Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτάτο Καρυές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτάτο Καρυές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΠΡΩΤΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΥΜΑΝΙΚΕΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ


Ioan Moldoveanu 


ΚΑΡΥΕΣ – ΠΡΩΤΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
        ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΥΜΑΝΙΚΕΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ            
       


Κατά την μακρά περίοδο των ρουμανο-αθωνικών σχέσεων, πέντε, περίπου, αιώνων, οι Καρυές, ως γεωγραφικό και πολιτικό κέντρο του Αγίου Όρους, κατείχαν μια ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα άλλα μοναστήρια. Αν και οι πρώτες μονές ήταν η Μεγίστη Λαύρα και η Ιβήρων, το ιεραρχικό κέντρο το έκτισε ο Άγιος Αθανάσιος, στις Καρυές[1]. Ονομάστηκε “Πρωτάτον”, από την ονομασία του θεσμού του “πρώτου” που αποτελούσε την αρχή της κοινότητας.
  Οι επαφές των Ρουμάνων με το Πρωτάτο είναι παλαιές και φαίνονται από τα 1.110 ρουμανικά έγγραφα, τα οποία ανακαλύφθηκαν σ’αυτό από τους σύγχρονους Ρουμάνους ερευνητές Dumitru Năstase και Florin Marinescu, στην αποστολή τους του 1986. Το παλαιότερο έγγραφο που διασώθηκε ανήκει στο Μολδαβό ηγεμόνα Πέτρου Ράρες και ανάγεται στις 15 Φεβρουαρίου 1546.
Ο αριθμός των ηγεμονικών εγγράφων πλησιάζει τα 334, δηλαδή 30% του συνόλου των ευρεθέντων ρουμανικών εγγράφων. Αυτά προέρχονται από 47 Μολδαβούς ηγεμόνες και τέσσερις Βλάχους και αφορούν, γενικά, τα ρουμανικά μετόχια του Πρωτάτου. Τα άλλα φέρουν την υπογραφή ορισμένων Μολδαβών επισκόπων, μητροπολιτών, αρχιμανδρίτων, ηγουμένων και μέλων του Ντιβανιού[2].


Ένα μέρος των εγγράφων αυτών, που καλύπτει την χρονική περίοδο από το 1668 και έπειτα, εξετάστηκε από τον Έλληνα ερευνητή Χαράλαμπο Γάσπαρη, το 1982. Αυτός ταξινόμησε πολλά ρουμανικά έγγραφα που ανήκουν στην ως άνω περίοδο, τα οποία περιλαμβάνονται στους 45 κώδικες. Πρόκειται για γράμματα, από τα οποία πολλά είναι συστατικά της Μεγάλης Σύναξης για υποψήφιους ηγουμένους των μετοχίων της Μολδοβλαχίας, εξοφλητικά ηγουμένων, επιστατών και επιτρόπων προς τη Μεγάλη Σύναξη, μετά τη λήξη της θητείας τους, ενημερωτικά μεταξύ της Κοινότητας και των προσώπων με τα οποία είχε συναλλαγές. Υπάρχει επίσης μια πλούσια αλληλογραφία μεταξύ των Οικουμενικών Πατριαρχών και της Κοινότητας του Αγίου Όρους, αλλά και μεταξύ αυτής της τελευταίας και των ηγουμένων των μετοχίων ή των Εξάρχων στα Πριγκιπάτα. Επίσης, σώζονται γράμματα των ηγεμόνων των παραδουνάβιων Πριγκιπάτων προς τη Σύναξη, τα οποία αφορούν όχι μόνο το Πρωτάτο, αλλά και άλλα αθωνικά μοναστήρια. Είναι δυνατόν να βρεί ο ερευνητής πολλούς καταλόγους χρεών, εσόδων-εξόδων, ελεημοσυνών, κειμηλίων, χειρογράφων, βιβλίων που αφορούν προπαντός τα δύο μετόχια του Πρωτάτου στο Βουκουρέστι και στο Ιάσι: τις μονές Κοτροτσανίου και Τριών Ιεραρχών[3].
Αν και το παλαιότερο γνωστό έγγραφο ανήκει στον Πέτρου Ράρες, δε σημαίνει ότι τότε άρχισαν οι σχέσεις αυτές για τις οποίες μιλάμε. Οι σχέσεις αυτές άρχισαν πολύ πιο παλαιά, κατά το 1369, όταν στη Βλαχία βρέθηκε ο Πρώτος του Αγίου Όρους, Χαρίτων. Εκείνη την χρονιά, ο τότε ηγεμόνας, Βλάδισλαβ Α΄, έστειλε στον Πρώτο ένα γράμμα σχετικά με τους Ρουμάνους μοναχούς της μονής Κουτλουμουσίου, παρακαλώντας τον να αλλάξει το κοινοβιακό καθεστώς σε ιδιόρρυθμο. Πολύ δύσκολα, όμως, ο Χαρίτων ενέκρινε την αίτηση του ηγεμόνα, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των Ρουμάνων μοναχών στη μονή Κουτλουμουσίου. Δεν επιμένουμε επάνω σ’αυτό το πολύ γνωστό επεισόδιο που άλλωστε βασίζεται σε μια πολύ πλούσια βιβλιογραφία[4]. Αυτή η ευκαιρία είχε αποτέλεσμα να γίνει ο Βλάδισλαβ κτίτορας στην Κουτλουμουσίου, κατ’αίτηση των εκεί μοναχών. Γι’αυτό, η μονή Κουτλουμουσίου έμεινε στη συνείδηση των Αθωνιτών ως “Λαύρα της Ρουμανικής Χώρας”. Ο Χαρίτων έγινε και Μητροπολίτης της Ουγγροβλαχίας σε νέα θέση που δημιούργησε τότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
[Συνεχίζεται]

[1]   A. A. VASILIEV, Histoire de l’empire bzyantin, Παρίσι, 1932, Ι, σ. 445.

[2] Φλορίν ΜΑΡΙΝΕΣΚΟΥ, Τα ρουμανικά έγγραφα του Πρωτάτου και των μονών Ξηροποτάμου, Κουτλουμουσίου, Διονυσίου και Ιβήρων του Αγίου Όρους. Πρόδρομη παρουσίαση, “Τετράδια εργασίας”, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 1987, αρ. 11, σ. 213-4; Φλορίν ΜΑΡΙΝΕΣΚΟΥ, Valorificarea documentelor româneşti de la Muntele Athos la Centrul de cercetări neogreceşti din Atena (Η αξιολόγηση των ρουμανικών εγγράφων του Αγίου Όρους στο Κέντρο νεοελληνικών ερευνών της Αθήνας), “Anuarul Institutului de istorie şi arheologie –  A. D. Xenopol”, XXVI/1, 1989, Ιάσι, σ. 500-502. Αυτά τα δύο έργα περιέχουν τον κατάλογο των ηγεμόνων που εξέδωσαν τα 334 χρυσόβουλλα – βλ. και Φλορίν ΜΑΡΙΝΕΣΚΟΥ, Τα ρουμανικά αρχεία του Αγίου Όρους. Σημαντική πηγή για την ιστορία του, “Διεθνές Συμπόσιο. Το Άγιον Όρος, χθές, σήμερα, αύριο, 29 Οκτ.-1η Νοεμβ. 1993”, Θεσσ/νίκη, 1996, σ. 195.

[3] Χ. ΓΑΣΠΑΡΗ, Ἀρχείο Πρωτάτου. Ἐπιτομές μεταβυζαντινών ἐγγράφων, “Αθωνικά Σύμμεικτα”, 2, Αθήνα, 1991. Μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι κώδικες οι οποίοι περιέχουν σημαντικά κυρόβουλλα, λογαριασμούς εσόδων-εξόδων των ρουμανικών μετοχίων και πολλά άλλα δεδομένα. Ο μεγαλύτερος όγκος του αρχείου του Πρωτάτου, οι κώδικες αρ. 8-45, περιλαμβάνει κατάστιχα εσόδων-εξόδων της Κοινότητας, των επιτροπών του Αγίου Όρους στην Κωνσταντινούπολη και της μονής Τριών Ιεραρχών στο Ιάσι. Ανάμεσα στα κυρόβουλλα βρίσκεται το αφιερωτήριο του Ιωάννη Σερμπάν Καντακουζηνού (1682) υπέρ της μονής Κοτροτσανίου.

[4] Pr. Prof. Mircea PĂCURARIU, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, I, București, 1992, σ. 267-269. Για τη σχέση του Χαρίτωνος με τον Βλάδισλαβ (ή Vlaicu Vodă) – βλ. τον Γ. ΤΣΙΟΡΑΝ, Σχέσεις των Ρουμανικών Χωρών μετά του Αθω και δη των μονών Κουτλουμουσίου, Λαύρας, Δοχειαρίου και Αγίου Παντελείμονος η των Ρώσων, Atena, 1938, σ. 96-101. Κατά την γνώμη του Iorga, ο Χαρίτων ήταν ο πρώτος Αθωνίτης μοναχός που ήρθε σε επαφή με τις Ρουμανικές Χώρες – βλ. Muntele Athos în legătură ţările noastre, “Analele Acad. Rom. Memoriile Secț’iunii Istorice” (AARMSI), 36, 1913-1914, σ. 459; Pr. Theodor BODOGAE, Ajutoarele româneşti la mănăstirile din Sfântul Munte Athos, Sibiu, 1940, σ. 70-1; Petre NĂSTUREL, Le Mont Athos et les Roumains, Roma, 1986, σ. 39-41.


Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (1600-1750)

 ΛΙΑΚΟΣ, Δημήτριος

Στη μελέτη αυτή επιχειρείται η επισκόπηση της παραγωγής των έργων ξυλογλυπτικής της περιόδου 1600-1750 στο Άγιον Όρος. Αφετηρία αυτής της παραγωγής αποτελεί το τέμπλοτου Πρωτάτου, έργο του μοναχού Νεοφύτου (1611) και κατάληξή της τα προδρομικά μπαρόκ έργα, όπως το τέμπλο του καθολικού της Μονής Σταυρονικήτα (1743) ή τμήματα του τέμπλου από το κελί του Καλαθά στις Καρυές (1760).

http://www.openarchives.gr/view/631232



Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Η ΜΕΣΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΝΑΟΔΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ



Μαμαλούκου Σταύρου

 Ἡ μεσοβυζαντινή ναοδομία τοῦ Ἁγίου Ὄρους



Ο ναός του Αγίου Προκοπίου του ομώνυμου βατοπεδινού κελλίου
Παρά την αναμφισβήτητα μεγάλη σημασία της αγιορείτικης ναοδομίας στα πλαίσια της μεσοβυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής αυτή παραμένει ως σήμερα ελλιπώς μελετημένη λόγω της ιδιομορφίας τοο αθωνικού χώρου αλλά και εξ αιτίας της δυσκολίαςτης εξετάσεως του ίδιου του πρωτογενούς υλικού.
Οι μεσοβυζαντινοί ναοί που σώθηκαν ως τις μέρες μας στο Αγιον Ορος είναι ολιγάριθμοι. Αυτό οφείλεται είτε στις φυσικές καταστροφές είτε στην έντονη οικοδομκή δραστηριότητα των επομένων αιώνων που εξαφάνισαν μεγόλο αριθμό εκκλησιών αυτής της ιδιαίτερα σημαντικής για την ιστορία της μοναστικής πολιτείας περιόδου.

Σήμερα είναι γνωστοί 21 ναοί που μπορούν με κάποια ασφάλεια να χρονολογηθούν στη μεσοβυζαντινή περίοδο και διατηρούνται σε κατάσταση που είναι δυνατόν, ώς ένα βαθμό, να μελετηθούν. Αυτοί είναι ο ναός του Πρωτάτου και το παρεκκλήσιο του παντοκρατορινού κελλίου του Ραβδούχου στις Καρυές, το καθολικό της Μεγίστης Λαύρας με τα δύο παρεκκλήσια του, το εξωκκλήσι των Αγίων Αναργύρων κοντά στη Μεγίστη Λαύρα, το καθολικό της μονής Βατοπεδίου με τα δύο παρεκκλήσια του, το κυριακό της βατοπεδτνής σκήτης του Αγίου Δημητρίου, ο ναός του Αγίου Προκοπίου του ομώνυμου βατοπεδινού κελλίου, τα Λείψανα του καθολικού της παλαιάς μονής του Τροχαλά που βρισκόταν στη θέση του σημερινού βατοπεδινού κελλίου, το καθολικό της μονής Ιβήρων, ενδεχομένως και τα παρεκκλήσια του, το παρεκκλήσιο του Αγ. Ιωάννου Προδρόμου Ιβήρων, τα καθολικά των παλαιών μονών του Βοροσκόπου και του Καλυκά στην περιοχή της μονής Χελανδαρίου, το παρεκκλήσιο του παντοκρατορινού κελλίου του Φαρακλού, το παλαιό καθολικό της μονής Ξενοφώντος και το κυριακό της σκήτης της Βογορόδιτσας της μονής Αγίου Παντελεήμονος.
Στους ναούς αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και τα καθολικά με τα παρεκκλήσια τους δύο παλαιών μονών εκτός των σημερινών ορίων του Αγίου Ορους, που ταυτίστηκαν από τον Ιω. Παπάγγελo· με τις αγιορείτικες μονές Μελισουργείου και Ζυγού.
Από την άποψη της χρήσεως οι περισσότεροι από τους ναούς ήταν καθολικά μονών και μονυδρίων. Αρκετοί ήταν παρεκκλήσια μεγαλυτέρων ναών. Μεταξύ των ναών περιλαμβάνονται κτίρια μεγάλων αλλά και περιορισμένων διαστάσεων, κάποτε εξαιρετικά μικρά. Η αρχική κτιριoλογική τους διάρθρωση ήταν γενικά απλή. Οι ναοί είχαν συνήθως τον κυρίως ναό και ένα στενό νάρθηκα, κάποτε διώροφο. Σήμερα, ωστόσο, οι μεγαλύτεροι και σημαντικότεροι ναοί έχουν δεχθεί ποικίλες επεμβάσεις και προσθήκες από τη μεσοβυζαντινή ήδη περίοδο, που τους έχουν καταστήσει κτιριολογικά σύνθετους. Ένας δεύτερος νάρθηκας, επίσης διόροφος όταν και ο αρχικός νάρθηκας διέθετε όροφο, με παρεκκλήσια εκατέρωθεν είναι οι συνηθέστερες προσθήκες.
Τυπολογικά οι σωζόμενοι ναοί, των οποίων ο τύπος είναι γνωστός, είναι, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, παραλλαγές του σταυροειδούς εγγεγραμμένου. Ιδιόμορφος σταυροειδής είναι το καθολικό της Λαύρας. Στους τυπικούς σύνθετους σταυροειδείς εγγεγραμένους ανήκουν αρκετοί ναοί, όπως το καθολικό της Ξενοφώντος, ο Πρόδρομος της Ιβήρων και ο Αγιος Προκόπιος Βατοπεδίου. Σε μια παραλλαγή του ίδιου τύπου χωρίς παραβήματα ανήκουν τα παρεκκλήσια του καθολικού της Λαύρας και ο Αγιος Δημήτριος του καθολικού της Βατοπεδίου. Το χαρακτηριστικό στοιχείο της παραλείψεως των παραβημάτων συναντάται και στο καθολικό της Βοροσκόπου, που ανήκει σε μια παραλλαγή των μεταβατικών σταυροειδών εγγεγραμένων.
Το καθολικό της Βατοπεδίου, ο ναός του Αγίου Δημητρίου της βατοπεδινής σκήτης και, ενδεχομένως, το καθολικό της Ιβήρων έχουν εξ αρχής κτισθεί ως ναοί αθωνικού τύπου. Το καθολκό της Μελισσουργείου και το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου Βατοπεδίου ανήκουν σε μια παραλλαγή του τρικόγχου που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συνεπτυγμένος αθωνικός. Τρίκλιτες βασιλικές είναι οι ναοί του Πρωτάτου και του Ραβδούχου. Μονόχωροι δρομικοί ήταν οι ναοί του Φαρακλού και ίσως του Τροχαλά.
Με βάση τα κατασκευαστικά και τα μορφολογικά στοιχεία τους μια μεγάλη ομάδα από τους σωζόμενους μεσοβυζαντινούς ναούς του Αγίου Όρους κατατάσσεται στη λεγόμενη Σχολή της Κωνσταντινουπόλως αν και αρκετά συχνά απαντώνται σε αυτούς στοιχεία που εντοπίζονται σε ναούς της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας που σχετίζονται περισσότερο με τη Θεσσαλονίκη. Αυτά είναι η διαμόρφωση των στεγών με συνδυασμό αετωματικών και καμπύλων απολήξεων, η διάρθρωση των όψεων με τυφλά αψιδώματα, συχνά πολλαπλά, η μορφή των αψίδων, συχνά τριπλόθυρων ή πολυγωνικών που, σε ορισμένες περιπτώσεις συνδυάζονται με ημικυκλικές, η μορφή των τρούλλων, η ύπαρξη διβήλχον ή και πολυβήλων ανοιγμάτων, η μορφή των ανοιγμάτων των θυρών και, κυρίως, των παραθύρων, η τοιχοποιία από εναλλάξ ζώνες αργολιθοδομής προσεκτικά αρμολογημένης και πλινθοδομής, κατασκευασμένης συχνά με το σύστημα της κρυμμένης πλίνθου.
Σε πολλούς ωστόσο ναούς διαπιστώνεται η παρουσία στοιχείων της λεγόμενης “Προελλαδικής Σχολής”, παραδείγματα της οποίας απαντούν σε ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο και της οποίας πολλά χαρακτηριστικά ανάγονται στην παλαιοχριστιανική αρχιτεκτονική παράδοση. Τέτοια στοιχεία είναι οι ημικυκλικές αψίδες, τα ανοίγματα ορισμένων μονολόβων ή διλόβων παραθύρων, οι τοιχοποιίες από απλή αργοπλινθοδομή κα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν στοιχεία, σχετικά με το σχεδιασμό των ναώνπου προκύπτουν από παρατηρήσεις στα κτίρια. Αξίζει να σημειωθούν η ομοιότητα των καθολικών Βατοπεδίου και Ιβήρων στην αρχική τους μορφή και η προσπάθεια μιμήσεως υψηλών προτύπων από παρακείμενους μικρούς ναούς, όπως στις περιπτώσεις του ναού του Ραβδούχου και του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου Βατοπεδίου που φαίνεται ότι μιμούνται το Πρωτάτο και το καθολκό Βατοπεδίου αντίστοιχα.
Σταύρος Μαμαλούκος
 (Περίληψη του άρθρου: Παρατηρήσεις στην μεσοβυζαντινή ναοδομία του Αγίου Όρους 
17ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαολογίας και Τέχνης.)

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ




 Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ἡ ἑορτή τοῦ Ἄξιον Ἐστίν.
Τό θαῦμα καί οἱ σχετικές μέ αὐτό Διηγήσεις καί Ἐγκωμιαστικοί Λόγοι

    Ἡ θεομητορική ἑορτή τοῦ Ἄξιον Ἐστίν τελεῖται στίς 11 Ἰουνίου, στά πλαίσια τῆς ἑορτῆς τῆς «Συνάξεως τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ Ἄδειν», σέ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος πού τέλεσε ὁ Ἀρχάγγελος ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου βρεφοκρατούσας, ἡ ὁποία φυλασσόταν στό παντοκρατορινό κελλί τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, γνωστό σήμερα καί ὡς τοῦ «Ἄξιον Ἐστίν», τό ὁποῖο βρίσκεται κοντά στήν κοίτη τοῦ χειμμάρου Λιβαδογένη, στόν σήμερα ὀνομαζόμενο «Λάκκο τοῦ Ἄδειν», στήν εὐρύτερη περιοχή τῶν Καρυῶν.

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ. 
ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ
Σύμφωνα μέ τή διήγηση τοῦ θαύματος, ἕνας ξένος ὁδοιπόρος μοναχός ἐμφανίστηκε σέ μοναχό τοῦ Κελλίου, ἕνα ἀπόγευμα Σαββάτου, ἐνῶ ὁ Γέροντάς του ἀπουσίαζε στό Πρωτᾶτο γιά τή συνήθη ἀγρυπνία. Ὁ μοναχός δέχθηκε τόν ξένο, ἄν καί ἦταν ἀργά τό βράδυ, καί τόν ὁδήγησε ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖ ὁ ξένος μοναχός ἔψαλε μέ ἐξαίσια μελωδία τόν ἄγνωστο ὡς τότε ὕμνο «Ἄξιον Ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν», πού οὐσιαστικά ἀποτελεῖ συμπλήρωση τοῦ θεομητορικοῦ ὕμνου «Τήν τιμιωτέραν τῶν χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν σεραφείμ...», πού εἶχε συνθέσει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ († 752/754) καί ὁ ὁποῖος ψαλλόταν μέχρι τότε. Ἔκθαμβος ὁ μοναχός τοῦ ζήτησε νά γράψει κάπου τόν ὕμνο. Μήν ἔχοντας ὅμως χαρτί προσκόμισε μιά πλάκα ὅπου ὁ ξένος ἔγραψε τόν ὕμνο, σύροντας θαυματουργικά τό δάκτυλό του. Στή συνέχεια ὁ ξένος, πού δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ ἔγινε ἄφαντος. Ἐπιστρέφοντας ὁ Γέροντας τοῦ κελλίου ἄκουσε τά γενόμενα καί μετέφερε τήν πλάκα στήν κοινή σύναξη τῶν Καρυῶν καί στόν Πρῶτο, ὁ ὁποῖος μέ τή σειρά του τήν ἔστειλε στήν Κωνσταντινούπολη, μέ συνοδεία γραμμάτων πρός τόν Πατριάρχη καί τόν Αὐτοκράτορα. Ὁ ὕμνος ἀγαπήθηκε καί διαθόθηκε ἔκτοτε σ᾿ ὅλον τόν ὀρθόδοξο κόσμο. Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μεταφέρθηκε κατόπιν στό ναό τοῦ Πρωτάτου καί τοποθετήθηκε στό σύνθρονο τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Ἡ λιτάνευση τῆς εἰκόνας στίς Καρυές, κατά τή δεύτερη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, θεωρεῖται κορουφαία ἐκδήλωση τιμῆς πρός αὐτήν, πού καθιερώθηκε κατά τή βυζαντινή περίοδο. Τό σωζόμενο τυπικό τῆς λιτανείας χρονολογεῖται στόν 16ο αἰ. ἀλλά ἀποτελεῖ ἐπεξεργασμένη μορφή παλαιότερου κειμένου, ἀφοῦ μνημονεύεται στάση τῆς λιτανείας στή μονή Ἀλυπίου (σημερινό κουτλουμουσιανό κελλί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων), πού ἤδη τόν 15ο αἰ., δέν ὑφίστατο πλέον ὡς μονή καθώς καί στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου (τοῦ Ξύστρη) πού ὑφίστατο ὡς μονή κατά τή βυζαντινή περίοδο.
Ἡ διήγηση γιά τό θαῦμα τοῦ Ἄξιον Ἐστίν μᾶς ἔγινε γνωστή ἀπό τούς συντάκτες τοῦ Νέου Μαρτυρολογίου, οἱ ὁποῖοι δημοσίευσαν τό 1799 τό Ὑπόμνημα «Σεραφείμ τοῦ Θυηπόλου, περί τοῦ θαύματος τοῦ γενομένου ὑπό τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἤτοι περί τοῦ Ἀρχαγγελικοῦ ὕμνου, τοῦ, Ἄξιόν Ἐστιν». Σύμφωνα μέ τόν ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἐπεξεργάστηκε καί ἐπέφερε προσθῆκες στό ἀρχικό κείμενο τοῦ ἱερομονάχου Σεραφείμ, ὁ τελευταῖος διετέλεσε Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους περί τό 1550. Τό κείμενο στήν ἀρχική του μορφή (χωρίς τίς προσθῆκες τοῦ διασκευαστοῦ ὁσίου Νικοδήμου) βρίσκεται σέ αὐτόγραφο χειρόγραφο τοῦ ἱερομονάχου Σεραφείμ καί ἔχει ἀρχή: «Εἰς τό Ἅγιον Ὄρος εἰς τήν σκήτην τοῦ Πρωτάτου τό ἐν Καραῖς, ἐγγύς ἔνι λάκκος μέγας Ἄδης λεγόμενος, ἤγουν ὕμνος, ἔχοντος καί κελλίον καί εἰς τό κελλίον ἦν ἱερομόναχος...». Γράφηκε πιθανότατα πρίν τό 1516 καθώς ἡ Διήγηση ἔχει μεταφρασθεῖ στή ρωσική ἀπό τόν ὅσιο Μάξιμο τόν Γραικό.

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ (λεπτομέρεια). 
ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ
    Τό διασκευασμένο κείμενο τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου φαίνεται ὅτι ἐπεξεργάστηκε τήν περίοδο 1837-1838 ὁ καταγόμενος ἀπό τή Σύμη ἱεροδιάκονος τῆς μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος Βενέδικτος († 1840), ὁ ὁποῖος ἔπειτα ἀπό αἴτημα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοῦ Πρωτάτου, συνέταξε τήν ἀκολουθία τοῦ Ἄξιον Ἐστίν. Σ᾿ αὐτήν, στό Συναξάριον, μετά τήν στ’ ὠδή, ἐμπεριέχεται καί τό «Ὑπόμνημα περί τοῦ θαύματος τοῦ γενομένου ὑπό τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω, ἤτοι περί τοῦ Ἀρχαγγελικοῦ Ὕμνου, τοῦ Ἄξιον Ἐστίν», πού στήν οὐσία εἶναι ἕνα νέο κείμενο. Σύμφωνα μ᾿ αὐτό, τό θαῦμα συνέβη τό ἔτος 980, κάτι πού ἐπαναλαμβάνει καί ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης στό ἔργο του: «Διήγησις μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τό θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ ἄδειν, τό, Ἄξιον Ἐστίν ὡς ἀληθῶς», τό ὁποῖο ἀναλύουμε στή συνέχεια (...)

(...)  Διήγησις μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τό θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ ἄδειν, τό, Ἄξιον Ἐστίν ὡς ἀληθῶς, παραδίδεται σέ δύο αὐτόγραφους κώδικες τοῦ Ἰακώβου Νεασκητιώτου καί σ᾿ ἕνα ἀντίγραφό τους.
Ι) Κώδ. Ἁγ. Ἄννης 156 (ἀκαταλογογράφητος), τοῦ ἔτους 1848, ἰδιόγραφος Ἰακώβου Νεασκητιώτου.
φφ. 321α-326α: «Διήγησις μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τό θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ ἄδειν, τό, Ἄξιον Ἐστίν ὡς ἀληθῶς».
Ἀρχ. «Οὐρανίων ἀγγέλων ἡ οὐσία ἡ ἄϋλος καί ἀνθρώπων ἡ φύσις ἡ χοϊκή καί βρότειος, ἡ γῆ τε καί ὁ οὐρανός ...».
Νά σημειωθεῖ ὅτι στόν ἴδιο κώδικα, φφ. 316α-320α, ὁ Ἰάκωβος παραθέτει καί τήν Ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἄξιον Ἐστίν.
ΙΙ) Κώδ. Ἁγ. Παντελεήμονος 205, ἔτους 1866, ἰδιόγραφος Ἰακώβου.
φφ. 2α-7α: «Λόγος μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, Ἄξιόν Ἐστιν. Ἀναγινωσκομένη ἐν τῷ περιωνύμω Ναῷ τοῦ Πρωτάτου τῇ Δευτέρᾳ  τῆς Διακαινησίμου».
ΙΙΙ) Κώδ. Ἁγ. Παντελεήμονος 206, 19ου αἰ., ὄχι διά χειρός Ἰακώβου.
φφ. 1α-7α: Διήγηση τοῦ θαύματος «ἐν τῷ Λάκκῳ τοῦ Ἄδειν παρά ἀρχαγγέλου Γαβριήλ».  
φ. 2α: «Διήγησις περί τοῦ θαύματος τοῦ γενομένου διά τόν ὕμνον Ἄξιον Ἐστίν ὑπό τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ».
Ἀρχ. «Τό ἔνδοξον τοῦτο θαῦμα ἐγένετο ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἐπί τῶν εὐσεβῶν αὐταδέλφων βασιλέων Κωνσταντίνου καί Βασιλείου τῶν πορφυρογεννήτων, υἱῶν Ῥωμανοῦ τοῦ νέου, ἐν ἔτει σωτηρίῳ 980...». 
IV) Κώδικας τοῦ σιμωνοπετρίτικου κελλίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἀντιγραφέντος τό 1853 ἀπό τόν ἱερομόναχο Ναθαναήλ Ζωγραφίτη, πού φέρει τήν ἐπιγραφή: «Ἀκολουθία τῆς ὑπερευλογημένης ἐνδόξου δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας. Συντεθεῖσα καί φιλοπονηθεῖσα παρά τοῦ σοφωτάτου καί ἀοιδίμου διδασκάλου κυρίου Βενεδίκτου Συμαίου. Νῦν δέ κατ᾿ ἔφεσιν καί αἴτησιν τοῦ πανοσιωτάτου κυρίου Θεοφυλάκτου Πνευματικοῦ καί ἐνοικοῦντος εἰς κελλίον καλούμενον ἐν τῷ Λάκκῳ τοῦ Ἄδειν (ἤτοι ψάλλειν), τῷ ὄντι πλησίον τῶν Καρεῶν. Ἀντεγράφη ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ ἐν ἱερομονάχοις Ναθαναήλ Ζωγραφίτου, τοῦ καί ἀρχιμανδρίτου, ὑπέρ οὗ καί εὔχεσθε οἱ ἐντυγχάνοντες, Ἀθωνίησιν ἐν ἔτει σωτηρίῳ ᾳωνγ’ 1853 Ἰανουαρίῳ».
        Μετά τήν ἀκολουθία παρατίθεται ἡ «Διηγήσις μετ᾿ ἐγκωμίου περί τοῦ γενομένου θαύματος, ἐν τῷ Λάκκῳ τοῦ Ἄδειν, παρά τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ψάλλαντος τό Ἄξιον ἐστίν ἐνώπιον τῆς θαυματουργοῦ ταύτης εἰκόνος τοῦ Πρωτάτου», πού ἀποτελεῖ ἐπιτομή καί διασκευή τῆς Διηγήσεως τοῦ κώδ. Ἁγ. Ἄννης 156.

Οἱ ἐκδόσεις
  Ἡ «Διήγησις μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τό θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ ἄδειν, τό, Ἄξιον Ἐστίν ὡς ἀληθῶς», στήν πρωϊμότερη παραλλαγή του μέ τήν ὁποῖα αὐτή παραδίδεται στόν κώδ. Ἁγ. Ἄννης 156, εἶναι ἀνέκδοτη. Τό φῶς τῆς δημοσιότητος εἶδε ὅμως πρόσφατα τό κείμενο τῆς Διηγήσεως πού παραδίδεται στόν προαναφερθέντα κώδικα τοῦ σιμωνοπετρίτικου κελλίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (...)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ (σελ. 318-343) ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΘΕΝ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ:



Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΝΕΑΣΚΗΤΙΩΤΗΣ (+ 1869) ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ.
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2014 











ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
Ἡ Θεοτόκος Ἄξιόν Ἐστιν. Ἀκριβές ἀντίγραφο μέ ἀργυρεπίχρυση ἐπένδυση τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνας τοῦ Πρωτάτου Ἁγίου Ὄρους, διά χειρός Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου (2014). Φυλάσσεται στή μονή Καπριάνα τῆς Δημοκρατίας τῆς Μολδαβίας