Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΩΝΑΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ



ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΡΙΧΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ 9-11 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012










Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης
Βιβλιοθηκάριος Σκήτης Καυσοκαλυβίων Ἁγίου Ὄρους
Ὑποψήφιος Διδάκτωρ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Ὁ λόγιος Ἁγιορείτης ἱερομόναχος Ἰωνᾶς Καυσοκαλυβίτης (+ 1765) ὁ Αἰτωλός

«Ἰδοῦ πάτερ ἐπιτέλεσα τήν ἐντολή σου καί ἀνήγειρα μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ τοῦτον τόν θεῖον ναόν, εἰς δόξαν τῆς πανάγνου Θεοτόκου καί τόν διακόσμησα μέ ὄμορφες ἁγιογραφίες, καθώς ἐσύ μέ ὑπέταξες ὅταν προσθῆλθα σέ σένα καί μέ ἀνέδειξες πνευματικό σου τἐκνο καί μέ ἐνέδυσες τό μοναχικό σχῆμα. Σέ παρακαλῶ λοιπόν, μή παύσεις νά μέ προστατεύεις, μαζί μέ τόν Ρωμανό καί τόν Παχώμιο ἀλλά καί τούς ἄλλους ἁγίους μάρτυρες καί ὁσίους, ὅπως ζήσω μέχρι τέλος θεάρεστα, καί ἀξιωθῶ νά συναυλισθῶ μαζί σας στόν παράδεισο, μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τίς ἱκεσίες σας, στούς αἰώνες πού δέν μετριοῦνται.
Τλήμων Ἰωνᾶς (ταλαίπωρος) δηλ. Ἰωνᾶς Αἰτωλός
ρακενδύτης. Κατά τό ἔτος1759, τό μήνα Ἰούλιο, ὁλοκληρώθηκε
».


Αὐτά σημειώνει σέ ἐπιτοίχια κτητορική ἐπιγραφή ὁ ἱερομόναχος Ἰωνᾶς ὁ Καυσοκαλυβίτης ὁ Αἰτωλός, γιά τήν ἱστόρηση τοῦ παρεκκλησίου τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, τόν ὁποῖο ἀνήγειρε στά 1747.
Γεννημένος, τό πιθανότερο, στό τελευταῖο τέταρτο τοῦ 17ου αἰώνα, ὁ παπα-Ἰωνᾶς (†1765) σπούδασε τά ἐγκύκλια γράμματα τῆς θύραθεν παιδείας στίς ἀγραφιώτικες Σχολές Βραγγιανῶν καί Καρπενησίου, ἔχοντας διδάσκαλό του τόν ἅγιο Εὐγένιο τόν Αἰτωλό τόν Γιαννούλη καί συμμαθητή του τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, μέ τόν ὁποῖο συνδέθηκε πνευματικά περισσότερο, κατά τήν παραμονή τοῦ τελευταίου στόν Ἄθω. Στίς παραπάνω Σχολές, ὁ «ὁσιώτατος ἱερομόναχος Ἰωνᾶς», ὅπως τόν ἀποκαλεῖ ὁ διδάσκαλός του ὅσιος Εὐγένιος Αἰτωλός, καλλιέργησε τόσο τά ἱερά γράμματα ὅσο καί τά ἐγκύκλια γράμματα τῆς θύραθεν παιδείας, ἀφοῦ διδάχθηκε τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, ποιητική (μετάφραση καί ἑρμηνεία ἔργων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας καί ἐκκλησιαστικῆς φιλολογίας καί ὑμνογραφίας), θεολογία, φιλοσοφία, ρητορική καί στοιχειώδη ἰατρική. Τίς σπουδές του συμπλήρωσε στήν ἀκμάζουσα τότε Σχολή τῆς Ἀδριανουπόλεως.
Πρίν ἀπό τό ἔτος 1722 φθάνει στόν Ἅγιον Ὄρος καί ὑποτάσσεται στόν «μέγα ἐν ἀσκηταῖς» ὅσιο Ἀκάκιο τόν Καυσοκαλυβίτη τόν ἐκ Ἀγράφων. Ἀξιώθηκε ἐπίσης νά γνωρίσει καί τόν ὁσιομάρτυρα Νικόδημο καθώς καί νά συνασκηθεῖ στήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου μέ τόν τελευταῖο ἀπό τούς ὑποτακτικούς-νεομάρτυρες πού ἀνέδειξε ὁ ὅσιος Ἀκάκιος, τόν ὁσιομάρτυρα Παχώμιο τόν Ρῶσο.
Ὡς πνευματικός, ὁ παπα-Ἰωνᾶς ἐξυπηρέτησε –κατόπιν προσκλήσεων τοῦ Πατριαρχείου- τούς ὁμογενεῖς πιστούς τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Μετά τήν κοίμηση τοῦ ὁσίου Ἀκακίου στά 1730, ὁ παπα-Ἰωνᾶς, ὡς Δικαῖος πλέον τῆς Σκήτης Ἁγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων, φρόντισε παντοιοτρόπως γι’ αὐτήν. Κατόπιν ἐνεργειῶν του, ἡ Σκήτη ἔλαβε νομική ὑπόσταση ἀπό τήν κυρίαρχο Μονή Μεγίστης Λαύρας, ἡ ὁποία τό ἔτος 1746 ἐξέδωσε τό συστατήριο ἔγγραφο τῆς Σκήτης. Στά 1747 ἀνακαινίζει τήν ἁγιοτόκο Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, κτίζοντας ὡς παρεκκλήσι της τόν περικαλλή ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί φροντίζοντας συγχρόνως νά ἱστορηθεῖ ὁ παραπάνω ναός στά 1759, ἐκπληρώνοντας σχετική ἐπιθυμία τοῦ γέροντός του ὁσίου Ἀκακίου, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ σχετική κτιτορική ἐπιγραφή.
Μέ δική του φροντίδα καί ἐνέργειες κτίστηκε καί διακοσμήθηκε ὁ Κυριακός ναός τῆς Σκήτης, στά 1745. Φρόντισε μάλιστα νά τοιχογραφηθεῖ, τό δεύτερο μισό τοῦ 18ου αἰ.
Ἀργότερα βρίσκουμε τόν Ἰωνᾶ νά λαμβάνει μέρος στήν περί ἀναβαπτισμοῦ θεολογική ἕριδα, πού ἀφοροῦσε στόν τρόπο ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν (κυρίως τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί τῶν Ἀρμενίων) στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ ὁποία ἐκδηλώθηκε μεταξύ ἐκκλησιαστικῶν κύκλων τῆς Κωνσταντινουπόλεως μετά τό 1750. Ἡ στάση του πάντως ἐπικρίθηκε ἀπό τόν οἰκουμενικό πατριάρχη Καλλίνικο Γ΄ (1757).
Σύμφωνα μέ τόν Ἁγιορείτη ἱστορικό ἱερομόναχο Θεοδώρητο τόν ἐξ Ἰωαννίνων τόν Λαυριώτη, ὁ παπα-Ἰωνᾶς ἦταν «περίφημος πνευματικός καί φιλόλογος... πολλάκις ἀπελθών εἰς Κωνσταντινούπολιν χάριν πολῶν ζητούντων αὐτόν».
Ὁ Ἰωνᾶς διατηροῦσε πνευματικούς δεσμούς μέ τόν ὅσιο Μακάριο τόν Καλογερᾶ, ἱδρυτή καί πρῶτο σχολάρχη τῆς Πατμιάδος Σχολῆς, μέ τόν ὁποῖο ἄλλωστε ἀλληλογραφοῦσε καί ἀπό τόν ὁποῖο δεχόταν πνευματικές συμβουλές, μετά τήν κοίμηση τοῦ Γέροντός του ὁσίου Ἀκακίου.
Ἡ πλούσια φιλολογική δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἰωνᾶ χρωματίζεται κυρίως ἀπό τή μνημειώδη συλλογή του μέ τήν ἐπωνυμία Βίοι νεοφανῶν Μαρτύρων ἐν τῇ καθομιλουμένῃ. Στό πολύ σημαντικό αὐτό πρωτογενές ὑλικό τῶν νεομαρτυρολογικῶν αὐτῶν κειμένων, στηρίχθηκε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γιά τή συγγραφή τοῦ Νέου Μαρτυρολογίου του, τό ἔτος 1799, χρησιμοποιῶντας εἴτε αὐτούσιες ἐκφράσεις εἴτε κάνοντας ἐπιτομή ἀπό τά συναξάρια πού συνέταξε ὁ παπα-Ἰωνᾶς. Τό πιθανότερο εἶναι ὁ παπα Ἰωνᾶς νά ἔγραψε τή Συλλογή τῶν νεομαρτυρολογίων του μετά τό 1740. Κι αὐτό, καθώς σέ ἰδιόγραφο κώδικα τοῦ γνωστοῦ Σκοπελίτη λογίου μοναχοῦ Καισάριου Δαπόντε πού φυλάσσεται σήμερα στήν Ἁγία Πετρούπολη καί στόν ὁποῖο ἐμπεριέχεται ἀντίγραφο τῆς παραπάνω Συλλογῆς ὁ γραφέας, ἀντιγράφει καί σημείωση τοῦ παπα-Ἰωνᾶ στό μαρτύριο τοῦ παπα-Κωνστάντιου τοῦ Ρώσου, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὅτι ὁ παπα Ἰωνᾶς συλλειτούργησε κάποτε στό Καθολικό τῆς Μεγίστης Λαύρας μέ τούς μητροπολίτες Ἰωαννίκιο Λήμνου καί Νεόφυτο Ἄρτης τόν Μαυρομάτη, τόν ὁποῖο μάλιστα ἀποκαλεῖ ‘‘μακαρίτη’’. Ὡς γνωστόν, ὁ φιλόμουσος μητροπολίτης Ἄρτας ἐκοιμήθη καί ἐτάφη τό ἔτος 1740 στή Μεγίστη Λαύρα.
Στό τέλος τῆς Συλλογῆς καταγράφεται ὁ ἐκτενής Βίος καί ἡ Πολιτεία τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, στόν ὁποῖο συμπεριλαμβάνονται καί τά μαρτύρια τῶν μαθητῶν του, Ρωμανοῦ καί Παχωμίου τῶν Νεομαρτύρων.
Ἐκτός ἀπό τά πρωτόγραφα αὐτά συναξάρια, ὁ παπα-Ἰωνᾶς ἔχει μεταφράσει στήν ἁπλοελληνική ἀρκετά ἀπό τά μαρτύρια πού συνέταξε ὁ Μέγας Λογοθέτης Ἰωάννης Καρυοφύλλης (†1693), τά ὁποῖα περιέχονται σ᾿ ὅλες τίς ἐκδόσεις τοῦ Νέου Μαρτυρολογίου τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
Ταπεινά φρονοῦμε ὅτι καί μόνη ἡ παραπάνω προσφορά τοῦ ἱερομονάχου Ἰωνᾶ Καυσοκαλυβίτου στήν Ἐκκλησία καί στό Γένος μας, θά ἦταν ἀρκετή γιά νά ἀποσπάσει τή βαθειά μας εὐγνωμοσύνη. Κι αὐτό καθώς εἶναι εὐρύτερα πλέον ἀποδεκτό πώς, κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, τό μόνο ἀνάχωμα καί ἡ μόνη δύναμη πού μποροῦσε νά ἀνακόψει τό συνεχῶς διογκούμενο κύμα τοῦ ἀφελληνισμοῦ -ἀποτελέσματα τῆς μακραίωνης σκλαβιᾶς, βίας καί παντοδαποῦς καταπίεσης τῶν Ρωμηῶν ἀπό τούς Ὀθωμανούς κατακτητές- ἦταν οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες. Αὐτοί ἀναζωογόνησαν τήν κλονιζόμενη πίστη τῶν συγχρόνων τους χριστιανῶν, ἐπισφραγίζοντας καί ἀνακαινίζοντάς την. Τά Νεομαρτυρολογικά κείμενα, ὅπως αὐτά πού συνέταξε ὁ Ἰωνᾶς, ὀφέλησαν πνευματικά τούς μοναχούς καί ταυτόχρονα συνέβαλαν στή διάσωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ συγγραφή καί ἡ ἀντιγραφή αὐτῶν, μαρτυροῦν τή μεγάλη συμβολή τῶν ἁγιορειτῶν μοναχῶν στή διατήρηση ἀκμαίου τοῦ φρονήματος Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας. Ἡ συμβολή τοῦ Ἁγίου Ὄρους στήν ἀνάδειξη νεοφανῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι μεγάλη καί οὐσιαστική. Τουλάχιστον τό ἕνα τρίτο αὐτῶν εἶναι Ἁγιορεῖτες ἤ πνευματικά τέκνα Ἁγιορειτῶν πατέρων. Οἱ τελευταῖοι, ὅπως ὁ Ἰωνᾶς ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὄχι μόνο ἐξέθρεψαν καί ἄνδρωσαν πνευματικά τούς νεοφανεῖς μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ἀκολούθως πρόβαλαν τούς ἀγῶνες τους συστηματικά, πρός ὄφελος τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ.
Ὡς δόκιμος ὑμνογράφος τώρα, ὁ παπα-Ἰωνᾶς συνέθεσε τήν Πανηγυρική Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου καί Κανόνα στόν ἅγιο Νεομάρτυρα Νικόλαο τόν Παντοπώλη, τόν ὁποῖο πρέπει νά γνώριζε καί προσωπικά καί ἴσως νά ἦταν παρών καί στό μαρτύριό του στήν Κωνσταντινούπολη. Τέλος, μία Ἀνθολογία Προσευχῶν πού σώζεται στόν ἰδιόγραφο κώδικα 74 Καυσοκαλυβίων, γνωστό καί ὡς ‘‘Προσευχητάριον παπα-Ἰωνᾶ’’ καθώς καί ἕνα ἔργο μέ Τύπους Ἐπιστολῶν, μποροῦν νά προστεθοῦν στόν κατάλογο τῶν μέχρι στιγμῆς εὑρεθέντων πονημάτων του.
Ὁ παπα-Ἰωνᾶς ἐκοιμήθη τό ἔτος 1765 στήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου στά Καυσοκαλύβια. Σύμφωνα μέ μαρτυρία, στό ὀστεοφυλάκιο τῆς Μεγίστης Λαύρας, σωζόταν ἡ κάρα τοῦ παπα-Ἰωνᾶ πάνω στήν ὁποία ἀναγραφόταν: «Ὁ Ἰωνᾶς οὗτος ἦν ὁ συγγράψας τούς βίους πολλῶν Νεομαρτύρων».


ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΣ ΤΟΥ π. ΠΑΤΑΠΙΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012