Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ



 Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς


ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς[1] γεννήθηκε τό 1296 στήν Κωνσταντινούπολη καί ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, ὅπου ὑποτάχτηκε ἀρχικά στόν ἡσυχαστή Νικόδημο, σέ κελλί στά ὅρια τῆς μονῆς Βατοπαιδίου. Ἐκεῖ ἔζησε ἐν "νηστείᾳ καί ἀγρυπνίᾳ καί νήψει καί ἀδιαλείπτῳ προσευχῇ" ἐπί τρία χρόνια (1319-1322). Μετά τήν κοίμηση τοῦ γέροντά του καί τοῦ ἀδελφοῦ του Μακαρίου, εἰσῆλθε μαζί μέ τόν ἄλλο ἀδελφό του Θεοδόσιο στήν Μεγίστη Λαύρα τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου (περί τό 1319), ὅπου παρέμεινε ἐπί τρία ἔτη. Κατόπιν ἀποσύρθηκε σέ ἐρημητήριο τῆς τότε Σκήτης Γλωσσίας (στήν περιοχή τῆς σημερινῆς Προβάτας), ὅπου παρέμεινε κοντά στόν διδάσκαλο τῆς "ἡσυχίας" "Γρηγορίῳ τῷ πάνυ", τόν Δριμύ[2].
   Τό 1325 λόγω τῶν τουρκικῶν ἐπιδρομῶν καταφεύγει μαζί μέ ἄλλους ἡσυχαστές -ἀνάμεσα στούς ὁποίους ἦταν ὁ Γρηγόριος Σιναΐτης μέ τούς μαθητές του, Ἰσίδωρο καί Κάλλιστο, μετέπειτα Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως- στή Θεσσαλονίκη. Ἀπό τό 1326 καί γιά πέντε ἔτη, ἀσκήθηκε σέ ἐρημητήριο τῆς Σκήτης Βερροίας κοντά στόν Ἀλιάκμονα. Τό 1331, λόγω τῆς εἰσβολῆς τῶν Σέρβων στήν περιοχή τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταβίωσε στό Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Σάββα, σέ ὕψωμα πάνω ἀπό τήν Μεγίστη Λαύρα. Περί τό 1335-6, προχειρίστηκε ἀπό τόν Πρῶτο Ἰσαάκ καί τήν Σύναξη, ἡγούμενος τῆς μονῆς Ἐσφιγμένου (1335-1338)[3]. Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1337 ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔρχεται πάλι στή Θεσσαλονίκη, ὅπου καί ἀρχίζει τόν ἀγῶνα του κατά τῶν κακοδοξιῶν τοῦ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Τό 1340-1 ὑπό τήν ἄμεση καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου συντάχθηκε ὁ Ἁγιορειτικός Τόμος[4], τόν ὁποῖον ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ πρόκριτοι τῶν μονῶν τοῦ Ἄθω. Πρόκειται γιά μία κορυφαία στιγμή τῆς ἁγιορειτικῆς πνευματικότητας. Τό 1347, κατόπιν πολλῶν ἀγώνων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, χειροτονημένος ἤδη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ἐπιστρέφει στόν ἀγαπημένο του Ἄθωνα. Τήν ἐποχή ἐκείνη βρισκόταν στό Ἅγιον Ὄρος ὁ σέρβος κράλης Στέφανος Δουσάν, ὁ ὁποῖος ἀνάγκασε τόν Γρηγόριο νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν τόπο, ἐπειδή ὁ δεύτερος δέν ἐνέδωσε στίς πιέσεις του νά ὑποστηρίξει τά σχέδιά του νά ἐγκαταστήσει Πρῶτο σερβικῆς καταγωγῆς. Ἀπό τότε, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δέν ἐπέστρεψε ξανά στόν Ἄθωνα. Ἐκοιμήθη ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τό 1359, ἔχοντας δικαιωθεῖ γιά τούς πολλούς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνες του. Στή διαμόρφωση τῶν θεολογικῶν θέσεων τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀσφαλῶς θά συνετέλεσε πολύ ἡ προηγούμενη ἄσκησή του στόν ἱερό Ἄθω, ὅπου βρισκόταν σέ μεγάλη ἀκμή -τήν ἐποχή ἐκείνη ἰδιαίτερα- ὁ ἡσυχαστικός τρόπος ζωῆς, γιά τόν ὁποῖο ἄλλωστε ἐκεῖνος τόσο ἀγωνίστηκε[5]. Οἱ Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐτῶν 1341, 1347 καί 1351 ἀνεκήρυξαν τή θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ὡς θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τό ἔτος 1368 ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατατάχθηκε στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. 

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη τοῦ συγγραφέα: 
Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Τοιχογραφία τοῦ 1820 στή Λιτή τοῦ Κυριακοῦ τῆς σκήτης Καυσοκαλυβίων. Μητροφάνης μοναχός ζωγράφος


    [1] Γιά τόν Βίο του πού ἔγραψε ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος βλ. Τσάμη Δ., Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου, Ἁγιολογικά Ἔργα, Α΄ Θεσσαλονικεῖς Ἅγιοι, Κέντρο Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 425-590. Ἐπίσης, Παπαμιχαήλ Γ., Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Meyendorf J., Introduction à l’étude de Grégoire Palamas. Χρήστου Π., Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, Θεσσαλονίκη 1966, 1970, 1985. Ἀναστασίου Ι., ‘‘Οἱ κοινωνικές ἀντιλήψεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, στόν τόμο: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Γρηγορίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, Θεσσαλονίκη 1986. σ. 197-209. Χρήστου Π., Τό Ἅγιον Ὄρος, σ. 160-166. Ζήσης Θ. πρωτοπρ., ‘‘Ἡ κοινωνική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ’’, Θεολόγοι τῆς Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 127-138. Γιά τόν Ἡσυχασμό στό Ἅγιον Ὄρος καί τήν θεολογική ἔριδα γύρω ἀπ’ αὐτόν, ἐκτός ἀπό ἀρκετές μελέτες στό προηγούμενο ἔργο βλ. Χατζησταύρου Θ., Αἱ περί τῶν ἡσυχαστῶν τῆς ΙΔ΄ ἑκατονταετηρίδος καί τῆς διδασκαλίας αὐτῶν ἔριδες, Λειψία 1905. Παπαμιχαήλ Γ., ‘‘Αἱ ἡσυχαστικαί ἔριδες τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος καί ὁ θρίαμβος Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ’’, Ε Φ 5 (1910), σ. 289-320, 385-425. Χρήστου Π., ‘‘Περί τά αἴτια τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδος’’, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 39 (1956) σ. 128-138. I. Clucas, The Heshychast Controversy in Byzantium in the Fourteenth Century: A Consideration of the Basic Evidence, Diss. Univ. of California, Los Angeles 1975. Θεοκλήτου μοναχοῦ Διονυσιάτου, ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Ὁ βίος καί ἡ θεολογία του (1296-1359), Ἅγιον Ὄρος-Θεσσαλονίκη 1976. Ρωμανίδου Ἰ. πρωτοπρ., Γρηγορίου Παλαμᾶ, ‘Υπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Τριάς Α΄ (Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 1), Θεσσαλονίκη 1984, 19912 σ. 51-189. Ἐπίσης Δωροθέου μον., Τό Ἅγιον Ὄρος, σ. 66-77. Koυτσούρη, Σύνοδοι και θεολογία γιά τόν Ἡσυχασμό. Κουμπῆ Δ., ‘‘Ἡ ἡσυχαστική ἔριδα καί ἡ ἐμπλοκή της στίς πολιτικές ἐξελίξεις στή διάρκεια τοῦ δευτέρου ἐμφυλίου πολέμου (1341-1347)’’, Βυζαντιακά 19 (1998) σ. 235-281. Μανάφη Κ., ‘‘Τό ἱστορικόν πλαίσιον τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδος’’, Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἱστορία καί τό παρόν, Πρακτικά διεθνῶν ἐπιστημονικῶν συμποσίων Ἀθηνῶν (12-15 Νοεμβ. 1998) καί Λεμεσοῦ (5-7 Νοεμβ. 1999), Ἅγιον Ὄρος 2000, σ. 525-539.
    [2] Χρυσοστόμου ἐπισκ. Ροδοστόλου, ‘‘Ἡ Ἡσυχαστική ζωή ὡς πρόγευση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ’’, Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἱστορία καί τό παρόν, ὅ.π., σ. 439.
    [3] Μαμαλάκης Ἰω., Τό Ἅγιον Ὄρος (Ἄθως) διά μέσου τῶν αἰώνων, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 167.
    [4] «Ἁγιορειτικός Τόμος ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων διά τούς ἐξ ἰδίας ἀπειρίας καί τῆς πρός τούς ἁγίους ἀπειθείας ἀθετοῦντας τάς τοῦ Πνεύματος μυστικάς ἐνεργείας, κρεῖττον λόγος ἐν τοῖς κατά πνεῦμα ζῶσιν ἐνεργουμένας καί διἔργων θεωρουμένας, ἀλλοὐ διά λόγων ἀποδεικνυομένας», PG 150, στ. 1225-1236. Γιαὐτόν βλ. ἐπίσης Meyendorf, Introduction à l’ étude de Gregoire Palamas, .π., σ. 74-76. Δεντάκης Β., ‘‘Ἑπτά συμβολικά κείμενα περί Ἡσυχασμοῦ’’, Ἐπιστημονική Ἐπετηρίς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου  Ἀθηνῶν 22 (1975) σ. 719-722 καί 731-737. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, τ. 2, ὅ.π., σ. 551-553, 563-564 καί 567-578.
    [5] Ἁγιορειτικός Τόμος ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ὅ.π.,  στ. 1225 κ. ἑξ.

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

ΔΩΡΕΕΣ ΜΟΛΔΑΒΩΝ ΗΓΕΜΟΝΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ. ΜΕΡΟΣ Γ'



Ioan Moldoveanu - Καθηγητής

Σε μια τέτοια κρίσιμη περίοδο ήρθε για ολόκληρο το Άγιον Όρος η μεγάλη δωρεά του Μολδαβού ηγεμόνα Βασιλείου Λούπου. Αναφερόμαστε στην αφιέρωση της μεγαλειώδους του μονής των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσι, κατά το 1641[17], αφού ο πρίγκιπας είχε πληρώσει τους φόρους όλων των Αγιορειτικών μονών προς τους Τούρκους. Η πληρωμή αυτή δεν έγινε, βέβαια, ξαφνικά, αλλά βαθμιαίως, κατά τη διάρκεια όλης της ηγεμονίας του (1634-1653)[18]. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθανάσιος Πατελάρος έγραφε σ’ένα γράμμα, που ο Μελέτιος Συρίγος το έφερε στη Μόσχα, πολύ εγκωμιαστικά λόγια για τον ηγεμόνα: “αρωγός προς όλους εκείνους που του ζητούσαν κάτι, που είχε πάντα το θησαυροφυλάκιό του ανοικτό και η ευσπλαχνία του αγκαλιάζει γεναιόδωρα όλους τους φτωχούς. Όπως ο ποταμός Νείλος ποτίζει ολόκληρη την Αίγυπτο, έτσι ο ισχυρός αυτός ηγεμόνας πλήρωσε όλα τα αναρρίθμητα χρέη του αγίου και ζωοδότου Τάφου και σκοπεύει να κάνει μια άλλη μεγαλύτερη ακόμη ελεημοσύνη”[19] (μετάφραση). Και συνέχιζε: “μοναδικός υποστηρικτής και μοναδική δόξα του ελληνικού μας έθνους, μοναδικό του φως…διότι οι Έλληνες δεν έχουν αυτοκράτορα, εσύ, άξιος μνημόνευσης, είσαι για μας αυτοκράτορας”[20] (μετάφραση).
Ήταν όντως η περίοδος μεγάλων δωρεών, επειδή τότε, ο ηγεμόνας αυτός είχε αφιερώσει και άλλα μοναστήρια, εκτός από τη μονή των Τριών Ιεραρχών, μαζί με τις περιουσίες τους. Σ’ένα κυρόβουλλο της 20ης Φεβρουαρίου 1702, που ανήκε στον Κωνσταντίνο Δούκα της Μολδαβίας, γράφονταν τα εξής: αφού ο Βασίλειος Λούπου είχε αφιερώσει πρώτα στο Άγιον Όρος το μοναστήρι Κοπόου (του Αγίου Αθανασίου), έχτισε τη μονή των Τριών Ιεραρχών στην οποία είχε υπαγάγει τον Άγιο Αθανάσιο και, έτσι, αφιέρωσε τα δύο στο Άγιον Όρος[21].
Στις 6 Μαρτίου 1641 αφιέρωσε στους Τρείς Ιεράρχες και τον ηγεμονικό του ναό στην πόλη Bacău[22], o οποίος χτίστηκε από τον Αλέξανδρο, γιό του Στεφάνου του Μεγάλου και ανοικοδομήθηκε από το Βασίλειο Βόδα. Η δωρεά αυτή επικυρώθηκε στις 18 Αυγούστου 1666 και από τον Αλέξανδρο Ηλιά[23].
Νωρίτερα, στις 2 Απριλίου 1656, ο Γιώργιος Στέφανος της Μολδαβίας, είχε παραχωρήσει στη μονή των Τριών Ιεραρχών το δικαίωμα ιδιοκτησίας στα χωριά Ταμασένι, Ρακιτένι και Ιουγκάνι, με σκοπό τη διατροφή των Ελλήνων δασκάλων που είχαν αντικαταστήσει τους Σλάβους. Ταυτόχρονα, τα χωριά αυτά απαλάσσονταν από τους φόρους[24]. Το γεγονός ότι, το 1656, υπήρχαν Έλληνες δάσκαλοι στους Τρείς Ιεράρχες, σημαίνει ότι τότε το μοναστήρι ήταν ήδη αφιερωμένο στο Άγιον Όρος[25].
Σιγά-σιγά, η μονή των Τριών Ιεραρχών περιέλαβε στην ιδιοκτησία της περισσότερα χωριά και κτήματα, αμπελώνες, λειμώνες, οίκους, ιχθυοτροφεία, μια σπουδαία περιουσία, η οποία, κατά το 1827, έδινε ένα ετήσιο εισόδημα 50.000 ρουμανικών πιαστρών ή 250.000 λέι[26].
Πέραν της μονής αυτής, εισόδημα στο Άγιον Όρος έδιναν και οι ηγεμόνες της Βλαχίας. Έτσι, ο Γρηγόριος Γκίκας (1659-1664) όριζε για όλα τα (20) μοναστήρια του Αγίου Όρους να βγάλουν ετησίως ανά 1.000 όγκους αλατιού από τα μεγάλα αλατωρυχεία. Έδινε άδεια στους πατέρες να πουλήσουν το αλάτι αυτό ή να το “κάνουν οτιδήποτε θέλουν τα μοναστήρια”[27].
[Συνεχίζεται]

[17] O BOGDAN, Despre daniile…, σ. 26 διευκρίνιζε ότι το έγγραφο διασώζεται στο αρχείο της μονής Διονυσίου. Ο NĂSTUREL, Le Mont Athos…, σ. 83 χρονολογεί την αφιέρωση κατά το 1645 (κατά τον Δ. Πετρακάκο, Νέαι πηγαί των θεσμών του Αγίου Όρους, Αλεξάνδρεια, 1915, σ. 17). Πολλά άλλα έγγραφα που αφορούν τη μονή Τριών Ιεραρχών διαφυλάσσονται, όπως είδαμε, στο αρχείο του Πρωτάτου και ταξινομήθηκαν από τον Χ. Γάσπαρη, ο.π. Πρίν απ’αυτόν, ταξινόμησαν έγγραφα ο Ευλόγιος Βατοπαιδινός, ο Δανιήλ Δοχειαρίτης, ο Ιωασάφ ΑΓΙΟΠΑΥΛΙΤΗΣ, ο Γαβριήλ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΙΑΝΟΣ και ο Στέφανος ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ στο έργο: Κατάλογος τῶν ἐν τῶ ἀρχείω τῆς ιεράς Κοινότητος αποκειμένων τυπικῶν τοῦ Ἀγίου Ὀρους, χρυσβούλλων βλαχικῶν καὶ κυροβούλλων, συγγιλλίων, φερμανίων καὶ διαφόρων ἀλλῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, Ἀθήναι, 1921.

[18] N. IORGA, Documente privitoare la istoria românilor culese de E. de Hurmuzaki, vol. XIV, 1, Βουκουρέστι, 1914-1936 (= Hurmuzaki), σ. 441-2; Iorga, Bizanţ după Bizanț (Βυζάντιο μετά το Βιζάντιο), εκδ. 1972, σ. 169 (ελλην. εκδ. 1984, σ. 183); ΜΑΜΑΛΑΚΗΣ, Το Αγιον Ορος διά μέσου των αιώνων, σ. 266. Ο Constantin COJOCARU, Biserica Moldovei sprijinitoare a Orientului Ortodox, II, sec. XVII-XVIII (Η εκκλησία της Μολδαβίας ως υποστηρίκτρια της Ορθοδόξου Ανατολής), “MMS”, LXIII, 1987, αρ. 3, σ. 46 έλεγε πως ο ηγεμόνας πλήρωσε τα χρέη αυτά κατά το 1645.

[19] HURMUZAKI, XIV, 1, σ. 174, αρ. 256.

[20] Pr. Prof. I. RAMUREANU, Contribuţia Ţărilor Române la dobândirea independenţei naţionale a poporului grec (Η συμβολή των ρουμανικών χωρών στην απόκτηση εθνικής ανεξαρτησίας του Ελληνικού Λαού), “Biserica Ortodoxă Română”, XC, 1972, αρ. 1-2, σ. 135.

[21] Catalogul documentelor moldoveneşti din Arhiva centrală a statului (Ο κατάλογος των μολδαβικών εγγράφων στο κεντρικό κρατικό αρχείο), IV, Βουκ., 1970, σ. 31, αρ. 119; Ana DOBJANSKI, V. SIMION, Arta în epoca lui Vasile Lupu (Η τέχνη στην εποχή του Βασιλείου Λούπου), Ιάσι, 1979, σ. 32. Όσον αφορά τα δύο μνημεία, λεπτομέρειες βρίσκονται στον Nicolae STOICESCU, Repertoriul bibliografic al localităţilor şi monumentelor medievale din Moldova (Βιβλιογραφικό ευρετήριο περιοχών και μεσαιωνικών μνημείων στη Μολδαβία), Βουκ., 1974, σ. 480-485; G. BALS, Bisericile şi mănăstirile moldoveneşti din veacurile al XVII-lea şi al XVIII-lea (Οι εκκλησίες και τα μολδαβικά μοναστήρια στους 17 και 18 αιώνες), Βουκ., 1933, τομ. Ι, σ. 128.

[22] STOICESCU, Repertoriul bibliografic…., σ. 41.

[23] Κρατικά Αρχεία Βουκουρεστίου (ΚΑΒ), χειρ. 579, φ. 40, 43-44.

[24] Catalogul doc. Moldoveneşti, III, 1653-1675, Βουκ., 1968, αρ. 180.

[25] Υπάρχουν γνώμες σύμφωνα με τις οποίες η αφιέρωση έγινε κατά το 1646 – Ν. IORGA, Inscripţii din bisericile României (Επιγραφές στις εκκλησίες της Ρουμανίας), τομ. ΙΙ, Βουκ., 1906, σ. 146; Marin POPESCU SPINENI, Procesul mănăstirilor închinate, Βουκουρέστι, 1936, σ. 131.

[26] MOISESCU, Contribuţii…., σ. 245; COJOCARU, Biserica Moldovei…, σ. 46. Στο Ιάσι, το μοναστήρι κατείχε ένα πανδοχείο και 20 οίκους, 32 μαγαζιά, συν άλλα 150 μαγαζιά (πραβαλίες) με εμβατίκιο (ετήσιο ενοίκιο), 73 στρέμματα αμπελώνες. Όλα αύτα έκαναν να γίνει το μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών από τα πλουσιότερα στη Μολδαβία – βλ. HURMUZAKI, V, supl. I, σ. 13-23; BODOGAE, Ajutoarele…, σ. 84.

[27] ΤΣΙΟΡΑΝ, Σχέσεις των Ρουμανικών Χωρών…, σ, 135; BODOGAE, Ajutoarele…, σ. 83; MOISESCU, Contribuţii…, σ. 245; ΜΑΜΑΛΑΚΗΣ, Το Αγιον Ορος….,  σ. 267. Το κυρόβουλλο σχετικά με τη δωρεά αυτή υπενθύμιζε πως ο Ιερεμίας Μοβίλα και ο γιός του, Κωνσταντίνος, είχαν κάνει την ίδια χειρονομία, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή η δωρεά είναι παλαιότερη – IORGA, Muntele Athos…, σ. 509-511.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΕΘΟΡΙΟ ΚΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

Ο Ἁγιορείτης ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ὑμνητές τῆς Παναγίας, ἀναφέρει μέ τή θεολογικότατη γλῶσσα του: «Ποιός μπορεῖ νά περιγράψει τά μεγαλεῖα σου Παρθένε Θεομῆτορ; Ἕνωσες τόν νοῦ μέ τόν Θεό, ἕνωσες τόν Θεό μέ τήν σάρκα· ἔκαμες τόν Θεό υἱό ἀνθρώπου καί τόν ἄνθρωπο υἱό Θεοῦ. Συμφιλίωσες τόν κόσμο μέ τόν ποιητή τοῦ κόσμου...».


Καί συμπεραίνει ὁ θεῖος Πατήρ: «Ἑπομένως ἡ Παρθενομήτωρ εἶναι ἡ μόνη μεθόριο κτιστῆς καί ἄκτιστης φύσεως. Ὅσοι βέβαια γνωρίζουν τόν Θεό, θά ἀναγνωρίσουν καί αὐτήν ὡς χώρα τοῦ ἀχωρήτου καί αὐτήν θά ὑμνήσουν μετά τόν Θεό, ὅσοι ὑμνοῦν τόν Θεό».


Ἀπό τό βιβλίο τοῡ μοναχοῡ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:
 ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. ΒΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
 Ἅγιον Ὄρος 2012

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ΜΑΚΑΡΙΣΤΗΡΙΑ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

Μακαριστήρια καί Ἀπολυτίκιον 
εἰς τόν Μέγαν Ἀθανάσιον ἀρχιεπίσκοπον Ἀλεξανδρείας καί πολιοῦχον Εὐόσμου Θεσσαλονίκης. 
Ποιήματα μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου





Οἱ παρακάτω φωτογραφίες προέρχονται ἀπό τόν ἱερό ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως στόν Εὔοσμο Θεσσαλονίκης.
 Ὁ περικαλλής αὐτός ναός εἶναι κτίσμα τοῦ 1860 καί εἶναι ἀπό τούς ἀρχαιότερους τῆς περιοχῆς. Πλήρως καί μέ ὑποδειγματικό τρόπο ἀνακαινισμένος στίς μέρες μας ἀποτελεῖ τό κέντρο μιᾶς πολύ δραστήριας καί ὀργανωμένης ἐνορίας, πού μέ τήν εὐλογία τοῦ φιλοαθωνίτου καί φίλεργου σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Νεαπόλεως κ. Βαρνάβα, τήν ἐμπνευσμένη πνευματική καί ποιμαντική καθοδήγηση τοῦ αἰδεσιμολογιωτάτου π. Γεωργίου Μίλκα καί τῶν συνεργατῶν του πρεσβυτέρων ἀλλά καί τήν προσφορά ἑκατοντάδων ἐθελοντῶν, προσφέρει στόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, πλούσιες εὐκαιρίες λειτουργικῆς ζωῆς καθώς καί φιλανθρωπικοῦ ἔργου, μέσα ἀπό τή λειτουργία τοῦ συσιτίου, τοῦ ξενώνα Ἀγάπης κ.ἄ.

ΤΟ ΚΩΔΩΝΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΥΟΣΜΟΥ

Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΥΟΣΜΟΥ

Ο ΑΜΒΩΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΥΟΣΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΟΜΩΝΥΜΟΥ ΝΑΟΥ ΣΤΟΝ ΕΥΟΣΜΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΟΝ ΟΜΩΝΥΜΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΕΥΟΣΜΟΥ

ΕΘΕΛΟΝΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΣΣΙΤΙΟΥ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΥΟΣΜΟΥ 
Ο ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ π ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΙΛΚΑΣ


Ο ΞΕΝΩΝΑΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

  Τό ἰστολόγιο ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, τοῦ ὁποίου συνεργάτες εἶχαν ἄμεση ἐμπειρία τοῦ πολύτιμου καί πολύπλευρου ἔργου πού συντελεῖται στήν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Εὐόσμου, εὔχεται σέ ὅλους τούς συντελεστές τοῦ ἔργου αὐτοῦ ὑγεία, πνευματική προκοπή καί καλή δύναμη στή συνέχεια τῆς φιλόθεης καί φιλάδελφης διακονίας τους.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ. ΠΕΡΙ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
 Περί εἰρήνης τῆς ψυχῆς

καρδιά σου, ἀγαπητέ, κτίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μόνο γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτόν, δηλαδὴ γιὰ νὰ ἀγαπᾶται καὶ νὰ κατοικῆται ἀπὸ Αὐτόν. Γι᾿ αὐτὸ καθημερινὰ σοῦ φωνάζει νὰ Τοῦ τὴν δώσῃς: «Υἱέ, δός μου τὴν καρδιά σου» (Παρ. 23,26).
  Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς εἶναι ἡ εἰρήνη ποὺ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ κάθε νοῦ, πρέπει ἡ καρδιὰ ποὺ πρόκειται νὰ τὸν δεχθῆ, νὰ εἶναι εἰρηνικὴ καὶ ἀτάραχη, ὅπως εἶπε ὁ Δαβίδ: «Ἐγενήθη ὁ τόπος σου ἐν εἰρήνῃ» (Ψαλμ. 75,2).
  Γι᾿ αὐτὸ πρέπει πρῶτα ἀπὸ ὅλα νὰ στερεώσῃς τὴν καρδιά σου σὲ μία εἰρηνικὴ κατάσταση, ὥστε ὅλες σου οἱ ἐξωτερικές σου ἀρετὲς νὰ γεννιῶνται ἀπὸ τὴν εἰρήνη αὐτὴ καὶ ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐσωτερικὲς ἀρετές, ὅπως εἶπε ἐκεῖνος ὁ μέγας ἡσυχαστὴς Ἀρσένιος: «Φρόντισε ὥστε ὅλη σου ἡ ἐσωτερικὴ ἐργασία νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ νικήσῃς τὰ ἐξωτερικὰ πάθη».
  Διότι κι ἂν οἱ σωματικὲς σκληραγωγίες καὶ ὅλες οἱ ἀσκήσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀσκεῖται τὸ σῶμα εἶναι ἄξιες ἐπαίνου, ὅταν εἶναι μὲ διάκριση καὶ μέτριες -ὅπως ἁρμόζει στὸ πρόσωπο ποὺ τὶς κάνει- ὅμως ἐσὺ ποτὲ δὲν θὰ ἀποκτήσῃς καμία ἀληθινὴ ἀρετὴ μόνο διὰ μέσου τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀναφέρθηκαν προηγουμένως, παρὰ ματαιότητα καὶ κενοδοξία, ἂν οἱ ἀσκήσεις αὐτὲς δὲν θά ἀντλοῦν δύναμη καὶ ζωὴ καὶ δὲν κυβερνοῦνται ἀπὸ τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ψυχικὲς ἀρετές...
  Καὶ νὰ γνωρίζῃς τὸ ἑξῆς· τότε ξέρεις νὰ προσεύχεσαι καλά, ὅταν γνωρίζῃς νὰ ἐργάζεσαι καλὰ καὶ νὰ παραμένῃς εἰρηνικός, διότι καὶ ὁ ἀπόστολος παραγγέλλει νὰ προσευχώμαστε εἰρηνικά, χωρὶς ὀργὴ καὶ διαλογισμοὺς (Α´ Τιμ. 2,8). Ἔτσι σκέψου ὅτι κάθε ἐργασία σου πρέπει νὰ γίνεται μὲ εἰρήνη, γλυκύτητα καὶ χωρὶς βία.
  Μὲ συντομία, ὅλη γενικὰ ἡ ἄσκηση τῆς ζωῆς σου πρέπει νὰ γίνεται γιὰ νὰ ἔχῃς εἰρήνη στὴν καρδιά σου καὶ νὰ μὴ συγχίζεται καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὴν εἰρήνη αὐτὴ νὰ ἐκτελῇς ὅλα σου τὰ ἔργα μὲ εἰρήνη καὶ πραότητα, ὅπως ἔχει γραφῇ: «Τέκνο μου μὲ πραότητα νὰ ἐκτελῇς τὰ ἔργα σου» (Σείρ. 3,17), γιὰ νὰ ἀξιωθῇς τοῦ μακαρισμοῦ τῶν πράων ποὺ λέγει: «Μακάριοι ὅσοι φέρονται μὲ πραότητα στοὺς ἄλλους, διότι αὐτοὶ θὰ κληρονομήσουν τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας» (Ματθ. 5,5).


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Εἰρήνη μέσα μας καί γύρω μας.
 Κεραμικό γλυπτό διά χειρός Παύλου Καρυπίδη. 1989.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΥΠΟ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΛΑΥΡΙΩΤΟΥ



Συ­να­ξά­ρι­α εἰς τὰς ἐ­πι­σή­μους ἡ­μέ­ρας τοῦ Τρι­ω­δί­ου. Συν­­τε­θέν­τα μὲν ἀ­ρί­στως ὑπὸ τοῦ Σο­φω­τά­του κυ­ρί­ου Νι­κη­φό­ρου τοῦ Ξαν­θο­πού­λου· συν­τμη­θέν­τα δὲ νῦν λί­αν συ­νε­πτυγ­μέ­νως πα­ρά­τι­νος πά­νυ ἀ­μα­θοῦς ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Λαυ­ρι­ώ­του.

Ἐκδίδονται ἀπό τόν κώδ. Σκήτης Καυσοκαλυβίων 107, φφ. 39α-39β

Τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ συ­νέ­τυ­χε καὶ ἡ πρώ­τη Κυ­ρι­α­κὴ τῶν
παν­σέ­πτων νη­στει­ῶν, ἐν ᾗ φαι­δρῶς ἑ­ορ­τά­ζο­μεν
τὴν ἀ­να­στή­λω­σιν τῶν θεί­ων καὶ ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων.
Στίχοι: Τὰς οὐ πρεπόντως ἐξορίστους εἰκόνας,
χαίρω πρεπόντως προσκυνουμένας βλέπων.


Τῇ πρώ­τῃ Κυ­ρι­α­κῇ τῶν νη­στει­ῶν, τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­αν καὶ τὴν ἀ­να­στή­λω­σιν τῶν ἁ­γί­ων καὶ σε­πτῶν εἰ­κό­νων, ἅ­πα­σα ἡ εὐ­σε­βε­στά­τη τοῦ Χρι­στοῦ ἐκ­κλη­σί­α ἑ­ορ­τά­ζειν πα­ρέ­λα­βε, γε­νο­μέ­νην πα­ρὰ τῆς ἁ­γί­ας καὶ μα­κα­ρί­ας Θε­ο­δώ­ρας βα­σι­λίσ­σης, καὶ τοῦ ἁ­γί­ου Με­θο­δί­ου πα­τρι­άρ­χου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Καὶ γὰρ κα­κῶς τε­λευ­τή­σαν­τος τοῦ δυ­σε­βοῦς ἐ­κεί­νου βα­σι­λέ­ως Θε­ο­φί­λου, ἡ τού­του σύ­ζυ­γος βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα, εὐ­θὺς νό­μῳ συ­νο­δι­κῷ καὶ ψή­φῳ παν­τὸς τοῦ κλή­ρου, τὸν ἱ­ε­ρὸν ἐ­κεῖ­νον καὶ ἅ­γι­ον Με­θό­δι­ον, κα­νο­νι­κὸν Πα­τρι­άρ­χην τί­θη­σι. Ἔ­πει­τα συ­να­γα­γόν­τες οὗ­τοι οἱ δύ­ο, ἡ βα­σί­λισ­σα καὶ ὁ πα­τρι­άρ­χης τὸν λα­ὸν ἅ­παν­τα, καὶ τὸν κλῆ­ρον ὁ­μοῦ, ἐν τῇ τοῦ Θε­οῦ Λό­γου με­γά­λῃ ἐκ­κλη­σί­ᾳ πα­ρα­γί­νον­ται, καὶ κοι­νὴν οἱ πάν­τες δέ­η­σιν ποι­οῦν­ται ὑπὲρ τοῦ Θε­ο­φί­λου βα­σι­λέ­ως ἐν ὅ­λῃ τῇ πρώ­τῃ ἑ­βδο­μά­δι τῶν νη­στει­ῶν. Τό­τε ἡ βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα βλέ­πει ἐν ὀ­νεί­ρῳ εἰς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς // ὅ­τι εὑ­ρέ­θη εἰς τὸν στύ­λον τοῦ Φό­ρου, καὶ ἔ­βλε­πεν με­ρι­κοὺς ἀ­περ­χο­μέ­νους με­τὰ πολ­λοῦ θο­ρύ­βου βα­στά­ζον­τες δι­ά­φο­ρα ὄρ­γα­να καὶ ἐρ­γα­λεῖ­α κο­λα­στι­κά, καὶ ἐν τῷ μέ­σῳ αὐ­τῶν δέ­σμι­ον εἶ­χον καὶ πε­ρι­ηγ­κω­νι­σμέ­νον αὐ­τὸν τὸν Θε­ό­φι­λον. Καὶ ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σαν εἰς τὴν Χαλ­κὴν πύ­λην, εἶ­δεν ἕ­να ἄν­δρα θαυ­μά­σι­ον κα­θή­με­νον ἔμ­προ­σθεν τῆς εἰ­κό­νος τοῦ δε­σπό­του Χρι­στοῦ. Τού­του προ­σέ­πε­σεν εἰς τοὺς πό­δας ἡ βα­σί­λισ­σα καὶ ἐ­πα­ρα­κά­λει αὐ­τὸν διὰ τὸν Θε­ό­φι­λον. Ὁ δὲ θαυ­μά­σι­ος ἐ­κεῖ­νος λέ­γει αὐ­τῇ, «Με­γά­λη σου ἡ πί­στις γύ­ναι. Γί­νω­σκε λοι­πὸν ὅ­τι διὰ τὰ δά­κρυ­ὰ σου καὶ διὰ τὴν πί­στιν σου καὶ διὰ τὴν δέ­η­σιν τῶν ἱ­ε­ρέ­ων μου, ἰ­δοῦ συγ­χω­ρῶ τὸν Θε­ό­φι­λον». Καὶ ταῦ­τα ἡ βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα ἔ­βλε­πεν ἐν ὀ­νεί­ροις. Ὁ δὲ Πα­τρι­άρ­χης Με­θό­δι­ος γρά­ψας ἐν χάρ­τῃ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν βα­σι­λέ­ων καὶ αὐ­τοῦ τοῦ Θε­ο­φί­λου, τὰ ἔ­βα­λεν ὑ­πο­κά­τω τῆς ἁ­γί­ας τρα­πέ­ζης. Εἰς δὲ τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, καὶ αὐ­τὸς ὁ­ρᾶ προ­σευ­χό­με­νος καὶ βλέ­πει ἄγ­γε­λον φο­βε­ρὸν λέ­γον­τα αὐ­τῷ, «Εἰ­ση­κού­σθη ἡ δέ­η­σίς σου ἐ­πί­σκο­πε. Ὁ βα­σι­λεὺς Θε­ό­φι­λος ἐ­συγ­χω­ρή­θη. Ὅ­μως ἄλ­λην φο­ρὰν διὰ τοι­αῦ­τα μὴ πει­ρά­ζε­τε τὸν Θε­όν». Ἀ­κού­σας ταῦ­τα ὁ θεῖ­ος Με­θό­δι­ος, λα­βὼν τὸν χάρ­την ἐν ᾧ
ἔ­γρα­ψε τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν βα­σι­λέ­ων, βλέ­πει καὶ παν­τε­λῶς δὲν ἦ­τον γε­γραμ­μέ­νον τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­ο­φί­λου, ἐ­πει­δὴ εὐ­θὺς καὶ τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ἐξα­λεί­φθη ἀπὸ τῆς στά­σε­ως τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Τό­τε θαυ­μά­σαν­τες ἅ­παν­τες τὴν φι­λαν­θρω­πί­αν τοῦ Θε­οῦ, ἐ­ποί­η­σαν λι­τα­νεί­αν με­τὰ τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων καὶ με­τὰ τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, προ­πο­ρευ­ο­μέ­νης τῆς βα­σι­λίσ­σης με­τὰ τοῦ υἱ­οῦ αὐ­τῆς Μι­χα­ήλ, [καί] τοὺς μὲν εἰ­κο­νο­μά­χους ἅ­παν­τες ἀ­να­θε­μά­τι­σαν, τοὺς δὲ εὐ­σε­βεῖς εὐ­φή­μη­σαν. Καὶ τό­τε ὥ­ρι­σαν οὖ­τοι οἱ ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες, ἵ­να καθ΄ ἕ­κα­στον ἐ­νι­αυ­τὸν τὴν τοι­αύ­την πα­νή­γυ­ριν ποι­ῶ­σιν οἱ εὐ­σε­βεῖς, δο­ξά­ζον­τες καὶ ὑ­μνοῦν­τες τὸν Θε­ὸν εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀμήν.

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:
«Ὁ ἁ­γι­ο­ρεί­της λό­γι­ος Κύ­ριλ­λος Λαυ­ρι­ώ­της καὶ τὰ ἀ­νέκ­δο­τα Συ­να­ξά­ρι­α τοῦ Τρι­ω­δί­ου καὶ τοῦ Πεν­τη­κο­στα­ρί­ου. Συμ­βο­λὴ στὴ με­λέ­τη τοῦ ἔρ­γου του», πού δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς 844 (2012) 27-72.