Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ένας Θεός και το Όνομά Του

Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου

Ο Θεός είναι ένας, και όπως αναφέρει η Κλίμαξ του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου (Λόγος Α), είναι, για όσους θέλουν, η ζωή και η σωτηρία: πιστών και απίστων, σοφών και αγραμμάτων, νέων και γέρων.
  
Ο Θεός είναι ένας. Παρόλο που η φράση αυτή αποτελεί ομολογία του Συμβόλου της Χριστιανικής Πίστης, χρησιμοποιείται σήμερα ως συνταγή μινιμαλιστικού συγκρητισμού, με έννοια στερητική: δηλ. δεν πρέπει να λέμε απολύτως τίποτε για τον Θεό. Κύρια αιτία (ή και πρόφαση) της στάσης αυτής είναι ο φόβος του φονταμενταλισμού με όλα τα παρεπόμενά του.

 Η αποφυγή οριστικών απαντήσεων και εισαγωγής δογμάτων είναι στοιχείο του αποφατισμού που διέπει την Ορθόδοξη θεολογία και εμπειρία.

Ο Θεός είναι άρρητος και ακατάληπτος, και όσα λιγότερα η γλώσσα μας διατυπώνει, τόσο λιγότερο κίνδυνο διατρέχουμε να πούμε ανοησίες. Όμως ο Θεός αποκαλύπτεται στην ιστορία, και γι αυτό μπορούμε να πούμε μερικά πράγματα. Αν νομίζουμε ότι δεν μπορούμε να πούμε απολύτως τίποτε, γινόμαστε έρμαια της υποκειμενικής φαντασίας και των ατομικών παθών μας, που πλάθουν δικούς τους θεούς, για να τους μιμηθούν στη συνέχεια.
Στην ορθόδοξη θεολογία αυτό που μπορούμε να πούμε για τον Θεό είναι καρπός της ένσαρκης αποκάλυψης του Θεού και των ποικίλων θεοφανειών στη ζωή των Αγίων, που έγιναν σκεύη και φορείς αυτής της χάριτος. Αυτή είναι και η έννοια της παράδοσης: όχι συντήρηση, όχι ταρίχευση, αλλά πλούτος ζωής με υλικό το θεϊκό φως.

Ο Θεός είναι ένας. Αλλά η αντιλήψεις που έχουμε για τον Θεό είναι διαφορετικές, κάποτε ασυμβίβαστες, και αυτό κάνει τη μεγάλη διαφορά. Γιατί αυτό που ορίζουμε ως Θεό, αυτό και μιμούμεθα (ακόμη κι αν είναι δικό μας δημιούργημα). Όταν λοιπόν δύο άνθρωποι με διαφορετική θρησκεία προσεύχονται, ένας βεβαίως Θεός τους ακούει, αλλά οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, έχοντας πολύ διαφορετική εικόνα για τον ένα Θεό, τρέφουν, καλλιεργούν διαφορετικές αντιλήψεις για τον κόσμο, τη ζωή, τους ανθρώπους. Μια θεολογία βρίσκεται πίσω από το φως ή το σκοτάδι της ανθρώπινης ιστορίας: πίσω απ’ την Αγιά Σοφιά, τη Μέκκα, τους δίδυμους πύργους, το μαυσωλείο του Λένιν. Γι αυτό και στο σλόγκαν ένας είναι ο Θεός (στο οποίο χωρούν όλες οι αντιλήψεις και όλα τα ήθη, και το οποίο επηρεάζει πολύ τις συνειδήσεις εκείνων που παίρνουν ελαφρά το θέμα της σχέσης τους με τον Θεό) πρέπει να τεθεί το επίπονο ερώτημα: Ποιός είναι αυτός ο Θεός; Είναι κοντά, μακριά, γνωρίζεται, με πλησιάζει, τον πλησιάζω, έχει λόγο, κι αν έχει λόγο, τί μου λέει;

Σχετικό με τα παραπάνω είναι το όνομα ή τα ονόματα του Θεού. Το όνομα του Θεού είναι θαυμαστόν (Κρ. 13,18)—αυτό διαπερνά όλη την παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης μέσα από την αλυσίδα των θεοφανειών. Τα ονόματα που του έχουν δοθεί δηλώνουν ένα χαρακτηριστικό του ή κάποια παρέμβασή του μέσα στην ιστορία. Στο όρος Χωρήβ ο Θεός αποκαλύπτει στον Μωυσή το πιο “οντολογικό ” όνομα: Γιαχβέ. Από γλωσσολογική έρευνα στους πολιτισμούς της περιοχής προκύπτει ότι ο σχηματισμός αυτός εμπεριέχει την έννοια της δόξας και της εγγύτητας/οικειότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εβδομήντα σοφοί που μετέφρασαν τον 1ο αιώνα προ Χριστού την Παλαιά Διαθήκη στην Ελληνική το αποδίδουν με τη φράση “Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν” (Έξ. 3,13-16). Η αμέθεκτη θεία φύση αποκαλύπτεται προσωπικά, και μας δίνει δικαίωμα να στεκόμαστε ενώπιόν του, πρόσωπο προς πρόσωπο. Στο όνομα αυτό πρέπει να παραμείνουν όσοι τον πιστεύουν, ώστε να αποφύγουν τις αμέτρητες ειδωλοποιήσεις. Ο Θεός δεν θέλει τον λαό του να λατρεύει κάποιο όνομα, αλλά να παραμένει κοντά του. Το όνομα πια γίνεται ρήμα: Είναι αυτός που είναι, και αυτός που δίνει το είναι σε όλα, είναι ο Λόγος. Πολύ περισσότερο από τη στατική έννοια του υπάρχω, δηλώνεται η πάντοτε ενεργός παρουσία. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας η ίδια η λέξη Θεός δηλώνει την ενέργεια του υπερώνυμου Θεού. Ο Ιουδαϊσμός τελικά αποδίδει το Γιαχβέ με τη λέξη Κύριος, που καθιερώνεται και στην Καινή Διαθήκη.

Βεβαίως, ο Κύριος – Γιαχβέ είναι ο Χριστός. Αυτή είναι η ερμηνεία που δίνει ολόκληρη η Χριστιανική παράδοση σε Ανατολή και Δύση, αυτή είναι η ερμηνεία της ίδιας της Καινής Διαθήκης (Βλ. Ιω. 12,41). Έτσι, ο Ένας δεν κλείνεται σε ένα πρόσωπο, αλλά φανερώνεται ως Τρεις στην κοινωνία της άκτιστης φύσεως, και αποκαλύπτει την αγάπη ως προσόν της θεϊκής φύσης. Τούτο είναι που αγνοούν ή θέλουν να αγνοούν οι “μάρτυρες του Ιεχωβά” ή άλλοι μονοθεϊστές. (Το Yehowah αποτελεί καθαρά τεχνητό τύπο που προέκυψε όταν πολύ αργότερα οι Εβραίοι έπαψαν από ευλάβεια να προφέρουν το όνομα του Γιαχβέ, και στα τέσσερα σύμφωνα παρενέβαλαν τα φωνήεντα του ονόματος Αδωνάι, που σημαίνει ο Κύριός μου.) Ο Θεός πια στην Καινή Διαθήκη αποκαλύπτεται ως αληθινός και τέλειος άνθρωπος, ως ένας από μας, ως ένα με εμάς, υπερβαίνοντας όλα τα ονόματα.
Και πάλι, δεν τον είδαν όλοι όπως πραγματικά ήταν.

Ο Θεός φανερώνεται στις ψυχές που πεινούν και διψούν, στο περιβάλλον της ερήμου και στην οδύνη της εξορίας. Κι εδώ ο καθένας ας κάνει τις προεκτάσεις…

ΠΗΓΗ:  Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου
http://koutloumous.com


Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ

Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Κυπριανός ο εξ Αγράφων Κουτλουμουσιανός και Αθανάσιος Ιβηρίτης. Ραδιοφωνική εκπομπή του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου, "Άγιον Όρος - Βηματίζοντας στον τόπο και στην ιστορία του" από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος
Ο Οσιομάρτυρας Κυπριανός
Τοιχογραφία του β΄ μισού του 18ου αιώνα στο Κυριακό της σκήτης Καυσοκαλύβίων


Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ Ο ΚΤΙΤΟΡΑΣ

Αγιορείτης Άγιος Μνήμη 24 Ιανουαρίου
 
Υπήρξε ο πρώτος της Μονής Φιλοθέου στο Άγιο Όρος και έζησε στα τέλη του 10ου  αιώνα.
Τη μνήμη του γιορτάζουν οι μοναχοί της εν λόγω Μονής μαζί με  τους άλλους οσίους που έλαμψαν πνευματικά σ΄ αυτή , όπως μαρτυρεί η χειρόγραφη Ακολουθία που σώζεται στη Μονή. Και έχει ως εξής: 
”Ακολουθία των οσίων και θεοφόρων Πατέρων Φιλοθέου ηγουμένου ταύτης και μητροπολίτου Τραπεζούντος Διονυσίου και Συμεώνος Ήγησαντων αυτής. Δομετίου του ησυχαστού και σημειοφόρου Δαμιανού μαθητού αυτού και οσιομάρτυρος. Και Κοσμά του Ισαποστόλου και ιερομάρτυρος, εφόρων προστάτων και συνασκητών της Ιεράς ταύτης Μονής”

ΠΗΓΗ: ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

ΑΘΩΝΙΚΗ ΨΗΦΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ: ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1839 (Δ)

Ἁγιορείτικη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη.

Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος Επιστολή,  
Διακηρύχθεισα παρα του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίου Κυρίου Γρηγορίου και της περι Αυτόν Ιεράν Σύνοδον, κατά των ήδη  αναφανεισών Λατινικών Καινοτομιών και τις Επιστολή του αοιδίμου Ευγενίου του Βουλγάρεως περί αυτών.
(Κωνσταντινούπολη 1839), (μέρος Δ' - τελευταίο)













Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΗΣ

13 Ιανουαρίου: Μνήμη Αγίου Μάξιμου Καυσοκαλύβη (+1365)
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου
 
 'Αγιος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης, έργο του Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Καλύβη Αγίου Ακακίου, Σκήτης Καυσοκαλυβίων


Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ διά Χριστόν σαλός, ὁ Νέος Προφήτης, ὁ ὑπόπτερος, ὁ θαυματουργός, ἡ Ἡσυχαστής, ὁ Νηπτικός Πατήρ, ὁ Ἅγιος. Ἀρκετές εἶναι οἱ προσωνυμίες πού ἡ παράδοση τῆς Ἑκκλησίας μας ἀπέδωσε στόν Ἅγ. Μάξιμο, τήν πολυεδρική αὐτή ὁσιακή προσωπικότητα, πού συνδύαζε τήν ὑπακοή καί τήν τέλεια ταπείνωση τῶν ἀληθινῶν δούλων τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐκκεντρικότητα τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ· τήν ἰδιότητα τοῦ θεραπευτῆ μέ τό διορατικό χάρισμα τοῦ προφήτη καί τόν φωτισμό ἑνός μυστικοῦ θεολόγου· τήν ἐνεργό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον μέ τόν θεωρητικό ἀναχωρητισμό, πού προϋποθέτει τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν κόσμο.
Ὁ Ἅγ. Μάξιμος θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ "διαπρεπέστερη ἁγιορειτική ἀσκητική μορφή καθ' ὅλους τούς αἰῶνες" . Στά στενά πλαίσια τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, θά προσπαθήσουμε νά σκιαγραφήσουμε μέ μικρές πινελιές τό συναξάρι τοῦ Ἁγίου. Ἡ χειρόγραφη παράδοση μᾶς ἀποκαλύπτει τήν φιλοσοφικώτατη καί χαριτόβρυτη μορφή του, μέσω τεσσάρων βιογράφων του: τοῦ Ἁγ. Νήφωνος τοῦ Καυσοκαλυβίτου, μαθητοῦ καί ὑμνογράφου αὐτοῦ, τοῦ Ἁγ. Θεοφάνους Περιθεωρίου τοῦ Βατοπεδινοῦ , τοῦ ἱερομ. Ἰωαννικίου τοῦ Κόχυλα καί τοῦ ἱερομ. Μακαρίου τοῦ Μακρῆ.
Ὁ Μικρασιάτης αὐτός Ἅγιος, γεννήθηκε στή Λάμψακο τοῦ Ἑλλησπόντου καί ἔλαβε τό ὄνομα Μανουήλ κατά τό ἅγιο βάπτισμα. Ὅταν ἦλθε σέ ἱκανή ἡλικία, οἱ γονεῖς του τόν ἀφιέρωσαν στό Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τό τάμα τους στό Θεό, μιά πού ἦσαν πρίν γιά χρόνια ἄτεκνοι. Παραμένοντας στό ναό, πρόκοπτε σέ ὅλα τά πνευματικά καί φυσικά χαρίσματα. Πολύ συχνά ἐπισκεπτόταν Ὁσίους Γέροντες πού ἡσύχαζαν ἐκεῖ κοντά, γιά νά ἀκούει τίς ψυχωφελεῖς νουθεσίες τους. Τότε ὁ θεῖος ἔρωτας ἄναψε στή καρδιά του καί στά δεκαεπτά του χρόνια, ἄφησε γονεῖς καί πατρίδα περνώντας στό Ὄρος Γάνου ὅπου φόρεσε τό μέγα σχῆμα μετονομασθείς Μάξιμος . Μετα τήν κοίμηση τοῦ γέροντά του Μάρκου, ἀνεχώρησε γιά τό Παπίκιον , ὅπου βρῆκε ὁσίους ἄνδρες, ὅμοιους μέ τούς παλαιούς, μέ τούς ὁποίους συναναστρεφόμενος, ἀνέλαβε στόν ἑαυτό του ὅλες τίς ὑπέρ ἄνθρωπον ἀρετές τους, "καθώς δέχεται τό κερί τούς χαρακτῆρες τῆς βούλλας". Ἔπειτα πῆγε στή Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπισκέφθηκε ὅλα τά προσκυνήματα καί τούς ναούς της, καταλήγοντας στό Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου παρέμεινε στό προαύλιό της μέ πεῖνα καί ἄσκηση, ἀγρυπνώντας ὅλη τή νύχτα καί συμπεριφερόμενος ὡς διά Χριστόν σαλός. Ἐπισκεπτόταν ὅμως καί τόν Πατριάρχη Ἅγ. Ἀθανάσιο , γιά νά ἀκούει τούς σοφούς λόγους του. Ὀ Πατριάρχης βλέποντας τήν ἀρετή του, προσπάθησε νά τόν πείσει νά κοινοβιάσει σέ μία ἀπό τίς Μονές τῆς Πόλης. Δέν τά κατάφερε ὅμως, μιά πού ὁ Ὅσιος προτίμησε τήν ἄσκησή του στό παραπάνω ναό.
Μετά ἀπό καιρό ἀνεχώρησε γιά τό Ἅγ. Ὄρος, ὅπου περιδιάβασε ὅλα τά μοναστήρια, καταλήγοντας στή Λαύρα τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ἐκεῖ, διαβάζοντας τόν βίο καί τούς ἀγώνες τοῦ Ἁγίου, ὁμοίως καί τοῦ Ἁγ. Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, ἐθαύμαζε τοῦ μέν Πέτρου τήν ἡσυχία, τοῦ δέ Ἀθανασίου τήν κοινοβιακή ζωή. Συλλογιζόμενος τήν προθυμία καί τήν ἐπιμέλεια πού εἶχαν καί οἱ δύο στό νά φυλάξουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἐπόθησε νά μείνει στόν τόπο ἐκεῖνο καί νά μιμηθεῖ καί τῶν δύο τή ζωή. Ἔμεινε λοιπόν στή Λαύρα, ἔχοντας τό διακόνημα νά ψάλλει στό Καθολικό, καθώς ὅταν ἦταν νέος ἔμαθε τήν μουσική. Ψάλλοντας συνετά καί μέ γνώση τῶν λεγομένων, ὕψωνε τό νοῦ του στόν ὑμνούμενο Θεό, χύνοντας δάκρυα κατανύξεως ὁ μακάριος. Ζοῦσε ὅμως μέ τήν ἴδια σκληραγωγία ὅπως τότε στό ναό τῶν Βαχερνῶν, καθώς οὔτε κελλίον εἶχε δικό του, ἔπαιρνε μόνο τήν ἀναγκαία τροφή ἀπό τήν τράπεζα καί ἀναπαυόταν στά στασίδια τοῦ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας.
Μετά ἀπό θεία ἐμφάνεια τῆς Θεοτόκου βρεφοκρατούσας, ὁ πιστός δούλος της, ἀποφάσισε νά ἀκολουθήσει τήν προτροπή της καί μιά μέρα, Σάββατο τῆς Πεντηκοστῆς, ἀνέβηκε στή κορυφή τοῦ Ἄθω, ὅπου ἔμεινε τρία μερόνυχτα προσευχόμενος ἀδιαλείπτως, δεχόμενος συνάμα φοβερούς πειρασμούς ἀπό τόν ἐχθρό. Ὅμως ὅλα αὐτά διαλύθηκαν, ὅταν ἐμφανίστηκε σ' αὐτόν ἡ Θεοτόκος μετά δόξης πολλῆς, περικυκλούμενη ἀπό πλῆθος φωτεινές μορφές, κρατοῦσα πάλι στά χέρια της τόν Υἱό της καί δημιουργό τῆς Κτίσεως καί ἐκπέμποντα ἄρρητη εὐωδία. Ἀφοῦ προσκύνησε ὁ Ἅγιος, ἄκουσε ἀπό τήν Παναγία τά παρακάτω: "Λάβε τήν χάριν κατά τῶν δαιμόνων, ὁ σεπτός ἀθλοφόρος καί κατοίκησε στούς πρόποδες τῆς κορυφῆς ττοῦ Ἄθω· διότι τοῦτο εἶναι τό θέλημα τοῦ Υἱοῦ μου, γιά ν' ἀνέβεις σέ ὕψος ἀρετῆς καί να γίνεις διδάσκαλος καί ὁδηγός σέ πολλούς καί νά τούς σώσεις". Μετά τοῦ δόθηκε οὐράνιος ἄρτος γιά τροφή. Καί με τή λήψη αὐτῆς, τόν μέν Ὅσιο περικύκλωσε θεῖο φῶς, ἡ δέ Θεοτόκος ἀνέβηκε στά οὐράνια, ἀφήνοντας στόν τόπο ἄρρητη εὐωδία καί ὑπερκόσμια λάμψη. Ὑπακούοντας τότε στή προσταγή τῆς Παναγίας, ὁ Ἅγιος κατέβηκε πρός τό Καρμήλιο , ὅπου βρίσκοντας ἕνα γέροντα, τοῦ διηγήθηκε τάς τῆς θείας ἐμφάνειας. Ἐκεῖνος ὅμως, θεώρησε αὐτά πλάνες. Ἔτσι τοῦ βγῆκε ἡ φήμη ὅτι εἶναι πλανεμένος καί περιφρονεῖτο ἀπό ὅλους. Ὅμως ὁ ἀπλανής ἐκεῖνος φωστήρας, δέχτηκε μέ χαρά τό νά τόν ὀνομάζουν πλανεμένο. Ὑποκρινόταν δέ πάντοτε ὅτι ἤταν πλανεμένος καί παρίστανε τόν διά Χριστόν σαλό, καλλιεργώντας ἔτσι τήν θεοειδή ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης. Γι αὐτό καί δέν κατοίκησε σ' ἕνα τόπο σταθερά, ἀλλά σάν πλανεμένος μετατοπιζόταν συνεχῶς, ζώντας σέ σπήλαια ἤ κτίζοντας ὅπου πήγαινε μικρή καλύβα ἀπό ξύλα καί χόρτα, τήν ὁποία ἔκαιγε μετά ἀπό λίγο, πηγαίνοντας σέ ἄλλο μέρος καί φτιάχνοντας ἄλλη. Γι αὐτό καί τόν ἔλεγαν "καυσοκαλύβη" , καθώς σέ κανένα δέν εἶχε γίνει ἀντιληπτή ἡ μεγἀλη του ἀρετή. Ζοῦσε συνάμα μέ ὑπερβολική ἀκτημοσύνη. Κανείς δέν μπορεῖ νά παραστήσει τήν πείνα καί τήν δίψα πού ὑπέμενε, μαζί μέ τούς παγετούς τοῦ χειμώνα καί τά καύματα τοῦ θέρους, χωρίς δεύτερο ἔνδυμα, ἀνυπόδητος, χωρίς νά ἔχει ἀπό κάποιον καμμία ὑπόληψη. Μέ τόν καιρό ὅμως, κάποιοι ἀπό τούς ἁγίους γέροντες πού τόν συναναστράφηκαν, γνώρισαν τήν θεία χάρη πού κατοικοῦσε σ' αὐτόν καί δέν τόν ἔλεγαν πλέον πλανεμένο, ἀλλά τίμιο Μάξιμο καί φωστῆρα ὑπέρλαμπρο.
Κορυφαία στιγμή στό βίο τοῦ Ἁγ. Μαξίμου ἀποτελεῖ ὁ πολύ διαφωτιστικός διάλογός του μέ τόν Ἅγ. Γρηγόριο τό Σιναΐτη, τόν διαπρεπῆ αὐτόν διδάσκαλο τῆς νοερᾶς προσευχῆς τοῦ ΙΔ' αἰ.. ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε πολλούς Ὁσίους καί νηπτικούς ἄνδρες, ἀπό τό Ὄρος Σινᾶ μέχρι καί τήν Κρήτη καί ὁ ὁποῖος φθάνοντας γιά πρώτη φορά στό Ἅγ.Ὄρος, δέν βρῆκε- ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολόγησε στούς μαθητές του-παρά 3 ἤ 4 μοναχούς νά ἀσκοῦνται στή νοερά προσευχή, ἀνάμεσα στούς ὁποίους ἦταν καί ὁ Ἅγ. Μάξιμος. Ἀφοῦ ἐγκαταστάθηκε στή σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ , ἔγινε ποθητός σ'ὅλους τούς Πατέρες τοῦ Ὄρους καί ἰδιαίτερα στούς ἡσυχαστές, πού ἔτρεχαν σ'αὐτόν νά διδαχθοῦν τά μυστήρια τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἀκούγοντας ὁ Ἅγ. Γρηγόριος νά διηγοῦνται γιά τήν ὑπεράνθρωπη βιοτή καί τήν πλαστή μωρία τοῦ Ἁγ.Μαξίμου, θαύμασε καί ἔστειλε τούς μαθητές του νά προσκαλέσουν τόν Ὅσιο νά τόν ἐπισκεφθεῖ. Κατά θαυμάσιο τρόπο, ἐκεῖνος τούς ὑποδέχτηκε, χαιρετώντας καθένα μέ τό ὄνομά του, προλέγοντας καί τήν ἐπιθυμία τοῦ διδασκάλου τους. Ἀμέσως δέ, ἀναχώρησαν γιά τό κελλίον τοῦ Γρηγορίου. Ἐκεῖ οἱ δύο Ἅγιοι εἶχαν ἕναν διάλογο πού ἀποτελεῖ τήν διαφανέστερη ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας περί νήψεως καί ἐκστάσεως τοῦ νοῦ, καί περιγράφει τήν κατάστασή του ὅταν ἐλλάμπεται ἀπό τό θεῖο φῶς κατά τήν προσευχή. Διακρίνει δέ μέ σαφήνεια καί προσοχή τά σημεῖα τῆς χάριτος ἀπό αὐτά τῆς πλάνης. Στό τέλος, ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἔπεισε τόν Ἅγ. Μάξιμο νά παύσει πλέον νά καίει καλύβες καί νά μείνει σταθερά σ' ἕνα τόπο γιά νά ὠφελήσει καί ἄλλους πολλούς, σάν ἐμπειροτατος στήν ἀρετή.
Τότε ὁ Ὅσιος βρῆκε ἕνα σπήλαιο κοντά στοῦ κυρ Ἠσαΐα στό ὁποῖο διαμόρφωσε ἕνα ἀσκηταριό. Τότε ἔλαμψε ὅχι μόνο ἡ ἀρετή του- μιά πού ἐρχόντουσαν ἀπό ὅλα τά μέρη τοῦ Ὄρους μοναχοί γιά νά τόν συμβουλευτοῦν- μά καί ἡ ἁγιότητά του, μιά πού πλῆθος εἶναι τά θαύματα πού ἐπιτέλεσε. Τέλος, προλέγοντας τό τέλος του, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ σέ ἡλικία 95 ἐτῶν, τήν 13η Ἰανουαρίου . Προηγουμένως εἶχε δώσει ἐντολή στούς ἐνταφιαστές του νά μή μεταθέσουν σέ ἄλλο τόπο τό λείψανό του, ἀλλά νά τό ἀφήσουν κρυμμένο στό τάφο γιά νά μή δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους .
Τό γεγονός ὅτι λίγο μετά τήν ὁσιακή κοίμηση τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη καί σέ διάστημα λίγων δεκαετιῶν (τέλη 14ου-ἀρχές 15ου αἰ.), γράφηκαν πρός τιμήν του τέσσερις Βίοι (ὑπό τῶν ἱερομονάχων Νήφωνος, Θεοφάνους Περιθεωρίου, Μακαρίου Μακρῆ καί Ἰωαννικίου Κόχιλα), οἱ ὁποῖοι σέ μεταγενέστερες ἐποχές παρουσιάστηκαν σέ ἁπλούστερη δημώδη γλώσσα μέ τή βοήθεια τεσσάρων παραφράσεων (ὑπό Διονύσιου Ρήτορος, Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἰακώβου Νεασκητιώτου καί ἑνός ἑτέρου ἀγνώστου) -ὅλα τους κείμενα ἀθωνικῆς προέλευσης- ἀποδεικνύει τήν μεγάλη ἀπήχηση πού εἶχε στόν ἁγιορειτικό κόσμο ἡ ἱερή μορφή τοῦ ὁσίου Μαξίμου. Ἐδῶ θά πρέπει νά τονιστεῖ ὅτι οἱ Βίοι τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη, ἐκτός ἀπό ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἁγιολογικά κείμενα, ἀποτελοῦν ταυτόχρονα καί σημαντικές πηγές τόσο γιά τά θεολογικά ζητήματα τῆς ἐποχῆς (αἵρεση Μασσαλιανῶν, Ἀκινδύνου) ὅσο γιά ἱστορικά γεγονότα, πρόσωπα καί τοπωνύμια πού ἔχουν μεγάλη σημασία γιά τήν ἱστορία πού ἀφορᾶ εἰδικότερα στόν ὑστεροβυζαντινό Ἄθω καί γενικότερα τό Βυζάντιο κατά τήν ἐξεταζόμενη περίοδο. Ὁρισμένες μάλιστα ἀπό τίς πληροφορίες πού μᾶς δίνουν οἱ Βίοι, θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὅτι ἔχουν τόν χαρακτῆρα τῆς μοναδικότητας.
Παράλληλα, γιά τίς λειτουργικές ἀνάγκες ὅσων ἐπιθυμοῦσαν νά προστρέξουν στίς πρεσβεῖες του καί νά ἔχουν μία ἐναργέστερη σχέση μαζί του, συντέθηκαν τρεῖς Ἀκολουθίες, Παρακλητικοί Κανόνες, Χαιρετιστήριοι Οἶκοι καί πλῆθος ἄλλων ὑμνογραφημάτων (κυρίως ἀπό τούς Νήφωνα Ἀθωνίτη, Ἱερεμία Πατητᾶ, Ἰάκωβο Νεασκητιώτη, Νήφωνα Ἰβηροσκητιώτη, Ἱλαρίωνα Ξενοφωντινό καί Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη), ἐνῶ παράλληλα, οἱ πολυάριθμες ἀπεικονίσεις του στούς ἀθωνικούς ναούς ἐπέτειναν τήν παρουσία του στίς ψυχές τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν πού ἔβλεπαν σ’ αὐτόν ἕνα ἀσφαλές πρότυπο πρός μίμηση γιά τή σωστή βίωση τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν καί τήν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας τους.

Ἀκόμη καί κατά τούς ἔσχατους αὐτούς καιρούς πού ζοῦμε, ὅπου τά πάντα ἀμφισβητοῦνται καί ἀναθεωροῦνται καί πού ἴσως κανείς πιά δέν πολιτεύεται ὅπως ὁ Ἅγ. Μάξιμος, αὐτός ἐπιμένει νά προτείνει τή δική του χαρισματική "ὑπέρβαση" σάν διέξοδο ἀπό τά σημερινά "ἀδιέξοδα". Ἡ ἐνθύμηση καί μόνο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀγωνιστοῦ εἶναι γιά μᾶς πηγή ἔμπνευσης καί ἐλπίδας ὅτι μέ τή τιμή καί προσευχή μας πρός αὐτόν, θά ἐλκύσουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μας.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχ. πλ. Α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Μητρικῆς ἐκ νηδύος ὅσιε Μάξιμε, ἐκλογῆς ὡς δοχεῖον ἀνατεθείς τῷ Θεῷ, τοῦ θείου γνόφου ὡς Μωσῆς κατηξίωσαι, καί τά πόῤῥῳ προορᾶν, κατά τόν μέγαν Σαμουήλ, τοῦ Ἄθω τό θεῖον θαῦμα, τῆς Θεοτόκου ὁ λάτρης ᾗ καί πρεσβεύεις ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Ἀπό τήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου ἔχει ἐκδοθεῖ ἡ Ἱερά Ἀσματική καί Πανηγυρική Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Μαξίμου, ἐνῶ πρόσφατα, ἀπό τίς ἐκδόσεις ΜΥΓΔΟΝΙΑ ἔχει ἐκδοθεῖ τό βιβλίο:
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, Ὁσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Ἁγιολογία-Ὑμνογραφία-Τέχνη. Συμβολή στή μελέτη τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ κατά τόν 14ο αἰώνα, Θεσσαλονίκη 2010,σελίδες 550, ὅπου συγκεφαλαιώνεται ἡ περί τοῦ ὁσίου Μαξίμου βιβλιογραφία.