Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Μνήμη τοῦ ὁσιομάρτυρος Ρωμανοῦ κατὰ τὸ Ἁγιορείτικο Ἡμερολόγιο


ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ  ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ 
 (νός κ τν γίων τής Καλύβης το γίου κακίου)


Τοιχογραφία από το Κυριακό της Σκήτης Καυσοκαλυβίων
Ὁσιομάρτυς Ρωμανὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ Καρπενήσι καὶ κατὰ πᾶσα πιθανότητα ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀνδράνοβα, ποὺ σήμερα καλεῖται Ἀσπρόπυργος. Ἅγιος γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς ἀλλὰ ἀγράμματους. Ἔτσι ἔμεινε καὶ αὐτὸς ἀγράμματος καὶ δέν γνωρίζε τίποτα, παρὰ ὅτι εἶναι Χριστιανός. Μετέβη στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα γιὰ προσκύνημα καὶ ἀφοῦ ἔγινε ζηλωτὴς τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου κήρυττε στά Ἱεροσόλυμα τὴν ἀληθινὴ πίστη τοῦ Χριστοῦ. Στην καρδία του εἶχε ἀνάψει φλόγα τοῦ μαρτυρίου. Ἀνακοίνωσε στὸν Πατριάρχη τὸν σκοπὸ του, ὁποῖος βέβαια τὸν ἐμπόδισε, διότι δὲν γνωρίζε τὴν πορεία τῆς ἐκβάσεως, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐπακολουθήσει κανένα κακὸ στὸν Πανάγιο Τάφο.
Στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Θεσσαλονίκη καὶ παρουσιασθεὶς στὸν κριτὴ ὁμολόγησε ὅτι Χριστὸς εἶναι Θεὸς ποιητὴς τοῦ παντὸς καὶ μόνος Σωτῆρας τῶν ἀνθρώπων. Οἱ ἀλλόπιστοι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν παρέδωσαν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, κατὰ τὰ ὁποῖα τοῦ ἔκοψαν λουρίδες ἀπὸ τὸ δέρμα του, βιάζοντάς τον να ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Πρὸ τῆς σταθερῆς ἀποφάσεως τοῦ μάρτυρα νὰ μείνει ἀκλόνητος στὴν πίστη αὐτοῦ, κριτὴς ἐξέδωσε θανατικὴ ἀπόφαση κατὰ αὐτοῦ. Ἐκεῖ παρευρισκόταν ἀρχηγὸς τοῦ Τουρκικοῦ στόλου Θεσσαλονίκης, ποὺ ζήτησε νὰ δοθεῖ στὸν Μάρτυρα, διαρκὴς ποινὴ δουλείας στο κωπηλάτισμα τῶν πλοίων, μήπως ἔτσι ἀπὸ τοὺς πολλοὺς κόπους ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Κάποιοι Χριστιανοὶ κατόρθωσαν να ἐλευθερώσουν τὸν Ἅγιο ποὺ διέφυγε καὶ κατέφυγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, κοντὰ στον Ὅσιο Ἀκάκιο τὸν Καυσοκαλυβίτη, ὅπου καὶ ἐκάρη Μοναχὸς τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἐκεῖ συνέχισε τὸν ἀσκητικὸ του ἀγῶνα καὶ τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς. Ὁ ζῆλος του πρὸς τὸ μαρτύριο δεν τὸν ἄφησε να ἡσυχάσει καὶ ἐφέρετο ὡς ξένος τῆς παρούσας ζωῆς. Ἀποφάσισαν λοιπόν, μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀκάκιο, να νηστέψουν πολλὲς ἡμέρες, παρακαλώντας συγχρόνως τὸν Θεὸ να τοὺς ἀποκαλύψει τὸ τέλος τοῦ Μαρτυρίου. Πράγματι, ἀποκαλύφθηκε σὲ αὐτούς, πὼς εἶναι θέλημα Θεοῦ ὁ Ρωμανὸς να τελειώσει καλῶς τὸ μαρτύριο ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ. Ἀπῆλθε καὶ πάλι στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ μαρτυρήσει, ἀλλὰ ἐμποδίστηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, διότι θὰ ἐλάμβανε μεγάλη ζημία ὁ Πανάγιος Τάφος ἀπὸ τὴν μανία τῶν Ἀγαρηνῶν. Μὲ παρότρυνση τοῦ Γέροντός του μετέβη τὸ 1694, στην Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ ἔλεγξε τὴν ἀσέβεια τῶν Τούρκων. Ἐκείνοι τὸν συνέλαβαν, τὸν ἔκλεισαν σὲ ἔνα ξερὸ πηγάδι, τοῦ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν. Τὸ μανδήλιο ποὺ ἐμβαπτίσθηκε στὸ αἷμα τοῦ Μάρτυρος ἀφιερώθηκε ἀπὸ ἕναν Χριστιανὸ ἄρχοντα στὴν Μονὴ Δοχειαρίου, στὴν ὁποία καὶ ἔγινε στὴν συνέχεια Μοναχὸς καὶ ὁ ἴδιος, ὀνομασθεὶς Ἀγάπιος.
Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου  στίς 5 Ιανουαρίου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχ. δ΄. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ σταυρῷ.
 (Νήφωνος μοναχοῦ).

σκητικῶς προγυμνασθείς ἐν τῷ Ἄθῳ, ταῖς Ἀκακίου διδαχαῖς τοῦ ὁσίου, καί ἐξ αὐτοῦ λαβών τήν θείαν βούλησιν, ὑποστῆναι ἔδραμες, μαρτυρίου τάς θλίψεις, ἅμα καί τόν θάνατον, Ρωμανέ καί παρέστης, στεφανηφόρος μάρτυς τῷ Χριστῷ, ὑπέρ ἡμῶν τοῦ πρεσβεύειν πανένδοξε.

Μεγαλυνάριον

῾Ρώμην ἐνεδύσω ἐξ οὐρανοῦ καὶ τῇ πανοπλίᾳ τοῦ Παντάνακτος ᾿Ιησοῦ ἐχθρῶν τὰς μεθοδείας καί τῶν ὑπεναντίων κατῄσχυνας γενναίως, ῾Ρωμανὲ ἔνδοξε.

ΜΝΗΜΗ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ

Μνήμη τοῦ ὁσίου  Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ
 


Μὲ ἰδιαίτερη κατάνυξη, σήμερα 04/01/2013 (κατὰ τὸ Ἁγιορείτικο Ἡμερολόγιο), ἐορτάστηκε γιά πρώτη φορὰ μετὰ τὴν προσφάτη ἁγιοκατάταξη, στό παρέκκλησι τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ.

Στήν ὡς ἄνω Καλύβη, βρίσκεται τμῆμα τοῦ ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ ὁσίου Νικηφόρου, δωρηθὲν ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Εὐμενίου Σαριδάκη, στόν Γέροντα τῆς Καλύβης Πατάπιο μοναχό.

Στήν ἐόρτιο αὐτὴ συνάξῃ, προσήλθαν ἀρκετοὶ Καυσοκαλυβίτες Πατέρες γιά νά προσκυνήσουν τὸ χαριτόβρυτο τοῦ Ἁγίου Λείψανο καὶ νά ἐκζητήσουν τίς πρὸς Θεὸν πρεσβεῖες Του.


Βίος Ἁγίου Νικηφόρου

Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Νικηφόρος, κατά κόσμον Νικόλαος Τζανακάκης, ἐγεννήθη στό χωριό Σηρικάρι τοῦ Νομοῦ Χανίων Κρήτης. Σέ πολύ μικρή ἡλικία στερήθηκε καί τούς δύο γονεῖς του. Ὅταν ἔγινε δεκατριῶν ἐτῶν, ὁ παπποῦς του τόν ἔστειλε νά ἐργαστῆ σ’ ἕνα κουρεῖο στά Χανιά. Στήν ἐργασία αὐτή τόν ἀγαποῦσαν ὅλοι, ἐπειδή ἦταν ὄμορφος, ἔξυπνος καί κοινωνικός.
Ὅμως ζωή τοῦ ἐπεφύλασσε ἕνα πολύ δύσκολο καί ὀδυνηρό ἄθλημα, πού ἄρχισε τότε, μέ τήν ἐμφάνιση τῶν πρώτων σημαδιῶν τῆς νόσου τοῦ Χάνσεν, τῆς γνωστῆς Λέπρας. Γιά νά μή τόν ἀντιληφθοῦν οἱ ἀρχές καί τόν κλείσουν στό ἄνυδρο νησί τῆς Σπιναλόγκας, σέ ἡλικία μόλις δεκαέξι ἐτῶν ἔφυγε γιά τήν ᾿Αλεξάνδρεια.
᾿Εκεῖ γνωρίστηκε μέ τήν ἀνθοῦσα τότε ῾Ελληνική παροικία καί μέ ἀρχιερεῖς τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου καί ὅλοι αὐτοί ἀγάπησαν πολύ τόν καλό Νικόλαο.
Μετά ἀπό λίγα χρόνια, πού τά σημάδια τῆς νόσου ἔγιναν πολύ ἐμφανῆ, ἔπρεπε καί ἀπό ἐκεῖ νά φύγει. Νά πάει, ὅμως, ποῦ; Κανένα δέν γνώριζε πουθενά. Τότε ἕνας ᾿Αρχιερεύς, πού ὁ Νικόλαος τοῦ ἐμπιστεύθηκε τό πρόβλημά του, τόν ἔστειλε στό λωβοκομεῖο τῆς Χίου, κοντά στόν Πατέρα ῎Ανθιμο, τόν μετέπειτα Ἅγιο Ἄνθιμο. Μετά τρία χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος τόν ἔκειρε μοναχό, μέ τό ὄνομα Νικηφόρος. Κοντά στόν Πατέρα ῎Ανθιμο, ὁ Πατήρ Νικηφόρος ἔφθασε σέ μεγάλα μέτρα ἀρετῆς.
Ὅταν ἔκλεισε τό λωβοκομεῖο τῆς Χίου, ὁ Πατήρ ῎Ανθιμος τόν ἔστειλε στόν ᾿Αντιλεπρικό Σταθμό τῶν ᾿Αθηνῶν μέ συστατική ἐπιστολή, στήν ὁποία ἔγραφε στόν Πατέρα Εὐμένιο, πού ὑπηρετοῦσε ἐκεῖ, νά προσέξη «τόν θησαυρό πού τοῦ στέλνει ἡ Παναγία», διότι ἔχει πολλά νά ὠφεληθῆ ἀπό αὐτόν.
᾿Εκεῖ ὁ Πατήρ Νικηφόρος πέρασε ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή του.῾Ο Πατήρ Εὐμένιος τόν φρόντισε μέ πολλή ἀγάπη καί τόν εἶχε ὡς πνευματικό του πατέρα.
῾Ο Ὅσιος πατήρ ἡμῶν Νικηφόρος ἐκοιμήθη στίς 4 ᾿Ιανουαρίου 1964, προπαραμονή τῶν Θεοφανείων.

Ἀπό τό βιβλίο Σίμωνος Μοναχοῦ
«ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ,
ΤΗΣ ΚΑΡΤΕΡΙΑΣ ΑΘΛΗΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ»


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ
Ἦχος α´
Νικηφόρου Ὁσίου, τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα,
καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι
ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά, ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν,
νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ᾽ Αὐτοῦ, θαυμάτων διακρίσεσιν.
Χαίροις τῶν Μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις φωτὸς ὁ πρόβολος·
χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ λειψάνων σου.