Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ

Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός
 Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός. Κληρικός, διδάσκαλος του Γένους. 
Εικόνα του Β. Κοκοράκη (Αθήνα, Συλλογή Π.Κ. Βλάχου).





 

Επιμέλεια  Κ. Τσιώλης


Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΡΕΝΤΙΝΑΣ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΓΟΡΔΙΟΥ

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης
*«Ἡ μονὴ τῆς Ρεντίνας τῶν Ἀγράφων στὴν Ἀλληλογραφία τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τοῦ Ἀναστασίου  τοῦ Γορδίου».
                                   
«Ἐλέχθη κατὰ καιροὺς καὶ ὑπὸ πολλῶν ὅτι τὰ μοναστήρια ἔχουν κτισθεῖ στὰ ὡραιότερα μέρη τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας Ἀνατολῆς. Αὐτὸ εἶναι ἐν μέρει σωστὸ ἀλλὰ οὐχὶ ἐν παντί. Μᾶλλον, ὅπου ἐκτίσθησαν μοναστήρια ἡ περιοχὴ ἐκοσμήθη καὶ ἐγένετο ὡραιοτέρα  παρὰ πρίν».
Τὸ σχόλιο αὐτὸ τοῦ ἀρχιμανδρίτου Δοσιθέου, ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς μονῆς Τατάρνης Εὐρυτανίας, γιὰ τὰ μοναστήρια καὶ τὸ φυσικό τους περιβάλλον, εὑρίσκει πλήρως ἐφαρμογὴν στὴν περίπτωση τῆς ἱερᾶς μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ρεντίνας. Πράγματι, ἐκόσμησε ἐπὶ αἰῶνες καὶ συνεχίζει νὰ κοσμεῖ τὸν τόπο.
Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ρεντίνας

Μὲ αὐτὸ τὸ μοναστήρι εἶχαν ἄμεση ἢ ἔμμεση σχέση ὁ Εὐγένιος Γιαννούλης (περ. 1597-1682) καὶ ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος (1654-1729) δύο ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους δασκάλους καὶ πνευματικὲς μορφὲς τῆς Τουρκοκρατίας ποὺ ἀνέδειξαν τὰ Ἄγραφα ὡς ἕναν τόπο ποὺ ἀνέπτυξε τὰ Γράμματα καὶ συνέβαλε στὴν διατήρηση τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνείδησης τοῦ Γένους. Σώζονται δύο ἐπιστολὲς τοῦ Εὐγενίου μὲ τοὺς ἡγουμένους τῆς Μονῆς Θεωνᾶ καὶ Ζαχαρία


Κώδ. Ι. Μ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους 693, φ. 6. Ἡ ἀρχὴ τῆς συστατικῆς ἐπιστολῆς γιὰ τὸν Ἀναστάσιο Γόρδιο, ποὺ στέλνει ὁ Εὐγένιος Γιαννούλης στὸν ἱερομόναχο, καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς Ρεντίνας, Ζαχαρία.
Ἡ πρώτη πρὸς τὸν Θεωνᾶ ἔχει χρόνο ἀποστολῆς τὴν 26η Ἀπριλίου 1675 ἀπὸ τὸ Αἰτωλικό. Σὲ αὐτὸν στέλνει τὸν μαθητή του Ἀββακούμ, πιθανῶς γιὰ νὰ μονάσει κοντά του. Ὁ Ἀββακοὺμ δὲν πρέπει νὰ παρέμεινε στὴ μονὴ Ῥεντίνας ἢ παρέμεινε πολὺ μικρὸ χρονικὸ διάστημα ἀλλὰ φαίνεται πὼς μόνασε στὴ μονὴ Καταφυγίου.
 
Ἡ προτομὴ τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μεγάλων Βραγγιανῶν
Ὁ ἡγούμενος θεωνᾶς ἀναφέρεται σὲ  κτητορικὴ ἐπιγραφὴ ἀνακαίνισης τοῦ μοναστηριοῦ   καὶ ἀνακαίνησης τοῦ ναοῦ,τοῦ καθολικοῦ, στὸ μέσον τοῦ ἐξωτερικοῦ τοίχου τῆς Κόγχης τοῦ ἱεροῦ, τὸ 1640. Ἐπίσης τὸ 1662 ὁ Θεωνᾶς ἀναφέρεται στὴν κεφαλαιογράμματη ἐπιγραφὴ ἱστόρησης τοῦ ναοῦ, πάνω ἀπὸ τὴ δυτικὴ θύρα,μὲ τὴν ὁποία τὸ καθολικὸ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν νάρθηκα)  

Κτητορικὴ ἐπιγραφὴ τῆς μονῆς Ρεντίνας τοῦ 1640, ὅπου ἀναφέρεται ὁ ἡγούμενος Θεωνᾶς
   Μετὰ ἀπὸ 1, ½ χρόνο ὁ Εὐγένιος, εὑρισκόμενος στὰ Βρανιανά, ἀποφασίζει νὰ στείλει τὸν Ἀναστάσιο Γόρδιο γιὰ σπουδὲς στὴν Ἀθήνα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων τὸν ἐφοδιάζει μὲ συστατικὴ ἐπιστολὴ χρονολογημένη στὶς 2 Ὀκτωβρίου 1676, πρὸς τὸν ἱερομόναχο τῆς μονῆς Ρεντίνας Ζαχαρία μὲ σκοπὸ νὰ φροντίσει ὁ Ζαχαρίας γιὰ τὴν ἀσφαλῆ μετάβασή του ἀπὸ τὸ Καρπενήσι, ὅπου θὰ συναντοῦσε τὸν Ζαχαρία,στὴν Ἀθήνα γιὰ σπουδὲς κοντὰ στὸν Νικόδημο Μαζαράκη. Ὁ Γόρδιος σὲ γράμμα του πρὸς τὸν δάσκαλό του Εὐγένιο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὅπου ἔφτασε τὴν 1η Νοεμβρίου 1676 ἀναφέρει πὼς ὅταν ἔφθασε ἀπὸ τὰ Βρανιανὰ στὸ Καρπενήσι δὲν συνάντησε τὸν Ζαχαρία στὸ Καρπενήσι καθὼς αὐτὸς τοποθετήθηκε ἡγούμενος ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Λιτζᾶς καὶ Ἀγράφων Ἰάκωβο μαθητὴ τοῦ Εὐγενίου στὴ Σχολὴ τοῦ Καρπενησίου (1645-1661). Ὁ Γόρδιος τότε μετάβη στὴ μονὴ τῆς Ρεντίνας καὶ τὸ χρονικὸ διάστημα παραμονῆς του Γορδίου στὸ μοναστήρι τοποθετεῖται μεταξὺ 10-25 Ὀκτωβρίου 1676. Ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὴν συνοδεία τοῦ Ζαχαρία μετέβη στὸν τελικὸ προορισμό του, τὴν Ἀθήνα.
  Σώζεται καὶ μία ἐπιστολὴ τοῦ ἡγουμένου Ζαχαρία, στὰ 1675 πρὸς ἕναν μοναχὸ τῆς μονῆς Ρεντίνας ὀνόματι Ἀνανία, ὁ ὁποῖος ἄφησε τὸ μοναστήρι γιὰ λόγους ποὺ δὲν ἀναφέρονται καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ κάποια ἄδηλη μονή, καὶ καλεῖται ἀπὸ τὸν Ζαχαρία νὰ ἐπιστρέψει στὴ μονὴ Ρεντίνας μὲ τὴν διαβεβαίωση ὅτι θὰ ἔχει ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ διάγῃ ἕναν ἥσυχο μοναστικὸ βίο.Ὁ Ζαχαρίας ὑπογράφει ὡς «καθηγούμενος τῆς ἱερᾶς μονῆς τῆς Ῥενδίνης». Ἄρα, ὁ Ζαχαρίας, ἔχει ὁρισθεῖ ἡγούμενος ἀπὸ τὸ 1675, πιθανώτατα τὸ 2ο ἑξάμηνο, καὶ ὄχι τὸ 1676 ὅπως γνωρίζαμε ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Γορδίου πρὸς τὸν διδάσκαλό του Εὐγένιο τὴν 1η Νοεμβρίου 1676.
   Ὁ ἡγούμενος Ζαχαρίας ἀναφέρεται ἐπίσης  τὸ 1676 σὲ ἐπιγραφὴ πάνω ἀπὸ τὴν θύρα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ δεξιὰ παρακείμενο παρεκκλήσιο τοῦ Προδρόμου καὶ ἀναφέρεται στὴν εἰκονογράφηση τοῦ νάρθηκα. 
Κτητορικὴ ἐπιγραφὴ τῆς μονῆς Ρεντίνας τοῦ 1676, ὅπου ἀναφέρεται ὁ ἡγούμενος Ζαχαρίας
Ἄλλοι λόγιοι ποὺ εἶχαν σχέσεις μὲ τὸν Εὐγένιο Γιαννούλη καὶ τὸν Ἀναστάσιο Γόρδιο ἦταν ὁ Νικόδημος Μαζαράκης καὶ ὁ μαθητής του  Γρηγόριος Παυρόλας. Ἔμμεση σχέση μὲ τὸν Γόρδιο καὶ τὴ σχολὴ Βραγγιανῶν, τὸ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων», εἶχε ὁ προεστὸς τῆς Ρεντίνας Δημήτριος Τσολάκογλου, καθὼς καὶ μεγάλη βιβλιοθήκη εἶχε, ἡ ὁποία περιελάμβανε καὶ μεγάλο μέρος τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Γορδίου, ποὺ κάηκε κατὰ τὴν ἐπανάσταση, καὶ μὲ δαπάνες του τυπώθηκε τὸ 1790 καὶ γιὰ 2η φορὰ στὰ 1802 ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ, ἐπισκόπου Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου, τὴν ὁποία ἔχει συνθέσει ὁ Γόρδιος. Γιὰ τὴν ἔκδοση τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ, ὁ ἐκ Σκοπέλου ἁγιορείτης μοναχὸς καὶ γνωστὸς λόγιος τῆς Τουρκοκρατίας Καισάριος Δαπόντες (1713/4-1784) ἔγραψε στὸ ἔργο του «Ἄνθη Νοητά»:
Ἀκούω κατὰ τ᾿ Ἄγραφα … σώζεται χάριτι τοῦ Κυρίου
ἡ κεφαλὴ τοῦ Σεραφείμ, νεοφανοῦς ἁγίου,
τοῦ καὶ ἱερομάρτυρος, καθὸ τοῦ Φαναρίου
ἀρχιερεὺς ἐστάθηκε καὶ τοῦ Νεοχωρίου,
καὶ ὁποῦ ἐμαρτύρησεν εἰς χρόνους τοὺς χιλίους
ἀπὸ Χριστοῦ γεννήσεως ἕνα κἑπτακοσίους,
ὡς φαίνεται εἰς τὸν αὐτοῦ βίον καὶ πολιτείαν
ὁποῦ εἰς τὴν Μοσχόπολιν τυπώθη κατ᾿ ἀξίαν.
  
Στὸ μέσον τῶν τεσσάρων αἰώνων τῆς ὀθωμανικῆς κατοχῆς σὲ μιὰ μικρὴ ὀρεινὴ περιοχὴ τῆς Ἑλλάδας, ὅπως ἡ Ρεντίνα τῶν Ἀγράφων, καὶ τὰ Γράμματα διακονοῦνται καὶ ἡ ὀρθόδοξη πίστη καὶ παράδοση οἰκοδομοῦνται σὲ ἀνακαινισμένους καὶ νέοϊστορηθέντες ναούς, καὶ τὸ κοινοτικὸ αὐτοδιοικητικὸ σύστημα  λειτουργεῖ, μὲ τοὺς προεστῶτες του καὶ τοὺς κληρικοὺς ὅλων τῶν βαθμῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀποδήμους ἀρωγοὺς καὶ συμπαραστᾶτες στὸ ἔργο τους. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκείνης τῆς περιόδου, σὲ συνθῆκες ἀσφυξίας, κατόρθωσε νὰ προβάλλει καὶ νὰ ἀξιοποιήσει τὰ φυλετικὰ χαρακτηριστικά του, ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα ὑφίστανται: τὶς ἐπιδόσεις του στὰ Γράμματα, τὴν δίψα γιὰ γνώση, ποὺ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ἐμπορευματικὸ καὶ ἐπιχειρηματικὸ δαιμόνιο καὶ γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ κύτταρά της, τὶς ἐνορίες, κατόρθωσε νὰ δημιουργήσει τὶς συνθῆκες ποὺ ὁδήγησαν στὴν ἐπανάσταση καὶ τὴν ἀπελευθέρωση.
                                                                                                                                      

 * Περίληψη τῆς προφορικῆς εἰσήγησης ‒στὶς 22 Αὺγούστου 2015‒ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου: «Ἱστορία καὶ Πολιτισμὸς τῆς Ρεντίνας Ἀγράφων» ποὺ πραγματοποιήθηκε  τὸ διήμερο 22 καὶ 23 Αὐγούστου 2015 στὴ Ρεντίνα Καρδίτσης.

ΠΗΓΗ: ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΓΡΑΦΩΝ

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

ΟΣΙΟΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ (+1682)



Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης
 
 5(18) ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014. ΜΝΗΜΗ ΟΣΙΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ

Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος ὁ Αἰτωλός
(Σύντομος βίος)




       Ὁ Εὐγένιος Γιαννούλης ὁ Αἰτωλὸς γεννήθηκε γύρω στὰ 1597 στὸ Μέγα Δένδρο τοῦ Θέρμου Αἰτωλίας. Σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν μετέβη στὴ μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Βλοχοῦ Τριχωνίδος, ὅπου ἔλαβε τὶς πρῶτες ἐγκύκλιες γνώσεις. Συνέχισε τὰ μαθήματά του στὴ μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ χωριοῦ Τροβάτο τῶν Ἀγράφων. Στὴ συνέχεια, περὶ τὸ 1616, χειροτονήθηκε διάκονος στὸ ἱστορικὸ μοναστήρι τῆς Τατάρνας. Ἀπὸ ἐκεῖ ταξίδευσε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου μαθήτευσε κοντὰ στὸν παραιτηθέντα καὶ ἐφησυχάζοντα στὴ μονὴ Ξηροποτάμου ἐπίσκοπο Χαραλάμπη. Κατόπιν, στὴν πορεία του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, βρέθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου χειροτονήθηκε ἱερέας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι. Ἀκολούθως, διακόνησε ἐπὶ τρία ἔτη στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὰ Ἱεροσόλυμα. Κατόπιν, συνέχισε τὶς σπουδές του στὰ Τρίκαλα, τὴν Κεφαλλονιά, τὴ Ζάκυνθο καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη κοντὰ στοὺς σημαντικοὺς διδασκάλους τῆς ἐποχῆς Παΐσιο Μεταξᾶ, Θεόφιλο Κορυδαλλέα καὶ Μελέτιο Συρίγο. Περὶ τὸ 1639, ὡς διδάσκαλος πλέον, ἵδρυσε Σχολὴ γραμμάτων στὸ Αἰτωλικό, καὶ στὴ συνέχεια τὸ 1645 στὸ Καρπενήσι, ἐνῶ τέλος, τὸ 1661 ἵδρυσε Σχολεῖο στὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων, τὸ γνωστὸ καὶ ὡς «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων». Ἐκοιμήθη στὶς 6 Αὐγούστου 1682 στὰ Μεγ. Βραγγιανὰ καὶ ἐτάφη στὸ νάρθηκα τοῦ καθολικοῦ τῆς ἱερᾶς μονῆς τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς. Κατέλιπε πλούσιο παιδευτικό, συγγραφικὸ ἀλλὰ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο καὶ πολλοὺς ἄξιους μαθητές, ποὺ διέπρεψαν στὰ Γράμματα καὶ συνέχισαν τὸ ἔργο του. Σπουδαιότερος ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ βιογράφος του, λόγιος ἱερομόναχος, Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος (1654-1729). Μὲ τὴν ὑπ’ ἀρ. 346/1-7-1982 Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη κατετάγη ἐπισήμως στὴ χορεία τῶν Ἁγίων τῆς κατ’ Ἀνατολὰς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 5 Αὐγούστου.