Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ....



«Τό μυστήριο τῆς κατά Χριστόν ταπείνωσης εἶναι μεγάλο καί ἄρρητο.
Ἡ ψυχή πού ἀγαπᾶ, ἐπιθυμεῖ γιά κάθε ἄνθρωπο περισσότερα ἀγαθά παρά γιά τόν ἑαυτό της, καί χαίρεται νά βλέπει τούς ἄλλους νά εἶναι πιό εὐτυχισμένοι ἀπό τήν ἴδια, καί θλίβεται ὅταν τούς βλέπει νά βασανίζονται».

                                                                                                                        Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης.

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ



ΧΡΙΣΤΟΣ  ΑΝΕΣΤΗ 

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ εὔχεται σέ ὅλους τούς ἀναγνώστες του καί τούς προσκυνητές τοῦ Ἁγίου Ὄρους ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ! Τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως νά φωτίζει ὅλους μας στό δρόμο γιά τή συνάντηση μέ τόν ἀναστημένο Χριστό.


 Ἡ Ανάσταση του Χριστοῦ. Φορητή εἰκόνα διά χειρός Ἱεροθέου μοναχοῦ.
1842. Κυριακό Σκήτης Καυσοκαλυβίων.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓΙΟΥ ΜΑΝΔΗΛΙΟΥ



Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Μανδηλίου

                                                             ΠΡΟΛΟΓΟΣ ὑπό Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου



   πό τή διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας γνωρίζουμε ὅτι ἡ τιμή καί προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἔχουν ὡς βάση τους τή θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως κατά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «ὅστις ἐστιν εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. 1, 5).
   Ἡ θέωση αὐτή ἀποτελεῖ -μεταξύ ἄλλων- καί τήν πλήρη τελείωση τῆς ἀναγεννημένης ἐν Χριστῷ ἀνθρώπινης φύσεως, τῆς ὁποίας τήν ἐξωτερική παράσταση καί ἔξαρση ἔχει ὡς κύριο θέμα της ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Οὐ τήν ἀόρατον εἰκονίζω θεότητα, ἀλλ’ εἰκονίζω Θεοῦ τήν ὁραθεῖσαν σάρκα» (Λόγ. Ε΄, PG 94, 1236 C) καί «νῦν δέ σαρκί ὀφθέντος Θεοῦ καί τοῖς ἀνθρώποις συναναστραφέντος, εἰκονίζω Θεοῦ τό ὁρώμενον» (Λόγ. Β΄, PG 94, 1293 Β).
   Αὐτή ἡ «ὁραθεῖσα σάρκα τοῦ Θεοῦ» κατά τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀποδόθηκε γιά πρώτη φορά εἰκαστικά καί κατά τρόπο ἀξιοθαύμαστο μέ τό Ἅγιο Μανδήλιο, ὅπως δέχεται ἡ λειτουργική παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
   Ἡ ἱστορία μᾶς εἶναι γνωστή: ὁ ἄρχοντας τῆς πόλεως Ἔδεσσας στή Μεσοποταμία Αὔγαρος, καθώς ἦταν ἀσθενής, ἔστειλε τόν Ἀνανία νά προσκαλέσει τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Παράλληλα, ἐπιθυμῶντας νά δεῖ τό θεανδρικό πρόσωπο, εἶχε ζητήσει ἀπό τόν ἀπεσταλμένο του -καθώς ἦταν ζωγράφος στήν τέχνη- νά ζωγραφίσει τή μορφή τοῦ Κυρίου. Αὐτό ὅμως στάθηκε ἀδύνατο λόγῳ τῆς ἀπαστράψουσας θείας δόξας. Τότε ὁ Κύριος ἔνιψε τό πρόσωπό Του καί τό ἐσπόγγισε μέ μανδήλιο στό ὁποῖο ἀποτυπώθηκε ἡ εἰκόνα τῆς μορφῆς Του. Τό μανδήλιο αὐτό ἔστειλε στόν Αὔγαρο, μαζί μέ ἐπιστολή μέσῳ τῆς ὁποίας, ἀφοῦ τόν μακάριζε γιά τήν πίστη του, τόν ἐνημέρωνε ὅτι θά ἀποστείλει τό μαθητή του Θαδδαῖο νά τόν ἰατρεύσει καί νά τόν διδάξει. Λαμβάνοντας τό ἅγιο Μανδήλιο ὁ ἄρχοντας τό προσκύνησε καί θεραπεύτηκε ἀμέσως ἐνῶ τοποθέτησε τήν πρωταρχική αὐτή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ πάνω ἀπό τήν πύλη τῆς πόλης γιά νά τιμηθεῖ ἀπ’ ὅλο τό λαό. Ἀργότερα ὅμως κι ἐπειδή ὁ τότε ἄρχοντας, ὄντας εἰδωλολάτρης, θέλησε νά στήσει στήν ἴδια θέση εἴδωλο, ὁ τοπικός ἐπίσκοπος γιά νά προστατέψει τό ἅγιο μανδήλιο, ἀφοῦ ἄναψε κανδήλι, ἔχρισε τόν τοῖχο πρό αὐτοῦ. Αἰώνες μετά, τό ἔτος 615, ὅταν ὁ βασιληᾶς τῶν Περσῶν Χοσρόης πολιορκοῦσε τήν Ἔδεσσα, ἀποκαλύφθηκε στό ἐπίσκοπο τῆς πόλεως ὁ τόπος τοῦ ἁγίου μανδηλίου, κάτι πού συνδυάστηκε καί ἀπό ἄλλα θαυμαστά γεγονότα πού εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν φυγή τῶν Περσῶν καί τή σωτηρία τῆς πόλεως. Τό ἔτος 941, τό ἅγιο μανδήλιο μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ὅπου μέ διάταγμα τοῦ Κωνσταντίνου Ζ΄ τοῦ Πορφυρογέννητου καθωρίστηκε ἡ δεσποτική ἑορτή τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου καί ἡ ἀνάρτηση ἀντιγράφων τῆς εἰκόνας αὐτῆς πάνω ἀπό τήν ὡραία πύλη κάθε χριστιανικοῦ ναοῦ.
   Τό θαυμαστό γεγονός τῆς παραπάνω ἱερῆς διηγήσεως περί τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου ἐξυμνήθηκε ἀπό τήν Ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἀπό τούς πρώτους αἰώνες ἐνέταξε στά πρός χρήση Μηναῖα, σχετική ἱερή Ἀκολουθία, πρός τιμήν Τῆς ἐξ Ἐδέσσης ἀνακομιδῆς τῆς ἀχειροποιήτου Εἰκόνος, δηλαδή τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου.
   Οἱ ἱερές εἰκόνες ἀντανακλοῦν τή θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. 
Μᾶς ἀποκαλύπτουν ἐκεῖνο πού ἀποκαλύφθηκε στούς ἁγίους Ἀποστόλους πάνω στό Θαβώρ κατά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Αὐτό τό περιεχόμενο τῶν ἱερῶν εἰκόνων ὑπογραμμίζεται καί στήν παραπάνω Ἀκολουθία μέ παραλληλισμούς στή Μεταμόρφωση: «Πέφτοντας καταγῆς πάνω στό ἅγιον ὄρος, οἱ πρόκριτοι τῶν ἀποστόλων προσκύνησαν τόν Σωτῆρα, βλέποντάς Τον νά λάμπει στό αὐγινό φῶς τῆς θεότητος· καί τώρα ἐμεῖς προσκυνοῦμε τό ἅγιο Μανδήλιο πού ἀστράφτει πιό πολύ κι ἀπό τόν ἥλιο...» (στιχηρό τοῦ Ἑσπερινοῦ σέ ἐλεύθερη ποιητική ἀπόδοση).
  Ὅμως, Ἰησοῦς Χριστός ὁ αὐτός σήμερον καί εἰς τούς αἰῶνας!
   Τό θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας μέσα, ἀπεικονίζει κυρίως τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό ἀπαύγασμα τῆς θείας οὐσίας, ἀφοῦ «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰω. 4, 8-9).  Καί μέσα ἀπό τό Ἅγιο Μανδήλιο καί τίς ἀναρίθμητες ἱερές εἰκόνες πού φιλοτεχνήθηκαν ἔχοντάς το ὡς πρότυπο, ἀκτινοβολεῖ ἀμείωτα καί στίς μέρες μας καί λάμπει στίςψυχές τῶν πιστῶν τό «Φῶς Του τό ἀΐδιον» (ὕμνος ἑορτῆς Μεταμορφώσεως).
  Αὐτό τό πρόσωπο ἀτενίζοντας μέ εὐλάβεια ὁ φιλάγιος καί φιλακόλουθος ἐκδότης τοῦ παρόντος, θέλησε νά τιμήσει ὑπερβαλλόντως, μέ τήν ἔκδοση αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Ἀσματικῆ Ἀκολουθίας, τήν ὁποία συνέθεσε ὁ κ. Χαράλαμπος Μπούσιας, Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας. Μέσω τῆς Ἀκολουθίας αὐτῆς πού εἶναι πλήρης καί πανηγυρική θά μποροῦν οἱ πιστοί μέσα στήν εὐχαριστιακή σύναξη νά ἐξυμνοῦν τίς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες πού ἔχει προσφέρει ὁ «σαρκί ὁφθείς καί τούς ἀνθρώπους συναναστραφείς Κύριος», αἰτούμενοι ἀπ’ Αὐτόν τό μέγα ἔλεος.
   Ἐκφράζοντας τά συγχαρητήριά μου πρός τόν ἐκδότη κ. Γεώργιο Μαγκιρίδη, θεολόγο, γνωστό ἄλλωστε στά ἑλληνικά ἐκκλησιαστικά γράμματα καί ὡς ἄριστο ἐπιμελητή ἐκδόσεων, εὔχομαι ὁλόψυχα, ὁ διά τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, ἱερῶς εἰκονισθείς Κύριος νά εὐλογεῖ τόσο αὐτόν ὅσο καί τούς ψάλλοντας τήν ἱερή αὐτή Ἀκολουθία.

                                          Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης.
             Γέρων τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου Σκήτης Καυσοκαλυβίων.
                                                          Ἅγιον Ὄρος.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ



«Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου κατά τήν τάξιν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐκδίδοται τό πρῶτον δαπάνῃ Σάββα ἱερομονάχου ἐκ τοῦ Ἰβηριτικοῦ Κελλίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων πλησίον τοῦ Πρωτάτου. Ἐν Ἀθήναις 1889».