Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου




«Ἄν πεθάνεις

 πρίν πεθάνεις,

 δέν θά πεθάνεις

 ὅταν πεθάνεις»




    
                                          ἤ, μέ ἄλλα λόγια,

πῶς ἡ μελέτη τοῦ θανάτου, πού γιά μᾶς τούς Ἁγιορεῖτες μοναχούς, αἰώνες τώρα, εἶναι καθημερινή ὑπόθεση, φέρνει δίψα γιά οὐρανό καί ἀθανασία· γίνεται ἀφορμή γιά ἕνα ξέσπασμα ζωῆς, πού οἱ συντεταγμένες του βρίσκονται στήν αἰωνιότητα.

   Γιατί, τί ἄλλο παρά φιλοσοφία περί τοῦ θανάτου εἶναι κατά βάθος ἡ ἀληθινή μοναχική ζωή; Φιλοσοφία γιά τά ἐντός καί τά ἐκτός τοῦ χρόνου τῆς ὕπαρξης· γιά ἀνέσπερους κόσμους ἐν τάφῳ...
   Ἄς προσπαθήσουμε νά προσεγγίσουμε τό θέμα μας μέ συνοδοιπόρους τούς ἀσκητές Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀφορμή μας θά σταθεῖ ἕνα πράγμα, τό ὁποῖο ἐκ νεότητος μᾶς εἶχε συγκινήσει ἀλλά καί βοηθήσει στήν πορεία γιά τήν βίωση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας.
   Πρόκειται γιά μία ἐπιγραφή, πού τήν βλέπει κανείς ἀκόμη καί σήμερα, κάπου ἀνηρτημένη στό ἀρχονταρίκι μιᾶς ἁγιορείτικης μονῆς ἤ μιᾶς σκητιωτικῆς καλύβης, καί ἡ ὁποία  δημιουργεῖ προβληματισμούς, σκέψεις καί ὁπωσδήποτε... θέμα γιά συζήτηση τό βράδυ μεταξύ τῶν ἐφήμερων ἐνοίκων τοῦ ξενῶνα. 
 Τό σταυροαναστάσιμου χαρακτῆρα κείμενό της, πού ἐκ πρώτης ὄψεως θυμίζει λογοπαίγνιο, εἶναι τό ἑξῆς:

               «Ἄν πεθάνεις πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις ὅταν πεθάνεις».

   Καί βέβαια, ἔχοντας πάνω ἀπό τρεῖς δεκαετίες στή μοναχική ζωή, τώρα, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ παραπάνω ἐπιγραφή θέλει περίπου νά πεῖ ὅτι: ὅταν πεθάνεις γιά τόν κόσμο καί γιά τά τοῦ κόσμου καί καταφέρεις νά νεκρώσεις τά πάθη σου, πρίν ἀκόμη ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ βιολογικοῦ σου θανάτου, δέν θά πεθάνεις ὀντολογικά ὅταν ἔλθει αὐτή ἡ ὥρα, ἀλλά θά ζήσεις αἰώνια· μιά πού ἡ κάθαρση καί ἀπαλλαγή ἀπό τά ψυχοφθόρα πάθη εἶναι βασική προϋπόθεση γιά τή σωτηρία σου.

   Ἡ μελέτη τοῦ θανάτου εἶναι ἀπαραίτητη ἐργασία τοῦ μοναχοῦ πού θέλει νά νεκρωθεῖ γιά τόν κόσμο, καθώς αὐτή ὁδηγεῖ σέ θερμή καί πραγματική μετάνοια καί καθαρίζει τή ψυχή ἀπό τά πάθη.
 Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης διηγεῖται στό περίφημο ἔργο του Κλῖμαξ γιά τόν σύγχρονό του μοναχό Ἡσύχιο ὅτι: «ζοῦσε ἀμελέστατα χωρίς τό παραμικρό ἐνδιαφέρον γιά τήν ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη νά ἀσθενήσει πολύ βαριά καί νά φθάσει στό σημεῖο ὥστε ἐπί μία ὥρα ἀκριβῶς νά φαίνεται ὅτι πέθανε. Συνῆλθε ὅμως πάλι, ὁπότε μᾶς ἱκετεύει ὅλους νά φύγουμε ἀμέσως. Καί ἀφοῦ ἔκτισε τήν πόρτα τοῦ κελιοῦ του, ἔμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια χωρίς νά μιλήσει καθόλου μέ κανέναν. Ὅλο αὐτό τό διάστημα δέν γευόταν τίποτ’ ἄλλο ἐκτός ἀπό ψωμί καί νερό. Καθόταν μόνον ἐκστατικός μπροστά σ’ ἐκεῖνα πού εἶδε στήν ἔκστασή του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ὥστε ποτέ πλέον δέν ἄλλαξε ἡ ἔκφρασή του. Ἦταν πάντοτε σάν ἀφηρημένος, χύνοντας ἀθόρυβα καί συνεχῶς θερμά δάκρυα. Μόνο ὅταν πλησίασε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ἀποφράξαμε τήν πόρτα καί εἰσήλθαμε μέσα. Καί ἀφοῦ πολύ τόν παρακαλέσαμε, τοῦτο μόνο μᾶς εἶπε: ‘’Συγχωρήστε με, ἀδελφοί. Αὐτός πού γνώρισε τί σημαίνει μνήμη θανάτου, δέν θά μπορέσει πλέον ποτέ νά ἁμαρτήσει’’. Κι ἐμεῖς θαυμάζαμε βλέποντας τόν ἄλλοτε ἀμελέστατο νά ἔχει μεταμορφωθεῖ τόσο ἀπότομα μέ τήν μακαριστή αὐτή ἀλλαγή καί μεταμόρφωση. Ἀφοῦ τόν θάψαμε μέ εὐλάβεια στό κοιμητήριο πού βρίσκεται κοντά στό κάστρο, ὕστερα ἀπό μερικές μέρες ἀναζητήσαμε τό ἅγιο λείψανο, ἀλλά  δέν τό βρήκαμε. Μέ τό θαυμαστό αὐτό σημεῖο ὁ Κύριος πληροφόρησε πόσο εὐάρεστα δέχθηκε τήν ἐπιμελημένη καί ἀξιέπαινη μετάνοιά του».


  Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἀφ’ ἑνός συγκρατεῖ τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν τάση του γιά ἁμαρτία, ἀφ’ ἑτέρου τόν παρακινεῖ νά καλλιεργήσει τήν ἀρετή. Διδάσκει σχετικά ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας: «Τρία πράγματα ἀποκτᾶ μέ δυσκολία ὁ ἄνθρωπος καί εἶναι αὐτά πού συντηροῦν ὅλες τίς ἀρετές: Τό πένθος, τά δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες του καί ἡ ἐνθύμηση τοῦ θανάτου του. Διότι ὅποιος καθημερινά συλλογίζεται τόν θάνατο καί λέγει στόν ἑαυτό του ‘’Μόνο τή σημερινή ἡμέρα ἔχω νά ζήσω σ’ αὐτόν τόν κόσμο’’, αὐτός ποτέ δέν θά ἁμαρτήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνος πού ἐλπίζει νά ζήσει πολλά χρόνια, θά ἐμπλακεῖ σέ πολλές ἁμαρτίες».

  Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε στούς μαθητές του: «Γιά νά μήν πέφτουμε σέ ἀμέλεια γιά τή σωτηρία μας, καλό εἶναι νά συλλογιζόμαστε διαρκῶς τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ‘’καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκω’’»· νά ζοῦμε δηλαδή σάν νά πεθαίνουμε κάθε ἡμέρα». Καί ἐξηγεῖ ὁ ‘’καθηγητής τῆς ἐρήμου’’ συνεχίζοντας τό λόγο του: «Κάθε μέρα ὅταν ξυπνήσουμε νά σκεπτόμαστε ὅτι δέν θά βραδιάσουμε. Καί ὅταν πρόκειται νά κοιμηθοῦμε νά σκεπτόμαστε ὅτι δέν θά ξυπνήσουμε, ἀφοῦ ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς μας εἶναι ἀπό τή φύση της ἄγνωστη. Ἄν ἔτσι σκεπτόμαστε, οὕτε θά ἁμαρτήσουμε, οὔτε θά ἐπιθυμήσουμε τίποτε, οὔτε θά ὀργιστοῦμε μέ κανέναν, οὔτε θά μαζέψουμε θησαυρούς στήν γῆ. Ἀντίθετα, περιμένοντας τόν θάνατο καθημερινά, θά ἐπιδιώξουμε τήν ἀκτημοσύνη καί θά συγχωροῦμε ὅλα σέ ὅλους».

   Σύμφωνα μέ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Καθώς γράφει ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος «ἡ πρώτη ἔννοια τήν ὁποίαν τοποθετεῖ ἡ θεία φιλανθρωπία στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὁδηγεῖ τήν ψυχή στή ζωή εἶναι ἡ ἐνθύμηση τοῦ θανάτου. Στό λογισμό αὐτό ἀκολουθεῖ μέ φυσικό τρόπο ἡ καταφρόνηση τοῦ κόσμου καί ἀπό τό σημεῖο αὐτό ἀρχίζει στόν ἄνθρωπο κάθε ἀγαθή κίνηση πού τόν ὁδηγεῖ στή ζωή». Καί συνεχίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ: «Τοῦτο τόν λογισμό πολύ τόν μισεῖ ὁ διάβολος καί γι’ αὐτό προσπαθεῖ μ’ ὅλες του τίς δυνάμεις νά τόν ἐκριζώσει ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ἄν τοῦ ἦταν δυνατόν, θά ἔδινε στόν ἄνθρωπο ὅλα τά βασίλεια τοῦ κόσμου, μόνο καί μόνο γιά νά ἐξαφανίσει ἀπό τό νοῦ του, μέ τούς περισπασμούς, αὐτόν τό λογισμό. Κι αὐτό γιατί γνωρίζει ὁ δόλιος ὅτι, ἐάν ὁ λογισμός αὐτός παραμείνει στόν ἄνθρωπο, δέν στέκεται πιά ὁ νοῦς του σ’ αὐτόν τόν ψεύτικο κόσμο, οὔτε μποροῦν νά τόν πλησιάσουν οἱ δαιμονικές πανουργίες».


Εὔχεστε καί γιά τόν γράψαντα τά παραπάνω ἀδελφοί !



Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΙΚΟ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟ 2





Σαλάτα μέ γλυστρίδα, πιπεριές καί ντοματάκια

Σέ προηγούμενη ἀνάρτησή μας παραθέσαμε συνταγή γιά ἁγιορείτικο ψάρι στόν νταβά. Καί ἐπειδή ἕνα πλῆρες, θρεπτικό καί ὑγιεινό γεῦμα ὅπως τό παραπάνω πρέπει να συνοδεύεται καί ἀπό σαλάτα παραθέτουμε τή συνταγή γιά μία σαλάτα πού βασίζεται στήν τόσο «περιφρονημένη» γλυστρίδα, πού ἀφθονεῖ στίς παρυφές τῶν ἀθωνικῶν κήπων.

Ὑλικά
Φρέσκια γλυστρίδα σέ ἀρκετή ποσότητα (γιατί μένει πολύ «ὁλίγη» μετά τό βράσιμο)


1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένο

1 πιπεριά ψιλοκομμένη

15 μικρά φρέσκα ντοματάκια ὁλόκληρα

Ἐλαιόλαδο













Ξύδι βαλσάμικο
ἁλάτι
μάραθρο ψιλοκομμένο

Ἐκτέλεση
Καθαρίζουμε τή γλυστρίδα ἀπό τά μεγάλα κοτσάνια καί τήν πλένουμε μέ ἄφθονο νερό γιά νά φύγουν τά χώματα. Στή συνέχεια ἤ τήν βράζουμε γιά 15 λεπτά ἤ ἁπλῶς τή ζεματίζουμε σέ καυτό νερό (προκειμένου νά διατηρήσει ὅλα τά θρεπτικά της στοιχεῖα). 






  Βάζουμε τή γλυστρίδα στή σαλατιέρα καί ὅταν κρυώσει ἀρκετά προσθέτουμε τό ἐλαιόλαδο, τό ξύδι, τό ἁλάτι, τίς πιπεριές, τό σκόρδο, τά ντοματάκια καί τό μάραθρο καί ἀνακατεύουμε καλά. 




                         Καλή ὄρεξη!

                π. Πατάπιος Καυσοκαλυβίτης



ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΓΕΙΡΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΙΚΟ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟ 1


Ψάρι ἁγιορείτικο 
στόν νταβά μέ κολοκυθάκια καί πιπεριές

                                                        τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου 



Ὑλικά

1 κιλό ψάρια χονδρά 
(ροφός, μπακαλιάρος φρέσκος, κοκκινόψαρο, σφυρίδα ἤ μυλοκόπι)






  5 κρεμμύδια

 6 σκελίδες σκόρδο

1 ματσάκι σέλινο καί 1 ματσάκι μαϊντανός

5 μεγάλες πιπεριές

10 μικρά κολοκυθάκια καί λίγοι κολοκυθοανθοί


1 ποτήρι τοῦ κρασιοῦ χυμό λεμονιοῦ

¾ τῆς φλυτζάνας ἐλαιόλαδο

Ἁλάτι καί πιπέρι

λίγα δαμάσκηνα


Ἐκτέλεση

Πολύ πρίν τό μαγείρεμα ἔχουμε πλύνει καλά τά ψάρια πού τά ἔχουμε κόψει σέ μεγάλες φέτες καί τίς ἔχουμε βάλει σέ τρυπητό νά στραγγίξουν. Τίς ἔχουμε ἁλατίσει μέ χονδρό ἁλάτι καί τίς ἔχουμε ἀφήσει πάλι στό τρυπητό. 



Ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα, βάζουμε τά ψάρια στόν νταβά (χαμηλή φαρδειά κατσαρόλα), προσθέτουμε νερό μέχρι νά τά σκεπάσει ἕνα δάκτυλο περίπου καί τά ἀφήνουμε νά βράζουν μονα τους σέ δυνατή φωτιά. Συχνά καί γιά τό πρῶτο διάστημα τά ξαφρίζουμε. Ἔπειτα ἀπό περίπου 20 λεπτά προσθέτουμε τά ψιλοκομμένα κρεμμύδια, τά σκόρδα μισά ἤ ὁλόκληρα καί στή συνέχεια τίς πιπεριές ψιλοκομμένες και τά κολοκυθάκια κομμένα στή μέση κατά μῆκος. Προσθέτουμε καί τό σέλινο (ὁλόκληρο τό ματσάκι) σέ μιά γωνιά τοῦ νταβᾶ. Διανθίζουμε μέ κολοκυθοανθούς καί μέ δαμάσκηνα (προαιρετικῶς).



Συνεχίζουμε τό βράσιμο σέ δυνατή φωτιά μέχρι τήν συμπλήρωση τῆς 1 ὥρας. Τότε προσθέτουμε καί τό λάδι, ρίχνοντάς το σταυροειδῶς στό σκεῦος. Συνεχίζουμε γιά ἕνα τέταρτο ἀκόμη τό βράσιμο, κουνώντας τακτικά τόν νταβά γιά να μήν κολλήσει. Μετά τή συμπλήρωση 1 ὥρας καί 15 λεπτῶν, πού περίπου χρειαζόμαστε γιά τό μαγείρεμα, καί πρίν κατεβάσουμε τόν νταβά ἀπό τή φωτιά, περιχύνουμε τό φαγητό μέ τόν χυμό τοῦ λεμονιοῦ καί σβήνουμε κουνῶντας καλά τόν νταβά. Τέλος, ρίχνουμε τόν ψιλοκομμένο μαϊντανό καί τό πιπέρι καί ξανασκεπάζουμε μέχρι νά ἔλθει ἡ ὥρα να σερβίρουμε. Μεγάλη θά εἶναι ἡ ἐπιτυχία ἄν καταφέρουμε νά «δέσουν» τό ζουμί τῶν ψαριῶν, τό νερό, τό λάδι καί τό λεμόνι μεταξύ τους ὥστε νά γίνει ἕνας παχύς ζωμός πού θά περιβάλλει τά ψάρια καί τά κολοκυθάκια. 


                                      Καλή ἐπιτυχία!





 ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΓΕΙΡΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ




Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ




Ἡ τέχνη τῆς Ἁγιορείτικης Μαγειρικῆς

                                                                   τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

Τό Ἅγιον Ὄρος ἐκτός ἀπό τόπος μετανοίας μοναχῶν πού προέρχονται ἀπό διάφορες χῶρες καί πολιτισμικά ἐπίπεδα εἶναι ἐπίσης καί ἕνα  χωνευτήρι γαστρονομικῶν γνώσεων και ἐμπειριῶν. Οἱ μοναχοί, ἐρχόμενοι στόν Ἄθωνα, φέρνουν μαζί καί τήν κουλτούρα τους, τίς παραδόσεις τους, τίς γεύσεις τοῦ τόπου ἀπό τόν ὁποῖο κατάγονται.

 Ὡς φυσιολογική συνέπεια τῆς παραπάνω πραγματικότητας ἔχουμε στό Ἅγιον Ὄρος τή διαμόρφωση ἑνός ξεχωριστοῦ ρεπερτορίου ὑλικῶν, τεχνικῶν μαγειρικῆς καί συνταγῶν καί μιᾶς πολυσχιδοῦς μαγειρικῆς παράδοσης μέ ἰδιάζοντα χαρακτήρα, πού βρίσκεται σέ διαρκῆ συνομιλία με τήν καθημερινότητα τῆς μοναχικῆς βιοτῆς καἰ ἰδιαίτερα τοῦ κοινοβιακοῦ βίου.

   Ὡστόσο, οἱ παραπάνω ἐπιρροές δέν ἔχουν ἐνσωματωθεῖ ἄκριτα στή βασική ἁγιορειτική μαγειρική. Δοκιμάζονται στό πέρασμα τοῦ χρόνου, καί ἐάν «ἔχουν πέραση» τότε ἐγγράφονται στίς καθημερινές συνήθειες τῶν μοναχῶν. Ἔτσι, ἡ τρέχουσα ἁγιορείτικη μαγειρική εἶναι προϊόν μακραίωνης παράδοσης, ἡ ὁποία ἐγκολπώνει ἐπιρροές πού φαίνεται ὅτι ἀνανεώνουν, χωρίς νά ἀλλοιώνουν, τόν χαρακτῆρα της.

   Πρόκειται γιά μιά κουζίνα πληθωρική, πολυσυλλεκτική, καί ὅμως λιτή καί μέ ξεκάθαρη μεσογειακή ταυτότητα, πού βασίζεται στό ἐλαιόλαδο, στά χόρτα καί τά λαχανικά, στά ὄσπρια, στά ψάρια καί στά θαλασσινά. Τό ἁγιορείτικο μενοῦ, τόσο τό ἀρτήσιμο ὅσο καί τό νηστήσιμο, περιλαμβάνει φαγητά πού συνήθως εἶναι ὑψηλῆς γευστικῆς ἀξίας.

  Ἐκτός ὅμως ἀπό τίς ἐπιρροές πού ἀναφέραμε, καθοριστικός γιά τή διαμόρφωση τῆς ταυτότητας τῆς ἁγιορείτικης μαγειρικῆς εἶναι ἕνας βασικός κανόνας πού διέπει τήν καλογερική διατροφή: οἱ μοναχοί (ἰδίως στά κοινόβια μοναστήρια) δέν ἐπιτρέπεται νά κρεωφαγοῦν. Τό «ἐπίσημο» φαγητό τῶν μεγάλων ἑορτῶν εἶναι τό ψάρι.






 Τόν ὑπόλοιπο χρόνο τό ἁγιορείτικο διαιτολόγιο περιλαμβάνει λαχανικά, ὄσπρια, ζυμαρικά καί θαλασσινά. Ἄν μάλιστα, σκεφτοῦμε πώς στό Ἅγιον Ὄρος κατά τίς Δευτέρες, τίς Τετάρτες καί τίς Παρασκευές ὅλου τοῦ ἔτους (ἐκτός ἑορτῶν), κατά τή νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀλλά καί τοῦ Δεκαπενταύγουστου, οἱ πατέρες τρῶνε ἀλάδωτα φαγητά, περίπου 200 μέρες τόν χρόνο, δέν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια νά σκεφθεῖ κανείς ὅτι τά φαγητά πού μαγειρεύονται (ἰδιαίτερα στά κοινόβια) πρέπει νά γίνονται πολύ εὔγευστα. 


Στό Ἅγιον Ὄρος οἱ νηστεῖες τηροῦνται ἀπαράβατα. Γι᾿ αὐτό οἱ παραπάνω περιορισμοί ὁδήγησαν τούς πατέρες στό νά γίνουν εὑρηματικοί στή μαγειρική τους. Τά φαγητά πρέπει νά παρασκευάζονται μέ πολλούς τρόπους γιά νά μήν ὑστεροῦν σέ νοστιμιά καί νά μή γίνουν βαρετά. 

Γιά τόν σκοπό ἐπίσης αὐτό, γιά νά νοστιμίσουν δηλαδή τά φαγητά, χρησιμοποιοῦνται ἄφθονα μυρωδικά καί μπαχαρικά. Τό μάλαθρο, ὁ μαϊντανός, ὁ δυόσμος, τό κοκκινοπίπερο, ἡ κανέλα, τό μπαχάρι ἤ τό κύμινο τά συναντᾶς στίς περισσότερες ἁγιορείτικες συνταγές.






  Οἱ μαγεῖροι προτιμοῦν τό κοκκινοπίπερο ἀντί γιά τό μαῦρο πιπέρι γιά νά δώσει γλύκα καί χρῶμα στά φαγητά καί χρησιμοποιοῦν τό κύμινο, πού καρυκεύει ἀρκετά καλογερικά λαδερά καί ὄσπρια. Τό ἀποτέλεσμα ὅμως δέν θά ἦταν θετικό χωρίς τήν ἐμπειρία καί τό μεράκι τῶν μαγείρων, πού στό πλαίσιο τῆς «ὑψηλῆς» διακονίας τους κάνουν ὅτι μποροῦν γιά νά εὐχαριστήσουν τούς ἀδελφούς τους ἀλλά καί τούς προσκυνητές τοῦ ἱεροῦ τόπου.

Ὁ μικρός ἤ ὁ μεγάλος λαχανόκηπος, πού διατηρεῖ ὄχι δίχως κόπο κάθε ἁγιορειτικό σκήνωμα, κοινόβια μονή, κελλί ἤ σκητιωτική καλύβη, ἀλλά καί οἱ εὔφορη θάλασσα πού περιβάλλει τήν ἀθωνική χερσόνησο τροφοδοτοῦν τά μαγειρικά σκεύη τῶν μοναχῶν μέ φρέσκα καί ἀνόθευτα κηπευτικά ὅλο τόν χρόνο καί μέ φρέσκα ψάρια καί θαλασσινά.









  Τό διακόνημα τοῦ μαγείρου εἶναι κοπιαστικό λόγω τῆς μεγάλης ποσότητας φαγητοῦ πού πολλές φορές καλεῖται νά παρασκευάσει ἄν καί οἱ παλαιότεροι διακονητές τοῦ ἔχουν διδάξει ἐπαρκῶς τίς πρέπουσες ἀναλογίες. Εἶναι ὅμως καί καρποφόρο πνευματικά ἐπειδή ὁ διακονητής, ἐφόσον τό κάνει μέ ἀγάπη, χαίρεται ἀναπαύοντας τούς συμμοναστές του ὅσο περισσότερο μπορεῖ, μέ τό νά τούς προσφέρει ἐδέσματα καλά, εὔγευστα καί περιποιημένα κατά τό δυνατόν. Ὁ κόπος τῆς διακονίας καλλιεργεῖ τήν ταπείνωση, τήν ὑπομονή καί προάγει τόν διακονητή πνευματικά, ἐφόσον βέβαια συνδυάζεται μέ τήν προσευχή, πού εἶναι τό κύριο ἔργο τοῦ μοναχοῦ. Ἕνας παλαιός Ἁγιορείτης γέροντας ἔλεγε χαρακτηριστικά γιά τούς μοναχούς τῆς ἐποχῆς του: «Καθημερινά, πρέπει ἤ να κλαῖμε ἤ να ἱδρώνουμε. Ἐπειδή ἡ κατάνυξη εἶναι δύσκολη, τουλάχιστον ἄς προσφέρουμε στόν Κύριο τόν ἅγιο ἱδρῶτα μας».
  Κατά τή διάρκεια τοῦ γεύματος ἤ τοῦ δείπνου γίνεται ἀνάγνωση τοῦ βίου τοῦ ἁγίου τῆς ἡμέρας ἤ ἑνός ἀπό τά κλασικά κείμενα τῆς πατερικῆς γραμματείας, κυρίως στίς κοινόβιες μονές, ἤ πνευματική συζήτηση, ἄν πρόκειται γιά σκητιωτική ἤ κελλιωτική τράπεζα. Ἔτσι ἡ συνεστίαση γίνεται γεγονός ὑλικό καί πνευματικό. Μέ προσευχή εὐλογεῖται ἀλλά καί ὁλοκληρώνεται ἡ βρῶση, ἡ πόση ἀλλά καί τά περισσεύματα ἀπό τό τραπέζι τῶν πιστῶν δούλων τοῦ Θεοῦ, πού εὔχονται νά μή λείψουν ποτέ ὄχι μόνο ἀπό τούς ἴδιους ἀλλά καί ἀπό τούς οἴκους τῶν πτωχῶν ὅλου τοῦ κόσμου. Σ᾿ αὐτό ἄλλωστε συντελεῖ καί ἡ παράσταση τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ εἰς τύπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού συνήθως εἶναι εἰκονογραφημένη στίς ἀθωνικές τράπεζες.
   Καί ὁ μάγειρας; Παρών καί κατά τήν ἔξοδο τῶν πατέρων ἀπό τήν τράπεζα, παραστέκοντας δίπλα στόν ἡγούμενο καί βάζοντας μάλιστα μετάνοια σ᾿ ὅλους γιά τίς τυχόν παραλείψεις του.

  Στίς περισσότερες ἀπό τίς κοινόβιες ἀθωνικές μονές τό καθολικό, ὁ κεντρικός δηλ. ναός τῆς μονῆς καί ἡ τράπεζα, ὁ χῶρος τῆς κοινῆς ἐστίασης,  βρίσκονται τό ἕνα ἀπέναντι ἀπό τό ἄλλο.  
Μιά νοητή γραμμή θά ἔλεγες ὅτι ἑνώνει τά δύο κτίρια, ἀλλά καί τήν πορεία τῶν μοναχῶν μετά τή Θεία Λειτουργία κάτι πού ὑποδηλώνει ὅτι τό γεῦμα στή μοναστική παράδοση εἶναι συνέχεια τῆς Ἀκολουθίας. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό ὅτι τό «Δι᾿ Εὐχῶν», ὁ λειτουργός ἱερέας δέν τό λέει μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας στόν ναό ἀλλά, ἀργότερα, στήν τράπεζα, μετά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ γεύματος. Ὅλοι οἱ συνδαιτυμόνες, πατέρες καί προσκυνητές εὐχαριστοῦν ἐγκάρδια τόν Θεό, πού τούς «ἐνέπλησε τῶν ἐπιγείων Του ἀγαθῶν» καί τόν παρακαλοῦν νά μή τούς «στερήσει καί τῆς ἐπουρανίου Βασιλείας Του».

 



Σέ ἑπόμενες ἀναρτήσεις τό ἱστολόγιό μας θά δημοσιεύσει πρωτότυπες Συνταγές τοῦ συγγραφέα τοῦ παρόντος κειμένου, μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου, πού ἀποτελεῖ μία «Εἰσαγωγή στήν Ἁγιορείτικη Μαγειρική».
Συνταγές ἀπό τόν ἀθωνικό λαχανόκηπο, πού οἱ περισσότεροι ἀπό τούς προσκυνητές τοῦ Περιβολιοῦ τῆς Παναγίας μας γεύονται.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΚΑΛΥΒΗ ΑΓ. ΑΚΑΚΙΟΥ ΣΤΑ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΑ



Μέ τίς πρέπουσες λειτουργικές τιμές ἑορτάστηκε καί ἐφέτος στήν ἱερά καλύβη Ἁγίου Ἀκακίου τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου νέου ὁσιομάρτυρος Νικοδήμου πού μαρτύρησε στό Ἐλβασάν τῆς Ἀλβανίας στίς 11 Ἰουλίου 1722.


 Ἔτσι, στόν τόπο τῆς ἀσκήσεως τοῦ Γέροντα καί ἀλείπτη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ὅπου ὁ ἅγιος νεομάρτυς ἔλαβε τή ράβδο καί τήν εὐχή τοῦ ὁσίου Ἀκακίου γιά τό Μαρτύριο, τελέστηκε πανηγυρική Θεία Λειτουργία ἐνῶ ἐψάλη καί ὁ Παρακλητικός Κανόνας πρός τόν ἅγιο Νικόδημο, παρουσίᾳ πολλῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν.



  Μετά τό πέρας τῆς Ἀκολουθίας τελέστηκε Μνημόσυνο στή μνήμη τοῦ προσφάτως ὁσιακῶς κοιμηθέντος ἀρχιμανδρίτου Νεκταρίου Μαρμαρινοῦ (+ 21 Ἰουλίου 2019), ἱδρυτοῦ τῆς ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Παταπίου Κορινθίας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἐπί σειρά ἐτῶν Πνευματικός τοῦ Γέροντος τῆς Καλύβης Ἁγίου Ἀκακίου, Παταπίου μοναχοῦ.
 Γιά τήν φωτισμένη προσωπικότητα τοῦ ἀειμνήστου π. Νεκταρίου τό ἱστολόγιό μας ἑτοιμάζει ἐκτενές ἀφιέρωμα.




  Οἱ παραπάνω φωτογραφίες εἶναι ἀπό τόν παραπάνω ἑορτασμό τοῦ ἁγίου Νικοδήμου (13/26 Ἰουλίου 2019).


   Βίος τοῦ ὁ­σι­ο­μάρ­τυρος Νι­κοδήμου τοῦ ἐν Ἐλβασάν



  ἅ­γιος νέος ὁ­σι­ο­μάρ­τυς Νι­κό­δη­μος κα­τα­γό­ταν ἀπό τό Βυθ­κού­κιον τῆς Κο­ρυτ­σᾶς τῆς Βο­ρείου Ἠ­πεί­ρου. Οἱ εὐ­σε­βεῖς γο­νεῖς του ἦ­ταν ρά­πτες καί με­τα­κό­μι­σαν γιά τίς ἀ­νάγ­κες τῆς ἐρ­γα­σίας τους στά Βε­λέ­γραδα. Τό βα­πτι­στικό του ὄ­νομα ἦ­ταν Δέ­δες (ἤ Δά­δας). Ἀρ­γό­τερα νυμ­φεύ­θηκε καί ἀ­πέ­κτησε παι­διά. Πα­γι­δευ­ό­με­νος ὅ­μως ἀπό τόν πο­νηρό, ἀρ­νή­θηκε τήν πί­στη του στό Χρι­στό καί τόσο πολύ με­τα­στρά­φηκε ἀπό τήν εὐ­σέ­βεια ὥ­στε τούρ­κεψε, ἀ­σκῶν­τας με­γάλη βία, τόσο στή γυ­ναῖκα του ὅσο καί στά παι­διά του. Ὅ­μως ἕνα ἀπ’ αὐτά, ἀ­φοῦ τό πῆ­ραν κά­ποιοι Χρι­στι­α­νοί, τό φυ­γά­δευ­σαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, προ­κει­μέ­νου νά γλυ­τώ­σει τόν ἐ­ξισ­λα­μι­σμό. Αὐ­τός τότε, μό­λις τό ἔ­μαθε, ἀ­να­χώ­ρησε γιά τό Ὄ­ρος, γιά νά φέ­ρει πίσω τό παιδί του, ἔ­χον­τας μά­λι­στα κακό σκοπό νά προ­ξε­νή­σει με­γάλη ζη­μιά σ’ ὅ­ποιο μο­να­στήρι θά τό ἔ­βρι­σκε. Ὅ­μως ὁ Κύ­ριος πού προ­νοεῖ γιά τήν σω­τη­ρία ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων, οἰ­κο­νό­μησε σ’ αὐ­τόν νά με­τα­πει­στεῖ μέ τίς πα­ραι­νέ­σεις τῶν ἐ­νά­ρε­των ἀν­δρῶν, τούς ὁ­ποί­ους συ­νάν­τησε, καί μά­λι­στα,νά ἀ­πο­φα­σί­σει νά γί­νει ὁ ἴ­διος μο­να­χός.
  Ἡ κουρά του ἔ­γινε στήν Κα­λύβη τῆς Ἀ­να­λή­ψεως τοῦ Χρι­στοῦ τῆς Σκή­της Ἁ­γίας Ἄν­νης, ἀπό τό Γέ­ροντα αὐ­τῆς Φι­λό­θεο, πού τοῦ ἔ­δωσε τό ὄ­νομα Νι­κό­δη­μος. Τόση δέ ἦ­ταν ἡ με­τά­νοιά του, ὥ­στε πέ­ρασε τρία χρό­νια μέ ὑ­πέρ­με­τρη νη­στεία καί κα­κο­πά­θεια, πα­ρα­κα­λῶν­τας τό Θεό νά τοῦ συγ­χω­ρέ­σει τό βαρύ ἁ­μάρ­τημα τῆς ἀρ­νή­σεως. Τοῦ ἄ­ναψε δέ ὁ πό­θος τοῦ μαρ­τυ­ρίου καί τῆς κα­λῆς ὁ­μο­λο­γίας.

  Ἀ­κού­γον­τας τότε γιά τόν ὅ­σιο Ἀ­κά­κιο τόν Καυ­σο­κα­λυ­βίτη, ἦλθε στά Καυ­σο­κα­λύ­βια γιά νά πά­ρει τήν εὐχή του καί νά τόν συμ­βου­λευ­τεῖ τί πρέ­πει νά κά­νει.
  Οἱ θεῖες ἐμ­πει­ρίες πού εἶ­χαν καί οἱ δύο ἄν­δρες κατά τή συ­νάν­τησή τους ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στες καί κα­θο­ρι­στι­κές γιά τήν ὑ­πό­λοιπη ζωή τοῦ με­τέ­πειτα Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος. Μό­λις ἔ­φθασε στήν Κα­λύβη τοῦ ὁ­σίου Ἀ­κα­κίου, μέ τό πού ἀν­τί­κρισε τόν Ὅ­σιο, ἔ­πεσε στά πό­δια του, κλαί­γον­τας καί θρη­νῶν­τας πολλή ὥρα. Ἔ­πειτα, ἀ­φοῦ ὁ Ὅ­σιος τόν ἔ­πι­ασε ἀπό τό χέρι καί τόν κά­λεσε μέ τό ὄ­νομά του, χω­ρίς νά τό γνω­ρί­ζει ἀπό πρίν, τόν ἀ­να­σή­κωσε καί μέ τήν πα­τρική του ἀ­γάπη τόν πα­ρη­γό­ρησε πολύ γιά τήν σω­τη­ρία του. Ἔ­πειτα, ἀ­φοῦ τόν ἄ­φησε ἐ­κεῖ, ὁ ὅ­σιος Ἀ­κά­κιος ἀ­πο­σύρ­θηκε γιά λίγο καί ἄρ­χισε νά προ­σεύ­χε­ται νο­ερά.
  Ὅ­σοι δέ πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, ἔ­λε­γαν ὅτι εἶ­δαν ἕνα φῶς σάν ἄ­στρο, πού κα­τέ­βηκε στόν Γέ­ροντα, καί ἀ­μέ­σως τό πρό­σωπό του ἔλ­λαμψε σάν τόν ἥ­λιο. Ἔ­πειτα ἐ­πέ­στρεψε, καί ἀ­φοῦ πῆγε στόν Νι­κό­δημο, τοῦ εἶπε κά­ποιο λόγο μυ­στικό. Καί μέ τό λόγο, ἀ­μέ­σως, ἡ μέν λάμψη χά­θηκε ἀπό τόν Ὅ­σιο, ἡ δέ θεία Χάρη κέν­τησε τόν Ὁ­σι­ο­μάρ­τυρα. Καί κα­τά­νυξη τόν κτύ­πησε στήν καρ­διά του τόσο, ὥ­στε ἔ­κραξε μέ με­γάλη φωνή καί, ἀ­φοῦ ἔ­τρεξε κάτω στό Σπή­λαιο, ἔ­κλαψε μέ ὀ­δυρμό καί κο­πετό με­γάλο γιά πολλή ὥρα. Τέ­λος, ὁ ὅ­σιος Ἀ­κά­κιος, ἀ­φοῦ τόν συμ­βού­λευσε καί τόν ἐ­νί­σχυσε μέ τίς εὐ­χές του, τόν εὐ­λό­γησε γιά τό μαρ­τύ­ριο, δί­νον­τάς του συμ­βο­λικά καί μία ρά­βδο γιά βο­ή­θεια, λέ­γον­τας:
- Μ’ αὐτό τό ρα­βδί βά­δισε καί στά­σου μπρο­στά στόν πασᾶ· καί μέ τή δύ­ναμη τοῦ Χρι­στοῦ, θά τε­λει­ώ­σεις καλά τό μαρ­τύ­ριο.
 Τότε ὁ Νι­κό­δη­μος ἀ­πο­κρί­θηκε λέ­γον­τας:
- Ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, μέ τίς εὐ­χές σου, ἅ­γιε Πά­τερ, νά μέ ἐ­λε­ή­σει καί νά μέ ἀ­ξι­ώ­σει νά Τόν ὁ­μο­λο­γήσω καλά. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­μως ὅτι φο­βᾶ­μαι τό δι­ά­βολο.
  Ὁ δέ ὅ­σιος Ἀ­κά­κιος τοῦ λέ­γει:
- Τόν Θεό νά φο­βᾶ­σαι κι ὄχι τό δι­ά­βολο, πού εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τος καί δέν ἔ­χει καμ­μία ἐ­ξου­σία πάνω μας ἀπό μό­νος του. Ἔχε λοι­πόν ὅλο σου τό θάρ­ρος στόν Χρι­στό, γι­ατί Αὐ­τός θά σέ δυ­να­μώ­σει καί τό δαί­μονα νά νι­κή­σεις καί γι’ Αὐ­τόν νά μαρ­τυ­ρή­σεις.
  Αὐτά ἀ­φοῦ ἄ­κουσε ὁ Νι­κό­δη­μος, ξε­σπῶν­τας σέ χαρά καί δά­κρυα συ­νάμα, ἔ­πεσε καί ἀ­σπά­στηκε τά πό­δια τοῦ Ὁ­σίου. Καί ἔτσι, ἀ­φοῦ πῆρε ἀπό τά ἅ­για χέ­ρια του τό ρα­βδί μαζί μέ τήν εὐχή του, ἀ­να­χώ­ρησε ἀπό τά Καυ­σο­κα­λύ­βια χα­ρού­με­νος.

  Πρίν ὅ­μως ἀ­να­χω­ρή­σει ἀπό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, πα­ρου­σι­ά­στηκε στόν Νι­κό­δημο ἴ­διος ὁ Χρι­στός, πού τόν ἐν­δυ­νά­μωσε δεί­χον­τάς του ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς ὅλα τά μαρ­τύ­ρια πού ἔ­μελλε νά πά­θει γιά τό ἅ­γιο ὄ­νομά Του.
  Φθά­νον­τας λοι­πόν στό Ἐλ­βα­σάν τῆς Ἀλ­βα­νίας, τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν οἱ ἐ­κεῖ Ἀ­γα­ρη­νοί, πού τόν ἅρ­πα­ξαν καί τόν πα­ρέ­στη­σαν στόν πασᾶ. Αὐ­τός, ἀ­φοῦ τόν ἐ­ξέ­τασε καί εἶδε πώς ἦ­ταν ἀ­κλό­νη­τος στήν πί­στη του, πρό­σταξε καί τόν γκρέ­μι­σαν κάτω ἀπό τό πα­λάτι του, πού ἦ­ταν πολύ ψηλό. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως ἔ­μεινε ἀ­βλα­βής καί ἔ­τρεξε πάλι πάνω στόν πασᾶ. Τότε ἐ­κεῖ­νος, βλέ­πον­τάς τον σῶο καί ἀ­βλαβῆ, τρό­μαξε καί σκέ­φθηκε νά τόν ἀ­φή­σει ἐ­λεύ­θερο. Φο­βού­με­νος ὅ­μως τήν ἀν­τί­δραση ἀπό τούς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους Τούρ­κους, προ­τί­μησε τε­λικά νά τόν πα­ρα­δώ­σει στό μαι­νό­μενο πλῆ­θος τους. Τότε αὐ­τοί, ἀ­φοῦ τόν βα­σά­νι­σαν γιά τρία με­ρό­νυ­κτα, τόν ὁ­δή­γη­σαν στόν τόπο τοῦ μαρ­τυ­ρίου, πού ἦ­ταν ὁ ἴ­διος μέ τόν τόπο πού τοῦ εἶχε ἀ­πο­κα­λύ­ψει ὁ Χρι­στός στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἐ­κεῖ δέ προ­σευ­χό­με­νος καί ἀ­φοῦ πρῶτα ἔ­γειρε ἀπό μό­νος του τό κε­φάλι του, δέχ­τηκε τό διά ξί­φους μαρ­τυ­ρικό τέ­λος, στίς 11 Ἰ­ου­λίου τοῦ 1722.


  Τήν περίοδο 1999-2000 κτί­στηκε ἱ­ε­ρός ναός στή μνήμη τοῦ ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Νι­κο­δή­μου, στό χω­ριό Βυθ­κούκι τῆς ἐ­παρ­χίας Κο­ρυτ­σᾶς, τόπο κα­τα­γω­γῆς τοῦ Ἁ­γίου. Στόν ναό αὐτό τί­θε­ται γιά προ­σκύ­νηση καί ἡ τι­μία κάρα τοῦ Ἁ­γίου, πού φυ­λασ­σό­ταν ἀπό εὐ­σεβῆ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Μπε­ρα­τίου κατ’ οἶ­κον, κατά τή μα­κρά πε­ρί­οδο τῆς ἀ­θε­ΐας στή χώρα αὐτή.

ΠΗΓΗ: Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, Ἁγιασμένες Μορφές τῶν Καυσοκαλυβίων, Ἅγιον Ὄρος 2013, σ. 84-89.



Οἱ φωτογραφίες μέ στιγιμιότυπο ἀπό τή Θεία Λειτουργία καί τήν λειψανοθήκη μέ τήν κάρα τοῦ ἁγίου Νιικοδήμου εἶναι ἀπό τόν ναό τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ στό Μπεράτ τῆς Ἀλβανίας, τήν ἡμέρα τῆς μνήμης του