Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ

                                Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

                 Ὁ ἅγιος  Ἀνδρέας Κρήτης καί ὁ Μέγας Κανών


  Τό ἔργο καί ἡ ζωή τῶν δικαίων καί τῶν ὁσίων ἀνδρῶν δέν πρέπει νά σκεπάζονται καί νά κρύβονται στό βυθό τῆς λήθης ἤ στόν μόδιον τῆς σιωπῆς, ἀλλά νά φανερώνονται πρός δόξαν τοῦ Θεοῦ καί κέρδος πολύ τῶν ἀνθρώπων.

    Αὐτά ἀναφέρονται στήν παλαιότερη ἀπό τίς πηγές πού ἀναφέρονται στόν Βίο καί τήν πολιτεία τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, στόν Βίο δηλαδή πού συνέταξε ὁ πατρίκιος Νικήτας τό δεύτερο μισό τοῦ ὀγδόου αἰῶνος.
 Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, πατρίδα εἶχε τήν «περιφανή τῶν πόλεων Δαμασκό», ὅπου γεννήθηκε γύρω στά 660 μ.Χ. ἀπό γονέων θεοσεβῶν, πού τοῦ παρεῖχαν τίς προϋποθέσεις γιά ὑψηλή ἐγκύκλιο παιδεία. Μέ τόν τρόπο αὐτό, καλλιεργώντας μέ τήν κατά Χριστόν καί τήν θύραθεν παιδεία, «καθαρίζει ἡ γλώσσα καί ἡ ψυχή του. Φωτίζεται ὁ νοῦς του ὥστε νά ἀναζητεῖ πλέον ὑψηλότερες πνευματικές καταστάσεις», σύμφωνα μέ τόν Βίο του. Κατά τό δέκατο πέμπτο ἔτος τῆς ἡλικίας του μεταβαίνει στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου οἱ γονεῖς του, ἔπειτα ἀπό δική του ἐπιθυμία, τόν προσέφεραν στήν ἄλλοτε μονή τοῦ Παναγίου Τάφου. Στά Ἱεροσόλυμα ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνδέθηκε μέ τόν τότε πατριάρχη Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος τό ἔκειρε μοναχό καί τόν ἐνέταξε στίς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου. Ἀργότερα, καί γιά τήν ἐν γένει πνευματική του κατάρτιση, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀπέκτησε τό ἀξίωμα τοῦ οἰκονόμου καί ἀνεδείχθη στήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, «παράδειγμα λαμπρόν κάθε ἰδέας καλοῦ», «πατήρ καί διδάσκαλος», «ἱερέων ὑπογραμμός, μοναστῶν ἀλείπτης καί πτωχῶν σιτοδότης, χηρῶν προστάτης καί ὀρφανῶν ἀντιλήπτωρ, καταπονουμένων ἐκδικητής καί λυπουμένων παραμυθία», σύμφωνα μέ τό Βίο του. Γι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ἔμεινε στή ἱστορία ὡς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης «ὁ καί Ἱεροσολυμίτης ὀνομαζόμενος».
     Ἔπειτα ἀπό μία δεκαετία πνευματικῆς καταρτίσεως καί δημιουργικῆς παρουσίας στούς ἀραβοκρατούμενους Ἁγίους Τόπους, ἀρχίζει μία νέα περίοδος στό βίο καί τήν πολιτεία τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα. Τό φθινόπωρο τοῦ ἔτους 685 ἀπεστάλη στήν Κωνσταντινούπολη ὡς ἐπικεφαλῆς τριμελοῦς ἀντιπροσωπείας, προκειμένου νά ἐκφράσει ἐγγράφως τή συμφωνία τοῦ πατριαρχείου Ἱεροσολύμων πρός τίς ἀποφάσεις τῆς Ἔκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ὑπερασπίσθηκε τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί δύο φύσεων, δύο θελήσεων καί δύο ἐνεργειῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, μετά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου τῆς ἀποστολῆς, δέν ἐπέστρεψε στά Ἱεροσόλυμα ἀλλά παρέμεινε στήν Βασιλεύουσα τῶν Πόλεων, ζώντας ἐν ἡσυχίᾳ σέ μία ἀπό τίς ἐκεῖ Μονές καί διακονώντας στό ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Ἀπό τή θέση τοῦ ὀρφανοτρόφου, πού τοῦ δόθηκε στή συνέχεια, ἄσκησε τεράστιο φιλανθρωπικό καί κοινωνικό ἔργο.

      Περί τό ἔτος 711 ἐκλέγεται ἀρχιεπίσκοπος «τῆς φιλοχρίστου νήσου τῶν Κρητῶν». Στή μεγαλόνησο Κρήτη ὅταν ἔρχεται, γίνεται δεκτός ἀπό τόν κλῆρο καί τόν φιλόχριστο λαό «μετά χαρᾶς μεγάλης» καί ἀναπτύσσει τεράστιο καί πολύπλευρο ἔργο, «νουθετῶν, παραινῶν, συμβουλεύων, ἐπιτιμῶν, παιδεύων... τοῖς πᾶσι πάντα γενόμενος», κατά τόν βιογράφο τοῦ Ἰωσήφ Καλόθετο. Μέ τή συναίσθηση ὅτι, ὅπως ἀνέφερε στόν ἐνθρονιστήριο Λόγο του, ἀναλαμβάνει τό δύσκολο ἔργο τῆς διαποιμάνσεως τῆς λογικῆς τοῦ Θεοῦ ποίμνης, πρῶτα πρῶτα ἐνδιαφέρθηκε γιά τή λειτουργική τάξη καί τήν πνευματική κατάρτιση τοῦ ποιμνίου του.

      Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή ἐντάσσονται ἡ μέριμνα γιά τήν ἐνίσχυση τοῦ μοναχισμοῦ στήν Κρήτη, ἡ παιδαγωγία τῆς νεότητος, ὁ σωφρονισμός τῶν γερόντων, ἡ ἀνόρθωση τῶν πιπτόντων, τό ὑμνογραφικό του ἔργο –στό ὁποῖο δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει ὁ περίφημος καί κατανυκτικώτατος Μέγας Κανών- οἱ ἐγκωμιαστικοί καί πανηγυρικοί λόγοι πού συνέταξε γιά τίς δεσποτικές ἑορτές, τήν ὑπεραγία Θεοτόκο, τό ζωοποιοό Σταυρό, τόν τίμιο Πρόδρομο καί τούς τοπικούς ἁγίους, τόν ἀπόστολο Τίτο καί τούς Δέκα ἐν Κρήτῃ Μάρτυρες. Τό μεγαλύτερο ρητορικό καί ὑμνογραφικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα γράφηκε στήν Κρήτη.
     Δέν στάθηκε ὅμως κοντά στό ποίμνιό του μόνο μέ λόγια, ἀλλά καί μέ ἔργα. Κατά τούς βιογράφους του, ἀνακαίνισε ναούς, οἰκοδόμησε νέους- ὅπως ὁ ναός τῶν Βλαχερνῶν, εἰς ἀνάμνησιν τῆς διακονίας του στήν Κωνσταντινούπολη- ἵδρυσε ἐκ βάθρων μεγάλο ξενώνα μέ πτωχοκομεῖο, ἰατρεῖο, γηροκομεῖο καί ξενοδοχεῖο. Συμπαραστάθηκε ἐπίσης ἀμέριστα στίς ποικίλες δυσκολίες πού ἀντιμετώπιζε ὁ κρητικός λαός, ἐξ αἰτίας λοιμικῶν νόσων, ἀνομβρίας, καί τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Ἀγαρηνῶν πειρατῶν στά παράλια τῆς Γόρτυνας, τῆς τότε πρωτεύουσας τῆς Κρήτης, περί τό ἔτος 726. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας κλεισμένος μέ τό ποίμνιό του στό κάστρο «τοῦ Δριμέως», κατηύθηνε ἀπό ἐκεῖ τήν ἄμυνα τῶν Κρητῶν ἐνισχύοντας μέ τίς προσευχές του τούς χριστιανούς, δείχνοντας ἔμπρακτη πατρική στοργή καί συμπάθεια. Δυστυχῶς, ἕναν αἰῶνα ἀργότερα, τό 824, οἱ Ἄραβες κατακτοῦν τήν Κρήτη μέχρι τό ἔτος 961, ὁπότε καί τήν ἀπελευθέρωσε ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς μέ τή βοήθεια τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου.
     Περί τό ἔτος 740, σέ προχωρημένη ἡλικία, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔκανε τό τελευταῖο του ταξίδι στήν Κωνσταντινούπολη, πιθανότατα γιά νά ζητήσει βοήθεια γιά τήν Κρήτη πού δοκιμαζόταν ἀπό διάφορες συμφορές καί ἀπειλεῖτο ἀπό τούς Σαρακηνούς ἀλλά καί γιά τήν ἐπίλυση διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων στά πλαίσια τῆς εἰκονομαχίας, τήν ὁποία ὁ ἅγιος Ἀνδρέας στηλιτεύει. Στά κείμενά του, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀποδέχεται καί διακηρύσσει τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι «ἡ τιμή τῆς εἰκόνος ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει». Τά τροπάρια ἄλλωστε πού συντέθηκαν πρός τιμήν του τόν ἐξυμνοῦν ὄχι μόνο ὡς ρήτορα καί ὑμνογράφο, ἀλλά καί ὡς ὑπέρμαχο τῆς τιμῆς τῶν σεπτῶν εἰκόνων. Αὐτός του ὁ ἀγῶνας ὑπῆρξε καί τό ἀποκορύφωμα τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Ἁγίου, τό τέλος τῆς ὁποίας προέβλεψε. Ἐκοιμήθη καί ἐτάφη στήν Ἐρεσό τῆς Λέσβου, ὅπου καί φιλοξενεῖται τό σεπτό λείψανό του.

   Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας διέπρεψε σέ κάθε ἀποστολή πού τοῦ ἀνέθεσε ἡ Ἐκκλησία καί ἀξιώθηκε μεγάλης τιμῆς. Ἔμεινε στή ἱστορία ὡς ἄριστος ἐκκλησιαστικός ρήτορας καί μέγας ὑμνογράφος, ὡς τηρητής τῆς λειτουργικῆς τάξεως καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὑπέρμαχος, ὡς διάκονος τῆς φιλοπτωχείας, καί «ἀνατολή παραμυθίας» τῶν λυπουμένων καί ἀθυμούντων, ὡς «ἐραστής τῆς ὄντως σοφίας» καί τοῦ ἡσυχαστικοῦ βίου ζηλωτής, σύμφωνα μέ τούς ἐγκωμιαστές του. Μέ μία φράση, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης ἦταν ὁ ἅγιος τῆς ἀκριβοῦς θεολογίας καί τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, ὁ ποιμήν ὁ καλός πού ἔγινε «τοῖς πᾶσι τά πάντα», ὁ θεῖος ἀνήρ πού ὅλοι τοῦ ἐμπιστεύθηκαν τά πάντα.
    Ἄς ἐμπιστευθοῦμε κι ἐμεῖς τίς κατά Θεόν ἐπιθυμίες μας καί τά προβλήματά μας, καί μέσῳ αὐτοῦ, στόν ἴδιο τόν Θεό, τόν ἑαυτό μας καί ἄς τόν παρακαλέσουμε νά πρεσβεύει γιά ἐμᾶς, ὥστε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ νά κατορθώσουμε νά διαπλεύσουμε τό μέγα τῆς ζωῆς πέλαγος, μέσα ἀπό τίς συμπληγάδες τῆς οἰκονομικῆς καί κοινωνικῆς κρίσεως πού βιώνει τόν τελευταῖο καιρό ἡ πατρίδα μας.