Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

ΑΓΙΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΚΑΝΩΝ ΧΑΡΜΟΣΥΝΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟΝ

   
  Ἁγίου Ἰσιδώρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (1347-1350), Κανών χαρμόσυνος εἰς τόν Τίμιον Πρόδρομον*
                                                           τοῦ
                                Παταπίου  μοναχοῦ  Καυσοκαλυβίτου

                                                           

   
     Ὁ Ἁγιορείτης ἅγιος Ἰσίδωρος Α΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1347-1350)[1],  πού τό ἐπώνυμό του ἦταν Βουχειρᾶς[2] (ἤ Βουχηρᾶς), γεννήθηκε στήν «πάλαι τε καί νῦν περιφανῆ ἐν πόλεσι τῷ ὄντι Θεσσαλονίκη»[3], τό β΄ μισό τοῦ 13ου αἰ. Οἱ γονεῖς του κατάγονταν ἀπό τή Χίο καί ὁ Ἰσίδωρος ἦταν τό πρῶτο ἀπό τά ἐννέα παιδιά τους. Ὡς νέος, σπούδασε ὅλα τά ἐγκύκλια γράμματα[4] τῆς ἐποχῆς του, σέ βαθμό ὥστε νά γίνει ἀργότερα καί διδάσκαλος ἄλλων[5].
  Ὅμως "ποθῶν τόν βίον τῆς ἀσκήσεως" ἐλκύστηκε στή μοναχική ζωή ἀπό τό μοναχό Γεράσιμο" τόν πάλαι μέν Ἀθηνῶν ὁρμώμενον, παρά δέ τῷ θαυμαστῷ Γρηγορίῳ τοῦ Σιναίου καί τῆς ἐν αὐτῷ λαμπρότητος καί θεοφανείας ἄρτι κατιόντι τότε...".[6] Ἀργότερα ἀναχώρησε γιά "τήν τῶν μοναχῶν ἐξαίρετον χώραν, τό τῆς ἀρετῆς παντοδαπόν ἐργαστήριον, τό κατάλληλον ὑπέρ πάντα ψυχῆς τε καί σώματος ἐνδιαίτημα τοῖς σπουδαίοις γε τῶν ἀνδρῶν, τόν ἱερόν Ἄθω ...", καθώς ὁ ἴδιος ὁ Ἰσίδωρος ὀνομάζει τό Ἅγιον Ὄρος[7]. Ἐκεῖ ἔζησε ὑπό τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου.
   Ἐξ αἰτίας ὅμως τῶν ἐπιδρομῶν πού εἶχαν ἤδη ἀρχίσει οἱ Τούρκοι νά πραγματοποιοῦν στά ἀθωνικά παράλια, πολλοί ἀναχωρητές ἀναγκάστηκαν νά καταφύγουν σέ πόλεις ἤ ὀχυρωμένα μοναστήρια γιά περισσότερη ἀσφάλεια. Ἀνάμεσά τους καί ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης μέ τούς ὑποτακτικούς του, μετέπειτα οἰκουμενικούς πατριάρχες Ἰσίδωρο καί Κάλλιστο. Ἔτσι, γύρω στά 1325, ἐγκαταλείπουν τή σκήτη Μαγουλᾶ, κοντά στή σκήτη Γλωσσίας, καί καταφεύγουν στή Θεσσαλονίκη. Μόλις περιορίστηκε ὁ κίνδυνος ἀπό τίς ἐπιδρομές, ὁ Ἰσίδωρος ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἔλαβε τό μοναχικό σχῆμα ἀπό τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ[8] .
   Ἀργότερα, περί τό 1336, ἀναχώρησε γιά τή Θεσσαλονίκη, ἀπ' ὅπου  βοήθησε στήν ἀντιμετώπιση τοῦ κινδύνου τῆς ξένης πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση ἑτεροδιδασκαλείας τοῦ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου. Τό χειμώνα τοῦ 1341 ὁ Ἰσίδωρος, μαζί μέ τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ καί ἄλλους " ὁμότροπους καί φίλους ", ἀναχώρησαν ἀπό τή Θεσσαλονίκη γιά τήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου, ὅπως εἶναι γνωστό, στή σύνοδο τῆς 10ης Ἰουνίου τοῦ 1341, δικαιώθηκε ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Τόν ἴδιο χρόνο ὁ Ἰσίδωρος ἐξελέγη Μητροπολίτης Μονεμβασίας. Ὅμως ὁ Ἰσίδωρος πού ἐπρόκειτο νά χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος τά Χριστούγεννα τοῦ 1342, ἀρνήθηκε νά συμμορφωθεῖ μέ τήν ἀξίωση τοῦ Πατριάρχη Ἰωάννη τοῦ ΙΔ’ τοῦ Καλέκα νά ἀποκηρύξει τόν Παλαμᾶ. Γιά τό λόγο αὐτό παρέμεινε στήν Κωνσταντινούπολη ὡς ὁ "ὑποψήφιος Μονεμβασίας"[9]. Στίς 4 Νοεμβρίου τοῦ 1344 γιά λόγους πολιτικούς καί ἐπειδή ἀκολουθοῦσε τόν Παλαμᾶ, ὁ Ἰωάννης ΙΔ’ Καλέκας, καθήρεσε τόν Ἰσίδωρο ἀπό ὑποψήφιο μητροπολίτη Μονεμβασίας.  Ὅταν ἀργότερα, στή σύνοδο τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1347,  ὁ Ἰωάννης ΙΔ’ Καλέκας παύθηκε ἀπό πατριάρχης, κλήθηκε ὁ Ἰσίδωρος νά ἀναλάβει τόν οἰκουμενικό θρόνο (ἐκλέχτηκε πατριάρχης στίς 17 Μαΐου τοῦ 1347).
  Ἔτσι, σέ μία πολλή δύσκολη περίοδο, ὅπου οἱ πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές ἔριδες βρίσκονταν σέ ὄξυνση, ἀνέλαβε τήν πατριαρχία ὁ Ἰσίδωρος. Μία ἀπό τίς πρῶτες του πράξεις, ἦταν ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, τόν ὁποῖο χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Σάν πατριάρχης ὁ Ἰσίδωρος, ἀνάμεσα στά ἄλλα, ἐνδιαφέρθηκε γιά τά ἐνοριακά δίκαια τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, γιά τήν τόνωση τῶν σχέσεων τῶν ἐκκλησιῶν Κωνσταντινουπόλεως καί Ρωσίας καί τήν ἵδρυση νέων μονῶν[10]. Γιά λόγους ὑγείας, τόν Φεβρουάριο-Μάρτιο τοῦ 1350, ὁ Ἅγ. Ἰσίδωρος ἀποσύρθηκε ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο[11]. Πέθανε λίγο ἀργότερα, τήν ἄνοιξη τοῦ 1350, ἐνῶ νωρίτερα εἶχε συντάξει τήν Διαθήκη του[12]. Ἐπίγραμμα ἐγκωμιαστικό πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Ἰσιδώρου, συνέθεσε λίγο μετά τόν θάνατό του, ὁ συμπατριώτης του ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας[13].

    Ὁ ἅγ. Ἰσίδωρος Α Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως , εἶναι γνωστός ἀπό τίς πηγές ὄχι τόσο γιά τό συγγραφικό του ἔργο, ὅσο γιά τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του καί τή συμβολή του στή νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας, μέ τήν ἐπικράτηση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὡστόσο καί τό συγγραφικό του - καί ἰδιαίτερα τό ὑμνογραφικό - ἔργο δέν εἶναι ἀμελητέο.
   Ἀπό τά ὑμνογραφήματά του γνωστότεροι εἶναι οἱ δογματικοί καί τριαδικοί ὕμνοι μέ ἡσυχαστικές θεολογικές ἀπηχήσεις, πού ὁ Ἰσίδωρος συνέθεσε στά πλαίσια μιᾶς λειτουργικῆς μεταρρυθμίσεως[14]. Ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ νέοι Ἰσιδώρειοι ὕμνοι παραδόθηκαν στό πῦρ μέ ἐντολή τοῦ αὐτοκράτορα Καντακουζηνοῦ[15] · πληροφορία πού δύσκολα γίνεται ἀποδεκτή[16]. Ἀποσπάσματα ἀπό τούς τριαδικούς ὕμνους τοῦ Ἰσιδώρου, πού ὁ ἴδιος τό φθινόπωρο τοῦ 1347 " προσέταξεν " νά ψάλλονται δημόσια στή θεία λατρεία[17], παραθέτουν ὁ Μανουήλ Καλέκας[18] καί ὁ Δημήτριος Κυδώνης[19]. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μάλιστα ἔγραψε σχετικό Λόγο μέ τίτλο Λόγος διασαφῶν...Ἔστι δέ οὗτος ἀντιρρητικός πρός Ἀκινδύνου λόγον, ἐν ὧ διασύρειν ἐπιχειρεῖν καί θεολογικόν τροπάριον Ἰσιδώρου, τοῦ παναγιωτάτου πατριάρχου.[20]
   Στόν ἅγ. Ἰσίδωρο ἀποδίδονται ὕμνοι Ἀκάθιστοι  στόν ἀρχιστράτηγον Μιχαήλ, Ἰωάννην τόν Πρόδρομον[21], ἅγ. Νικόλαον, Τίμιον Σταυρόν, στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, στούς Ἀποστόλους Πέτρο καί Παῦλο καί στούς ἁγ. Πάντες[22]. "Τῷ Ἀλλατίῳ ἦτο γνωστός καί κανών εἰς τόν Ἅγ. Δημήτριον, παρά δέ Γερβέρτῳ καί κανόνες διηρημένοι εἰς στίχους καί ἡμιστίχους ἵνα ψάλλωνται οἱ ὕμνοι διά τακτικοῦ ρυθμοῦ καί μέτρου"[23]. Στίχους τοῦ Ἰσιδώρου μελοποιεῖ ὁ Κορώνης Ξένος[24].

   Ἕνα ἀπό τά ἀνέκδοτα ποιήματα τοῦ Ἁγ. Ἰσιδώρου εἶναι καί ὁ σήμερα πρωτοεκδιδόμενος Κανόνας πρός τόν Τίμιο Πρόδρομο. Ὁ κανόνας παραδίδεται ἀπό τούς ἐξῆς χειρόγραφους κώδικες :
-  Μονῆς Μεγ. Λαύρας Ἁγ. Ὄρους (Καθολικόν) 65, ΙΗ αἰ., φ.φ. 1-8β, Κανών χαρμόσυνος εἰς τόν Τίμιον Πρόδρομον καί προφητῶν ὑπέρτερον καί βαπτιστήν τοῦ Κυρίου χαριτώνυμον Ἰωάννην ἀναγινωσκόμενος τῇ Δευτέρᾳ ἑσπέρας εἰς τό Ἀπόδειπνον ποίημα Ἰσιδώρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, οὗ ἡ ἀκροστιχίς : " Χαῖρε προσάδω σοί χαρᾶς τῷ Προδρόμῳ Ἰσίδωρος " [25].
- Μονῆς Διονυσίου Ἁγ. Ὄρους 420, φ.φ. 312β-316 . Ὁ κώδικας αὐτός περιέχει: Μηναῖον μηνός Ἰουνίου, " Ἀκολουθία Ἁγ. Διονυσίου τοῦ ἐν τῷ Ἄθῳ " καί " Ἀκολουθία εἰς τόν Τίμιον Πρόδρομον "[26].
-   Σκήτης Καυσοκαλυβίων Ἁγ. Ὄρους 228, φ.φ. 3α-8β.
-   Σκήτης Καυσοκαλυβίων Ἁγ. Ὄρους 112, σ.σ. 78-85.
-   Καλύβης Ἀκαθίστου Ὕμνου Σκήτης Καυσοκαλυβίων Ἁγ.Ὄρους[27], ΙΗ αἰ. " Κανών παρακλητικός εἰς τόν Τίμιον Πρόδρομον «Ποίημα Ἰσιδώρου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως» " [28] .
 - Κώδιξ Βιέννης Vindobonensis Theol. Gr. 187, φ.φ. 9β-14β.[29]
   
   Τό ἔργο ἐκδίδεται ἀπό τούς Κώδικες 228 καί 112[30] τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης Ἁγ. Τριάδος Καυσοκαλυβίων Ἁγ. Ὄρους. Μετά ἀπό μία σύντομη περιγραφή τῶν δύο κωδίκων, παραθέτουμε τό ἔργο.
   Α: Κώδ. 228, χαρτ. 0,14 Χ 0,21 τοῦ ΙΗ αἰ., φ.φ.16.  Στό ἐσώφυλλο ὑπάρχει ἡ σημείωση: "Τό παρόν βιβλίον εἶναι κτῆμα τῆς Καλύβης τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τῆς Θεοτόκου Σκήτης Καυσοκαλυβίων τοῦ Ἁγ. Ὄρους Ἄθω 1912". Περιέχει, ἐκτός ἀπό τόν δημοσιευόμενο Κανόνα (φ.φ. 3α-8β), Κανόνα παρακλητικό στόν Τίμ. Πρόδρομο, ποίημα Μαξίμου τοῦ Τριβόλη καθώς ἐπίσης ΚΔ’ Οἴκους στόν ἴδιο ἅγιο, ποίημα κι αὐτό Ἰσιδώρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ κώδικας εἶναι καλλιγραφημένος. Στάχωσις βυρσίνη μετά σκληροῦ χάρτου.
    Β:  Κώδ. 112, χαρτ. 0,23 Χ 0,165 ΙΘ’ αἰ. – Κ’ αἰ. , σ.σ. 192. Περιέχει ὑμνογραφήματα πρός τιμήν τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Συγκεκριμένα : Ὀκτώηχους κανόνες, ἔργα Ἰωάννου Εὐχαϊτῶν, Κανόνα παρακλητικό, ἔργο Μαξίμου τοῦ Τριβόλη, τόν σήμερα δημοσιευόμενο κανόνα (σσ. 78-85), ἕτερο κανόνα μέ ἀκροστιχίδα "Τόν θεομαρτύρητον Πρόδρομον μέλπω ", ΚΔ’ Οἴκους, ποίημα Ἰσιδώρου Κωνσταντινουπόλεως, Ἀκολουθία τῆς ΚΘ’ Αὐγούστου καί τέλος Ἀκολουθία τῆς ΚΔ’ Ἰουνίου. Γραφεῖς τοῦ κώδικα εἶναι ὁ μοναχός Διονύσιος Ἁγιοαρτεμίτης (ἀντιγραφή τοῦ ἔτους 1821) καί ὁ ἱερομόναχος Χαρίτων[31] (ἀντιγραφή τοῦ ἔτους 1896). Στάχωσις βυρσίνη μετά σκληροῦ χάρτου.

     Τῇ Δευτέρᾳ ἑσπέρας, Κανών χαρμόσυνος εἰς τόν Τίμιον καί Προφητῶν ἁπάντων ὑπέρτερον Πρόδρομον καί Βαπτιστήν τοῦ Κυρίου χαριτώνυμον Ἰωάννην.
  Ποίημα Ἰσιδώρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
         "Χαῖρε προσάδω σοί χαρᾶς τῷ Προδρόμῳ·  Ἰσίδωρος"[32]

                                            Ὠδή α’.  Ἦχος δ’.   Ἀνοίξω τό στόμα μου

    Χριστοῦ θεῖε Πρόδρομε, καί Βαπτιστά χαριτώνυμε, ὁ γνούς πλησθείς  χάριτος[33], Χριστόν ἐγγάστριον, ὤν ἐγγάστριος, καί χαίρων προσκυνήσας, εὐχαῖς μέ χαρίτωσον, χαίροντα ἅδειν σοι.

   Ἁγίοις ἐν ἅπασι, χαῖρε ὁ μείζων σύ[34] Πρόδρομε, μῆκος ἁγιότητος, χαῖρε οὐράνιον, καθαρότητος, τό θεῖον χαῖρε πλάτος, δι'οὗ ἡ[35] γῆ σύμπασα καθαγιάζεται.

   Ἰσάγγελε χαῖρέ μοι, τοῦ Γαβριήλ εὐαγγέλιον, ἐπίγειε Ἄγγελε τῆς παρουσίας Χριστοῦ, χαῖρε ἄνθρωπε, Θεοῦ τῆς βασιλείας, τῷ ὄντι οὐράνιε χαῖρε καί μέγιστε.

    Ῥημάτων σιώπησιν, χαῖρε ὁ λύσας γεννήτορος, μητέρα τήν ἄκαρπον, χαῖρε ὁ εὔκαρπον, δείξας Πρόδρομε, φωνή τοῦ Λόγου χαῖρε, τό[36] πρῶτον ἀμήτορος, εἶτα ἀπάτορος.

                                                                           Θεοτοκίον

   Ἐσκίρτησε Πρόδρομος, τόν ἀσπασμόν σου ὡς ἤσθετο, καί ἄσμασιν ἔκραζε, χαίρων ὡς ἅλμασι, χαῖρε πρόξενε, χαρᾶς τῆς παγκοσμίου, χαῖρε λύπης λύτρωσις, χαῖρε Θεόνυμφε.

                                                  Ὠδή γ’.                   Τούς σούς ὑμνολόγους

   Πανεύφημε χαῖρε Ἰωάννη, συμπέρασμα χαῖρε Προφητῶν, χαῖρε πασῶν συμφόρημα, τῶν ἀρετῶν θαυμάσιε, χαῖρε λαμπρόν θησαύρισμα, τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος.

  Ρυθμῷ σύν ἐνθέῳ Ζαχαρίας, ἐβόα σοι χαίροις τῷ υἱῷ, χαῖρε Κυρίου[37] Πρόδρομε, ἑτοιμαστά θαυμάσιε, χαῖρε πρόκριτε πάντιμε, τῆς μετανοίας διδάσκαλε.

  Ὁ λύχνος φωτός τοῦ ὑπερλάμπρου, ἀστήρ ὁ τόν ἥλιον Χριστόν, χαῖρε δεικνύων Πρόδρομε, χαῖρε φωστήρ θαυμάσιε, φωτίζων τήν ὑφήλιον, χαῖρε τό φῶς τῶν ὑμνούντων σε.

                                                                          Θεοτοκίον

   Σύν θαύματι μήτηρ τοῦ Προδρόμου, εὐλόγει σε Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, χαῖρε βοῶσα Πάναγνε· εὐλογημένη χαῖρέ μοι · τόν εὐλογοῦντα τά[38] σύμπαντα, χαῖρε καρπόν ἡ προσφέρουσα.

                                                          Ὠδή δ’.                 Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ

   Ἀκρασίας ἀναιρέτης, ὁ ὀξύς χαῖρε Πρόδρομε · παραινέτης χαῖρε, ὁ τῆς ἐγκρατείας σοφώτατος · χαῖρε κρατήρ εὐφροσύνης θεῖε πάροχε, καί καθάρσεως, χαῖρε λουτήρ πᾶσι πρόξενε.

    Διαπρύσιος τεράτων, τῶν Χριστοῦ χαῖρε Πρόδρομε, μέχρι γῆς περάτων, χαῖρε θεία σάλπιγξ  καί εὔσημος, χαῖρε φωνή ἐξ ἐρήμου διαγγέλουσα, τά σωτήρια, πᾶσι βροτοῖς εὐαγγέλια.

   Ὦ Προφῆτα ἐκ Προφήτου, καί τῆς στείρας τό βλάστημα, τῆς ἐρήμου θρέμμα,  θαῦμα κόσμου χαῖρε τό μέγιστον· χαῖρε δαιμόνων τό τραῦμα τό ἀνίατον·  χαῖρε νάμα θαυμάτων γλυκύ καί ἀείῤῥυτον.

                                                                             Θεοτοκίον

   Συγγενής σου Ἐλισάβετ, ἀνεφώνει σοι πόθεν μοι, ἵνα ἔλθῃ πρός με, Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου ὅθεν σοι, Χαῖρε ἁγνή προσεφώνει παμμακάριστε, χαῖρε Δέσποινα, χαῖρε πιστούς μακαρίζουσα.

                                                Ὠδή ε’.                   Ἐξέστη τά σύμπαντα

   Ὁ βίον τόν ἄτρεπτον, ἀσκήσας χαῖρε Πρόδρομε, χαῖρε ὁ οἰκήσας διά βίου, ἀπό σπαργάνων αὐτήν τήν ἔρημον · χαῖρε οὗ ἀκρίδες[39] ἡ τροφή, μέλι τε τό ἄγριον, καί τό ἔνδυμα τρίχινον.

   Ἰδίᾳ ὁ πάντοτε, διάγων χαῖρε Πρόδρομε · χαῖρε ὁ ἰδέας διά πάσης, τῆς θεωρίας ἐλθών καί πράξεως · χαῖρε ὀ ἐκ βρέφους τῷ Θεῷ, ὅλος ἀνακείμενος, καί ἀεί συγγινόμενος.

   Χαίροις ὁ ἐφάμιλλος, ἀγγέλων χαῖρε Πρόδρομε · χαῖρε ὁ προάγγελος ἀγγέλου, βουλῆς μεγάλης Θεοῦ τρισόλβιε· χαῖρε οὐρανός ὁ λογικός, δόξαν διηγούμενος, τοῦ Θεοῦ γῆν εἰς ἅπασαν.

   Ἁγνείας τό ἄγαλμα, καί παρθενίας χαῖρέ μοι · χαῖρε τῆς ἀσκήσεως Προφῆτα, καί τῆς ἀθλήσεως τό ἐκτύπωμα[40] · χαῖρε τῶν καλῶν ἡ προτροπή, χαῖρε φθεγγομένοις τε, καί σιγῶσι παραίνεσις.

                                                                               Θεοτοκίον

   Ῥημάτων ἡ δύναμις, σκιρτᾶν ποιεῖ[41] τόν Πρόδρομον, καί σύν τῇ μητρί βοᾶν Παρθένε · Χαῖρε ἡ Μήτηρ Θεοῦ δυνάμεως · χαῖρε ἀδυνάτων ἡ ἰσχύς, χαῖρε δι' ἧς δύναμις, τῶν ἐχθρῶν ἐξησθένησεν.

                                                   Ὠδή στ’.               Τήν θείαν ταύτην καί πάντιμον

    Ἀλείπτης χαῖρε ὁ πάνσοφος,  θεόπτης ὁ λαμπρός χαῖρε Πρόδρομε· χαῖρε ὁ ἕνωσιν, θείας Τριάδος εὑράμενος, τῆς ὑλικῆς δυάδος ἄνω γενόμενος.

   Σαρκός ὀστρέῳ κρυπτόμενος, σύ μάργαρος[42] φανείς χαῖρε Πρόδρομε · χαῖρε τό ὄργανον, Θεοῦ τῷ πλήκτρῳ κρουόμενον, τῆς Ἐκκλησίας χαῖρε καί θεῖον ἕρμαιον.

   Τῆς στείρας χαῖρε ὁ ἄσταχυς· τῆς κόρης ὁ κηρύξας τόν ἄσταχυν, χαῖρε τόν ἄσπορον, χαῖρε ὁ πείσας τόν ἄσταχυν, τῆς μετανοίας φέρειν, ὅν κἀγώ φέροιμι.

                                                                          Θεοτοκίον.

   Ὡς εἶδε[43] φέρουσαν ἥλιον, σέ ὄρθρος ὁ ἐκ στείρας τόν Κύριον, Χαῖρε προσῇδέ σοι, παστάς Θεοῦ ἡ ὑπέρφωτος, χαῖρε φωτός ἡ πύλη, χαῖρε Θεόνυμφε.

                Δόξα καί Νῦν[44].  Κάθισμα,  ἦχος δ’.        Ταχύ προκατάλαβε

   Τρυγών ἡ φιλέρημος, ὁ ἱερός Βαπτιστής, κηρύξας μετάνοιαν, καί φανερώσας Χριστόν, γενόμενον ἄνθρωπον, πάντων ἁμαρτανόντων, ἐγεννήθη προστάτης, πᾶσι χειμαζομένοις, βοηθῶν ἀεννάως. Αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.

                                              Ὠδή ζ’.                       Οὐκ ἐλάτρευσαν

   Ποταμός, ὁ νεκταρώδης χαῖρε Πρόδρομε, Χριστόν τόν Κύριον, βαπτίσας ἐν ποταμῷ, πυρί τόν βαπτίζοντα, καί θείῳ Πνεύματι· χαῖρε ἔνδοξε, δι' οὗ αὐτόν ἐγνώκαμεν, καί Θεόν καί κριτήν πάντων.

   Ῥύπους Πνεῦμα τό καθαῖρον χαῖρε Πρόδρομε, ἰδών ὡς περιστεράν · χαῖρε ἀμνόν τοῦ Θεοῦ, ὁ δείξας τόν αἴροντα, κόσμου τά πταίσματα· χαῖρε ἄνωθεν, ὅς τοῦ Πατρός ἀκήκοας, τῷ Υἱῷ προσμαρτυροῦντος.

   Ὁ ποιμήν τῶν τοῦ Χριστοῦ προβάτων Πρόδρομε, χαῖρε ὁ ἄγρυπνος · χαῖρε πλεόντων λιμήν, καί πλοῦς ὁ σωτήριος, καί κέρδους πρόξενε · χαῖρε θλίψεων, καί πειρασμῶν ἐν κλύδωνι, δεομένων τε ὁ ῥύστης.

   Διαθήκης τῆς ἐν νόμῳ τε καί χάριτος, ὁ μέσος χαῖρε μοι, χαῖρε ἀγγέλων βροτῶν, τό ξένον μεθόριον, ὦ χαριτώνυμε · χαῖρε κάλαμος, ὁ νόμον γράφων χάριτος, καί τό γράμμα διαγράφων.

                                                                       Θεοτοκίον

   Ῥήμασί σου τοῖς ἐνθέοις νῦν ἑπόμενοι, σέ μακαρίζομεν, χαῖρε βοῶντες Ἁγνή, τά σά μεγαλεῖα γάρ, ξένα καί ἄπειρα· χαῖρε βρότειον, φύσιν ἡ μεγαλύνασα· χαῖρε Κόρη Θεομῆτορ.

                                               Ὠδή η’.                 Παῖδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ

   Ὁ νέος Ἠλίας χαῖρε μάκαρ, Προφήτης καί ὁ Προφήτου περισσότερος· χαῖρε θεῖε Πρόδρομε, τόν προφητευόμενον, καί γάρ εἶδες ἐβάπτισας καί ἐμαρτύρησας, παρ' οὗ καί μεμαρτύρησαι πάλιν · ὅθεν σοι τό χαῖρε βοῶμεν ἐπαξίως.

   Μοιχείας ὁ ἔλεγχος Ἡρώδου, τό στέλεχος τῆς ἁγνείας χαῖρε Πρόδρομε· χαῖρε ὅτι δέδεσαι, ἐν τῇ εἱρκτῇ καί τέτμησαι, τήν παναγίαν Κάραν σου διά τόν Κύριον· ὅν χαίρων καί ἐν Ἄδῃ[45] κηρύττεις · ὅν καί ἐκδυσώπει ὑπέρ τῶν σέ ὑμνούντων.

   Ὦ χαῖρε κρηπίς τῶν Ἀποστόλων· ὦ χαῖρε τῶν Μαρτύρων τό παράδειγμα, Προφητῶν τό σφράγισμα, Ἀσκητῶν πρωτότυπον, καί τῶν Ὁσίων ἔξαρχος πάντων τό καύχημα· ἀγλάϊσμα καλλώπισμα χαῖρε, Πρόδρομε Κυρίου, ἡμῶν προστάτα θεῖε.

   Ἰδία φωνή τοῦ Λόγου χαῖρε, ἡλίου δικαιοσύνης λύχνε πάμφωτε· χαῖρε φίλε γνήσιε, τοῦ Νυμφίου Πρόδρομε, καί Βαπτιστά διάκονε, μύστα Ἀπόστολε, Χριστοῦ καθηγητοῦ καί Δεσπότου· χαῖρε στρατιῶτα τοῦ πάντων Βασιλέως.

                                                                       Θεοτοκίον

   Συμφώνως ὑμνοῦμέν σε Παρθένε, εἰς ἕν συνελθοῦσα Κτίσις ἅπασα, χαῖρε σοι κραυγάζοντες, ἡ κοινή πανήγυρις, χαῖρε κοινή βελτίωσις, πάντων τελείωσις, ὡς κτίστην τῶν ἁπάντων τεκοῦσα· χαῖρε Θεοτόκε ἡ πάντων σωτηρία.

                                                          Ὠδή θ’.                 Ἅπας γηγενής

   Ἵλεως ἡμῶν, ἐπάκουσον Πρόδρομε, πίστει βοώντων σοι, χαῖρε στύλε πύρινε, ἐκ γῆς ὁ ἄγων πρός τά οὐράνια· χαῖρε νεφέλη σκέπουσα πάντας ἐκ θλίψεων[46] χαῖρε μάννα · σύ γάρ πᾶσιν ἅπαντα, καί παρέχεις[47] ἑκάστῳ τό πρόσφορον.

   Δίδου κατ' ἐχθρῶν, τά τρόπαια Πρόδρομε, πιστοῖς τοῖς ἅναξι, χαῖρέ σοι προσάδουσι, τῆς Ἐκκλησίας τεῖχος ἀπόρθητον· χαῖρε ἀνάκτων τίμιον, στέφος διάδημα[48]· πολιτείας, χαῖρε ἡ κατάστασις, καί τοῦ κόσμου παντός περιφύλαξις.

    Ὦ[49]περιστερά, ἐλαίαν ἡ φέρουσα χαῖρε μετάνοιαν· χαῖρε ἡ μηνύσασα, τό θεῖον ἔαρ χελιδών Πρόδρομε· χαῖρε τρυγών φιλέρημος, ἀηδών εὔλαλε, Ἐκκλησίας· ἥν ἀνεπηρέαστον, ἐν εἰρήνῃ βαθεῖᾳ συντήρησον.

   Ῥίζης ἱερᾶς, φυτόν ἱερώτατον, χαῖρέ μοι Πρόδρομε· χαῖρε ὁ εἰς ἔρημον, ἀνθήσας ὥσπερ φοίνιξ ὑψίκομος, καί πληθυνθείς εἰς πέρατα γῆς τῷ κηρύγματι, ὡσεί κέδρος· χαῖρε ὁ τόν κόσμον νῦν, οὐρανόθεν κοσμῶν ταῖς πρεσβείαις σου.

  Ὄλβος τῶν πτωχῶν, τροφή χαῖρε Πρόδρομε, πεινόντων εὔπορος· χαῖρε ἡ παράκλησις, τῶν λυπουμένων, νοσούντων ἴασις, τῶν πειρασμῶν ἡ λύτρωσις, κοινόν ἐξίλασμα, καί πρεσβεία, πρᾶγμά τε καί ὄνομα, τό γλυκύ μοι σύ χαῖρε καί σῶσον με.
                                                                              Θεοτοκίον

   Σῶσον δυσωπῶ, ὑμνεῖν καί προσάδειν σοι, Κόρη τολμῶντά με· χαῖρε ὑπερύμνητε, Χριστόν τεκοῦσα τόν ὑπερύμνητον· χαῖρε τῆς ἀϊδίου μου χαρᾶς ἡ πρόξενος, Θεοτόκε· χαῖρε σωτηρίας μου, ἡ ἰσχύς μου καί ἆσμα καί ὕμνησις.

   Καί εὐθύς μετά τήν τελείωσιν τοῦ κανόνος, ἀναγινώσκονται οἱ εἰς τόν αὐτόν ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζονα θεομαρτύρητον πανένδοξον Πρόδρομον καί βαπτιστήν Ἰωάννην, κατά Ἀλφάβητον κδ’ Οἶκοι, ποίημα τοῦ αὐτοῦ Ἰσιδώρου Κωνσταντινουπόλεως...
                                                               
                        Monk Patapios of the Skete of Kausokalyvia, Mount Athos.
       St. Isidore I, Patriarch of Constantinople. Canon in honour of St. John the Baptist.

   In this article is published the previously unpublished canon in honour of St. John the Baptist, written  by St. Isidore I, Patriarch of Constantinople (1347- 1350), from the manuscripts 228 and 112 of the Library of the Skete of Kausokalyvia, Mount Athos.



* Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδ. Βυζαντινός Δόμος 14 (2004-2005), σ. 215-224.
    [1]  Ὁ Βίος τοῦ Ἁγ. Ἰσιδώρου, συντάχθηκε ἀπό τόν Ἅγ. Φιλόθεο τόν Κόκκινο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Πρωτοεκδόθηκε ἀπό τόν Ἀ. Παπαδόπουλο- Κεραμέα, << Zitija dvuh vselenskih patriarhov XIV v. >>, Zapiski Istoriko- filologiceskago Faculteta Imperatorskago S. Peter- burgskago Universiteta 76 (1905) 52- 149. Ἐπανεκδόθηκε μέ σχολιασμό ἀπό τόν Δημ. Τσάμη, Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου, Ἁγιολογικά Ἔργα, Α Θεσσαλονικεῖς Ἅγιοι, [Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως, Βίος καί πολιτεία καί Ἐγκώμιον τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Ἰσιδώρου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως], Κέντρο Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Θεσ/κη 1985, σ. 329-423. Στό ἐξῆς : Βίος Ἰσιδώρου.
   [2]  Βλ. Τόμος Ἰουλίου τοῦ 1347, P.G. 150, 883 D : "Ἰσίδωρον τόν ἐκ γένους ἐπονομαζόμενον Βούχειρα...".
   [3]  Βίος Ἰσιδώρου, κεφ. 2, στ.1-2. Ἐπίσης, Διαθήκη τοῦ αὐτοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κῦρ Ἰσιδώρου, ΑD(1) [στό ἐξῆς Ἰσιδώρου, Διαθήκη], Wienn 1860, ἔκδ.  Fr. Μiklosich- J. Muller, σ.287:  " Ἐμοί τύνοιν Θεσσαλονίκη πατρίς καί τροφός".
   [4]  Βίος Ἰσιδώρου, κεφ. 6, στ. 4-9 καί 15 :" ...ὡς οὐδείς τις τῶν κατ' αὐτόν σχεδόν ἄλλος, τή ἐγκύκλιον ἀσκεῖ πᾶσαν, ποιητῶν τε καί ῥητόρων ἀκροασάμενος ἱκανῶς καί γραμματικήν εἰς ἄκρον οὑτωσί κατορθώσας, ὡς μηδενί τινι τῶν κατ' ἐκεῖνο καιροῦ τῶν ἐπί τούτοις πρωτείων παραχωρεῖν...καί εἰς διδάσκαλον τοῖς ἄλλοις τῶν τοιούτων ἤδη τελεῖν". Βίος Ἰσιδώρου, κεφ. 6, στ. 4-9 καί 15.
   [5]  Γιά τό διδακτικό ἔργο τοῦ Ἰσιδώρου στή Θεσσαλονίκη βλ., Demetrius Cydones, Corrspondance [στό ἐξῆς Κυδώνη, Ἐπιστολή], (Studie e Testi 186), Citta del Vaticano 1956, σ. 287-288.
   [6]  Βίος Ἰσιδώρου, κεφ. 15, στ. 10-15. Γιά τόν μοναχό Γεράσιμο βλ. Γόνη Δημ., Τό συγγραφικόν ἔργον τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Καλλίστου Α, Ἀθῆναι 1980, σ. 64. Κυδώνη, Ἐπιστολή : 43 (1, σ. 77-78) καί Τόμος Ἰουλίου τοῦ 1347, P.G. 150, 881 D.
   6   Βίος Ἰσιδώρου, κεφ. 22, στ. 2-4.
   [8]   Βίος Ἰσιδώρου, κεφ. 25, στ. 6-8.
   8   Βίος Ἰσιδώρου, ὑποσ. 182, σ. 365.
  [10]   Γριτσόπουλου Τάσ., Ἰσίδωρος ὁ Α, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, " ΘΗΕ ", τόμ. 6, Ἀθῆναι 1965, σ. 1017-1018. Ἀνάμεσα στίς μονές ἀναφέρουμε αὐτήν τοῦ Ἁγ. Στεφάνου Μετεώρων.
  [11]  Βίος Ἰσιδώρου, ὑποσημ. 350, σ.418.
  [12]  Miklosich- Muller, Acta et diplomata, I, Βιέννη 1860-1890, σ. 287 κ. ἐξ.
  [13]  Λαούρδα Β., Νικολάου Καβάσιλα προσφώνημα καί ἐπιγράμματα εἰς Ἅγ. Δημήτριον, Ἐπετηρίς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν, ΚΒ (1952), σ.108- 109.
   [14]  Βίος Ἰσιδώρου, ὑποσημ. 230, σ. 382.
   [15]  Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ, Ἱστορία : Ioannis Cantacuzeni Historiarum 4, 3 (3 ), Bonn 1832, σ. 26. Ἐπίσης Νικηφόρου Γρηγορᾶ,  Ῥωμαϊκή Ἱστορία : Nicephori Gregora, Byzantina Historia, 16, 5 (2) Bonn 1830, σ.827-828.
   [16]  Βίος Ἰσιδώρου, ὑποσημ. 230, σ. 382.
   [17]  Darrouzes J., Les Regestes des actes du Patriarcat de Constantinople, Les actes des Patriarches I, Les Regestes de 1310 a 1376, ( 2293), Paris 1977, σ. 239, ὅπου παρατίθεται καί ἡ σχετική μέ τό πρόσταγμα αὐτό βιβλιογραφία.
   [18]  Περί οὐσίας καί ἐνεργείας, PG 152, 312 ΑΒ καί 321D -322Α
   [19]  Κατά τοῦ Παλαμᾶ, PG 154, 849Β καί 856Β.
   [20]  Κώδ. Διονυσίου 194, φ.φ. 1-12 καί Διονυσίου 167, φ.φ. 98-106.
   [21]  Ἐκτός ἀπό τόν κανόνα πού δημοσιεύουμε ἐδῶ, Ἰσίδωρος ἔχει συνθέσει καί ΚΔΟἴκους πρός τόν ἴδιο Ἅγιο (Κοντάκιον: " Τῷ ὑπέρ πάντας ἀληθῶς ἁγίοις μείζονι.." καί Ἐφύμνιον: " Χαῖρε κῆρυξ τῆς χάριτος"). Στή Βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ τῶν Καυσοκαλυβίων τό ἔργο παραδίδεται ἀπό τούς ἐξῆς κώδικες: 228 τοῦ ΙΗ αἰ., φ.φ. 9 -16 (ΚΔ Οἴκοι εἰς τόν μείζονα ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζονα θεομαρτύρητον πανένδοξον Πρόδρομον καί βαπτιστήν Ἰωάννην, ποίημα τοῦ αὐτοῦ Ἰσιδώρου Κωνσταντινουπόλεως), 162 τοῦ ἔτους 1894, σ.σ.81-96 (Οἴκοι Χαιρετήσιμοι εἰς τόν Πανένδοξόν τε καί Τίμιον Προφήτην Πρόδρομον καί Βαπτιστήν Ἰωάννην. Ποίημα Ἰσιδώρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως) καί 229 τοῦ τέλους τοῦ ΙΘ αἰ., φ.1(σώζονται μόνο οἱ δύο τελευταῖοι Οἴκοι καί τό Κοντάκιο). Ἐπίσης τό ἔργο παρέχεται σέ κώδικα τοῦ ΙΗ αἰ, τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγ. Εὐσταθίου τῆς ἴδιας Σκήτης (προσωπική αὐτοψία). Σύμφωνα δέ μέ τόν Κατάλογο τοῦ Εὐλ. Κουρίλα (Κατάλογος τῶν κωδίκων τῆς Καλύβης τῶν Ἰωασαφαίων καί 10 Καλυβῶν τῆς Ἱερᾶς Σκήτης Καυσοκαλυβίων, Paris 1930, σ.135 καί 116) τό ἔργο ὑπῆρχε καί σέ κώδικα τῆς Καλύβης τῆς Μεταμορφώσεως καί σέ ἄλλον τῆς Καλύβης τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Δέν κατάφερα νά ἐντοπίσω τούς κώδικες αὐτούς. Οἱ Οἴκοι πάντως ἐκδόθηκαν (προχείρως) ἀπό τόν ἱερέα Γεώργ. Βουτέρη, Ἀθῆναι 1921 καί πρόσφατα, περί τό 1995, ἀπό τήν Ἱ.Μονή Σταυροβουνίου Κύπρου, Ὑμνολόγιον χαρμόσυνον, χ.τ. ἔκδ. καί χ..
   [22]  Σχετικά μέ ἄλλους χειρόγραφους κώδικες πού διασώζουν ὑμνογραφήματα πού ἀποδίδονται στόν Πατριάρχη Ἰσίδωρο βλ. Filaret, Istoriceskij obzor pessopevcev greceskoj, Cernigov 1864, 445- 446. Ἐπίσης, Παπαδοπούλου Γεωργ., Συμβολαί εἰς τήν ἱστορίαν τῆς παρ' ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Ἐν Ἀθήναις 1890 (ἐπανέκδοση ὑπό τόν τίτλο  Ἱστορία Βυζαντινῆς Μουσικῆς, Ἀθήνα 2001), σ.σ. 270-271, C. Emereau, <<Hymnographi Byzantini >> , Echos d’ Orient 23, Paris 1924, σ. 283- 284. H. Follieri, Initia hymnorum ecclesiae Graecae, 5, Citta del Vaticano 1966, σ. 273 (Studi e Testi 215), J. Meyendorff, Introduction a l’ etude de Gregoire Palamas (Patristica Sorbonensia 3), Paris 1959, σ. 410 καί 375 καί  . Παπαηλιοπούλου-Φωτοπούλου, Ταμεῖον Ἀνεκδότων Βυζαντινῶν Ἀσματικῶν Κανόνων, Ἀθῆναι 1996.
   [23]  Παπαδοπούλου Γεωργ., Συμβολαί εἰς τήν ἱστορίαν τῆς παρ' ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Ἐν Ἀθήναις 1890 (ἐπανέκδοση ὑπό τόν τίτλο  Ἱστορία Βυζαντινῆς Μουσικῆς, Ἀθήνα 2001), σ.σ. 270-271.
   [24]  Γριτσόπουλου Τάσ., Ἰσίδωρος ὁ Α’, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, "ΘΗΕ", τόμ. 6, Ἀθῆναι 1965, σ. 1018.
  [25] Λαυριώτου Σπ.-Εὐστρατιάδου Σ., Κατάλογος τῶν κωδίκων τῆς Μεγίστης Λαύρας(τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει), Ἐν Κανταβριγίᾳ τῆς Νέας Ἀγγλίας, 1925 (ἐπανέκδοση, Νέα Ὑόρκη 1969) σ.376.
   [26]  S. Lambros, Catalogue of the Greek manuscripts on Mount Athos, τ.1, Amsterdam 1966, σ. 423.
  [27] Βλ. Εὐστρατιάδου Σωφρονίου, Ταμεῖον Ἐκκλησιαστικῆς Ποιήσεως, " Ἐκκλησιαστικός Φάρος " 45 (1946) σ.207.
   [28]  Βάσει τοῦ Καταλόγου τοῦ Εὐλ. Κουρίλα (Κατάλογος τῶν κωδίκων τῆς Καλύβης τῶν Ἰωασαφαίων καί 10 Καλυβῶν τῆς Ἱερᾶς Σκήτης Καυσοκαλυβίων, Paris 1930, σ.116.).  Πάντως ὁ κώδικας αὐτός τῆς ἐρειπωμένης Καλύβης τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, δέν βρίσκεται στή συλλογή τῶν κωδίκων της πού σήμερα φυλάσσονται στή βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων.
   [29] H. HUNGER- O. KRESTEN- CHR. HANNICK, Katalog der griechischen Handschriften der Osterreichischen Nationalbibliothek. Teil 3/2 : Codices Theologici 101- 200, Wien 1984, σ.379.
   [30]  Ἀρίθμηση βάσει τοῦ ὑπό δημοσίευση Καταλόγου τῶν χειρογράφων κωδίκων τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης Ἁγ. Τριάδος Καυσοκαλυβίων, ὑπό Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, βιβλιοθηκαρίου τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων.
   [31]  Παταπίου μον. Ἁγιορείτου, Χαρίτων ὁ Πνευματικός (1896-1906). Βίος καί Ἔργα, ἔκδ. Βρυέννιος, Θεσ/κη 2003.
   [32]  Ἡ Ἑ. Παπαηλιοπούλου-Φωτοπούλου (Ταμεῖον Ἀνεκδότων Βυζαντινῶν Ἀσματικῶν Κανόνων, Ἀθῆναι 1996, σ. 224) ἀναφέρει ὡς ἀκροστιχίδα τοῦ κανόνος τήν ἐξῆς: << Χαῖρε>> προσάδω σοι χαρᾶς τῷ Προδρόμῳ. Ἠσίδωρος, πιθανόν ἔχοντας ὑπ' ὅψιν της κάποιον ἀπό τούς παραδίδοντες τόν κανόνα κώδικες πού ἐμεῖς δέν εἴδαμε αὐτοπροσώπως καί στόν ὁποῖο παρέχεται τό τέταρτο τροπάριο τῆς ὀγδόης ὠδῆς νά ἀρχίζει ἀπό Η : Ἡδεῖα φωνή, ἀντί τοῦ Ι: Ἰδία φωνή πού παραδίδουν οἱ Καυσοκαλυβίτικοι κώδικες.

   [33]: θείας χάριτος Β //   34: σοί Β //  35: γῆ σύμπασα Β //   36: τόν Β.  

   // 37: Κυρίῳ Β // 38: σύμπαντα Β // [38]: ἀκρίδας  Β // 40: ἐντύπωμα  Β //  41: ποιεῖν  Β  


42:  μάργαρον  Β // 43: εἶδέ σε  Β // 44: Στόν κώδικα Α δέν ὑπάρχει τό παρόν κάθισμα // 45:  Ἄδου  Α.  

   [46]:  θλίψεως  Β // 47: διανέμεις  Β // 48: καί καύχημα  Β // 49 : Ὡς  Β.