Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγ. Σκαλτσής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγ. Σκαλτσής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΜΥΣΤΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ






Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ
Ἀναπλ. Καθηγητοῦ Α.Π.Θ.

Ἰωάννης Φουντούλης καί μυστική Λατρεία


Τόν Ἰανουάριο τοῦ τρέχοντος ἔτους συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια ἀπό τήν πρός Κύριον ἐκδημία τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ τῆς Λειτουργικῆς καί τῆς Ὁμιλητικῆς στό Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Ἰωάννου Μ. Φουντούλη. Ἐκοιμήθη στίς 24 Ἰανουαρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 2007 ἀφήνοντας πίσω ἀγαθήν μνήμην λογίου ἀνδρός, ταπεινοῦ ἀνθρώπου καί ἐμπνευσμένου δημιουργοῦ τετρακοσίων καί πλέον πονημάτων λειτουργικοῦ, ὁμιλητικοῦ καί ἁγιολογικοῦ περιεχομένου . Βαθύς μελετητής τῶν λειτουργικῶν κειμένων καί τῶν περί τήν θεία Λατρεία πατερικῶν πηγῶν ἀσχολήθηκε μέ ὅλες τίς πτυχές τῆς λατρευτικῆς μας πα-ράδοσης καί ἀνέδειξε τόσο τόν ἱστορικο-θεολογικό πλοῦτο τῆς Λατρείας, ὅσο καί τή σημασία του γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τήν πνευματική ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου σήμερα.
Ὁ μακαριστός Καθηγητής εἶχε τήν τιμή καί τήν εὐκαιρία ἀπό τό ἔτος 1964 νά συνεργασθεῖ μέ τό περιοδικό «Ὁ Ἐφημέριος». Ἀπό τό βῆμα αὐτό ἀνέπτυξε μέ ἀγάπη ἕνα σπουδαῖο διάλογο μέ τούς ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπαντώντας σέ συγκεκριμένα ἐρωτήματα λειτουργικοῦ περιεχομένου . Μεταξύ τῶν θεμάτων πού ἀπασχόλησαν τόν ἐν λόγῳ διάλογο εἶναι καί αὐτό τοῦ τρόπου ἀνάγνωσης τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας. Μέ δεδομένο ὅτι ἀπό τόν 4ο μ.Χ. αἰ. εἰσάγεται ὁ ὅρος μυστικός γιά τή θεία Εὐχαριστία καί ἔκτοτε μέχρι καί σήμερα ἡ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἤ ὄχι ἐκφορά τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἀντικείμενο καταγραφῆς καί συζήτησης ἐντός τῆς Ἐκκλησίας , ὁ Ἰωάννης Φουντούλης εἶδε τό ὅλο ζήτημα στίς σωστές ἱστορικές, θεολογικές, λειτουργικές καί ποιμαντικές του διαστάσεις.
Συγκεκριμένα ἀναφέρεται στήν κατά τήν ἀποστολική ἐποχή ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος μέ βάση τή συμμετοχή τοῦ λαοῦ στά λεγόμενα «τῷ νοΐ» . Ἀκολούθως κάνει λόγο γιά τό κλίμα πού εἶχε διαμορφωθεῖ ἀπό τόν 3ο ἕως καί τόν 5ο μ.Χ. αἰ. ἀρχικά μέ τά περί «ἀγράφου διδασκαλίας» καί ἀπόκριψης τῶν μυστηρίων ἀπό τούς μή μεμυημένους (disciplina arcani) καί στή συνέχεια μέ τήν ἀντίδραση τοῦ Ἰουστινιανοῦ στή διαφαινόμενη ἐπικράτηση τῆς μυστικῆς ἀνάγνωσης τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας καί τοῦ Βαπτίσματος . Ὅσον ἀφορᾶ τήν παλαιά πράξη τῆς ἀπόκριψης τῶν μυστηρίων ὁ Ἰωάννης Φουντούλης γράφει ὅτι «δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν. Αὐτή ἀφοροῦσε καί ἀφορᾶ τούς μή μεμυημένους, τούς μή χριστιανούς δηλαδή … Γιά τούς πιστούς δέν ὑπάρχουν μυστικά οὔτε ἀπόκρυφα. Ἡ ἀποκάλυψη εἶναι πλήρης καί κοινή γιά ὅλα τά βαπτισμένα ἐν Χριστῷ μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οὔτε ὑπάρχει ἄλλη θεολογική διδασκαλία γιά τόν λαό καί ἄλλη γιά τόν κλῆρο» . Τή σχετική δέ μέ τό θέμα αὐτό Νεαρά (139) τοῦ Ἰουστινιανοῦ τή χαρακτηρίζει ὡς «ἕνα ρωμαλαῖο θεολογικό κείμενο, πού μέ βιβλικά καί δογματικά ἐπιχειρήματα κατοχυρώνει τήν λειτουργική δεοντολογία καί μέ αὐστηρότητα προσπαθεῖ νά περιστείλει τίς τάσεις τῆς ‘κατά τό σεσιωπημένον’ ἀπαγγελίας τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας («προσκομιδῆς») καί τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος» .
Γιά τήν κατά τούς μετέπειτα αἰῶνες καί δή τήν Τουρκοκρατία γενικευμένη ἐπικράτηση τῆς μυστικῆς ἀνάγνωσης τῶν εὐχῶν ὁ μακαριστός Καθηγητής πιστεύει ὅτι ὀφείλεται περισσότερο σέ πρακτικούς λόγους ὅπως εἶναι π.χ. ἡ βαθμιαία ἀνύψωση τοῦ τέμπλου, «ἴσως καί ἡ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας ἀπό μόνο τόν ἱερέα χωρίς τή συμμετοχή τοῦ διακόνου» . Τά ἔντυπα ἐπίσης βιβλία εἶχαν μεγάλη συμβολή στό «μυστικῶς» τῶν εὐχῶν. Ὡς συνέπεια αὐτῆς τῆς ἐξέλιξης ἦταν ἡ διασάλευση τῆς ἑνότητας τοῦ κειμένου τῆς Λειτουργίας μέ τή μετάθεση τῶν εὐχῶν καί τήν ἀποδέσμευσή τους ἀπό τίς τριαδολογικοῦ περιεχομένου ἐκφωνήσεις των. Ὁ χρόνος ἐπίσης τῆς σιωπῆς πού ὑπῆρχε καθ’ ἥν στιγμήν ὁ ἱερέας διάβαζε «ἀπό μέσα του», ἐπιτροχάδην καί «μέ τό μάτι» τίς εὐχές καλύφθηκε μέ τά ἀργά μουσικά μέλη ἐκ μέρους τῶν ψαλτῶν . «Πέρα ὅμως ἀπό τήν ἀπαράδεκτη καί, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά τήν χαρακτηρίσω, ἀσεβή αὐτή ἀκαταστασία –γράφει ὁ Ἰωάννης Φουντούλης–, τό σοβαρότερο ἐπακόλουθο τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἶναι ἡ μετατροπή τῆς θείας Λειτουργίας σέ μιά σειρά δοξολογικῶν ἐκφωνήσεων, πού αἰτιολογοῦν κείμενο μή ἀκουόμενο, ψαλμωδημάτων καί πράξεων, πού δέν ἔχουν αὐτοτελές νόημα χωρίς τίς εὐχές» .
Σεβόμενος κατά πάντα ὁ Ἰωάννης Φουντούλης τόν μυστηριακό χαρακτήρα τῆς θείας Λατρείας, «τά μυστικά» ὅπως χαρακτηρίζει ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης τή θεία Λειτουργία συμφωνεῖ καί προσυπογράφει αὐτά πού ἡ πατερική παράδοση διά στόματος τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ Κωσταντινουπόλεως ἐπισημαίνει, περί τῆς διά τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου δηλαδή ἀποκαλύψεως τοῦ «πρό τῶν αἰώνων καί ἀπό γενεῶν» ἀποκεκρυμένου μυστηρίου καί φανερώσεώς του στή θεία Λατρεία μέ κάθε τρόπο «πρός ἁγιασμόν καί σωτηρίαν τῶν πιστῶν» .
Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀσφαλῶς ἡ θεία Λειτουργία εἶναι τό σεσιγημένο μυστήριο πρό τοῦ ὁποίου «σιγᾷ πᾶσα σάρξ βροτεία» . Αὐτό ὅμως κατά τό σύγχρονο σπουδαῖο λειτουργιολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας δέν ἐμποδίζει τήν εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας. Καί τοῦτο διότι «Μυστήριο’ γιά τούς πιστούς, κλῆρο καί λαό, δέν σημαίνει τό ἀπόρρητο, ἀλλά ἐκεῖνο πού ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δέν χωρεῖ. Ὄχι ὅτι δέν γνωρίζουν ὅτι ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος τῆς προσφορᾶς μας διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μεταβάλλεται σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ ἤ τό νερό κατά τό ἅγιο Βάπτισμα μεταστοιχειώνεται διά τῶν εὐχῶν σέ ‘ὕδωρ ἀναγεννήσεως’, ἀλλά ὅτι εἶναι ἀκατάληπτος ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» .
Αὐτό ἀκριβῶς ἐννοεῖ καί ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὅταν γράφει ὅτι τό Μυστήριο «εἶναι ἀκατάληπτον, καί ἀκολούθως εἶναι ἄρρητον καί ἀνέκφραστον καί διά πίστεως μόνη δεχόμενον», ἡ δέ θυσία εἶναι μυστική μέ τήν ἔννοια ὅτι εἶναι «ἀόρατος καί ὑπέρ τήν αἴσθησιν» . Στή βάση αὐτή ὁ ὅρος «μυστικός» προσδιορίζει πολλές ἔννοιες καί σημαντικά γεγονότα σχετιζόμενα μέ τήν ἱστορία τῆς σωτηρίας μας, ὅπως π.χ. Πάσχα μυστικόν, ὡς τό ἐν ἡμῖν ἱερουργούμενο μυστήριο , μυστική γέννηση κατά τό Βάπτισμα μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μυστικά λειτουργεῖ μέσα μας καί μᾶς ἀναγεννᾶ , μυστική τράπεζα ὡς ἀνάμνηση τῆς τραπέζης τοῦ μυστικοῦ δείπνου καί τύπος τῶν ἐσχάτων, μυστικός λαός προ¬φανῶς ὡς μύστης τῶν ἀπορρήτων, μυστικός ὕμνος ὅπως ὁ χερουβικός, ὁ ὁποῖος δηλώνει τό μυστικό εἰκονισμό τῶν πιστῶν μέ τούς ἀγγέλους ἀλλά ψάλλεται εἰς ἐπήκοον ὅλων καί μάλιστα μεγαλόπρεπα.
Εἶναι πλέον βέβαιον ὅτι ὅπου ὑπάρχει ὁ προσδιορισμός μυστικός δέν σημαίνει ὅτι καταργοῦνται οἱ αἰσθήσεις, ἀλλά ὅτι ἡ ἀόρατος χάρη τοῦ Θεοῦ ὡς ἄκτιστος ἐνέργεια λειτουργεῖ καί ἐνεργεῖ «ἐν πάσῃ πληροφορίᾳ καί αἰσθήσει» . Σημαίνει ὅτι τό σεσιγημένο μυστήριο προσεγγίζεται «ἐν προσοχῇ διανοίας καί συντριβῇ καρδίας» , μέ φόβο δηλαδή Θεοῦ, τάξη, εὐλάβεια καί προσοχή χωρίς κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη ὁ νοῦς μας νά «περιπατεῖ εἰς τά κοσμικά καί μάταια πράγματα» .
Στοιχούμενος ὁ μακαριστός Καθηγητής στήν πατερική ἀλήθεια ὅτι στήν Ἐκκλησία «μυστικῶς καθ’ ἑκάστην ἱερουργεῖται ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς ἄρτος» , τόν ὁποῖον ὁ πιστός ὁρᾶ, ἅπτει καί ἐσθίει , καθώς ἐπίσης στήν προτροπή τοῦ ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης πού θέλει τίς εὐχές νά ἀναγινώσκονται «μετά προσοχῆς καί ἀργῶς … ἐν ἐπηκόῳ» , δέν μπορεῖ νά διανοηθεῖ μία Λειτουργία ἀκατανόητη . Γιά τόν ἱερέα πιστεύει ὅτι «εἶναι τό στόμα, ὄχι μιᾶς βωβῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ πού μετά παρρησίας ἀπευθύνεται πρός τόν Θεό Πατέρα διά τοῦ ἱερέως καί συμμερί-ζεται τά λεγόμενα ἀπό αὐτόν» . Ὁ δέ λαός εἶναι ἀδιανόητο νά μή κατανοεῖ τά τελούμενα «νά μή συμμερίζεται τούς λόγους τῆς εὐχῆς καί τοῦ ὕμνου» .
Γι’ αὐτό καί τάσσεται, ὅπως καί ὁ δάσκαλός του μακαριστός Καθηγητής τῆς Λειτουργικῆς Παναγιώτης Τρεμπέλας , ὑπέρ τῆς εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωσης τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας «χωρίς ὑπερβολές στήν ἀπαγγελία, σεμνά καί μέ ἱεροπρέπεια, τόσο δέ δυνατά ὅσο νά εἶναι δυνατή ἡ ἀκρόασή τους» . Τό μέ ἥσυχο τρόπο καί εἰρηνικό ἄκουσμα τῶν εὐχῶν δέν ἔρχεται σ’ ἀντίθεση μέ τό «μυστικῶς». Ἀπεναντίας τό ἐνισχύει διότι κρατᾶ τό νοῦ τῶν πιστῶν μέ προσοχή στά λεγόμενα, γιά νά ἐντυπώνονται κατά τόν Κολλυβᾶ ἅγιο Νικόδημο τά λόγια στήν καρδιά των. Προετοιμάζονται ἐπίσης καλύτερα γιά νά προσέλθουν στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί διασφαλίζεται ἡ ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ὁ ἱερεύς μέ τό νά ἀναγινώσκει τίς εὐχές εὐχαριστεῖ, ἀλλά καί τό πλήρωμα τῶν πιστῶν μέ τό νά ἀκούει τίς εὐχές καί νά ἀπαντᾶ μέ τό «Ἀμήν» συμμετέχει στά τελούμενα καί οἰκοδομεῖται . Αὐτό ἄλλωστε εἶναι καί τό αἰτούμενο στή θεία Λειτουργία, ἡ μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης συμμετοχή στήν τράπεζα τοῦ λόγου, ἀλλά καί στήν τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας.






φωτογραφία: ἁγιορείτκο σχέδιο τοῦ Doug Patterson




ΣΧΟΛΙΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ:
Τό κείμενο τοῦ σεβαστοῦ καθηγητοῦ συνοδευόταν ἀπό τίς σχετικές παραπομπές, οἱ ὁποῖες λόγω τεχνικῶν δυσκολιῶν δέν ἀναρτήθηκαν.

Γιά σφαιρικότερη ἐνημέρωση περί τῶν διαφόρων ἀπόψεων γιά τά θέματα πού ἀναπτύχθηκαν στό ἀνωτέρω ἄρθρο, οἱ ἀναγνῶστες τοῦ Ἁγιορείτικου Λόγου μποροῦν νά διαβάσουν τήν Ἐπιστολή τοῦ ἀρχιμανδρ. Νικοδήμου Μπαρούση πρός τό περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ (ἔτος 60, τεῦχος 5, Μάϊος 2011, σ. 23-26), πού ἀποτελεῖ κριτική στό παραπάνω ἄρθρο.