Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

                                                  τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

                                  Χριστούγεννα μέ τόν Φώτη Κόντογλου



Μέ ἀφορμή τίς γιορτινές μέρες τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου, θυμόμαστε τόν γίγαντα τοῦ ὀρθόδοξου στοχασμοῦ ἀλλά καί τῆς τέχνης Φώτη Κόντογλου (1895-1965) καί μεταφέρουμε στήν ἀγάπη σἀποσπάσματα ἀπό τό διήγημά του «Χριστούγεννα στή σπηλιά».

   Σύμφωνα μέ τόν συγγραφέα, τήν πνευματική χαρά καί τήν οὐράνια ἀγαλλίαση πού νοιώθει ὁ χριστιανός ἀπό τά Χριστούγεννα, δέν μπορεῖ νά τήν νοιώσει, μέ κανένα τρόπο, ὅποιος τά γιορτάζει μοναχά σάν μία συγκινητική συνήθεια, πού εἶναι δεμένη  περισσότερο μέ τίς συνηθισμένες χαρές τοῦ κόσμου, τήν ἔκρηξη τοῦ καταναλωτισμοῦ, τά δῶρα καί τά ρεβεγιόν. Καί τόνιζε, πώς μοναχά ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τά Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπό τήν ψυχή του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, και τή ζεσταίνουνε μέ κάποια θέρμη παράδοξη, πού ἔρχεται ἀπό ἕναν ἄλλο κόσμο˙ τή θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

  Ἄς διαβάσουμε μαζί, ἀγαπητοί μου φιλοαγιορεῖτες ἀναγνῶστες τό χριστουγεννιάτικο αὐτό διήγημα τοῦ Κόντογλου, στό ὁποῖο πρωταγωνιστεῖ μέ μιά ἀναπάντεχη ἁγιορείτικη ἐπίσκεψη, καί σίγουρα θά συμφωνήσουμε μέ τίς σκέψεις τοῦ συγγραφέα, ὅτι «Ἡ φάτνη εἶναι ἡ ταπεινή καρδιά, πού μοναχά σ᾿ αὐτή πηγαίνει καί γεννιέται ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία μας φωτοβολᾶ μέσα στό χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τή Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπό μέσα της ἀκούγεται μιά ὑπερκόσμια ὑμνωδία, σάν ἐκείνη πού ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τή νύχτα πού γεννήθηκε ὁ Κύριος».

«Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.

Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξερολιθιά.

Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές. (...) Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.

Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ. Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

(...) Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ: Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας. Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!  Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε. Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.

Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.

Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.

Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία. «Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!  «Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.

«Ἡ τοῦ Χριστοῦ Γέννησις», ἔργο Φώτη Κόντογλου 1954

Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του: «Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.

Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε: «Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.

Φώτης Κόντογλου



Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα.

 Ὅλα ὑπήρχανε:

 τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα,

 κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του,

 ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΕ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ 50 ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΒΡΑΝΙΕ ΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ. ΜΈΡΟΣ Α΄

 


           Πρόσφατα, πραγματοποιήθηκε στή Σερβία ἡ Δ΄ Μοναχική Σύναξη τοῦ Ἁγίου Προχόρου, γιά ἄλλη μία φορά καί μέ ἁγιορείτικη συμμετοχή. Συγκεκριμένα, στίς 31 Ὀκτωβρίου μέχρι τήν 1 Νοεμβρίου τρέχοντος ἔτους, στό ἀμφιθέατρο τῆς πανηγυρίζουσας Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Προχόρου Πτσίνσκι (Sveti Prohor Pcinjski), τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Βράνιε, στά νότια τῆς Σερβίας, διεξήχθησαν οἱ ἐργασίες τοῦἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου στό πλαίσιο τῶν Μοναχικῶν Συνάξεων τοῦ Ἁγίου Προχόρου, ἑνός θεσμοῦ πού ὀργανώνεται μέ πολλή ἐπιτυχία τά τελευταῖα χρόνια. Στή φετινή Δ΄ Μοναχική Σύναξη, ἀπηύθυνε θερμό χαιρετισμό ὁ καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου ἀρχιμανδρίτης Μεθόδιος ἐνῶ συμμετεῖχε ὡς κεντρικός εἰσηγητής ὁ λόγιος μοναχός Πατάπιος Καυσοκαλυβίτης. Τό θέμα πού ἀνέπτυξε ὁ π. Πατάπιος (σέ παράλληλη μετάφραση στή σερβική γλώσσα) ἦταν: «Ἡ ἀξία τῆς συνέχειας τῆς Μοναχικῆς Παράδοσης στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία: Ἡ σύγχρονη ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Ὄρους».

  Στό Συνέδριο ἦταν παρόντα τά μέλη πλέον τῶν δεκαπέντε μοναστικῶν ἀδελφοτήτων ἀπό τήν Σερβία ἀλλά καί ἀπό τά γειτονικά Σκόπια ἐνῶ εὐλόγησαν μέ τήν παρουσία τους, ἀλλά καί μέ τή συμμετοχή τους στόν διάλογο πού ἀκολουθοῦσε τίς πολύ ἐνδιαφέρουσες εἰσηγήσεις, ἀρκετοί ἀρχιερεῖς τόσο ἀπό τό Πατριαρχεῖο Σερβίας ὅσο καί ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδος. Τήν εὐθύνη τῆς ἐξαιρετικά ἐπιτυχημένης διοργάνωσης ἀνέλαβε ἡ γυναικεῖα ἀδελφότητα τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Στεφάνου Γόρνιε Ζάπσκο τῆς Μητροπόλεως Βράνιε ὑπό τήν δραστήρια ἑλληνομαθῆ ἡγουμένη Ἐφραιμία.

 Τήν 1η Νοεμβρίου (19 Ὀκτωβρίου, μέ τό παλαιό ἡμερολόγιο πού ἀκολουθεῖ ἡ Σερβική Ἐκκλησία) ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου Προχόρου Πτσίνσκι τοῦ Μυροβλύτου, πού ἀσκήθηκε σέ σπήλαιο τῆς περιοχῆς καί μυρόβλυσε μετά τήν κοίμησή του. Τό μοναστήρι πού φέρει τό ὄνομά του, ἱδρύθηκε τόν 11ο αἰώνα ἀπό τόν βυζαντινό αὐτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ τόν Διογένη (1068-1071), στίς πλαγιές τοῦ ὄρους Κόζτζακ κοντά στό χωριό Klenike στίς ὄχθες τοῦ ὁρμητικοῦ ποταμοῦ Pcinja, στή νότια Σερβία. Ὁ τότε στρατηγός Ρωμανός συνάντησε τόν ἅγιο Πρόχορο πιό νότια στό Staro Nagoričino. Ἐκεῖ ὁ ἅγιος προφήτεψε ὅτι ο Ρωμανός θά γινόταν αὐτοκράτορας τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐπιπλέον, ὁ  Ἅγιος ζήτησε ἀπό τόν Ρωμανό νά μήν τόν λησμονήσει, ἐφόσον ἐκπληρωθεῖ ὁ προφητεία. Ὅπως πολύ σωστά προφήτευσε ὁ ἅγιος Πρόχορος, ὁ Ρωμανός ἔπειτα ἀπό τριάντα χρόνια κατέλαβε τόν αὐτοκρατορικό θρόνο καί ἔψαξε νά βρεῖ τόν Ἅγιο, ὁ ὁποίος, ὅμως εἶχε κοιμηθεῖ. Ὁ αὐτοκράτορας βρῆκε τό λείψανό του σέ μία σπηλιά στό ὄρος Κόζιακ. Ὁ Ρωμανός προσπάθησε πολλάκις νά μεταφέρει τό λείψανο τοῦ ἁγίου Προχόρου στόν ναό τοῦ Staro Nagoričino. Ὡστόσο, τό λείψανο μεταφερόταν κάθε φορά πίσω στή σπηλιά. Ὁ αὐτοκράτορας θεώρησε ὅτι ὁ Ἅγιος ἤθελε νά ταφεῖ σέ ξεχωριστό ναό. Ἀρχικά, ὁ Ρωμανός ἔκτισε ἕναν μικρό ναό, περί τό ἔτος 1068, τόν ὁποῖο ἀφιέρωσε στόν Εὐαγγελιστή Λουκά. Λίγο αργότερα, ὅμως, ἔκτισε σέ μικρή ἀπόσταση ἕναν μικρό ναό ἀφιερωμένο στόν ἴδιο τόν ἅγιο Πρόχορο καί τοποθέτησε μέσα τό ἱερό λείψανό του. Τό μοναστήρι ἀνακαίνισε στίς ἀρχές τοῦ 14ου αἰώνα ὁ κράλης τῆς Σερβίας Στέφανος Οὔρεσης Β΄ Μιλούτιν (1282-1321), ὁ ὁποῖος φρόντισε νά ἱστορηθεῖ τό καθολικό τῆς Μονῆς μέ τοιχογραφίες τῶν Θεσσαλονικέων ζωγράφων Μιχαήλ Ἀστραπᾶ καί Εὐτυχίου.

  Στήν ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς ἔψαλλαν καλλίφωνοι βυζαντινοί χοροί καί οἱ Ἁγιορεῖτες πατέρες πού προαναφέρθηκαν. Ἀκολούθησε πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία ὅπου συμμετεῖχε πλῆθος προσκυνητῶν ἀπό ὅλη τή Σερβία ἀλλά καί τή γειτονική χώρα τῶν Σκοπίων.

 Τίς ἑπόμενες ἡμέρες πραγματοποιήθηκε πλῆθος ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων πού ἀφοροῦσαν τήν Ἐπέτειο 50 ἐτῶν ἀπό τήν ἐπανίδρυση τῆς Ἐπισκοπῆς Βρανίων τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας (1975-2025). Σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις συμμετεῖχε ἐνεργά ἡ ἁγιορειτική ἀντιπροσωπεία. Οἱ ἐκδηλώσεις κορυφώθηκαν μέ πανηγυρική πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία στόν μητροπολιτικό ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς πόλεως Βράνιε, ὅπου χοροστάτησε ὁ φιλέλληνας καί ἑλληνομαθής μητροπολίτης Βράνιε κ. Παχώμιος.








Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΣΕΡΝΙΚΑ

Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

 

 Για την λήψη του άρθρου, πατήστε ΕΔΩ

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Οἱ Μικρασιάτες ὅσιοι Ἀθανάσιος Ἀθωνίτης, Μάξιμος Καυσοκαλύβης καί Γρηγόριος Σιναΐτης

Οἱ πνευματικές τους σχέσεις καί ἡ συμβολή τους στόν ἁγιορειτικό μοναχισμό

Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό 5+1 του Ιδρύματος "Οικουμενικός Ελληνισμός", τεύχος 98, Ιούλιος - Δεκέμβριος 2022 

 

Για την λήψη του άρθρου, ΕΔΩ

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

ΚΟΥΡΑ ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΗ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

 Άρθρο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ την Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025.

 

 

 Για την λήψη του άρθρου, πατήστε 1 και

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΟΝΕΣ ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ ΣΤΑ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΑ. ΜΑΙΟΣ 2025

 

     Φωτογραφικά στιγμιότυπα ἀπό τό μεταπασχαλινό προσκύνημα τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου ἀρχιμ. Μεθοδίου μέ συνοδεία Χιλανδαρινῶν μοναχῶν καθώς καί πατέρων τῆς Μονῆς Δοχειαρίου στήν ἱερά Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου. Μάϊος 2025.