Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

                                                  τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

                                  Χριστούγεννα μέ τόν Φώτη Κόντογλου



Μέ ἀφορμή τίς γιορτινές μέρες τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου, θυμόμαστε τόν γίγαντα τοῦ ὀρθόδοξου στοχασμοῦ ἀλλά καί τῆς τέχνης Φώτη Κόντογλου (1895-1965) καί μεταφέρουμε στήν ἀγάπη σἀποσπάσματα ἀπό τό διήγημά του «Χριστούγεννα στή σπηλιά».

   Σύμφωνα μέ τόν συγγραφέα, τήν πνευματική χαρά καί τήν οὐράνια ἀγαλλίαση πού νοιώθει ὁ χριστιανός ἀπό τά Χριστούγεννα, δέν μπορεῖ νά τήν νοιώσει, μέ κανένα τρόπο, ὅποιος τά γιορτάζει μοναχά σάν μία συγκινητική συνήθεια, πού εἶναι δεμένη  περισσότερο μέ τίς συνηθισμένες χαρές τοῦ κόσμου, τήν ἔκρηξη τοῦ καταναλωτισμοῦ, τά δῶρα καί τά ρεβεγιόν. Καί τόνιζε, πώς μοναχά ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τά Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπό τήν ψυχή του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, και τή ζεσταίνουνε μέ κάποια θέρμη παράδοξη, πού ἔρχεται ἀπό ἕναν ἄλλο κόσμο˙ τή θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

  Ἄς διαβάσουμε μαζί, ἀγαπητοί μου φιλοαγιορεῖτες ἀναγνῶστες τό χριστουγεννιάτικο αὐτό διήγημα τοῦ Κόντογλου, στό ὁποῖο πρωταγωνιστεῖ μέ μιά ἀναπάντεχη ἁγιορείτικη ἐπίσκεψη, καί σίγουρα θά συμφωνήσουμε μέ τίς σκέψεις τοῦ συγγραφέα, ὅτι «Ἡ φάτνη εἶναι ἡ ταπεινή καρδιά, πού μοναχά σ᾿ αὐτή πηγαίνει καί γεννιέται ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία μας φωτοβολᾶ μέσα στό χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τή Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπό μέσα της ἀκούγεται μιά ὑπερκόσμια ὑμνωδία, σάν ἐκείνη πού ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τή νύχτα πού γεννήθηκε ὁ Κύριος».

«Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.

Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξερολιθιά.

Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές. (...) Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.

Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ. Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

(...) Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ: Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας. Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!  Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε. Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.

Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.

Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.

Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία. «Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!  «Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.

«Ἡ τοῦ Χριστοῦ Γέννησις», ἔργο Φώτη Κόντογλου 1954

Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του: «Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.

Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε: «Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.

Φώτης Κόντογλου



Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα.

 Ὅλα ὑπήρχανε:

 τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα,

 κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του,

 ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

ΤΑ ''ΧΑΜΕΝΑ'' ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 


''ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ''
 ΑΚΡΥΛΙΚΟ ΣΕ ΧΑΡΤΙ, 2025, ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

Τα «χαμένα» χρόνια του Κόντογλου

Πού βρισκόταν, τελικά, ο κορυφαίος ζωγράφος, αγιογράφος και συγγραφέας την πενταετία 1915-1919;

 

Νικόλας Παΐσιος20.07.2025 

 

Στον πρόσφατο τόμο του Μουσείου Μπενάκη με τον ευσεβιστικό τίτλο «Εις οσμήν ευωδίας πνευματικής. Φώτη Κόντογλου διαχρονικές δημιουργίες», ο κ. Δημήτρης Παυλόπουλος δημοσιεύει ένα «Αγνωστο Τετράδιο Σχεδίων του Φώτη Κόντογλου».

Τα σχέδια αυτά υποτίθεται πως έχουν γίνει στη Μασσαλία κατά τη διάρκεια της «παρισινής περιόδου» του ζωγράφου και απεικονίζουν, μεταξύ άλλων, σκηνές σε ρωσικό στρατόπεδο κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου.

Δυστυχώς ο Δ. Παυλόπουλος δεν προσφέρει πολλά στην επιστήμη του με τη δημοσίευση αυτή. Τα σχέδια αυτά δεν «συνιστούν τεκμήρια της παρισινής περιόδου» του Κόντογλου, αλλά, αντίθετα, είναι τεκμήρια μιας επιτήδειας αναβάπτισης (για να το θέσουμε κομψά).

Κάποιο βέβηλο χέρι πήρε ένα σημειωματάριο Ρώσου αξιωματικού στρατοπεδευμένου στη νότια Γαλλία, έσβησε την υπογραφή του και έβαλε τα αρχικά του Κόντογλου. Τα σχέδια αυτά είναι πολύ κατώτερα του Κόντογλου, με σοβαρότατα σχεδιαστικά λάθη, έργα ανθρώπου που έχει διδαχθεί ιχνογραφία σε στρατιωτική σχολή για τις ανάγκες του σχεδιασμού ενός πεδίου μάχης. Εδώ όμως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε με συντομία πως ο Κόντογλου ουδέποτε ταξίδεψε ανάμεσα στα 1914 με 1919 στο Παρίσι.

Μέχρι τώρα η παραδεδεγμένη γνώση υποστηρίζει πως ο Κόντογλου ταξιδεύει τότε στη Γαλλία, όπου και διάγει βίον πλάνητος. Ολη η, ογκώδης πια, βιβλιογραφία στηρίζεται αποκλειστικά στα λεγόμενα του ζωγράφου καθώς δεν υπάρχουν ούτε αυτόπτες και αξιόπιστοι μάρτυρες για τα επίμαχα έτη, αλλά ούτε και κάποιο έγγραφο που να τον τοποθετεί εντός Γαλλίας.

Τα όσα όμως έχει πει κατά καιρούς ο Κόντογλου δεν πρέπει να τα παίρνουμε και πολύ τοις μετρητοίς. Για παράδειγμα, όταν δηλώνει ότι: «Εις Παρισίους εσπούδασα εις διαφόρους Σχολάς (Académie Julienne [sic] – Grande Chaumière) και […] επεδόθην εις την μελέτην των κλασσικών έργων ζωγραφικής εις τα Μουσεία Λούβρου, Λουξεμβούργου […]», τα λόγια αυτά μπορούν να ελεγχθούν πολλαπλώς.

Είναι απολύτως βέβαιο πως δεν έχει γραφτεί ποτέ στην Ελεύθερη Σχολή Ζωγραφικής Académie Julien (επιπλέον διαστρεβλώνει και αλλάζει φύλο στο όνομα της σχολής που υποτίθεται πως φοίτησε), σχεδόν απολύτως βέβαιο πως δεν έχει παρακολουθήσει τα μαθήματα του, πολύ επιδραστικού γλύπτη της περιόδου, Μπουρντέλ στη σχολή του, την Grande Chaumière. Ούτε και θα μπορούσε να δει κλασικά έργα ζωγραφικής στο Λούβρο ή στο Μουσείο του Λουξεμβούργου, καθώς, εξαιτίας του Πολέμου, το μεν Λούβρο είναι κενό και κλειστό, το δε Μουσείο του Λουξεμβούργου έχει μετατραπεί σε Μουσείο των Συμμάχων και φιλοξενεί προπαγανδιστική τέχνη των χωρών της Αντάντ.

Ολα τα λεχθέντα από τον Κόντογλου για την περίοδο αυτή ανήκουν στη σφαίρα της αυτομυθοπλασίας και όχι της αυτοβιογραφίας.

Μα τότε πού ακριβώς βρίσκεται ο ζωγράφος; Το μυστήριο έχει προοικονομηθεί σε μια δημοσίευση του 2023 (ο κ. Παυλόπουλος την αγνοεί παντελώς).

Το μυστικό του Αγίου Ορους

Ο μοναχός Πατάπιος της Ιεράς Σκήτης Καυσοκαλυβίων, δημοσιεύει εκείνη τη χρονιά στην περιοδική έκδοση «Ανάλεκτα Ανθρωπιστικών Επιστημών» τα γράμματα του Κόντογλου στον επιστήθιο φίλο του Ανδρέα Τριγγέτα. Από αυτά προκύπτει πως την άνοιξη του 1920 ο Κόντογλου υπηρετεί στρατιωτική θητεία, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, στη Στρατιωτική Διοίκηση Σμύρνης.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η αποκάλυψη από τον π. Πατάπιο Καυσοκαλυβίτη της ύπαρξης ενός ανέκδοτου σημειωματαρίου του Κόντογλου (Σεπτέμβριος – Νοέμβριος 1915) από όπου προκύπτει πως ο ζωγράφος είναι ήδη επιστρατευμένος στην αρχή του Εθνικού Διχασμού.

Πρόσφατα, το τεκμήριο αυτό δημοπρατήθηκε από τον οίκο «Ανδρέας Βέργος» και πριν από τη δημοπρασία υπήρχε η δυνατότητα να γίνει αυτοψία. Η προέλευση και η γνησιότητα του σημειωματαρίου είναι ακλόνητες, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με το «Αγνωστο Τετράδιο Σχεδίων» του Δ. Παυλόπουλου. Εκεί, η προέλευση του «Αγνώστου Τετραδίου» είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αμφίβολη και, στη χειρότερη περίπτωση, απλά κατασκευασμένη. Υποτίθεται πως προέρχεται από το αρχείο του νομικού και δημοσιογράφου Γιώργου Δ. Καρανικόλα, καθώς «σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες [sic], ο Καρανικόλας ήταν φίλος του Φώτη Κόντογλου». Δυστυχώς για τον κ. Παυλόπουλο, οι προφορικές μαρτυρίες αγνώστων και ανωνύμων μπορεί να είναι χρήσιμες για την αποκάλυψη παράνομων δραστηριοτήτων (όπως για παράδειγμα η παραχάραξη έργων τέχνης), αλλά παντελώς άχρηστες σε επώνυμες δημοσιεύσεις που θέλουν να λογίζονται επιστημονικές. Και μάλιστα όταν επικαλείται τέτοιου είδους μαρτυρίες, κυρίως δε όταν δεν υπάρχει δυνατότητα ελέγχου του βάρους και της αξιοπιστίας τους από την ακαδημαϊκή κοινότητα, δηλαδή συναδέλφους του ιστορικούς της τέχνης.

Θητεία στο χακί και όχι εις την Εσπερίαν

Τα δεδομένα πλέον είναι δύο. Ο Κόντογλου υπηρετεί στο στράτευμα τόσο το 1915 όσο και το 1920. Αλλά τι κάνει στο ενδιάμεσο; Βρίσκεται στη Γαλλία; Η απάντηση είναι απλή. Συνεχίζει να υπηρετεί στο στράτευμα. Οποιος υποστηρίζει το αντίθετο, ίπταται επί πτερύγων ανέμων αχαλίνωτης φαντασίας και αγνοεί τα στοιχειώδη ιστορικά δεδομένα. Η Ελλάς του 1910-1920 έχει επιδοθεί σε αλλεπάλληλες πολεμικές περιπέτειες και σε εμφύλιες συρράξεις. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Εθνικός Διχασμός, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία. Μερικοί έφεδροι οπλίτες θυσίασαν πάνω από δέκα χρόνια (1912-1923) για την πατρίδα τους. Υπήρχε τρόπος να αποστρατευτεί, εν καιρώ πολέμου, ο Αποστολέλης/Κόντογλου και ακολούθως να ταξιδέψει, εν καιρώ πολέμου, στη Γαλλία;

Ο Κόντογλου υπηρετεί στο στράτευμα τόσο το 1915 όσο και το 1920. Αλλά τι κάνει στο ενδιάμεσο; Βρίσκεται στη Γαλλία; Ή μήπως όχι;

Για να έχει συμβεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ίσχυαν οι ακόλουθες προϋποθέσεις. Πρώτον, θα μπορούσε να είχε λιποτακτήσει. Αυτό όμως θα του επέφερε αυτομάτως την ποινή του θανάτου από το Στρατοδικείο. Αφού υπηρετεί και το 1920, είναι προφανές πως αυτό ουδέποτε συνέβη. Δεύτερον, θα μπορούσε να έχει απαλλαγεί νομίμως για σοβαρούς λόγους υγείας, για παράδειγμα να έχει επικαλεστεί την πανδημική μάστιγα εκείνης της περιόδου, τη φυματίωση. Ας υποθέσουμε ότι αυτό έγινε και ο Κόντογλου έφυγε για το Παρίσι. Αλλά και έτσι να είχαν τα πράγματα, τότε πώς επιστρατεύεται πάλι το 1920; Εγινε καλά; Φαντάζεται ίσως ο κ. Παυλόπουλος πως στη Μασσαλία υπάρχει κάποιο σανατόριο, από όπου ο Κόντογλου αναδύεται αναγεννημένος δίκην φοίνικος για να υπηρετήσει εκ νέου; Είναι γνωστό βέβαια πως η ανθρώπινη φαντασία δεν έχει όρια, αλλά η επιστημονική έχει – εκείνα που της θέτει ο ορθός λόγος.

Αμαρτίες

Συνοψίζουμε, λοιπόν: ο Κόντογλου δεν έχει πάει στη Γαλλία. Θέλει όμως εκ των υστέρων να αποκτήσει ό,τι δεν έχει: θητεία στην Εσπερία. Και επειδή αυτή δεν υφίσταται, την εφευρίσκει, και δεκαετίες μετά παρασύρει τους μελετητές του. Η «αμαρτία» του Δ. Παυλόπουλου δεν είναι πως παρασύρθηκε από τον Κόντογλου (άλλωστε ούτε ο πρώτος θα είναι αλλά ελπίζουμε να είναι ο τελευταίος), ούτε πως άθελά του έγινε συνένοχος ανόσιων πράξεων (η βέβηλη χειρ με τις μονογραφές Φ.Κ.) με ό,τι αυτό συνεπάγεται – αλλά ούτε καν πως δεν μπορεί να ξεχωρίσει την ποιότητα των αυθεντικών σχεδίων του Κόντογλου. Η «αμαρτία» του είναι κυρίως ακαδημαϊκή: δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση των επιστολών προς Τριγγέτα, τις αγνοεί πλήρως και προχωρεί αμέριμνος στη δημοσίευση «Αγνώστου Τετραδίου Σχεδίων».

Ο σπουδαίος και μοναδικός Κόντογλου δεν έχει ανάγκη από τα Παρίσια, όσο και αν νόμιζε πως είχε.

Υπάρχει ένα σημείο όπου η ιστοριογραφία συναντιέται με την πίστη και αυτό συνοψίζεται στη φράση από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη: «η Αλήθεια ελευθερώσει υμάς», αλλά και ημάς. Ο σπουδαίος και μοναδικός Κόντογλου δεν έχει ανάγκη από τα Παρίσια, όσο και αν νόμιζε πως είχε.

*Στο τεύχος Ιουλίου – Αυγούστου της Athens Review of Books, που μόλις κυκλοφόρησε, δημοσιεύεται εκτενής μελέτη για την πενταετία 1914-1919 στη βιογραφία του Φώτη Κόντογλου. Η «Κ» με τη σειρά της, δημοσιεύει σύνοψη της μελέτης αυτής, ειδικά γραμμένης για τους αναγνώστες της.


Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (ΜΕΡΟΣ Β')

 Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ την Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

 

 ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (ΜΕΡΟΣ Α')

 Για την λήψη του Α' μέρους του άρθρου, πατήστε  ΕΔΩ 

  Για την λήψη του Β' μέρους του άρθρου πατήστε  ΕΔΩ

 

Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Ο ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

 Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

«Ὁ Φώτης Κόντογλου καί ὁ μοναχός Ἰσιδωρος Καυσοκαλυβίτης. Σχέσεις ἀλληλεκτίμησης μέσα ἀπό κείμενά τους καί ἀνέκδοτες ἐπιστολές».

 


Ἡ μελέτη αὐτή τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου δημοσιεύθηκε στό φιλολογικό περιοδικό «Παρνασσός», τόμ. ΜΣΤ΄ (2004), σελ. 203-260.

 

Για τη λήψη της μελέτης πατήστε ΕΔΩ.

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. 1

 Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ την Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

 

 Για την λήψη του άρθρου, πατήστε  ΕΔΩ

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΜΕ ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ (Γέροντας Πατάπιος Καυσοκαλυβίτης)

Ο Γέροντας της Ιεράς Καλύβης του οσίου Ακακίου του Καυσοκαλυβίτου, Μοναχός Πατάπιος μιλάει για την σχέση του μεγάλου νεοέλληνα ζωγράφου Φώτη Κόντογλου με τα εικονογραφικά εργαστήρια των Καυσοκαλυβίων.



Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

Ὁ Φώτης Κόντογλου καί ὁ μοναχός Ἰσίδωρος Καυσοκαλυβίτης. Σχέσεις ἀλληλεκτίμησης μέσα ἀπό κείμενά τους καί ἀνέκδοτες ἐπιστολές.



Ἄρθρο τοῦ γέροντος Παταπίου Καυσοκαλυβίτου πού δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Παρνασσς ΜΣΤ΄ (2004), σ. 203-260.

 ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΙΣΙΔΩΡΟΥ 1923 ΣΧΕΔΙΟ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ




(Το άρθρο σε pdf εδώ)

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτου

https://www.scribd.com/doc/278730585/3-%CE%9F-%CE%A6%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%9A%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CE%BF%CF%85

Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτου

«Ὁ Φώτης Κόντογλου καί ὁ μοναχός Ἰσίδωρος Καυσοκαλυβίτης. 
Σχέσεις ἀλληλεκτίμησης μέσα ἀπό κείμενά τους καί ἀνέκδοτες ἐπιστολές»

 Δημοσιεύθηκε στό ἐπιστημονικό περιοδικό Παρνασσός ΜΣΤ΄ (2004), σ. 203-260

Προσωπογραφία Ισιδώρου μοναχού, έργο του Φώτη Κόντογλου (1923)

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΣΕ ΝΕΑΝΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


Όλο το κείμενο της μελέτης, μπορείτε να το δείτε εδώ


Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΕΩΣ ΣΤΟ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ


Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΙΣ. ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Β΄ ΜΙΣΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΣΤΟ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ. ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΙΕΡΟΜ. ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΓΡΑΦΩΝ
παράσταση τῆς Ἀποκαθηλώσεως ἔργο τοῦ β΄μισοῦ τοῦ 18ου αἰώνα βρίσκεται στό Κυριακό τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων  καί εἶναι ἔργο τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ ἱερομονάχου Παρθενίου τοῦ Σκούρτου τοῦ ἐξ Ἀγράφων. Ἀντιγράφηκε ἀπό τόν Φώτη Κόντογλου στά 1922, ὅταν ὁ κυρ Φώτης βρέθηκε στά Καυσοκαλύβια. Βρίσκεται μαζί μέ ἄλλα ἔργα του στό λεύκωμα:
Ἡ τέχνη τοῦ Ἄθω / Ἀντιγραφή καί ἀνασυγκρότηση Φώτη Κόντογλου (ἔκδοση τοῦ Χρυσόστομου Γανιάρη, Ἀθήνα 1923 ).