Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ

ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



ὅσιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε περί τά ἔτη 925-930 στήν Τραπεζοῦντα τοῦ Πόντου. Οἱ ἐξαιρετικές του ἐπιδόσεις τοῦ Ἀβραμίου –ὅπως λεγόταν κατά κόσμον ὁ Ἀθανάσιος- στά γράμματα, κίνησαν τό ἐνδιαφέρον τοῦ βυζαντινοῦ στρατηγοῦ τοῦ Αἰγαίου Ζεφινεζέρ, ὁ ὁποῖος τόν πῆρε μαζί του στήν Κωνσταντινούπολη.  
  Ὅταν ἀργότερα –σέ μία καθοριστική γιά τό μέλλον του συνάντηση- γνώρισε τόν συγγενή τοῦ ἀνωτέρω στρατηγοῦ, ὅσιο Μιχαήλ τόν Μαλεΐνο (+ 12 Ἰουλίου 961), ἡγούμενο τῆς μονῆς τῆς Θεοτόκου, στό ὄρος τοῦ Κυμινᾶ, ὁ Ἀβράμιος τοῦ ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του νά ἀσπασθεῖ τόν μοναχικό βίο. Στή συνάντηση αὐτή παραβρέθηκε καί ὁ ἀνηψιός τοῦ ἁγίου Μιχαήλ Νικηφόρος Φωκᾶς, στρατηγός τότε τοῦ θέματος τῶν Ἀνατολικῶν, ὁ ὁποῖος ἐντυπωσιάστηκε πολύ ἀπό τόν Ἀβράμιο.
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
   Δέν πέρασε καιρός καί ὁ Ἀβράμιος ἐκάρη μικρόσχημος μοναχός ὑπό τό ὄνομα Ἀθανάσιος στή μονή πού εἶχε ἱδρύσει τό 922 ὁ ὅσιος Μιχαήλ ὁ Μαλεΐνος στόν Κυμινᾶ, στήν περιοχή Ξηρολίμνη, δίπλα ἀπό τόν ποταμό Γάλλο, στά ὅρια Βιθυνίας-Παφλαγονίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Στό κοινόβιο αὐτό ἀσκήθηκε γιά τέσσερα χρόνια, ἐνῶ ἔζησε ὡς ἀναχωρητής τοὐλάχιστον τρία χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Κυκλήση, πού ἀπεῖχε ἕνα μίλι ἀπό τό κοινόβιο τοῦ Κυμινᾶ.
   Κατά τήν παραμονή τοῦ Ἀθανασίου στόν Κυμινᾶ, ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς, σέ ἐπίσκεψή του στή μονή, ἐκμυστηρεύθηκε στόν Ἀθανάσιο τήν πρόθεσή του νά καρεῖ μοναχός καί νά καταστεῖ ὑποτακτικός του, μόλις οἱ συνθῆκες θά τό ἐπέτρεπαν.
   Ἀργότερα, γιά νά ἀποφύγῃ τόσο τήν ἀνάληψη τῆς ἡγουμενίας τῆς μονῆς ὅσο καί τούς ἐπαίνους τῶν συμμοναστῶν του, ἀναχώρησε γιά τόν Ἄθω, μόνο μέ τά ἐνδύματα πού ἔφερε ἀφ’ ἑαυτοῦ, δύο χειρόγραφα βιβλία τά ὁποῖα ὁ ἴδιος καλλιγράφησε (Εὐαγγέλιο καί Πράξεις τῶν Ἀποστόλων) καί τό κουκούλιον τοῦ Γέροντά του-σύμβολο πνευματικοῦ συνδέσμου μέ τόν Κυμινᾶ, μέ τό ὁποῖο καί θά ταφεῖ. Ταπεινά φρονοῦμε ὅτι τόν Ἀθανάσιο μεταφύτευσε στόν Ἄθω ἡ θεία Πρόνοια γιά νά μεταδώσει ἀκέραια στό νέο αὐτό μοναστικό κέντρο, τήν σκυτάλη τῆς πολύτιμης πνευματικῆς πείρας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς ἐπερχόμενης λαίλαπας τῶν ἀσιατικῶν ὀρδῶν.
   Ὁ Ἀθανάσιος θά κρατήσει μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του τόν πνευματικό του σύνδεσμο μέ τήν Μικρά Ἀσία καί τόν Κυμινᾶ. Ἀργότερα, ἕνας ἀπό τούς συνασκητές του στόν Κυμινᾶ, θά τόν διαδεχθεῖ στήν ἡγουμενία τῆς  Λαύρας ἐνῶ ὁ μοναχός Μεθόδιος, ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ ἀπό τήν Κρήτη γιά τήν ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν οἰκοδομήσεως τῆς Λαύρας, εἶναι ὁ μέλλων ἡγούμενος τοῦ Κυμινᾶ. Θά πρέπει ἐδῶ νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι γιά τήν περαιτέρω δράση τοῦ Ἀθανασίου στόν Ἄθω, ἡ μύηση καί μετοχή του στό μοναστικό βίο τῶν ἐν Βιθυνίᾳ μοναζόντων καί ἡ ἐμπειρία του σέ ἕνα μοναστικό ἵδρυμα ὅπως ὁ Κυμινᾶς πού συνδύαζε τήν κοινοβιακή ζωή μέ τόν ἀναχωρητισμό, θά πρέπει νά ἔπαιξε σημαντικό ρόλο. 
    Σύμφωνα μέ τόν Βίο του, ὁ Ὅσιος μόλις φθάνει στόν Ἄθω (περί τά ἔτη 957-958), περιηγεῖται τό Ὄρος καί ἐπισκέπτεται τούς ἐκεῖ ἀσκητές «οὐ πολλούς ὄντας τότε» καί θαυμάζει «τούτων τήν τραχυτάτην ἀγωγήν» καί «τόν ἐρημικόν καί ἀπράγμονα βίον». Τέλος, κατέφυγε στό βόρειο τμῆμα τῆς ἱερᾶς χερσονήσου, στό Ζυγό, ὅπου καί ὑποτάχθηκε σ’ ἕναν ἁπλούστατο γέροντα, ὑποδυόμενος τόν ἀγράμματο ναυαγήσαντα ναυτικό.
   Στό μεταξύ, ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς, ὁ ὁποῖος εἶχε προαχθεῖ σέ Δομέστικο τῶν Σχολῶν τῆς Ἀνατολῆς (δηλαδή Στρατηγό), ἀναζητοῦσε ἐπίμονα παντοῦ νά βρεῖ τόν φίλο του Ἀθανάσιο. Τόν Ἀθανάσιο ἀνακάλυψε τελικά ὁ ἀδελφός τοῦ Νικηφόρου, Λέων Φωκᾶς, ὁ ὁποῖος ἔφθασε λίγο πρίν τό 961 στόν Ἄθω γιά προσκυνηματικούς λόγους, ἔπειτα ἀπό μίαν νικηφόρα ἐκστρατεία ἐνάντια στούς Σκύθες. Οἱ λοιποί ἀθωνῖτες μοναχοί, διαπιστώνοντας τίς ὑψηλές γνωριμίες τοῦ Ἀθανασίου, τόν παρεκάλεσαν νά μεσολαβήσει  ὥστε νά ἀνακαινιστεῖ καί νά διευρυνθεῖ ὁ ναός τοῦ Πρωτάτου.
   Τό αἴτημα τοῦ Ἀθανασίου ἔγινε ἀμέσως δεκτό ἀπό τόν Λέοντα, καί προκειμένου νά ἀποφύγει τήν φήμη καί τόν ἔπαινο, ὁ Ἀθανάσιος ἀποσύρθηκε στήν ἐρημική περιοχή τῶν Μελανῶν, στό νοτιοανατολικό ἄκρο τῆς χερσονήσου.  
  Ἀπό τόν Ἰούλιο τοῦ 960 ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς διηύθηνε τήν ἐκστρατεία τῶν βυζαντινῶν γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Κρήτης ἀπό τούς Ἄραβες. Ὁ Νικηφόρος, πρίν ἀπό τήν ἅλωση τοῦ Χάνδακος, ἔστειλε παντοῦ ἀγγελιοφόρους σέ ὅλα τά μοναστικά κέντρα, ζητῶντας τήν πνευματική συμπαράσταση ὁσίων μοναχῶν πού θά μποροῦσαν νά στηρίξουν τό στράτευμα στό ἀπελευθερωτικό του ἔργο, μέ τίς προσευχές τους. Ἰδιαίτερη ὅμως στάθηκε ἡ ἐπιθυμία τοῦ στρατηγοῦ ὅπως ἔχει σύμμαχό του τήν φυσική παρουσία τοῦ φίλου του Ἀθανασίου. 
   Οἱ ἀθωνῖτες ἀσκητές κατάφεραν νά πείσουν τόν ὅσιο Ἀθανάσιο νά ὑπερβεῖ τούς δισταγμούς πού προέβαλλε γιά νά ἐγκαταλείψει τήν ἡσυχία τῶν Μελανῶν. Τότε ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, λαμβάνοντας ὡς συνοδεία του ἕνα γέροντα μοναχό «ἐπί τήν Κρήτην ἐξέπλευσεν. Ὁ γοῦν εὐσεβέστατος Νικηφόρος, καταλαβόντων αὐτῶν, ἰδών τόν Ἀθανάσιον, ἠσπάσατο μέν καί ὡς πατέρα ἐτίμησεν αὐτοῦ πνευματικόν». 
   Ὁ Νικηφόρος, θεώρησε ἰδιαίτερη εὐλογία τό γεγονός, ὅτι μέ τήν ἄφιξη τοῦ Ἀθανασίου στήν Κρήτη, κυρίευσε τόν Χάνδακα, μετά τόν δεινό χειμῶνα τοῦ ἔτους 961/962.
   Ταυτόχρονα, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, μέ τήν βοήθεια τοῦ Νικηφόρου, φρόντισε γιά τήν ἀνεύρεση, ἀπελευθέρωση καί τήν ἐπαναφορά στόν Ἄθω τῶν αἰχμαλώτων μοναχῶν.
   
Μεγίστη Λαύρα: Φιάλη Αγιασμού
Τότε ὁ Νικηφόρος, ἐπανεβεβαίωσε στόν Ὅσιο τήν ἐπιθυμίαν του νά γίνει μοναχός καί τόν προέτρεψε νά κτίσει στόν Ἄθω μεγάλη μονή, στήν ὁποία ἀργότερα θά ἀποσυρόταν καί ὁ ἴδιος. Καί συγχρόνως μέ τήν πρότασή του αὐτή, ὁ Νικηφόρος προσέφερε στόν ὅσιο Ἀθανάσιο καί τά χρήματα γιά τά ἔξοδα τῆς οἰκοδομήσεως τῆς Λαύρας.
     Ἀρχικά, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ἀρνήθηκε τήν προσφορά τοῦ Νικηφόρου, καί «ἐπί τόν Ἄθω ἀνέκαμψεν», τήν ἄνοιξη τοῦ 961. Κατόπιν ὅμως ἐπείσθη -ἀφοῦ δέχθηκε καί τίς πειστικές παραινέσεις τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Νικηφόρου, μοναχοῦ Μεθοδίου- θεωρῶντας ὡς θεῖο θέλημα τήν ἀνέγερση τῆς Λαύρας καί ἀποφάσισε νά ἀναλάβει τήν φροντίδα τῆς οἰκοδομῆς. Ἄν καί ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοποθετεῖ τήν ἔναρξη τῶν πρώτων ἐργασιῶν τῆς μονῆς τό 961, συνδέοντας τήν κοίμηση τοῦ ὁσίου Μιχαήλ Μαλεΐνου μέ τήν ἵδρυση τῆς νέας μονῆς καί τήν ἀνάληψη τῆς ἡγουμενίας της ἀπό τόν Ἀθανάσιο, τόν ὁποῖο θεωρεῖ πνευματικό διάδοχο τοῦ πρώτου, ἐν τούτοις, αὐτή πρέπει νά τοποθετηθεῖ γύρω στό φθινόπωρο τοῦ 962. Στήν ἀρχή, καί μέ τήν γενναία οἰκονομική συνδρομή τοῦ Φωκᾶ, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ἔκτισε πολύ γρήγορα ἕνα παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στόν Τίμιο Πρόδρομο μέ δύο κελλιά, τά ὁποῖα σώζονται μέχρι σήμερα.
   Τό ἔτος 963, τό ὁποῖο θεωρεῖται καί ὡς ἔτος ἱδρύσεως τῆς μονῆς, μιά πού ἔχουν γίνει ἤδη τά πρῶτα κτίσματα καί τά θεμέλια τοῦ Καθολικοῦ καί ὑπάρχει ἤδη ἡ ὀργανωμένη κοινότητα, συνέβη ἕνα γεγονός τό ὁποῖο ἔμελλε νά λυπήσει σφόδρα τόν ὅσιο Ἀθανάσιο. Πρόκειται περί τῆς ἀνόδου τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ στόν αὐτοκρατορικό θρόνο τοῦ Βυζαντίου (ἀνακηρύχθηκε αὐτοκράτορας στήν Καισάρεια στίς 3 Ἰουλίου καί στέφθηκε στήν Κωνσταντινούπολη στίς 16 Αὐγούστου τοῦ 963)· γεγονός τό ὁποῖο ὁ Ὅσιος θεώρησε ὡς προδοσία, ἐφόσον χάρη τοῦ Νικηφόρου «τῇ οἰκοδομῇ τῆς μονῆς ἐπεχείρησεν, ὡς ἐκείνου ὑποσχομένου αὐτῷ τοῖς κοσμικοῖς ἀποτάξασθαι πράγμασι καί μετ’ αὐτοῦ ἡσυχάζειν».
   Κατόπιν αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως, ὁ Ὅσιος δέν μποροῦσε νά παραμείνει στή Λαύρα καί ἀναχώρησε κι ἀπ’ αὐτό τό Ὄρος. «Ἐμβάς οὖν εἰς ἔν τῶν ὑπ’ αὐτόν πλοίων καί τά ἐν μέσῳ παραμείψας πελάγη διαπεραιοῦται τήν Ἄβυδον». Πρόκειται –νά σημειώσουμε ἐδῶ- γιά τό πρῶτο μεγάλο ταξίδι ἁγιορειτικοῦ πλοίου πού γνωρίζουμε. Φθάνοντας στήν Ἄβυδο, στό στενώτατο μέρος τῆς μικρασιατικῆς ἀκτῆς τοῦ Ἑλλησπόντου, ἔστειλε πίσω στόν Ἄθω τό πλοῖο τῆς Λαύρας καί στήν Βασιλεύουσα ἕναν μοναχό πού μετέφερε τήν ἐπιστολή παραιτήσεώς του στόν Φωκᾶ. Τέλος, κατέληξε μαζί μέ δύο μαθητές του στήν Μονή τῶν Ἱερέων, στήν Κύπρον, ὅπου ἀφοῦ ὑποκρίθηκαν τούς προσκυνητές, ζήτησαν νά ἐγκαταβιώσουν ἐκεῖ.  
   Ὅταν τόν ἐντόπισαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ Ὅσιος καί ἕνας μαθητής του ἀναχώρησαν μέ πλοῖο καί ἔφθασαν στήν Ἀττάλεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος εἶδε σέ ὅραμα τήν παρακμή στήν ὁποία εἶχε περιπέσει ἡ Λαύρα του ἐξ αἰτίας τῆς ἀναχωρήσεώς του καί ἔλαβε τήν διαβεβαίωση ὅτι μέ ἐκεῖνον πάλι ἐπικεφαλῆς, τό μέλλον τῆς μονῆς θά ἦταν λαμπρό. Μετά ἀπ’ αὐτό, ὁ ὅσιος ἀποφάσισε τήν ἐπιστροφή του στόν Ἄθω. Καθ’ ὁδόν ἐπισκέφθηκε τούς πατέρες τῆς μονῆς Διουγγίου πού βρισκόταν στή Λάμπη τῆς Φρυγίας, θεραπεύοντας τόν ἀδελφό τοῦ ἡγουμένου μέ μόνη τήν προσέγγιση τῆς χειρός του. Τέλος, στίς ἀρχές τοῦ 964 ἐπέστρεψε στή Λαύρα, ὅπου ἔγινε δεκτός μέ ἐνθουσιασμό, καί ἡ μονή ἤρχισε νά ἀναβιώνει.
  Τέλος, ἔκρινε σκόπιμο νά ταξιδεύσει στήν  Κωνσταντινούπολη γιά νά συναντηθεῖ μέ τόν νέο αὐτοκράτορα καί ἀθετήσαντα τίς ὑποσχέσεις του πνευματικό του τέκνο, τήν Ἄνοιξη τοῦ 964. Ὁλοκληρώνοντας τήν πολύ συγκινητική αὐτή ἐπίσκεψη, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ἀναχώρησε γιά τόν Ἄθω, συναποκομίζοντας τρία χρυσόβουλλα διά τῶν ὁποίων ρυθμίζονταν διοικητικά ζητήματα καί παραχωρούνταν στή βασιλική πλέον μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας σημαντικές δωρεές. (...)
(...)  Ἡ φωτισμένη προσωπικότητα τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου σημάδευσε ὄχι μόνο τήν μετέπειτα ἐξέλιξη τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ, ἀλλά καί τήν ἱστορία ὅλης τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς. Τό δέ ἐπιτελεσθέν βαρυσήμαντο ἔργο του εἶναι καθολικό σέ ἀξία καί ἁμιλλᾶται τήν αἰωνιότητα.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ



   Ἡ Σύναξις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Ἅγιον Ὄρος. Καλύβη Ἁγίων Ἀποστόλων Σκήτης Καυσοκαλυβίων. 1861. 
Χείρ Ἰακώβου μοναχοῦ.
εἰκόνα φιλοτεχνήθηκε στό ἐργαστήριο τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου († 20 Ἰουλίου 1899), πού καταγόταν ἀπό τό Φερτέκιοϋ τῆς ἐπαρχίας Ἰκονίου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ὁ ὁποῖος ἀσκήθηκε στήν καλύβη τῆς Ὑπαπαντῆς τῶν Καυσοκαλυβίων. Τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου, πού διετέλεσε Δικαῖος τῆς Σκήτης τό 1867[1], ἔχουμε ἐντοπίσει μέχρι στιγμῆς τά ἑξῆς ἐνυπόγραφα ἔργα: α) Στή Μεγίστη Λαύρα, στό ὑπέρθυρο τῆς ἐσωτερικῆς πύλης τῆς Μονῆς, εἰκόνα μεγάλων διαστάσεων τῆς Θεοτόκου στήν ὁποία δέονται οἱ ἅγιοι Ἀθανάσιος ὁ ἐν τῷ Ἄθῳ καί Μιχαήλ Συνάδων. Ἡ εἰκόνα φέρει τήν ἐπιγραφή: «Διά χειρός Ἰακώβου μ[οναχ]οῦ Καυσοκαλυβίτου 1887»[2] β) Στά Καυσοκαλύβια, στήν εἰκονοθήκη τοῦ Κυριακοῦ φυλάσσεται φορητή εἰκόνα τῶν ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, τοῦ ἔτους 1861, πού φέρει τήν ὑπογραφή «χρ ἰακώβου» γ) στήν καλύβη τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων βρίσκουμε τήν φορητή εἰκόνα τῆς Συνάξεως τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, τοῦ ἔτους 1861, πού φέρει τήν ἐπιγραφή: Δαπάνη Βενιαμίν μοναχοῦ καί τῆς συνοδίας αὐτοῦ Μαξίμου ἐκ νήσου Μυτιλήνης / Χείρ Ἰακώβου μοναχοῦ ἐν ἔτει 1861 Σεπτεμβρίου 11» (εἰκόνα). Ἡ τελευταία αὐτή φορητή εἰκόνα ἀντιγράφει τήν ἀντίστοιχη δεσποτική εἰκόνα τοῦ τέμπλου τοῦ παρεκκλησίου, πού φιλοτέχνησε ὁ ζωγράφος Κωνσταντῖνος Ἰωάννου ἀπό τή Σελίτσα Σισανίου τό 1855.
Ἀπόσπασμα ἀπό τη μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου
ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ (19ος– 20ός αἰ.).  
(Το άρθρο σε pdf εδώ)


[1] άκωβος ς Δικαος νήγαγε σέ δίκη στά Πατριαρχεα στίς 4 Μαρτίου το 1867, τήν συντεχνία τν Γουναράδων ζητώντας π᾿ ατήν τούς τόκους πού φειλαν νά στέλνουν στά Καυσοκαλύβια καί διορίσας πληρεξούσιο τν Καυσοκαλυβίτων τό μοναχό Γεράσιμο Διονυσιάτη. Τό ποτέλεσμα μως τς δίκης ατς δέν μς εναι γνωστό (Χριστόφορος Κτενς, ρχιμ., παντα τά ν γί ρει ερά καθιδρύματα ες 726 ν λ νερχόμενα καί α πρός τό δολον θνος πηρεσίαι ατν, ν θήναις 1935, σ. 647).
[2] Βλ. G. Millet, J. Pargoire, L. Petit, Recueil des Inscriptions Chretiennes de l’ Athos, Paris 1904 (φωτοαναστ. νατ. "γιορειτικ στα", Θεσσαλονίκη 2004), σ. 414-416, πιγρ. 415.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020

ΩΔΗ ΣΤΟ ΧΟΡΟ ΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

                             Ὠδή στό χορό τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

Ἡ πο­ρεία πρός τή θέ­ωση, ἡ καλ­λι­έρ­γεια τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πνευ­μα­τι­κό­τη­τας καί ἡ δι᾿ ἀ­γώ­νων κα­τά­κτησή της, ἀ­πο­τέ­λεσε καί ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἀ­πο­τε­λεῖ τό ἰ­σχυ­ρό­τερο ἔ­ρει­σμα τῆς ζωῆς στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Στή χώρα αὐτή τῆς με­τα­νοίας καί τό ἐργαστήριο τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας, ὁδηγήθηκαν κατά τήν ὑ­περ­χι­λι­ετῆ φω­τεινή δι­α­δρομή τῶν αἰ­ώ­νων σέ ὁδούς σωτη­ρίας, δυ­σα­ρί­θμη­τοι ἅ­γιοι, «φί­λοι» δη­λαδή, τοῦ Θεοῦ, πού καταλάμπουν μέ τίς γλυ­κύ­τα­τες ἀ­κτῖ­νες τοῦ βίου καί τῶν θαυ­μά­των τους τό πλή­ρωμα τοῦ πι­στοῦ λαοῦ.
   
 Κατά τήν ὀρ­θό­δοξη πα­ρά­δοση οἱ πε­ρισ­σό­τερο ἁρ­μό­διοι νά μι­λοῦν γιά τούς ἁ­γί­ους καί τήν ἁ­γι­ό­τητα εἶ­ναι οἱ ἴ­διοι οἱ Ἅ­γιοι. Αὐ­τοί μπο­ροῦν νά ἐννο­ή­σουν καί νά ἑρ­μη­νεύ­σουν σω­στά, ὑπό τό φῶς τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς τους ἐμ­πει­ρίας, τά ἔργα καί τά δι­δά­γματα τῶν ἱ­ε­ρῶν ἐ­κεί­νων προ­σώ­πων πού εἶ­χαν ἕ­να κυ­ρίως σκοπό, τόν ὁ­ποῖο καί πέ­τυ­χαν, νά εὐ­α­ρε­στή­σουν τόν Κύ­ριο καί νά ἑ­νω­θοῦν μ᾿ Αὐ­τόν. Ἐ­μεῖς, πού δέν ἔ­χουμε τήν ἁ­γι­ό­τητα καί τά πνευ­μα­τικά βι­ώ­ματά τους καί πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τή μητρική ἀ­γάπη τῆς Κυ­ρίας Θε­ο­τό­κου κα­τοι­κοῦμε στούς ἴ­δι­ους ἱ­ε­ρούς τόπους μέ τίς ἁ­γι­α­σμέ­νες ἀθωνικές μορ­φές, μπο­ροῦμε μόνο ἐπιφανειακά νά σκι­α­γρα­φή­σουμε «ἐν ἐ­σό­πτρῳ καί αἰ­νί­γματι» κά­ποια ἀπό τά πλού­σια χα­ρί­σματα-καρ­πούς τῶν πνευ­μα­τι­κῶν τους ἀ­γώ­νων ἤ τίς φω­τισμέ­νες διδα­σκα­λίες τους. Ὅ­πως ἔ­λεγε καί ὁ γέ­ρων Πορ­φύ­ριος ὁ Καυσοκαλυβίτης († 1991), ἀπό τούς τε­λευ­ταίους στή χρυσή ἁ­λυ­σίδα τῶν ὁ­σι­α­κῶν Ἁγιορειτικῶν μορ­φῶν: «Ἀ­λή­θεια, αὐτά πρέ­πει νά τά ἔ­χει πά­θει ὁ ἄν­θρω­πος γιά νά τά κα­τα­λά­βει... Μόνο ἐ­κεῖ­νος πού ζεῖ αὐτή τήν κατάσταση, τή ζεῖ καί τήν αἰ­σθά­νε­ται...».
  Κί­νη­τρο τῶν ἀ­σκη­τῶν Ἁγιορειτῶν πα­τέ­ρων γιά νά ὑ­πο­βλη­θοῦν σέ ἑκούσιες τα­λαι­πω­ρίες καί παν­το­ει­δεῖς στε­ρή­σεις -ὅ­πως θά διαπιστώσουμε- δέν ἦ­ταν τό μῖ­σος γιά τό σῶμα ἤ τή ζωή, ἀλλά ἡ «περίσσεια ζω­ῆς», πού πη­γά­ζει ἀπό τήν ἀ­γάπη τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­ταν αὐτή ἐνερ­γεῖ καί κα­τα­φλέ­γει τήν καρ­διά. Θέ­λη­σαν νά σταυ­ρω­θοῦν γιά τόν κόσμο καί νά νε­κρώ­σουν τε­λείως τά πάθη τους, νά ἐν­τα­φι­α­σθοῦν στόν τάφο τῆς τα­πει­νώ­σεως καί νά ἀ­να­στη­θοῦν ἐν Χρι­στῷ διά τῆς ἀ­πα­θείας.
  Μέ τό σῶμα ἐρ­γά­ζον­ταν καί δι­α­κο­νοῦ­σαν τούς ἀ­δελ­φούς τους, μέ τόν νοῦ ὅ­μως καί τήν καρ­διά συ­νο­μι­λοῦ­σαν πάν­τοτε μέ τόν Θεό, προσευχόμενοι. Ἁρ­πα­ζό­με­νοι σέ ἐκ­στά­σεις καί θε­ω­ρίες τῆς δό­ξας τοῦ Θεοῦ, προ­γεύ­ον­ταν ἤδη ἀπό ἐδῶ τά ἀ­γαθά πού μέλ­λουν νά ἀ­πο­λαύ­σουν οἱ ἀ­γα­πῶν­τες τόν Κύ­ριο.
  Στό Ἅγιον Ὄρος παραμένει ἄσβεστη ἡ ἄκτιστη φλόγα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Καί οἱ ἁγιασμένες ἀθωνικές μορφές εἶναι μία ἀπό τίς φανερώσεις αὐτοῦ τοῦ ἄσπιλου καί ἄδυτου φέγγους καί μία ἀκόμη μαρτυρία τῆς θείας Χάριτος· τῆς ἁγιορείτικης ζωῆς καί ἐμπειρίας γιά τήν ἐποχή μας.
  Αὐ­τοί οἱ κατά προ­αί­ρεση μάρ­τυ­ρες, ἔ­θε­σαν τήν πί­στη ὡς ἀ­κλό­νητο θεμέλιο τῆς σω­τη­ρίας τους. Τά πάντα, ἀπό τήν πλήρη χά­ρι­τος καί θείων ἐμ­πει­ριῶν βι­οτή τους, μέ­χρι τίς ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κές δι­ο­ρά­σεις καί προ­ο­ρά­σεις κα­θώς καί τίς κα­τα­νυ­κτι­κές δι­δα­χές τους, μαρ­τυ­ροῦν καί ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τή συ­νεχῆ πα­ρου­σία τοῦ Ἁ­γίου Πνεύ­μα­τος σέ ὅ­λες αὐ­τές τίς ἁ­γι­α­σμέ­νες μορ­φές τῶν Ἁγιορει­τῶν Πα­τέ­ρων, οἱ ὁ­ποῖοι μέ τή ζωή τους ἔ­γρα­ψαν ἕνα νέο Γε­ρον­τικό, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας τήν ἀ­λή­θεια καί τή δι­α­χρο­νι­κό­τητα τῶν συ­να­ξα­ρι­α­κῶν ἀ­φη­γή­σεων καί πε­ρι­γρα­φῶν.
  Ζών­τας οἱ ἴ­διοι στό θεῖο γνόφο τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θεοῦ, μπο­ροῦ­σαν νά ὁδηγή­σουν στήν Ἄνω Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, νά δι­δά­ξουν τή νο­ερά προ­σευχή, νά κα­θο­δη­γή­σουν στήν πνευ­μα­τική ζωή, νά ἐ­νι­σχύ­σουν στίς δο­κι­μα­σίες καί τούς πει­ρα­σμούς τῶν ἄλ­λων. Πολ­λοί ἀπό τούς ἐ­νά­ρε­τους αὐ­τούς πατέρες στή­ρι­ξαν ὄχι μόνο πλει­άδα ὁ κα­θέ­νας συ­να­σκη­τῶν τους καί ἄλλων ἀθωνι­τῶν μο­να­χῶν ἀλλά καί τό λαό τοῦ Θεοῦ, με­τα­δί­δον­τάς τους τό ἦ­θος τῆς ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κης πνευ­μα­τι­κό­τη­τας καί φανερώνοντάς τους τήν ἐλευθερία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
  Μέ τόν πλήρη θε­ϊ­κῆς ἐμ­πει­ρίας λόγο τους ἄγ­γι­ξαν τίς δι­ψα­σμέ­νες ψυχές, συν­δύ­α­σαν τό φω­τι­σμένο λόγο  μέ τό ζων­τανό βί­ωμα καί μετέφεραν τή θε­ο­λο­γία ἀπό τό στο­χα­σμό στήν προ­σω­πική ζωή. Ἐνέπνευ­σαν στήν πί­στη χι­λι­ά­δες ἀν­θρώ­πων ἄλ­λως χα­μέ­νων· παρηγόρισαν ἀ­πελ­πι­σμέ­νες ψυ­χές· φώ­τι­σαν μέ τή σο­φία καί τή χάρη τους πλῆ­θος ἀ­να­ζη­τη­τῶν τῆς ἀ­λή­θειας. Ἄλ­λοι, ὅ­πως ὁ μα­κα­ρι­στός σύγχρο­νος γέ­ρων Πορ­φύ­ριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ἄφησαν ἀπό μέσα τους νά ξεχυθεῖ τό φῶς καί ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως πού ἔζησαν καί πῆραν ἀπό τήν ἁγιορείτικη ζωή καί ἐμπειρία. Ἄν­τλη­σαν δυ­νά­μεις ἀπό τίς ἀστείρευ­τες ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κες πη­γές γιά λίγα μόνο χρό­νια καί μεταμορφώθηκαν σέ παγ­κό­σμι­ους ἀ­να­μορ­φω­τές τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἐν Χρι­στῷ ζωῆς.
  Οἱ Ἁγιορεῖτες ἅγιοι καί οἱ ἐ­νά­ρε­τοι Ἁγιορεῖ­τες γέ­ρον­τες ὅλων τῶν αἰώνων διαμόρφωσαν τήν ὑ­περ­χι­λι­ετῆ πα­ρά­δοση τοῦ ἁ­γι­ω­νύ­μου Ὄ­ρους καί ἀποτέλεσαν τή χρυσή ἁ­λυ­σίδα τῶν ὁ­σίων Πα­τέ­ρων· ἄλ­λω­στε ὁ ἁγιορεί­τι­κος χρό­νος μόνο μέ τήν αἰ­ω­νι­ό­τητα θά μπο­ροῦσε νά εἶ­ναι συγχρο­νι­σμέ­νος.
  Συ­νάμα οἱ Πα­τέ­ρες αὐ­τοί δη­μι­ούρ­γη­σαν καί πνευματικές συγ­γέ­νειες μέ ὅ­σους πα­ρέ­λα­βαν τήν ἀ­σκη­τική πα­ρά­δοση πού τούς κλη­ρο­δό­τη­σαν καί μέ τόν πνευ­μα­τικό τους μό­χθο δι­α­φύ­λα­ξαν. Ἡ ὄν­τως ἐν­τυ­πω­σι­ακή καί πλούσια χα­ρι­σμα­τική προ­σω­πι­κό­τητα τοῦ σύγ­χρο­νού μας γέ­ρον­τος Πορφυ­ρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, γιά παράδειγμα, καλ­λι­ερ­γή­θηκε σ᾿ ἕναν τόπο στόν ὁ­ποῖο ἡ πνευ­μα­τική παρά­δοση πα­ρα­μέ­νει αἰ­σθητή μέ­χρι σήμερα. Ἀπό τούς πρώ­τους οἰ­κι­στές τοῦ γηραιοῦ Ἄθωνα μέ­χρι τούς τελευταί­ους ἐ­νά­ρε­τους γέ­ρον­τες, ὅ­λοι ἀπο­τε­λοῦν μία πνευ­μα­τική οἰκογένεια, στήν ὁ­ποία τά πάντα εἶ­ναι κοινά: τό ἀ­σκη­τικό φρό­νημα, τά πνευμα­τικά κα­τορ­θώ­ματα, τά ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τικά χα­ρί­σματα. Ἄλ­λω­στε, ἡ αἴ­σθηση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς συ­νέ­χειας τῆς ἁγιορείτικης πα­ρά­δο­σης ἀ­πο­τε­λεῖ τόν ἀ­κρο­γω­νι­αῖο λίθο τῆς πνευματικῆς πο­ρείας τοῦ Ἁ­γίου Ὄ­ρους.
  Ἡ αὐ­θεν­τι­κό­τητα τῆς πα­ρά­δο­σης τοῦ τό­που αὐ­τοῦ ἔ­χει θαυ­μα­στή συνέχεια. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀπό τούς τε­λευ­ταί­ους ἐ­νά­ρε­τους Ἁγιορεῖ­τες πα­τέ­ρες εἶ­χαν ἄ­μεση ἤ ἔμ­μεση πνευ­μα­τική σχέση μέ τούς πα­τέ­ρες τῶν προ­η­γου­μέ­νων γε­νεῶν. Ἡ δι­α­μονή τους στούς ἁ­γι­α­σμέ­νους τό­πους ἀσκήσεως τῶν με­γά­λων Ἁγιορει­τῶν ὁ­σίων, δη­μι­ούρ­γησε ταυ­τό­τητα πνεύ­μα­τος μέ αὐ­τούς καί τούς πα­ρό­τρυνε σέ πα­ρό­μοια ἀ­σκη­τικά κατορθώματα. Οἱ μονές, οἱ σκήτες, τά κελλιά, οἱ κα­λύ­βες, τά σπή­λαια καί τά ἀ­σκη­τή­ρια, πού κρέ­μον­ται σέ ἀ­πό­κρη­μνα μέρη, πα­ρα­μέ­νουν σιωπη­λοί μάρ­τυ­ρες τῆς θαυ­μα­στῆς καί ἰ­σάγ­γε­λης βι­ο­τῆς τῶν Πα­τέ­ρων, καί γιά μᾶς τούς νε­ώ­τε­ρους, δι­α­χρο­νική πρό­σκληση γιά μί­μησή τους.
  Ἡ ζωή πολ­λῶν ἀπό τούς ἀν­θρώ­πους πού γνώ­ρι­σαν καί συναναστράφηκαν μέ τούς Ἁγιορεῖ­τες ἁ­γί­ους καί τούς λοι­πούς ἐνάρετους Ἁγιορεῖ­τες γέ­ρον­τες ἄλ­λαξε ρι­ζικά, γι­ατί ἡ πα­ρου­σία τους ἦταν κα­τα­λυ­τική καί σφρά­γισε τήν ὕ­παρξή τους.
   Στό Βίο τοῦ ὁ­σίου Ἀ­κα­κίου τοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βίτη, ἑνός μεγάλου ἁγιορείτου ἁγίου τοῦ 18ου αἰώνα, ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅτι, ἀ­νά­μεσα στά τόσα του χα­ρί­σματα, εἶχε πνεῦμα εἰ­ρη­νο­ποιό τόσο, ὥ­στε ὅ­ποιος δο­κι­μα­ζό­ταν ἀπό λο­γι­σμούς μνη­σι­κα­κίας, μέ τό πού ἀν­τί­κριζε καί μόνο τό γε­μᾶτο χάρη πρό­σωπό του, εἰ­ρή­νευε ἀπό τούς κα­κούς ἐ­κεί­νους λο­γι­σμούς.  
  Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, μέσα ἀπό τή ζωή τῶν σύγχρονων ἐνάρετων Ἁγιορειτῶν γεροντάδων δεί­χνε­ται ἡ συ­νέ­χεια τῆς ἀ­θω­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης. Οἱ ἀ­σκη­τι­κές αὐτές μορ­φές μέ τήν αὐ­θεν­τι­κό­τητα τῆς ἁ­πλό­τη­τας καί τή γνη­σι­ό­τητα τοῦ ἀ­πα­ρα­χά­ρα­κτου μο­να­χι­κοῦ τους βίου, ἐ­πα­λη­θεύ­ουν διαρκῶς τό μυ­στή­ριο τῆς πί­στεως καί ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τήν πα­ρου­σία τοῦ Θεοῦ στόν κό­σμο μας, πι­στο­ποι­ῶν­τας τή δυ­να­τό­τητα πού ἔ­χουμε οἱ ἄνθρω­ποι γιά κοι­νω­νία μέ τόν Θεό καί με­τοχή στήν αἰ­ω­νι­ό­τητα.
  Ἡ ὑ­ψηλή πνευ­μα­τι­κό­τητα τοῦ βίου τῶν ἁ­γι­α­σμέ­νων Ἁγιορετικῶν μορφῶν, πάν­τοτε δυ­να­μο­γό­νος, ζων­τανή καί ζω­τική, σπάει τό φρά­γμα τοῦ χρό­νου, προ­σπερ­νάει τίς ἀ­σί­γα­στες ἱ­στο­ρι­κές κα­ται­γί­δες καί τίς ἀνθρώ­πι­νες πε­ρι­πέ­τειες, γιά νά κτυ­πή­σει σάν πνευ­μα­τικό ξυ­πνη­τήρι στό ἀ­νή­συχο, ὀ­μι­χλῶ­δες καί ἀν­τα­ρι­α­σμένο «σή­μερα».
  Ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος τῆς προ­η­γμέ­νης ψη­φι­α­κῆς τε­χνο­λο­γίας καί τῶν κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κῶν ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ἀ­να­κα­λύ­ψεων ἔ­μαθε νά κα­τευ­θύ­νει τίς μη­χα­νές ἀλλ’ ὄχι καί τόν ἑ­αυτό του. Δυ­σκο­λεύ­ε­ται νά ζή­σει ἀνεπηρέα­στος ἀπό τά δι­α­λυ­τικά σύν­δρομα τῆς πά­σης φύ­σεως αἰχμαλωσίας. Συντρί­βε­ται σέ ἰ­δε­ο­λο­γι­κούς ὀγ­κό­λι­θους.
 Ἡ ἁ­γι­α­σμένη πο­ρεία τῶν Ἁγιορει­τῶν Ἁ­γίων καί ἐ­νά­ρε­των Γε­ρόν­των πρός συ­νάν­τησή τους μέ τόν Χρι­στό, ἄς ση­μα­το­δο­τή­σει τό μέλ­λον μας καί ἄς μᾶς ἐμ­πνεύ­σει νά χρω­μα­τί­σουμε τή ζωή μας ἀπό τόν «κα­λόν ἀγῶνα» στά χα­ρα­κώ­ματα τῆς θείας ἀ­γά­πης, πού εἶ­ναι «ἀ­γάπη ἀχόρταγη», κατά τόν ἅ­γιο Σι­λου­ανό τόν Ἀ­θω­νίτη.
  Ὁ τρό­πος καί ὁ δρό­μος τῆς θε­ώ­σεως καί τῆς σω­τη­ρίας τοῦ ἀν­θρώ­που εἶναι αἰ­ώ­νιος καί ἀ­σφα­λής. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος τῶν Ἁ­γίων!
  Οἱ ἁ­γι­α­σμέ­νες Ἁγιορειτικές μορ­φές, ἀπό τόν ὅσιο Πέτρο τόν Ἀθωνίτη, τόν πρῶτο ἅγιο οἰκιστή τοῦ Ἄθωνα μέ­χρι καί τούς σύγ­χρονούς μας, γέροντες Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, Ἐφραίμ Κατουνακιώτη καί Πορ­φύ­ριο τόν Καυ­σο­κα­λυ­βίτη, ἔ­φθα­σαν στόν ἐ­ρά­σμιο τόπο, πού ὅ­λοι προ­σκλη­θή­καμε νά κα­τοι­κή­σουμε.
  Σέ μᾶς τούς ὑ­μνη­τές καί ἐ­πί­δο­ξους μι­μη­τές τους, ἀν­τι­δω­ρί­ζουν ἕνα χαρού­μενο φῶς, πού ἄν δέν ἀ­πο­τε­λεῖ τήν πλη­σμονή τῆς ἀ­να­με­νό­με­νης φω­το­χυ­σίας, ὅ­μως εἶ­ναι μιά πα­ρά­κληση ἑ­ω­θι­νοῦ φά­ους, πού προ­μη­νύει τήν ἀ­να­το­λή.