται γιά τόν κώδ. 208 (Καταλ. Κουρίλα) τῆς Καλύβης Γενεσίου τῆς Θεοτόκου (παλαιό Κυριακό) μέ τόν χαρακτηριστικό τίτλο: ‘‘Μέλισσα ἤτοι βίβλος περιέχουσα πλεῖστά τε καί ἐπωφελῆ διάφορα, ἅπαντα διά στίχων ποικίλων πολιτικῶν ἁπλῶν, συντεθέντων καί φιλοπονηθέντων ὑπό τοῦ προηγουμένου τῆς Μεγίστης Λαύρας κύρ Εὐθυμίου Τραπεζουντίου τοὐπίκλην Μακεδόνος’’.

  Στή συνέχεια καί ἀπό τόν κώδ. Καυσοκαλυβίων 210, σ. 45-46, τοῦ ἔτους 1913, γραμμένο ἀπό τόν φιλομαθή μοναχό Ἰσίδωρο Καυσοκαλυβίτη (1885-1968), δημοσιεύουμε τήν περιγραφή τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῶν Καυσοκαλυβίων:

  Ἔτι δέ καί τήν Κερασάν καί τό Καυσοκαλύβι
    καί Σκήτην τήν ἐρημικήν Ἠλιοῦ τοῦ Θεσβίτη
  Αὐτά ὅλα ὑπόκεινται εἰς τήν Μεγίστην Λαύρα
    καί εἰς αὐτήν ὑποττάσονται ἀεί καί κατά πάντα
 Τά ὁποῖα εὑρίσκονται μέσα στήν ἐρημίαν
   μέσα εἰς τόπον ἥρεμον μέ ἄκραν ἡσυχίαν
 Σκήταις τά ὀνομάζουνε ἤτοι ἀσκηταρεῖα
  ἐπειδή καί εὑρίσκονται μέσα στήν ἐρημία.
 Σταῖς Σκήταις αὐταῖς βρίσκονται καί ἐν πολλαῖς καλύβαις
  καί σχεδόν περισσότεραις ἀπό διακοσίαις
 Εἰς ταῖς ὁποίαις κατοικοῦν ἀσκηταῖς ἐρημίταις
  πού λάμπουν εἰς τάς ἀρετάς ὡς φαιδροί μαργαρίταις
  Οἵτινες ζοῦν μίαν ζωήν τῷ ὄντι μακαρίαν
   ἀμέριμνον ἀτάραχον μέ πολλήν ἡσυχίαν
 Καί ὅλοι τους ἐργοχειροῦν ὁ καθείς ὅτι ξεύρῃ
  καί ἄνεργον δέν ἠμπορεῖ ἐκεῖ κανείς νά εὕρῃ.
 Ἄλλος μέν εἶναι καμιλαυχᾶς, ἄλλος δέ καλλιγράφος
  ἄλλος εἶναι κομποσχοινᾶς καί ἕτερος ζωγράφος.
 Ἄλλος σκάπτει ἐγκόλπια, ἄλλος κάμνει λαβίδες
  καί ἕτερος ποιεῖ σταυρούς κι ἄλλος πάλιν σφραγῖδες.
Κι ἀπ’ αὐτά τά ἐργόχειρα εὐγάζουν τήν τροφήν τους
  πλήν μέ πολλήν ἐγκράτειαν περνοῦσι τήν ζωήν τους.
 Εἰς αὐτούς οὖν ὁ ἄνθρωπος, δίκαιον εἶν’ καί πρέπει
   νά ἐκφωνήσῃ τό ῥητόν, ἐκεῖνο ὁποῦ λέγει,
 πῶς τοῖς ἐρημικοῖς ζωή, ἡ μακαρία ἔστι,
   καί ὅτι ἔρως θεϊκός, τά σπλάγχνα τούτων φλέγει.
 Ἀπό τό μοναστήριον, ὡς δύο καί τρεῖς ὥραις
   εἶναι αὐταῖς ποῦ ἔγραψα, ἤγουν οἱ σκήταις ὅλαις.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Γιά τόν Εθύμιο καί τό ργο του βλ. Παντελεήμονος Λαυριώτου, ‘‘ποσπάσματα ξ νεκδότου προσκυνηταρίου τς μονς Μ. Λαύρας’’, ΕΕΒΣ, ΛΒ΄ (1963) 319-332.
- Φορόπουλου Ν., ΘΗΕ τ. 5, στ. 1964.   -Καραμανίδου ννα, Εθύμιος Μακεδών Τραπεζούντιος Λαυριώτης. Τό συγγραφικό του ργο (νέκδοτη διδακτορική διατριβή), Θεσσαλονίκη 2003.
 - ‘‘Προσκυνητάριον κριβέστατον τς ν τ γιωνύμ ρει το θωνος ερς καί σεβασμίας βασιλικς καί Σταυροπηγιακς μονς μεγίστης Λαύρας, συντεθέν διά στίχων πολιτικν παρά Εθυμίου Μακεδόνος το Τραπεζουντίου καί τς ατς μονς ερομονάχου’’, Κώδ. Λαύρας Λ54.  Στίς σ. 8-10 Εθύμιος ατοβιογραφεται σέ στίχους: σ. 9: « μέν πατρίς μου, φίλτατε, εν’ στόν Εξεινον Πόντον, γουν τήν Μαύρην θάλασσαν γένος δ’ κ Μακεδόνων. / Κωνσταντίνου εμί υός ξ εσεβν προγόνων, κ πόλεως δέ Τραπεζος παλαιν ατοχθόνων»





Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΑΣ ΣΤΑΥΡΟ

ΤΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ ΤΗΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
 ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗ ΣΚΗΤΗ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ


                               Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

   δρό­μος πού ὁ­δη­γεῖ τον ἄνθρωπο στόν ἀ­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, εἶναι νά ἀρ­νη­θεῖ τόν ἑ­αυ­τό του καί νά ση­κώ­σει τό σταυ­ρό του, σταυ­ρώ­νο­ντας τόν ἐ­γω­κε­ντρι­σμό του καί τή φι­λαυ­τί­α του
   Μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας ὁ Μέγας:
«Ὁ ἔχων ἀνάπαυσιν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τήν αἰώνια ἀνάπαυσιν μή ἐλπιζέτω λαβεῖν… ἀλλ᾿ ἐκείνων ἐστί, ἡ αἰώνιος ἀνάπαυσις, τῶν ἐν θλίψει πολλῇ  καί στενοχωρίᾳ, διατρεξάντων τόν βίον τούτον».
   Τί σημαίνει ὅμως γιά μᾶς σήμερα τό: «ἀκολουθῶ τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό, βαστάζοντας τόν δικό μου Σταυρό»;
  Πρῶτον σημαίνει ὅτι σταυρνω τν παλαι νθρωπο, τ πθη μου, δηλαδή, καί ὅτι μέ χωρίζει ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. παρνομαι τν παλαι νθρωπο κα γωνζομαι ν ξεριζσω π μσα μου τ μαρτωλ κα γωϊστικ πθη, τν γωκεντρισμ, τ φιλαυτα.
   Δεύτερον, σημαίνει ὅτι ὑπομνω τς κοσιες δοκιμασες τς ζως καρτερικ κα εχαριστιακ. Ο δυνηρς κα νατες σθνειες, θνατος προσφιλν μας προσπων, δικα, χαριστα κα περιφρνηση, φτώχεια κα λλες δοκιμασες ποτελον εκαιρες πο, ν τς χρησιμοποισουμε σωστ, μς συσταυρνουν κα συνεγερουν μ τν Χριστ. νας μακαριστός ἁγιορείτης γροντας επε χαρακτηριστικ τ ξς: «να δξα σοι Θες, τν ρα πο πονμε χει μεγαλτερη ξα π χλια Κριε ησο Χριστ» πού τό λέμε ταν δν πονμε.

   Σημαίνει ἐπίσης ὅτι ἀναλαμβνω κοσιους πνους, στερσεις, γνες γι τν γπη πρς τν Θε. διος ἄλλωστε Κριος μς δδαξε τι στεν πλη κα τεθλιμμνη δς το Εαγγελου.