Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ (Α' ΜΕΡΟΣ)


Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.
   ( Α΄ μέρος)

  Ἡ πανθομολογούμενη πνευματική ἀκτινοβολία τῆς μοναχικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στό διάβα δώδεκα αἰώνων τῆς ἱστορίας του, ἐξακτινώθηκε σέ ὅλο τόν ὀρθόδοξο κόσμο σέ Ἀνατολή καί Δύση. Αὐτή ἡ ἐξακτίνωση δέν θά μποροῦσε νά εἶχε ἀφήσει ἀνεπηρέαστη καί μία ἀπό τίς περισσότερο εὐαίσθητες περιοχές τῆς πατρίδας μας, τή Θράκη, πού μέ τήν μεταφορά τῆς πρωτεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους στό Βυζάντιο, στάθηκε ἡ ἴδια σταυροδρόμι Ἀνατολῆς καί Δύσης. Πόσο μᾶλλον ὅταν ἡ Θράκη ἔχει τό προνόμιο νά ἀποτελεῖ τόν ἄμεσο περιβάλλοντα χῶρο τῆς ἱερᾶς ἀθωνικῆς χερσονήσου. Βέβαια ἐδῶ θά πρέπει νά μιλήσουμε γιά μία ἀμφίδρομη σχέση, ἀφοῦ ἀπό τή μιά πλευρά, ὁ Ἁγιώνυμος Ἄθως πρόσφερε ἁγιασμένες μορφές, πού εἴτε πέρασαν καί ἔφυγαν εἴτε ἀσκήθηκαν, δραστηριοποιήθηκαν καί τελειώθηκαν στή Θράκη, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη, ἡ θρακική γῆ ἀντιπρόσφερε πλουσιοπάροχα στό Περιβόλι τῆς Παναγίας ἐκλεκτά γεννήματά της πού κοσμοῦν τό πνευματικό στερέωμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.  
  Ἐμεις θά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν πρώτη περίπτωση, περιοριζόμενοι μάλιστα στή διαπραγμάτευσή μας αὐτή, στήν περίοδο τοῦ 14ου αἰώνα, ὁ ὁποῖος ἀπό τούς περισσότερους ἐρευνητές, θεωρεῖται ὡς ὁ χρυσός αἰώνας τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ.
  Μέσα ἀπό ἱστορικές καί ἁγιολογικές προσεγγίσεις Ἁγιορειτικῶν ὁσιακῶν μορφῶν πού ἔζησαν καί ἀσκήθηκαν στά διάφορα μοναστικά κέντρα τῆς Θράκης (Παρόρια, Παπίκιον ὄρος, ὄρος Γάνος) ἤ ποίμαναν θεοπρεπῶς θρακικές μητροπόλεις (Περιθεώριον, Ἡράκλεια) κατά τόν 14ο αἰ., καί οἱ ὁποῖες μέ τήν ἁγιαστική ζωή, τή δράση καί τήν συνολική τους προσφορά σημάδεψαν τήν ἐποχή τους, θά γίνει προσπάθεια νά καταδειχθεῖ ἡ εὐεργετική ἐπίδραση τῆς παρουσίας τους στήν περιοχή καί εἰδικότερα, ἡ συμβολή τους στήν ἀκμή τοῦ θρακικοῦ μοναχισμοῦ καί τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί κατ’ ἐπέκταση στήν πνευματική καλλιέργεια τῆς θρακικῆς κοινωνίας.
  Στούς ἱστορικούς καί τούς λοιπούς ἐρευνητές εἶναι γνωστό τό πρόβλημα τῶν λιγοστῶν μαρτυριῶν πού παρέχουν οἱ πηγές πού ἀφοροῦν στήν ἱστορία τῶν ἀπαρχῶν, τῆς ὀργανώσεως καί ἐξελίξεως τοῦ μοναχισμοῦ στή Θράκη κατά τή βυζαντινή περίοδο, ὁπότε καί κατά τόν 14ο αἰ. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν τά Τυπικά καί λοιπά ἔγγραφα τῶν μονῶν καί κυρίως τά ἁγιολογικά κείμενα.
  Ὁ μοναχισμός φαίνεται ὅτι ἔφθασε στή Θράκη κατά τά τέλη τοῦ 4ου αἰ., στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου (395-408). Ἡ πρώτη μονή, πού τό πιθανότερο βρισκόταν στίς ἐσχατιές τῆς τότε θρακικῆς διοικήσεως, στήν ἐπαρχία τῆς Σκυθίας, ἦταν τό ‘‘καστέλλιον’’ τῆς Ἁλμυρίσσου, πού ἵδρυσε ὁ Ἀρμένιος στρατιώτης Ἰωνᾶς. Στήν ἴδια ἄλλωστε τή βυζαντινή πρωτεύουσα ἡ πρώτη μονή, ἡ μονή Ἰσαακίου ἤ τοῦ Δαλμάτου, εἶχε ἱδρυθεῖ ὄχι πολύ πρίν, περί τό 382-383. Κατά τήν παράδοση ὅμως, μοναχική ζωή ὑπῆρχε στή Θράκη, καί συγκεκριμένα στό ὄρος Γάνος, ἤδη ἀπό τόν 2ο-3ο αἰ., μέ τήν ἐκεῖ μετάβαση τοῦ ὁσιομάρτυρος Νίκωνος (ΚΔ΄ Μαρτίου), ὅπου ἡγήθηκε ἀδελφότητας 190 μοναχῶν.
  Τό ὄρος Γάνος, τό ὁποῖο κατά τήν μέση καί ὕστερη βυζαντινή περίοδο ὑπῆρξε περίφημο μοναστικό κέντρο, βρίσκεται στή νοτιοανατολική Θράκη ἀπέναντι καί ἀνατολικά ἀπό τή Λάμψακο καί ἐκτείνεται κατά μῆκος τῶν βορειοδυτικῶν ἀκτῶν τῆς Προποντίδος, μεταξύ Πανίου καί Περιστάσεως. Τά πρῶτα ἱστορικά στοιχεῖα τοποθετοῦν τίς ἀπαρχές τῆς ἐκεῖ μοναχικῆς ζωῆς τουλάχιστον τό 10ο αἰ. ὅπου κατοικοῦνταν ἀπό ἀσκητές. Ἀπό τό πρῶτο μισό τοῦ 11ου ὅμως αἰώνα, ἄκμαζε ὡς ἑστία μοναχῶν, μέ μοναστήρια, σκῆτες καί κελλιά, ὀργανωμένη σύμφωνα μέ τά πρότυπα τῶν λαυρῶν τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Συρίας. Οἱ πηγές μαρτυροῦν γιά ἀνεπτυγμένη μοναστική ζωή μέ ὑψηλό βαθμό ὀργανώσεως. Χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι τή διεύθυνση καί τήν πνευματική καθοδήγηση ὅλων τῶν ἐνασκουμένων στό Γάνο καθώς καί τήν ἐκπροσώπηση τῆς μοναστικῆς τους κοινότητος ἔναντι τῶν πολιτικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν εἶχε ἕνας αἱρετός πνευματικός προϊστάμενος, πού -ὅπως συνέβαινε καί στό Ἅγιον Ὄρος- ἔφερε τό ἀξίωμα καί τόν τίτλο τοῦ ‘‘Πρώτου’’. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς εἶναι ὁ γνωστός γιά τά ἀντιρρητικά του κείμενα Ἰωάννης Φουρνῆς, πού διετέλεσε Πρῶτος τῶν μονῶν τοῦ Γάνου, στό πρῶτο μισό τοῦ 12ου αἰ. Ἀπό τό τέλος τοῦ 12ου αἰ., ὁ μοναστικός οἰκισμός τοῦ Γάνου ἔπεσε σέ παρακμή ἐξ αἰτίας τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Βουλγάρων (1199). Τό κακό ὁλοκλήρωσαν λίγο ἀργότερα οἱ Σταυροφόροι. Μέ τήν ἀνακατάληψη τοῦ Γάνου ἀπό τούς Βυζαντινούς τό 1235 καί τήν παλινόρθωση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας (1261) τέθηκαν πάλι οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις γιά τήν ἀναδιοργάνωση τοῦ μοναχικοῦ βίου στό περίφημο αὐτό μοναστικό κέντρο. Στήν ἀναλαμπή τοῦ μοναχισμοῦ πού σημειώθηκε στή συνέχεια, σημαντική θεωρεῖται ἡ συμβολή τοῦ Θρακιώτη ἀλλά καί Ἁγιορείτη, μετέπειτα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Ἀθανασίου Α΄ (1289-1293, 1303-1309). Ἡ ὁριστική παρακμή τοῦ ὄρους Γάνος ὡς μοναστικοῦ κέντρου ἄρχισε στίς ἀρχές τοῦ 14ου αἰ. μέ τίς καταστροφές τῶν Τούρκων στήν περιοχή. Πάντως, ὁ μοναχισμός στό Γάνο, συνέχισε τήν ὕπαρξή του - ἴσως ὄχι μέ τήν ἴδια ἀκτινοβολία- καί κατά τή μεταβυζαντινή περίοδο.
  Ὁ Θρακιώτης ἅγιος Ἀθανάσιος Α΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως γεννήθηκε τό 1230-1235 στήν Ἀδριανούπολη καί στό βάπτισμά του ἔλαβε τό ὄνομα Ἀλέξιος. Νέος ἐκάρη μοναχός σέ μονή τῆς Θεσσαλονίκης μέ τό ὄνομα Ἀκάκιος. Ἀργότερα πῆγε στό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐγκαταβίωσε στή Μονή Ἐσφιγμένου, ὅπου ἔλαβε τό μέγα σχῆμα καί πῆρε τό ὄνομα Ἀθανάσιος.Ἔπειτα ἀπό πολύχρονη εὐδόκιμη ἄσκηση, ἀναχώρησε ἀπό τόν Ἄθω καί ἀφοῦ περιπλανήθηκε, ἐκτός ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους (ἔρημος τοῦ Ἰορδάνη), σέ διάφορα μοναστικά κέντρα ὅπως τά ὄρη Λάτρος, Αὐξεντίου καί Γαλήσιο (μονή Ἁγίου Λαζάρου, ὅπου ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός καί μετονομάσθηκε Ἀθανάσιος), ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος. Τέλος, κατέληξε στό ὄρος Γάνος, κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου καί τῶν πιέσεων τοῦ φιλενωτικοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου πού θέλησαν νά ἐπιβάλλουν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Λυών (1274).
   Στό Γάνο ὁ Ἀθανάσιος ἔγινε πόλος ἕλξεως καί ἄλλων μοναχῶν τούς ὁποίους ἐνθάρρυνε καί ἐμψύχωσε στούς ἀγώνα τους κατά τῶν ἑνωτικῶν σχεδίων. Σύντομα ἡ φήμη του συνέτεινε στό νά συρρέουν σ’ αὐτόν πλήθη πιστῶν ‘‘πρός διαδαχήν’’. Ἔτσι, γύρω στά 1280, ἵδρυσε τή Νέα Μονή στήν ὁποία καί ἔζησε μέχρι τό 1289 ὁπότε καί ἐξελέγη πατριάρχης. Γιά τήν σθεναρή ἀνθενωτική του στάση ἐκλήθη ἀπό τόν αὐτοκράτορα στήν Κωνσταντινούπολη ὅπου βασανίστηκε καί φυλακίστηκε. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ἐπέστρεψε στό Γάνο, ὅπου, παρ’ ὅλα τά παθήματά του, διατήρησε τήν ἀνθενωτική του διδασκαλία του. Ἐτσι «τούς ἀδελφούς ἐνουθέτει, παρήνει, συνεβούλευε, παρεκάλει βίου ἀντέχεσθαι καθαροῦ καί τῶν ὀρθῶν δογμάτων καί τήν τῶν Ἰταλῶν ὅλῃ ψυχῇ διωθεῖσθαι συναυλίαν». Ἀργότερα, μετά τόν θάνατο τοῦ Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου καί γιά τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τό ποιμαντικό του ἔργο καί τήν ὀρθόδοξη στάση του, ὁ Ἀθανάσιος κρίθηκε ἄξιος γιά οἰκουμενικός Πατριάρχης (ἐνθρονίστηκε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1289). Ὡς πατριάρχης ἔχαιρε μεγάλης ὑπολήψεως καί συμμετεῖχε ἐνεργά στίς κρατικές ὑποθέσεις. Ἀσκοῦσε μεγάλη ἐπίδραση στόν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο. Ἀπό τόν οἰκουμενικό θρόνο παραιτήθηκε τό 1293 καί ἐπέστρεψε στήν ἀγαπημένη μονή του, στό ὄρος Γάνος. Ἀργότερα ὅμως ἐπανῆλθε στό θρόνο του (1304-1310). Ἐκοιμήθη σέ βαθύ γῆρας μεταξύ τῶν ἐτῶν 1310-1323. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 28 Ὀκτωβρίου.  (συνεχίζεται.......)

Ὁλόκληρη ἡ μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», δημοσιεύθηκε στά
Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.
______________________________________________________________________
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:
Οἱ  ἅγιοι Κάλλιστος Α΄ καί  Ἀθανάσιος Α΄ οἰκουμενικοί Πατριάρχες ἐκατέρωθεν τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ρωσική χαλκογραφία 19ου αἰ. (λεπτομέρεια). Συλλογή καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου Καυσοκαλυβίων.