Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νέος χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νέος χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Νέος Χρόνος καί γιορείτικος χρόνος

 


Νέος χρόνος ρχισε δη νά μετράει γιά τήν νθρωπότητα, καί ο προσδοκίες λων μας γιά τό καλύτερο εναι μεγάλες. 
κκλησία μέσα στή διαχρονική πορεία της διαμορφώνει τήν εκόνα τς μνήμης καί τή συνολική ντίληψη τς στορίας το κόσμου. Τά μοναστήρια κυρίως διασώζουν τά μνημεα τς μνήμης καί τά ναπαράγουν. ς χαρακτηριστικό παράδειγμα φέρνουμε τούς χειρόγραφους κώδικες, πού στή συνέχεια ἀντιγράφονται καί πάλι ἀντιγράφονται...
 Στό Ἅγιον Ὄρος ὁ χρόνος καί τά ἀποτυπώματά του, ἡ ἱστορική μνήμη, ἔχει καταγραφεῖ μέσα ἀπό τίς πολυάριθμες ἐπιγραφές, χαράγματα, χρονογραφίες, ἐνθυμήσεις σέ χειρόγραφα καί παλαιά ἔντυπα, σέ κειμήλια, σέ φορητές εἰκόνες καί τοιχογραφίες.















Κάθε τόπος σκησης στό γιον ρος εναι νας κόσμος ξω πό τόν κόσμο. Ο γιορετες πατέρες ζον κυρίως μέσα στό χρόνο τς θείας λατρείας καί τς στορίας το μοναστικο σκηνώματος στό ποο ζον· χουν διαίτερα ντονη τή συνείδηση τς συνέχειάς της. Ο νυχθήμερες κολουθίες, ο λονύκτιες γρυπνίες, ο πανηγύρεις, ο μέ διαίτερο τρόπο ορταζόμενες γιορτές το Δωδεκαημέρου καί κυρίως το Πάσχα, μεταμορφώνουν τήν καθημερινότητα, κορυφώνουν μέ ντάσεις τή βίωσή της, λλάζουν τήν ποιότητα το χρόνου. νατρέπεται χρόνος καί ντί νά μς δηγήσει πρός τόν θάνατο, πηγαίνει ντίστροφα πρός τήν ζωή, πρός Ατόν πού εναι «τό φς το κόσμου» καί ποος επε « κολουθών μοι ξει τό φς τς ζως». Γι᾿ ατό δέν μετρομε πλέον τίς μέρες πό τό πρωΐ ς τό βράδυ, λλά ρχίζει λειτουργική μέρα πό τόν σπερινό, πό τό σκότος μς δηγε πρός τό φς, μέσα στό φς το Χριστο.
Γράφει νας ξένος στοχαστής σέ ργο του μέ τίτλο «Τά σύνορα το Παραδείσου. Σπουδή στό μοναχισμό»:
Σέ κάθε πισκέπτη πού μπαίνει γιά πρώτη φορά σ᾿ να μοναστήρι, χρόνος δίνει τήν ντύπωση τι στέκει κίνητος. ν κάποιος μείνει κε μιά βδομάδα να μήνα, το πιβάλλεται διαφορετική κλίμακα καί σχμα χρόνου, στά ποα, στήν ρχή, νθίσταται σάν νά ταν σέ δεσμά. ταν ατή νέα κλίμακα χρόνου γίνει ποδεκτή, διαποτίζει τά κόκκαλα καί διεισδύει στό μυαλό. Δέν χει καμμιά σχέση μέ θάνατο αωνιότητα λλά συνεπάγεται ναν γαλήνιο, βίαστο, πόλυτα πιβαλλόμενο ρυθμό. Ατή τόσο διατάρακτη σο καί ρυθμική ασθηση το χρόνου εναι μέγιστη διαφορά μεταξύ τς μοναχικς ζως καί κάθε λλης. Πέρα πό τόν ρυθμό τν μερν, βαθύτερα βρίσκεται ρυθμός τν ποχν καί τν ορτν. Τόν βασικό ρυθμό δίνει θεία λειτουργία, κυρίως ταν ατή γίνεται κατά τίς νυκτερινές καί τίς πρτες πρωϊνές ρες.

Άπό τό βιβλίο το μοναχο Παταπίου Καυσοκαλυβίτου: 

Διαβάζοντας τήν εκόνα τν Χριστουγέννων. Ἅγιον Ὄρος: Μυσταγωγία στό ἅγιο Δωδεκαήμερο
Δεύτερη κδοση. γιον ρος 2011.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ


Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου


Νέος Χρόνος



καί



ἁγιορείτικη μνήμη





Νέος χρόνος ἄρχισε ἤδη νά μετράει γιά τήν ἀνθρωπότητα, καί οἱ προσδοκίες ὅλων μας γιά τό καλύτερο εἶναι μεγάλες.
Ἡ Ἐκκλησία μέσα στή διαχρονική πορεία της διαμορφώνει τήν εἰκόνα τῆς μνήμης καί τή συνολική ἀντίληψη τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου. Τά μοναστήρια κυρίως διασώζουν τά μνημεῖα τῆς μνήμης καί τά ἀναπαράγουν. Ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα φέρνουμε τούς χειρόγραφους κώδικες, πού στή συνέχεια ἀντιγράφονται καί πάλι ἀντιγράφονται...
Στό Ἅγιον Ὄρος ὁ χρόνος καί τά ἀποτυπώματά του, ἡ ἱστορική μνήμη, ἔχει καταγραφεῖ μέσα ἀπό τίς πολυάριθμες ἐπιγραφές, χαράγματα, χρονογραφίες, ἐνθυμήσεις σέ χειρόγραφα καί παλαιά ἔντυπα, σέ κειμήλια, σέ φορητές εἰκόνες καί τοιχογραφίες.
Ὁ χρόνος ἀρχίζει μέ τήν κτίση τοῦ κόσμου καί τελειώνει μέ τή Δευτέρα Παρουσία. Μάλιστα, ἡ χρονολόγηση «ἀπό κτίσεως κόσμου» προσδιόριζε τούς πρώτους αἰώνες τά γεγονότα τῆς ἱστορίας.
Τό χριστιανικό ἡμερολόγιο διαμορφώνεται τόν 4ο αἰώνα μ.Χ., ἡ ἀρίθμηση τῶν ἐτῶν ἄρχισε τόν 6ο αἰώνα καί ἡ διάκρισή τους σέ ἔτη, πρό καί μετά Χριστόν, τό 1627.
Κέντρο τῆς ἱστορίας ἀποτελεῖ ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Κυρίου, ἡ «τοῦ Λόγου οἰκονομία», τό ἔτος «ἀπό τῆς ἡμῶν σωτηρίας»· ἐκφράσεις πού συναντοῦμε στά χρονολογημένα ἁγιορειτικά χειρόγραφα.
Ἡ «ἀπό κτίσεως κόσμου» χρονολόγηση συνεχίζεται στή λογία παράδοση τῶν κωδικογράφων καί στόν 17ο αἰώνα, παράλληλα πρός τήν ἀπό Χριστοῦ, πού εἶχε ἤδη καθιερωθεῖ.
Ἡ γνώση τοῦ ἑορτολογίου, ἡ μέτρηση τοῦ χρόνου στή διάρκεια τοῦ ἡμερονυκτίου, ἀποτελοῦν βασικές προϋποθέσεις γιά τή θεία λατρεία, μέσα στόν ἁγιορείτικο ναό. Ἡ ἀκρίβεια στίς «ὥρες» τῆς λατρείας ἀλλά καί τίς ὧρες τῆς ἐργασίας, τοῦ φαγητοῦ, καί τῆς ἀνάπαυσης, εἶναι ἀπαραίτητη.
Τή βυζαντινή περίοδο, οἱ μοναχοί χρησιμοποιοῦσαν ἡλιακά ρολόγια καί κλεψύδρες γιά νά δώσουν ρυθμό στά σήμαντρα καί τίς καμπάνες πού, μέ τή σειρά τους, σηματοδοτοῦσαν τή ζωή τοῦ μοναστηριοῦ. Ἡ καθιέρωση τοῦ μηχανικοῦ ρολογιοῦ ἀνάγεται στόν 14ο αἰώνα καί συνοδευόταν μέ τήν ἀκρίβεια καί τήν ἀποτελεσματικότητα. Ὡστόσο, στόν Ἄθω τά μεγάλα μηχανικά ρολόγια ἐμφανίζονται μόλις τόν 18ο αἰώνα.
Ἄς διαβάσουμε μία χαριτωμένη περιγραφή τοῦ ρολογιοῦ τῆς μονῆς Ἰβήρων, ἀπό τόν ἱεροδιάκονο Ἰγνάτιο, στήν ἔκδοση τοῦ Προσκυνηταρίου τοῦ Ἰωάννη Κομνηνοῦ (Βενετία 1745), μιά περιγραφή, ἀγαπητοί ἀκροατές, πού δέν ἀπέχει ἀπό τή σημερινή πραγματικότητα:
Κατά τήν δεξιάν ἄκραν εἰς τό παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Νικολάου, εἶναι συνημμένος ἕνας πύργος καί ὑψηλός καί ἔντεχνος· μέσα εἰς τόν ὁποῖον εἶναι ἕνα ὡρολόγιον θαυμασιώτατον μέ μίαν μεγάλην καμπάναν καί τέσσερας μικράς· ἀπό τάς ὁποίας ἡ μέν μεγάλη, εἶναι διά τάς ὥρας· αἱ δέ μικραί διά τά κάρτα, καί εἰς κάθε κάρτον ὁποῦ ἤθελαν κτυπήσει αὐταί, εἶναι ἀπέξω εἰς τόν τοῖχον τοῦ πύργου ἕτοιμος καί ἕνας Ἀράπης ξύλινος, μέ ἕνα σφυρί εἰς τό δεξιόν χέρι, καί μέ ἕνα κόνδιον εἰς τό ἀριστερόν, καί κτυπᾶ καί αὐτός εὐθύς ὁποῦ παύσουν ἐκεῖναι· πρᾶγμα ἀληθινά τεχνικόν καί νόστιμον· μέσα εἰς τοῦτον τόν πύργον εἶναι τά κελλία διωρισμένα ἐπιταυτοῦ καί κάθηνται ἐκεῖνοι ὅπου ὑπηρετοῦν τόν Ναόν, διά νά εἶναι ἀποκάτω ἀπό τό ὡρολόγιον, νά ἐπιτελοῦσι τά πάντα εἰς διωρισμένον καιρόν καί πρέποντα.
Ἕναν ἀνάλογο ξύλινο Ἀράπη βλέπουμε καί στόν πύργο τοῦ ρολογιοῦ τῆς μονῆς Βατοπαιδίου. Τό 1745 ἡ μονή στέλνει στή Βενετία τόν ἱερομόναχο Ἀθανάσιο ἐλέους χάριν καί βοηθείας, μέ τήν ἐντολή ὅπως ἀπό τά συναχθέντα χρήματα νά προβλέψῃ ἕνα ὡρολόγιον σιδηρένιον μεγάλον ὡσάν ἐκεῖνα ὁποῦ συνηθίζουν ἐδῶ [εἰς τήν Βενετίαν] νά βάνουσι εἰς τά καμπανέλλια, πολλά χρειαζόμενον διά τήν μονήν.
Ὅπως μάλιστα τεκμηριώνουν καί οἱ παραστάσεις ἄλλων ἁγιορειτικῶν μονῶν σέ χαλκογραφίες τῆς ἐποχῆς, τό «ὡρολόγιον» ἀποτέλεσε σημαντικό στοιχεῖο τοῦ μοναστηριακοῦ ἐξοπλισμοῦ καί κύρους.
Ἔξω ὅμως ἀπό τόν περίβολο μιᾶς μονῆς, ἀλλά κοντά σ᾿ αὐτήν ἤ, ἀναφερόμενοι σέ σκῆτες, κοντά στό Κυριακό, βρίσκεται τό κοιμητήριο, χῶρος καί χρόνος ἐνδιάμεσος, σέ ἀναμονή τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Ὅπως καί στήν περίπτωση τοῦ «ὡρολογίου», ἡ θέση του σημειώνεται προσεκτικά στίς χαλκογραφίες. Τήν ἱερότητά του καθιερώνει ναός καί ὁριοθετεῖ περίβολος καί οἱ σταυροί. Εἶναι ὁ χῶρος τῶν «πλειόνων», τῆς ἀόρατης, τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας. Ἐξόδιος ἀκολουθία, μνημόσυνα, σαρανταλείτουργα, ἐλεημοσύνες, ἀφιερώματα, ὅλ᾿ αὐτά ὑπηρετοῦν τή συλλογική μνήμη τῶν πατέρων, τήν ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου, πού εἶναι ὅριο τοῦ προσωπικοῦ χώρου καί χρόνου. Σέ ἀναμονή τῆς Ἀνάστασης...
Κάθε τόπος ἄσκησης στό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνας κόσμος ἔξω ἀπό τόν κόσμο.
Οἱ Ἁγιορεῖτες πατέρες ζοῦν κυρίως μέσα στό χρόνο τῆς θείας λατρείας καί τῆς ἱστορίας τοῦ μοναστικοῦ σκηνώματος στό ὁποῖο ζοῦν· ἔχουν ἰδιαίτερα ἔντονη τή συνείδηση τῆς συνέχειάς της. Οἱ νυχθήμερες ἀκολουθίες, οἱ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, οἱ πανηγύρεις, οἱ μέ ἰδιαίτερο τρόπο ἑορταζόμενες γιορτές τοῦ Δωδεκαημέρου καί κυρίως τοῦ Πάσχα, μεταμορφώνουν τήν καθημερινότητα, κορυφώνουν μέ ἐντάσεις τή βίωσή της, ἀλλάζουν τήν ποιότητα τοῦ χρόνου. Ἀνατρέπεται ὁ χρόνος καί ἀντί νά μᾶς ὁδηγήσει πρός τόν θάνατο, πηγαίνει ἀντίστροφα πρός τήν ζωή, πρός Αὐτόν πού εἶναι «τό φῶς τοῦ κόσμου» καί ὁ ὁποῖος εἶπε «ὁ ἀκολουθών μοι ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς». Γι᾿ αὐτό δέν μετροῦμε πλέον τίς ἡμέρες ἀπό τό πρωΐ ὥς τό βράδυ, ἀλλά ἀρχίζει ἡ λειτουργική ἡμέρα ἀπό τόν ἑσπερινό, ἀπό τό σκότος μᾶς ὁδηγεῖ πρός τό φῶς, μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Γράφει ἕνας ξένος στοχαστής σέ ἔργο του μέ τίτλο «Τά σύνορα τοῦ Παραδείσου. Σπουδή στό μοναχισμό»:
Σέ κάθε ἐπισκέπτη πού μπαίνει γιά πρώτη φορά σ᾿ ἕνα μοναστήρι, ὁ χρόνος δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι στέκει ἀκίνητος. Ἄν κάποιος μείνει ἐκεῖ μιά ἑβδομάδα ἤ ἕνα μήνα, τοῦ ἐπιβάλλεται διαφορετική κλίμακα καί σχῆμα χρόνου, στά ὁποῖα, στήν ἀρχή, ἀνθίσταται σάν νά ἦταν σέ δεσμά. Ὅταν αὐτή ἡ νέα κλίμακα χρόνου γίνει ἀποδεκτή, διαποτίζει τά κόκκαλα καί διεισδύει στό μυαλό. Δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ θάνατο ἤ αἰωνιότητα ἀλλά συνεπάγεται ἕναν γαλήνιο, ἀβίαστο, ἀπόλυτα ἐπιβαλλόμενο ρυθμό. Αὐτή ἡ τόσο ἀδιατάρακτη ὅσο καί ρυθμική αἴσθηση τοῦ χρόνου εἶναι ἡ μέγιστη διαφορά μεταξύ τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί κάθε ἄλλης. Πέρα ἀπό τόν ρυθμό τῶν ἡμερῶν, βαθύτερα βρίσκεται ὁ ρυθμός τῶν ἐποχῶν καί τῶν ἑορτῶν. Τόν βασικό ρυθμό δίνει ἡ θεία λειτουργία, κυρίως ὅταν αὐτή γίνεται κατά τίς νυκτερινές καί τίς πρῶτες πρωϊνές ὧρες.

Άπό τό βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Παταπίου:



Διαβάζοντας τήν εἰκόνα τῶν Χριστουγέννων
Δεύτερη ἔκδοση. Ἅγιον Ὄρος-Ἀθήνα 2011.