Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ


Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου


Ὁ Ἁγιορείτης ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

(...) πανορθόδοξη μορφή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι ἴσως ἡ σημαντικότερη τῶν Ἁγιορειτῶν, γιά τόν 14ο αἰώνα, πού εἶναι καί ὁ χρυσός αἰώνας τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γεννήθηκε τό 1296 στήν Κωνσταντινούπολη καί ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, ὅπου ὑποτάχτηκε ἀρχικά στόν ἡσυχαστή Νικόδημο, σέ κελλί στά ὅρια τῆς μονῆς Βατοπαιδίου. Ἐκεῖ ἔζησε ἐν "νηστείᾳ καί ἀγρυπνίᾳ καί νήψει καί ἀδιαλείπτῳ προσευχῇ" ἐπί τρία χρόνια (1319-1322). Μετά τήν κοίμηση τοῦ γέροντά του καί τοῦ ἀδελφοῦ του Μακαρίου, εἰσῆλθε μαζί μέ τόν ἄλλο ἀδελφό του Θεοδόσιο στήν Μεγίστη Λαύρα τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου (περί τό 1319), ὅπου παρέμεινε ἐπί τρία ἔτη. Κατόπιν ἀποσύρθηκε σέ ἐρημητήριο τῆς τότε Σκήτης Γλωσσίας (στήν περιοχή τῆς σημερινῆς Προβάτας), ὅπου παρέμεινε κοντά στόν διδάσκαλο τῆς "ἡσυχίας" "Γρηγορίῳ τῷ πάνυ", τόν Δριμύ. Τό 1325 λόγω τῶν τουρκικῶν ἐπιδρομῶν καταφεύγει μαζί μέ ἄλλους ἡσυχαστές -ἀνάμεσα στούς ὁποίους ἦταν ὁ ὅσιος Γρηγόριος Σιναΐτης μέ τούς μαθητές του, Ἰσίδωρο καί Κάλλιστο, μετέπειτα Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως- στή Θεσσαλονίκη. Ἀπό τό 1326 καί γιά πέντε ἔτη, ἀσκήθηκε σέ ἐρημητήριο τῆς Σκήτης Βερροίας κοντά στόν Ἀλιάκμονα. Τό 1331, λόγω τῆς εἰσβολῆς τῶν Σέρβων στήν περιοχή τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταβίωσε στό Κάθισμα τοῦ Ἁγ. Σάββα, σέ ὕψωμα πάνω ἀπό τήν Μεγίστη Λαύρα. Περί τό 1335-6, προχειρίστηκε ἀπό τόν Πρῶτο Ἰσαάκ καί τήν Σύναξη, ἡγούμενος τῆς μονῆς Ἐσφιγμένου (1335-1338). Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1337 ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔρχεται πάλι στή Θεσσαλονίκη, ὅπου καί ἀρχίζει τόν ἀγῶνα του κατά τῶν κακοδοξιῶν τοῦ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ.
Τό 1340-1 ὑπό τήν ἄμεση καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου συντάχθηκε ὁ Ἁγιορειτικός Τόμος («Ἁγιορειτικός Τόμος ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων διά τούς ἐξ ἰδίας ἀπειρίας καί τῆς πρός τούς ἁγίους ἀπειθείας ἀθετοῦντας τάς τοῦ Πνεύματος μυστικάς ἐνεργείας, κρεῖττον ἤ λόγος ἐν τοῖς κατά πνεῦμα ζῶσιν ἐνεργουμένας καί δι᾿ ἔργων θεωρουμένας, ἀλλ᾿ οὐ διά λόγων ἀποδεικνυομένας», PG 150, στ. 1225-1236), τόν ὁποῖον ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ πρόκριτοι τῶν μονῶν τοῦ Ἄθω. Πρόκειται γιά μία κορυφαία στιγμή τῆς ἁγιορειτικῆς πνευματικότητας. Τό 1347, κατόπιν πολλῶν ἀγώνων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, χειροτονημένος ἤδη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ἐπιστρέφει στόν ἀγαπημένο του Ἄθωνα. Τήν ἐποχή ἐκείνη βρισκόταν στό Ἅγιον Ὄρος ὁ σέρβος κράλης Στέφανος Δουσάν, ὁ ὁποῖος ἀνάγκασε τόν Γρηγόριο νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν τόπο, ἐπειδή ὁ δεύτερος δέν ἐνέδωσε στίς πιέσεις του νά ὑποστηρίξει τά σχέδιά του νά ἐγκαταστήσει σερβικῆς καταγωγῆς Πρῶτο. Ἀπό τότε, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δέν ἐπέστρεψε ξανά στόν Ἄθωνα. Ἐκοιμήθη ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τό 1359, ἔχοντας δικαιωθεῖ γιά τούς πολλούς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνες του. Στή διαμόρφωση τῶν θεολογικῶν θέσεων τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀσφαλῶς θά συνετέλεσε πολύ ἡ προηγούμενη ἄσκησή του στόν ἱερό Ἄθω, ὅπου βρισκόταν σέ μεγάλη ἀκμή -τήν ἐποχή ἐκείνη ἰδιαίτερα- ὁ ἡσυχαστικός τρόπος ζωῆς, γιά τόν ὁποῖο ἄλλωστε ἐκεῖνος τόσο ἀγωνίστηκε. Οἱ Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐτῶν 1341, 1347 καί 1351 ἀνεκήρυξαν τή θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ὡς θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τό ἔτος 1368 ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατατάχθηκε στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀπόσπασμα ἀπό τό πρόσφατα κυκλοφορηθέν βιβλίο τοῦ γράφοντος: Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Ἁγιολογία-Ὑμνογραφία-Τέχνη. Συμβολή στή μελέτη τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ κατά τόν 14ο αἰ., ἐκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2010.

Φωτογραφία: «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης καί νέος Χρυσόστομος, ὁ Παλαμᾶς». Τοιχογραφία σέ βυζαντινό ναό τῆς Καστοριᾶς.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

ΕΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ


Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης

Ἄν πεθάνεις πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις ὅταν πεθάνεις

Στή μνήμη τοῦ μακαριστοῦ φιλοαγιορείτη καί καθ᾿ ὅλα ἄνθρωπο, ἰατρό Ἰωάννη Λάϊο, μέ ἀφορμή τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του (21 Μαρτίου 2011). Οἱ συνεργάτες τοῦ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ εὔχονται ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του καί τό ἴδιο παρακαλοῦν νά κάνουν καί οἱ ἀναγνῶστες του.

Φωτογραφία ἀπό τό άρχονταρίκι τῆς Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου

Σ᾿ ἕνα συλλογικό τόμο, ὅπως ὁ παρών, πού μελετᾶ διεξοδικά σ᾿ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της τήν πραγματικότητα τοῦ θανάτου, τό νά συμμετέχει ἕνας μοναχός, θά μποροῦσε ἴσως νά θεωρηθεῖ ὡς μία πρόκληση. Κι αὐτό, γιατί τήν ‘’μεταμοντέρνα’’, ‘’πολυπολιτισμική’’ καί ‘’παγκοσμιοποιημένη’’ κοινωνία μας, ἐλάχιστα ἤ καί καθόλου ‘’δέν θά ἔπρεπε’’ νά τήν ἐνδιαφέρουν οἱ σκέψεις του. Κάτι τέτοιο ὅμως θά ἦταν, ἄν μή τι ἄλλο, τουλάχιστον ἄδικο. Ἄδικο κυρίως γιά τούς συμμετέχοντες στό πνευματικό συμπόσιο τοῦ παρόντος βιβλίου, δηλαδή τούς ἀγαπητούς ἀναγνῶστες του, καθώς ἔτσι θά στεροῦνταν τῆς δυνατότητας νά μάθουν πῶς ἡ μελέτη τοῦ θανάτου, πού γιά τούς μοναχούς, αἰώνες τώρα, εἶναι καθημερινή ὑπόθεση, φέρνει δίψα γιά οὐρανό καί ἀθανασία· γίνεται ἀφορμή γιά ἕνα ξέσπασμα ζωῆς, πού οἱ συντεταγμένες του βρίσκονται στήν αἰωνιότητα.
Πρόκληση ὅμως στάθηκε καί γιά τόν γράφοντα, καθώς θά ἔπρεπε σέ λίγες μόνο σελίδες νά φιλοσοφήσει περί τοῦ θανάτου, ἀποκρυσταλλώνοντας τή μοναχική ἐμπειρία αἰώνων. Γιατί, τί ἄλλο παρά φιλοσοφία περί τοῦ θανάτου εἶναι κατά βάθος ἡ ἀληθινή μοναχική ζωή; Φιλοσοφία γιά τά ἐντός καί ἐκτός τοῦ χρόνου τῆς ὕπαρξης· γιά ἀνέσπερους κόσμους ἐν τάφῳ.
(...) Γιά τό λόγο αὐτό, σκεφθήκαμε νά προσεγγίσουμε –μέ συνοδοιπόρους τούς ἀσκητές Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας- τό θέμα μας ἀποσπασματικά βέβαια, λόγω τῆς στενότητας τοῦ χώρου. Ἀφορμή μας θά σταθοῦν δύο πράγματα, τά ὁποῖα ἐκ νεότητος μᾶς εἶχαν συγκινήσει ἀλλά καί βοηθήσει στήν πορεία γιά τήν βίωση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας.
Τό πρῶτο εἶναι μία ἐπιγραφή, πού τήν βλέπει κανείς ἀκόμη καί σήμερα, κάπου ἀνηρτημένη στό ἀρχονταρίκι μιᾶς ἁγιορείτικης μονῆς, καί ἡ ὁποία δημιουργεῖ προβληματισμούς, σκέψεις καί ὁπωσδήποτε... θέμα γιά συζήτηση τό βράδυ μεταξύ τῶν ἐφήμερων ἐνοίκων τοῦ ξενῶνα. Τό σταυροαναστάσιμου χαρακτῆρα κείμενό της, πού ἐκ πρώτης ὄψεως θυμίζει λογοπαίγνιο, εἶναι τό ἑξῆς:
«Ἄν πεθάνεις πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις ὅταν πεθάνεις».
Καί βέβαια, ἔχοντας πάνω ἀπό δύο δεκαετίες στή μοναχική ζωή, τώρα, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ παραπάνω ἐπιγραφή θέλει περίπου νά πεῖ ὅτι: ὅταν πεθάνεις γιά τόν κόσμο καί γιά τά τοῦ κόσμου καί καταφέρεις νά νεκρώσεις τά πάθη σου, πρίν ἀκόμη ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ βιολογικοῦ σου θανάτου, δέν θά πεθάνεις ὀντολογικά ὅταν ἔλθει αὐτή ἡ ὥρα, ἀλλά θά ζήσεις αἰώνια· μιά πού ἡ κάθαρση καί ἀπαλλαγή ἀπό τά ψυχοφθόρα πάθη εἶναι βασική προϋπόθεση γιά τή σωτηρία σου.
(...) Ἐκεῖνος πού ἔχει μνήμη θανάτου, ἀνασταίνεται ἀπό τό θάνατο τῆς ψυχῆς. Ζεῖ στή γῆ σάν ξένος. «Γι᾿ αὐτόν ἡ θύρα τῆς αἰωνιότητας εἶναι πάντοτε ἀνοικτή. Κοιτάζει πρός τά ἐκεῖ μέ πνευματική ἀνησυχία· μέ βαθειά λύπη καί μέ περίσκεψη. Τί θά μποροῦσε νά τόν δικαιώσει στό φοβερό κριτήριο τοῦ Χριστοῦ; Ποιά θά εἶναι ἡ ἀπόφασή του; Ἔτσι καμμία ἐπίγεια ὀμορφιά καί καμμία ἐπίγεια ἀπόλαυση, δέν προσελκύει τήν προσοχή του καί τήν ἀγάπη του. Δέν καταδικάζει κανέναν γιατί θυμᾶται ὅτι στό κριτήριο τοῦ Θεοῦ, ὅλοι θά κριθοῦν ἀνάλογα μέ τό μέτρο, πού οἱ ἴδιοι κρίνουν τόν πλησίον τους. Τό ξέρει, ὅτι ἔτσι θά κριθεῖ καί ὁ ἴδιος. Καί γι᾿ αὐτό συγχωρεῖ τούς πάντες καί τά πάντα. Γιά νά λάβει καί αὐτός συγχώρηση καί νά σωθεῖ. Εἶναι ἐπιεικής σέ ὅλους. Εἶναι εὔσπλαγχνος σέ ὅλα. Δέχεται τήν κάθε δοκιμασία καί θλίψη πού τοῦ συμβαίνει μέ χαρά... Κι ἄν τοῦ ἔλθει λογισμός κενοδοξίας, ὅτι τάχα ἔχει ἀρετές, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου τόν ἀντικρούει καί τόν διώχνει».
Κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δόθηκε στούς ἀνθρώπους ἡ βεβαιότητα ὅτι νικήθηκε ὁ θάνατος: «Θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει». Ἡ Ἀνάσταση ἔφερε ἐπίσης τήν αἰώνια ζωή: «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον».
(...) Κάποτε ἀξιωθήκαμε νά παραστοῦμε στίς τελευταῖες ὁσιακές στιγμές ἑνός ἐνάρετου μοναχοῦ ἀπό τή σκήτη μας. Πέθανε, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ, θά λέγαμε καλύτερα, σύμφωνα μέ τήν παραδοσιακή ὀρθόδοξη ὁρολογία, καταφέρνοντας νά ψελλίσει μέ ἀπόλυτη ἡρεμία ἀλλά καί ἐλπίδα τά παρακάτω λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Οὐδείς γάρ ἑαυτῷ ζῇ καί οὐδείς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει· ἐάν τε γάρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν· ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν· ἐάν τε οὖν ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν».

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη τοῦ γράφοντος: «Μοναχική ζωή: Φιλοσοφία περί τοῦ θανάτου», στό συλλογικό τόμο: Ὄψεις τοῦ πολιτιστικοῦ φαινομένου. Ἐπιστημονικές προσεγγίσεις τοῦ θανάτου καί τῆς ζωῆς (ἐπιμέλεια Δ. Μαγριπλῆς), ἐκδ. Ἀντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 311-322.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Οἱ ἅγιες εἰκόνες,
ἀναπόσπαστο τμῆμα
τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης

Ἄν ἡ τέχνη μόνον, φίλε, θέλγῃ σε τῆς ζωγραφίας,
βλέπεις χρώματα ὡραῖα καί κανόνας συμμετρίας.
Ἀλλ᾿ οὖν στρέψον ἐκ τῆς ὕλης τό περίεργόν σου βλέμμα
καί ἀνύψωσον τόν νοῦν σου ἱστορίας εἰς τό πνεῦμα.

Ἐπιγραφή ΙΘ΄ αἰ. Μεγίστη Λαύρα. Ἅγιον Ὄρος

ἱερή Παράδοση ἀποτελεῖ γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἕναν ἀπό τούς πλέον ἀπαραίτητους καί σταθερούς θεμελίους στύλους τῆς πίστης, ὕπαρξης καί αὐτοσυνειδησίας της.
(...) Εἶναι γνωστό ὅτι κατά τίς ἐργασίες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό πρῶτο πού ἔκαναν οἱ Πατέρες οἱ ὁποῖοι τήν ἀποτελοῦσαν ἦταν ἡ ἔρευνα, ἡ διαπίστευση καί ἡ κατοχύρωση -μέσα ἀπό πλῆθος μαρτυριῶν ἀπό συγγράμματα Πατέρων καί Ἁγίων- τῆς θέσης πού εἶχε ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση πάνω στό θέμα τῶν εἰκόνων· κίνηση σίγουρη καί ἀσφαλής, πού διασφάλιζε τήν παραμονή τῆς Ἐκκλησίας στήν τότε χειμαζόμενη Ὀρθοδοξία.
Γι᾿ αὐτό καί στά Πρακτικά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό πιό σταθερό καί συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενο στοιχεῖο, εἶναι ἡ ἔξαρση τῆς ἀξίας τῆς Παράδοσης, πού κατά τούς Πατέρες τῆς Συνόδου, ταυτίζεται μέ τήν Ὀρθοδοξία.
Κατά τήν ὄγδοη καί τελευταία συνεδρία τῆς Συνόδου, θριαμβευτικά οἱ Πατέρες διακηρύσσουν γιά τίς ἀποφάσεις τους ὅτι: «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων. Αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν... Ἡμεῖς τῇ ἀρχαίᾳ θεσμοθεσίᾳ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν. Ἡμεῖς τούς προστιθέντας τι ἤ ἀφαιροῦντας ἐκ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀναθεματίζομεν...Ἡμεῖς τάς σεπτάς εἰκόνας ἀποδεχόμεθα».
(...) Ἔτσι, τίς κρίσιμες, γιά τό μέλλον τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐκεῖνες ἡμέρες τοῦ ἔτους 787, οἱ Πατέρες, προβάλλοντας ἀπό τή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας, διατράνωσαν τήν πίστη τους στήν ὀρθόδοξη παρόδοση, ἀποφεύγοντας τή μεταβολή τῆς Ὀρθοδοξίας σέ τελετουργία τοῦ λόγου μέ τήν κυριαρχία τοῦ κηρύγματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό διαμόρφωσαν τόν πλοῦτο καί τήν ποικιλία τῆς θείας λατρείας, ὅπου συνεργάζονται ἁρμονικά ὅλες οἱ τέχνες· ἡ ποίηση, ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, ἡ ἀρχιτεκτονική. Μέ τό θεόπνευστο αὐτό τρόπο, δίνεται ἡ δυνατότητα στόν πιστό νά συμμετέχει ὡς ἄνθρωπος ὁλόκληρος, μέ ὅλες του τίς αἰσθήσεις στή θεία λατρεία καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ....
(...) Ἡ εἰκόνα, βέβαια εἶναι μιά τέχνη· ἀλλά πρίν ἀπ' ὅλα εἶναι τέχνη λειτουργική. Γιά νά τήν κατανοήσουμε δέν ἀπαιτοῦνται εἰδικές γνώσεις αἰσθητικῆς καί τέχνης. Ἀπαιτεῖται μόνο σεβασμός στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καί κυρίως, στή διδασκαλία τῶν ἁγίων θεόπνευστων Πατέρων. Σ᾿ αὐτά πρέπει νά εἴμαστε στερεωμένοι, ὥστε νά μποροῦμε, βγαίνοντας ἀπό τό ναό μετά ἀπό μία λατρευτική σύναξη, νά ἐπαναλαμβάνουμε, μαζί μέ τούς Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τά λόγια: «Καθάπερ ἠκούσαμεν, οὕτως καί εἴδομεν».

Ἀποσπάσματα ἀπό τή μελέτη τοῦ γράφοντος, «Οἱ ἅγιες εἰκόνες, ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως», Ὀρθόδοξη Μαρτυρία 78 (2006), σσ. 70-73.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

ΕΙΣΟΔΙΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Οἱ συνεργάτες τοῦ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
εὔχονται σέ ὅλους τούς ἀναγνῶστες καλή, εὐλογημένη καί καρποφόρο πνευματικά Μεγάλη Τεσσαρακοστή.






φωτογραφία:
Ὑδατογραφία τοῦ Doug Patterson








Πρωτοπρεσβ. Κωνσταντίνου Καλλιανοῦ

Ἑσπέρας, Μέγα Προκείμενον... ἤ τῆς κυρα-Σαρακοστῆς τὰ εἰσόδια

Τό μενεξεδί δειλινό, ἡ μεγάλη καμπάνα τοῦ πρώτου κατανυκτικοῦ ἑσπερινοῦ, κι ὕστερα ἡ μικρὴ ἡ σύναξη τῶν πιστῶν, τῶν ὅσων πιστῶν, ποὺ περιμένουν μὲ τὸ ἄκουσμα τοῦ Μεγἀλου Προκειμένου νὰ δοῦν κι ἐφέτος νὰ εἰσοδεύει ἡ Κυρὰ-Σαρακοστή. Σοβαρή, σιωπηλή, μὲ τὸ λιπόσαρκο κορμί της νὰ κινεῖται ἀνάλαφρα μέσα στὸ νυχτωμένο ναὸ ποὺ εὐωδιάζει θυμίαμα, μελισσοκέρι καὶ τὸ ἄρωμα ποὺ ἔμεινε ἀπό τὴν πρωϊνὴ τὴ λειτουργία. Ποιὸς ξέρει, ἴσως νὰ τὸ ἀναδίνει κι ὁ Ἀμνὸς τῆς Προηγιασμένης ποὺ περιμένει πάνω στὴ Ἁγία Τράπεζα «σφαγιασθῆναι καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς» (βλ. Χερουβικὸ Μ. Σαββάτου)...
Ἑσπέρας προκείμενον, λοιπόν, «Μὴ ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου ὅτι θλίβομαι...». Οἱ στίχοι ἀκτινοβολοῦν μὲ ἀκρίβεια στὶς ψυχὲς τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ ἄν καὶ ἀργεῖ, ἀχνοφέγγει στὸ βάθος τοῦ χρόνου, τοῦ χρόνου ποὺ ἄρχισε νὰ ντύνεται ἀπό ἀπόψε τὰ μώβ τοῦ πένθους. Μέχρι νὰ σκορπιστοῦν οἱ δάφνες καὶ τὰ ἄνθη τοῦ Μ. Σαββάτου στὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός...», μαζὶ μὲ τὸ φωτεινό, τὸ ἀνοιξιάτικο χαμόγελο. Μέχρι τότε ὅμως...
Μέχρι τότε ὁ δρόμος εἶναι μακρὺς καὶ ἀνηφορικὸς. Κάπου-κάπου, σιμὰ στὰ βράδυα τῶν Χαιρετισμῶν, στὰ χαρμολυπικὰ τὰ Σάββατα καὶ τὶς φωτεινὲς τὶς Κυριακές, ξαποσταίνουμε, ὡς τὸ βράδυ τῆς Κυριακῆς ὅμως, ποὺ θ᾿ ἀκουστεῖ καὶ πάλι τὸ Μέγα Προκείμενο. Τότε, λοιπόν, θὰ περάσει ἀπό ἐμπρὸς μας ξανὰ ἡ Κυρα-Σαρακοστή, γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὴν παρουσία της κι ἐμεῖς θὰ φυτέψουμε στὴν ψυχὴ μας ἄλλον ἔνα σπόρο ὑπομονῆς, καθὼς θὰ συλλαβίζουμε τὴν εὐχὴ τοῦ ''Ἁγίου τῆς κατανύξεως'', τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου. «Ναὶ, Κύριε, πνεῦμα ὑπομονῆς χάρισαί μοι..»
Ὅταν μὲ τὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται, ἐπιστρέφουμε στὰ σπίτια μας, νοιώθουμε νὰ μᾶς συντροφεύει ἡ Κυρα-Σαρακοστὴ καὶ νὰ θρονιάζεται σὲ περίοπτη θέση, ἀφοῦ προηγουμένως μαζέψει ὅλα τὰ ἐδέσματα τῆς Τυρινῆς καὶ μᾶς θυμίσει τὸ τραγούδι ποὺ τὸ ἔλεγαν οἱ παλιὲς οἱ γιαγιές, ποὺ σήμερα δὲν ὑπαρχουν πιὰ καὶ μόνο τὰ λόγια τους περπατοῦν ἀνάμεσά μας, ὅπως οἱ σεβάσμιοι οἱ ἴσκιοι τους...
«Πάει οὑ κριάτους πέθανι / ψυχουμαχάει κι οὑ τύρους / κι παίρνει τὴ περηφανιά οὑ σκόρδους κι οὑ κρουμύδους».
Ἀπό κεῖ καὶ πέρα, ἀφοῦ μᾶς σερβίρει τὰ εὐώδη νηστίσιμα καὶ ντύσει τὸ σπίτι μὲ τῆς χαρμολύπης τὸ χιτῶνα, μᾶς ὁδηγεῖ στὸ εἰκονοστάσι καὶ μὲ περισσὴ φροντίδα μᾶς δείχνει τὴ Σταύρωση καὶ τὴν εἰς Ἅδου Κάθοδο τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ μᾶς φιλέψει μετὰ τὴν ἐλπίδα, ὅπως ὁ παπᾶς τὸ ἀντίδωρο στὴν Προηγιασμένη...

π. Κωνσταντῖνος Καλλιανός. Σκόπελος

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

ΧΑΙΡΕ ΑΙΓΥΠΤΕ ΠΙΣΤΗ, ΧΑΙΡΕ ΛΙΒΥΗ ΟΣΙΑ


Φωτογραφία: Οἱ ἐν ἀσκήσει λάμψαντες Ὁσιοι Πατέρες. 1799. Φορητή εἰκόνα πιθ. ἁγιορειτικοῦ ἐργαστηρίου στό ναό τῆς Koιμήσεως Θεοτόκου Γλώσσας Σκοπέλου.

Τό Σάββατο τῆς Τυρινῆς, μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων ὁσίων θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν.

Ἦχος πλ. δ΄ Δεῦτε ἅπαντες πιστοί
Χαῖρε Αἴγυπτε πιστή, χαῖρε Λιβύη ὁσία, χαῖρε Θηβαΐς ἐκλεκτή, χαῖρε πᾶς τόπος καί πόλις, καί χώρα, ἡ τούς πολίτας θρέψασα, τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καί τούτους ἐν ἐγκρατεία, καί πόνοις αὐξήσασα, καί τῶν ἐπιθυμιῶν, τελείους ἄνδρας τῶ Θεῶ ἀναδείξασα. Οὗτοι φωστῆρες τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἀνεφάνησαν, οἱ αὐτοί τῶν θαυμάτων τῆ αἴγλῃ, καί τῶν ἔργων τοῖς τέρασιν, ἐξέλαμψαν νοητῶς, εἰς τά πέρατα ἅπαντα. Αὐτοῖς βοήσωμεν. Πατέρες παμμακάριστοι, πρεσβεύσατε, τοῦ σωθῆναι ἡμᾶς.
β΄στιχηρό τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς.

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΩΝ ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΙΤΗΣ (+ 2011)

Ὁ μακαριστός Γέρων Πετρώνιος Προδρομίτης (1914/16 – 22 Φεβρουαρίου 2011)

«πωμιζόμενος τόν ὁμολογουμένως βαρύν τοῦτον σταυρόν τοῦ ἁγίου ὑπουργήματος ὑμῶν, πιστεύομεν ὅτι κατά πολύ θά ἐλαφρυνθῆτε, ἀναλογιζόμενος, ὅτι τό ἔδαφος τοῦτο καλῶς ἐλειάνθη, ἐκαλλιεργήθη καί ἐσπάρη ὑπό τοῦ σεβαστοῦ καί ἀξιοθαυμάστου ὑμῶν προκατόχου.
Εἰς τό σημεῖον τοῦτο, ἡ Ἱ. ἡμῶν Μονή, μνείαν ίδιαιτέραν περί τοῦ πανοσιολογιωτάτου Γέροντος ἱερομονάχου Πετρωνίου ποιουμένη, εὐχαριστεῖ αὐτόν ἐκ βαθέων, διά τήν πολυετῆ καί ἄοκνον διακονίαν του, διά τήν μεγάλην προσφοράν του εἰς τήν προαγωγήν τῶν καλῶς νοουμένων συμφερόντων τῆς Ἱ. Σκήτης, ὡς καί διά τήν ἀνυπολόγιστον συμβολήν του εἰς τήν γενικωτέραν πρόοδον αὐτῆς, πνευματικήν τε καί ὑλικήν. Νῦν, ἔκρινεν, ὅτι ἦλθεν τό πλήρωμα τοῦ χρόνου ἵνα ἐφησυχάσῃ. Δεόμεθα, πρός Κύριον, ὅπως χαρίζηται αὐτῶ ἱκανά καί εἰρηνικά εἰσέτι ἔτη ἵνα ἀπολαύσῃ τούς καρπούς τῶν κόπων του, καί ἵνα εὐφρανθῆ ὁρῶν τήν ἐν Χριστῶ προκοπήν τῶν πνευματικῶν του τέκνων...»
Τά παραπάνω, ἀνάμεσα σέ ἄλλα σημαντικά, ἀνέφερε ὁ σεβαστός καθηγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας ἀρχιμανδρίτης Πρόδρομος, προσφωνώντας τόν νέο Δικαῖο τῆς «εὐκλεεστέρας καί γραφικοτέρας» κοινοβιακῆς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου, ἱερομόναχο Ἀθανάσιο Προδρομίτη, κατά τήν τελετή τῆς ἐνθρονίσεως του, «εἰς διαδοχήν τοῦ πολιοῦ καί σοφοῦ Γέροντος ἱερομονάχου Πετρωνίου», ὅπως χαρακτηριστικά ὑπογραμμίστηκε. Λίγες μέρες πρίν, ὁ μακαριστός πλέον Γέρων Πετρώνιος Προδρομίτης, προγνωρίζοντας, τό πιθανότερο, τήν έπικείμενη κοίμησή του, εἶχε παραιτηθεῖ ἀπό τήν διαποίμανση τῆς Σκήτης.

Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης

Ἡ φωτογραφία προέρχεται ἀπό τό ἰστολόγιο paratiritis.blog. com










Ὁ π Πετρώνιος γεννήθηκε το 1914 στην κοινότητα Φαρκάσα του νομού Νεάμτς. Ο πόθος του από νέος ακόμα να γίνει μοναχός οδήγησε τα βήματά του στη Μονή Νεαμτς όπου και έγινε μοναχός. Έπειτα πήγε στην Μονή Αντίμ του Βουκουρεστίου ενώ σπούδασε και στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου.
Το 1978 πήγε στο Άγιον Όρος. Ο π. Πετρώνιος πήγε εκεί με τη δεύτερη γενιά μοναχών, σταλμένοι από το Πατριαρχείο Ρουμανίας με σκοπό την πνευματική αναγέννηση της σκήτης του Τιμίου Προδρόμου
Από το 1984 ήταν και πνευματικός αλλά και βιβλιοθηκάριος της Σκήτης.
Όταν ο Placide Desseille ζήτησε από τον π. Μακάριο τον Σιμωνοπετρίτη να τον πάει σε κάποιον γέροντα για να ακούσει κάποιον πνευματικό λόγο, εκείνος μαζί με τον ηγούμενο Ελισσαίο και άλλους μοναχούς της συνοδείας τους τον πήγαν στον πατέρα Πετρώνιο.
Όταν ζήτησαν από τον γέροντα Αντριάν Φαγκατσεάνου να πεί κάτι για τον γέροντα Πετρώνιο εκείνος είπε: «Τον Πετρώνιο τον Προδρομίτη; Ο πιο ταπεινός, ο πιο ταπεινός, ο πιο ταπεινός»!
Πατώντας το πόδι του στην αθωνική γη της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου ο Νικολάε Μπαλτσιούτ θα γράψει: «Ο πατέρας Πετρώνιος είναι τόσο αγαπητός που τον συμβουλεύονται και οι Έλληνες και οι Ρουμάνοι μοναχοί»
Ο π Ιωαννίκιος από την Μονή Σίμωνος Πέτρα θα πει: «Ο π। Πετρώνιος ο Προδρομίτης συνταιριάζει τέλεια την αγάπη με την άσκηση και την πραότητα. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο γέροντας στεκόνταν όρθιος στις αγρυπνίες όλη νύχτα. Το να καθίσει για λίγο γονατιστός ήταν μια ευλογία»
Ψάχνοντας να βρω και κάτι άλλο να γράψω θυμήθηκα τι είχε γράψει πριν από 2 χρόνια στο ορθόδοξο περιοδικό Lumea Monahilor ο George Crasnean: «Έδειξα στην γυναίκα μου 3217 φωτογραφίες με αθωνίτες μοναχούς και την ρώτησα ποιός σου φαίνεται ''καλός άνθρωπος''. Απ' όλους διάλεξε τον π. Πετρώνιο ίσως επειδή τα μάτια του να ''πρόδωσαν'' την ξεχωριστή του ψυχή
Κανένας από όσους πέρασαν το κατώφλι της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου δεν μπορούν να ξεχάσουν το φως που εξέμπεμπε η μορφή του και τα πνευματικά λόγια που πρόσφερε καθισμένος σ' ένα παγκάκι κάτω από το φως της ανατολής ή του δειλινού.
«Μ' αρέσει να περπατάω, αυτή είναι η χαρά μου, επειδή πολλοί Άγιοι Πατέρες αγίασαν τις πέτρες τούτες με τον ιδρώτα τους» έλεγε ο γέροντας. Πατώντας στα χνάρια αυτών των πατέρων, αισθανόταν την χαρά της κοινωνίας και της αδιάλειπτης προσευχής
Ο Θεός να τον αναπαύει.»
Ἀπό τό ἱστολόγιο: proskynitis।blogspot.com

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΜΟΝΑΧΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΟΥ. 20 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ (+1991). ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1

Πα­τα­πί­ου μο­να­χοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βί­του

Ἄγνωστα καί ἀνέκδοτα Ὑμνογραφήματα
τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου τῆς περιόδου 1926-1941 στή σκήτη Καυσοκαλυβίων

Συμ­βο­λή στή με­λέ­τη τῆς ζω­ῆς καί τοῦ ἔρ­γου του

Στή μι­κρή πλήν ἀ­ξι­ό­λο­γη Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Κυ­ρι­α­κοῦ τῆς Σκή­της Ἁγίας Τρι­ά­δος Καυ­σο­κα­λυ­βί­ων, ἀλ­λά καί τίς Βι­βλι­ο­θῆ­κες ὁ­ρι­σμέ­νων ἀ­πό τίς Κα­λύ­βες της, φυ­λάσ­σο­νται με­τα­ξύ τῶν 300[1] καί πλέ­ον χει­ρο­γρά­φων κω­δί­κων, καί ὁ­ρι­σμέ­νοι πού πε­ρι­λαμ­βά­νουν εἴ­τε πα­ντε­λῶς ἄ­γνω­στα, εἴ­τε γνω­στά ἀλ­λά ἀ­νέκ­δο­τα ὑ­μνο­γρα­φι­κά ἔρ­γα[2] τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Ὑ­μνο­γρά­φου τῆς Με­γά­λης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας Γε­ρα­σί­μου μο­να­χοῦ Μι­κρα­γι­αν­να­νί­του (1905-1991)[3]. Ὁ­ρι­σμέ­να μά­λι­στα ἀ­πό τά ἔρ­γα αὐ­τά, ἐ­κτός τοῦ ση­μα­ντι­κοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι εἶ­ναι χρο­νο­λο­γη­μέ­να καί πα­ρα­δί­δο­νται ἀ­πό τή γρα­φί­δα τοῦ ἴ­δι­ου τοῦ ποι­η­τοῦ τους, θά πρέ­πει νά ὑ­πο­γραμ­μι­στεῖ, ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦν –μέ βά­ση τή μέ­χρι σή­με­ρα ἔ­ρευ­να- τά πρω­ϊ­μό­τε­ρα ποι­η­τι­κά ἔρ­γα τῆς ση­μαί­νου­σας αὐ­τῆς ἁ­γι­ο­ρει­τι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, χρο­νο­λο­γη­μέ­να ἀ­πό τό 1926 καί ἐ­ντεῦ­θεν.
Τό σύ­νο­λο τῶν ὑ­μνο­γρα­φη­μά­των αὐ­τῶν δη­μι­ούρ­γη­σε ὁ μα­κα­ρι­στός π. Γε­ρά­σι­μος[4] –μέ­σα στά πλαί­σι­α ἐρ­γο­χει­ρι­κῆς τέ­χνης, ὅ­πως στά­θη­κε γι­᾿ αὐ­τόν ἡ ὑ­μνο­γρα­φί­α- κα­τό­πιν πα­ραγ­γε­λί­ας Καυ­σο­κα­λυ­βι­τῶν γε­ρό­ντων, καί προ­ο­ρι­ζό­ταν γι­ά τήν κά­λυ­ψη λει­τουρ­γι­κῶν ἀ­να­γκῶν εἴ­τε τοῦ Κυ­ρι­α­κοῦ τῆς Σκή­της εἴ­τε τῶν Κα­λυ­βῶν τους εἴ­τε ἀ­κό­μη καί τῶν ἰ­δι­αι­τέ­ρων πα­τρί­δων τους, ὅ­πως θά δοῦ­με πα­ρα­κά­τω.
Στήν ἐ­παι­νε­τή προ­σπά­θει­α τῶν Καυ­σο­κα­λυ­βι­τῶν πα­τέ­ρων νά τι­μοῦν μέ λα­μπρούς ὕ­μνους καί ὠ­δές πνευ­μα­τι­κές τό­σο τήν Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα στήν ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη ἡ σκή­τη καί ὁ Κυ­ρι­α­κός να­ός της, ὅ­σο καί τούς ἁ­γί­ους πο­λι­ού­χους της, ὀ­φεί­λε­ται ἡ σύν­θε­ση ἀ­πό τόν π. Γε­ρά­σι­μο Πα­ρα­κλη­τι­κοῦ κα­νό­να στήν Ἁγία Τρι­ά­δα, Ἀ­κο­λου­θί­ας τοῦ ὁσίου Μα­ξί­μου τοῦ Καυ­σο­κα­λύ­βη με­τά Πα­ρα­κλή­σε­ως καί Χαι­ρε­τι­σμῶν[5] κα­θώς καί Ἀ­κο­λου­θί­ας στήν ἀ­πό κοι­νοῦ μνή­μη τῶν ὁ­σί­ων Μα­ξί­μου, Νή­φω­νος καί Ἀ­κα­κί­ου, πού βρί­σκο­νται σέ κώ­δι­κες τῆς Βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κυ­ρι­α­κοῦ.
Δύ­ο ἀ­πό τούς δι­α­δό­χους τοῦ γνω­στοῦ ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Χα­ρί­τω­νος τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ τοῦ Τρικ­καί­ου (1876-1906)[6], οἱ μο­να­χοί Χα­ρί­των (Τρά­πα­λης) καί Ἀ­θα­νά­σι­ος (Κυ­ρι­α­κό­που­λος), πού μό­να­ζαν στήν Κα­λύ­βη τοῦ Ἀ­κα­θί­στου Ὕ­μνου τῶν Καυ­σο­κα­λυ­βί­ων, κα­τά­γο­νταν ἀ­πό τήν κω­μό­πο­λη Δά­φνη (πα­λαι­ά Στρέ­ζο­βα) τῶν Κα­λα­βρύ­των। Σ᾿ αὐ­τήν καί σέ δι­ά­φο­ρους να­ούς της πού με­ρί­μνη­σαν γι­ά τήν ἀ­να­καί­νι­σή τους, οἱ πα­τέ­ρες αὐ­τοί ἀ­φι­έ­ρω­σαν καί φο­ρη­τές εἰ­κό­νες, ἱ­στο­ρη­μέ­νες οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό τούς δι­ά­ση­μους καυ­σο­κα­λυ­βί­τες ζω­γρά­φους Ἰ­ω­α­σα­φαί­ους[7]. Μέ δι­κή τους πά­λι πρω­το­βου­λί­α, θέ­σπι­σαν ἑ­ορ­τές γι­ά τίς ἱ­ε­ρές αὐ­τές εἰ­κό­νες καί γι­ά νά κα­λύ­ψουν τίς σχε­τι­κές λει­τουρ­γι­κές ἀ­νά­γκες πού προ­έ­κυ­ψαν, πα­ρήγ­γει­λαν στόν ἀρ­χά­ρι­ο τό­τε μο­να­χό καί εὔ­ελ­πη ὑ­μνο­γρά­φο μο­να­χό Γε­ρά­σι­μο, τόν «ἐξ Ἠ­πεί­ρου κα­τα­γό­με­νο», πού ἀ­σκεῖ­το στήν ἐ­ρη­μι­κή τό­τε πε­ρι­ο­χή τῆς Μι­κρᾶς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης, νά συν­θέ­σει εἴ­τε πλή­ρεις πα­νη­γυ­ρι­κές Ἀ­κο­λου­θί­ες, εἴ­τε συ­μπλη­ρώ­σεις Ἀ­κο­λου­θι­ῶν εἴ­τε Κα­νό­νες, Με­γα­λυ­νά­ρι­α, Ἐ­γκώ­μι­α, Οἴ­κους Χαι­ρε­τι­στή­ρι­ους, Πα­ρα­κλη­τι­κούς Κα­νό­νες, Ἀ­πο­λυ­τί­κι­α, Κο­ντά­κι­α κ.ἄ. Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές, ὁ π. Γε­ρά­σι­μος συ­νέ­τα­ξε καί Συ­να­ξα­ρι­α­κά κεί­με­να ἤ Ὑ­πο­μνή­μα­τα γι­ά τίς ἑ­ορ­τές πού ὑ­μνο­λο­γοῦ­σε. Τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τά ἔρ­γα αὐ­τά εἶ­ναι ἰ­δι­ό­γρα­φα τοῦ ποι­η­τοῦ τους καί χρο­νο­λο­γη­μέ­να.
Γι­ά τίς ἀ­νά­γκες τῶν πα­τέ­ρων τῆς Κα­λύ­βης τοῦ Ἁγ. Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου καί κα­τό­πιν αἰ­τή­σε­ώς τους, ὁ π. Γε­ρά­σι­μος συ­νέ­θε­σε τά ὑ­μνο­γρα­φή­μα­τα πού πα­ρου­σι­ά­ζου­με στήν πα­ρού­σα με­λέ­τη. Ὁ κοι­νός Πα­ρα­κλη­τι­κός κα­νό­νας καί οἱ Χαι­ρε­τι­σμοί στούς ἁ­γί­ους Ἰ­ω­άν­νη τό Θε­ο­λό­γο, Νι­κό­λα­ο καί Ἀ­θα­νά­σι­ο Ἀ­θω­νί­τη θά πρέ­πει νά ἑρ­μη­νευ­τεῖ, ἐ­κτός ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι ὁ ὅσιος Ἀ­θα­νά­σι­ος εἶ­ναι ὁ κτί­το­ρας τῆς κυ­ρι­άρ­χου μο­νῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας, καί ἀ­πό τήν ὕ­παρ­ξη δύ­ο πα­ρεκ­κλη­σί­ων στήν ἴ­δι­α Κα­λύ­βη: τό με­γα­λύ­τε­ρο, τοῦ Ἁγ. Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, πού ἀ­να­καί­νι­σε στά 1766 ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Πα­ΐ­σι­ος ὁ Μυ­τη­λι­ναῖ­ος († 1801) καί τό μι­κρό­τε­ρο, τοῦ Ἁγ. Νι­κο­λά­ου.
Γι­ά τίς ἀ­νά­γκες τῆς ἀρ­χαι­ό­τε­ρης Κα­λύ­βης τῶν Καυ­σο­κα­λυ­βί­ων, αὐ­τῆς τοῦ Ἁγίου Ἀ­κα­κί­ου, γρά­φη­καν τό­σο οἱ Χαι­ρε­τι­σμοί τοῦ ἱ­δρυ­τοῦ τῆς σκή­της ὁσίου Ἀ­κα­κί­ου τοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βί­του, ὅ­σο ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ ἁγίου ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Πα­χω­μί­ου κα­θώς καί τό συ­μπλή­ρω­μα τῆς Ἀ­κο­λου­θί­ας τοῦ ἁγίου ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Ρω­μα­νοῦ· ὑ­μνο­γρα­φή­μα­τα γι­ά δύ­ο Νε­ο­μάρ­τυ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­σκή­θη­καν ὡς ὑ­πο­τα­κτι­κοί τοῦ ὁσίου Ἀ­κα­κί­ου στήν Κα­λύ­βη του, πρό τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τους[8]।



Ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πό τή με­λέ­τη μας, οἱ ὀ­ρε­σί­βι­οι οἰ­κι­στές τῆς πλέ­ον ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νης ἁ­γι­ο­ρει­τι­κής σκή­της, ἦ­ταν οἱ πρῶ­τοι οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἐ­κτι­μῶ­ντας τό ποι­η­τι­κό χά­ρι­σμα τοῦ ἀρ­χά­ρι­ου τό­τε μο­να­χοῦ Γε­ρα­σί­μου, τοῦ ζή­τη­σαν νά συν­θέ­σει ὑ­μνο­γρα­φή­μα­τα γι­ά τίς λει­τουρ­γι­κές τους ἀ­νά­γκες. Πρό­κει­ται, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νου­με ἀ­πό τό χρό­νο συν­θέ­σε­ως τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­π’ αὐ­τά (1926 καί ἐ­ντεῦ­θεν), γι­ά τά πρῶ­τα –βά­ση ἀ­κρι­βοῦς χρο­νο­λο­γή­σε­ως- ἀ­πό τά εὑ­ρι­σκό­με­να ἔρ­γα, πού συ­νέ­θε­σε ὁ μα­κα­ρι­στός ὑ­μνο­γρά­φος. Εἶ­ναι μά­λι­στα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ἀ­νά­με­σα στά σή­με­ρα πα­ρου­σι­α­ζό­με­να ἔρ­γα βρί­σκε­ται καί τό πα­λαι­ό­τε­ρο χρο­νο­λο­γη­μέ­νο ἔρ­γο τοῦ π. Γε­ρα­σί­μου. Πρό­κει­ται γι­ά τά «Με­γα­λυ­νά­ρι­α ψαλ­λό­με­να πρός τήν Ὑ­πε­ρού­σι­ον καί Ζω­αρ­χι­κήν Τρι­ά­δα καί εἰς τούς Ὁ­σί­ους καί Θε­ο­φό­ρους πα­τέ­ρας ἡ­μῶν Μά­ξι­μον τόν Καυ­σο­κα­λυ­βί­την, Νή­φω­να καί Ἀ­κά­κι­ον». Γρά­φη­καν ἀ­πό τόν π. Γε­ρά­σι­μο τό 1926, δύ­ο μό­λις ἔ­τη με­τά τήν κου­ρά του ὡς μο­να­χοῦ καί σέ ἡ­λι­κί­α μό­λις 19 ἐ­τῶν.
Στή συ­νέ­χει­α, πα­ρα­θέ­του­με τόν Κα­τά­λο­γο τῶν 48 αὐ­τῶν ἔρ­γων ἀ­πό 15 κώ­δι­κες πού εἶ­ναι θη­σαυ­ρι­σμέ­νοι στό Κυ­ρι­α­κό καί σέ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό τίς Κα­λύ­βες τῆς Σκή­της, πε­ρι­γρά­φο­ντας συ­νο­πτι­κά τά ὑ­μνο­γρα­φή­μα­τα (καί τά συ­να­ξα­ρι­α­κά κεί­με­να) τοῦ π Γε­ρα­σί­μου καί κά­νο­ντας πα­ράλ­λη­λα τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες γι’ αὐ­τά ἐ­πι­ση­μάν­σεις.
Ὡς Ἐ­πί­με­τρο τῆς πα­ρού­σας με­λέ­της, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­ου­με τά τρία ἀρ­χαι­ό­τε­ρα ἀ­πό τά ποι­ή­μα­τα αὐ­τά: τά ἀ­νω­τέ­ρω Με­γα­λυ­νά­ρι­α (ἔ­τος 1926), τόν Κα­νό­να τῆς ἐν Στρε­ζό­βῃ εὐ­ρι­σκο­μέ­νης Εἰ­κό­νος τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου καί ἐ­πι­λε­γο­μέ­νης τοῦ «Ἀ­κα­θί­στου Ὕ­μνου (ἔ­τος 1928) καί τόν κυ­ρί­ως κα­νό­να ἀ­πό τόν Πα­ρα­κλη­τι­κόν κα­νό­να εἰς τήν Πά­νταρ­χον καί Ζω­ο­ποι­όν Πα­να­γί­αν Τρι­ά­δα (ἔ­τος 1928).
Ὡς τα­πει­νή μας συμ­βο­λή στή σπου­δή τοῦ ποι­η­τι­κοῦ ἔρ­γου τοῦ ἀ­εί­μνη­στου αὐ­τοῦ ὑ­μνο­γρά­φου, ἄς θε­ω­ρη­θεῖ ἡ πα­ροῦ­σα με­λέ­τη μας.

Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμώνυμη μελέτη τοῦ γράφοντος πού δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τεῦχ. 811 (2006), σ. 789-827.
--------------------------------------------------------------------------------

[1] Στή Βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ φυλάσσονται 242 χειρόγραφοι κώδικες περί τῶν ὁποίων ἐκπονήσαμε τό πρόσφατα ἐκδοθέν ἔργο μας: Κατάλογος τῶν Χειρογράφων Κωδίκων τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης Ἁγ. Τριάδος Καυσοκαλυβίων, ἔκδ. Ἀ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2005 (στό ἑξῆς, Παταπίου μον., Κατάλογος).
[2] Ἡ ὕπαρξη ὁρισμένων ἀπό τά ἔργα αὐτα γνωστοποιήθηκε γιά πρώτη φορά μέ τή δημοσίευση τοῦ παραπάνω Καταλόγου μας, μιά πού εἶναι ἀκατάγραφα στά Εὑρετήρια πού δημιούργησε ὁ ἀρχιμανδρ. π. Γεώργιος Χρυσοστόμου στήν πολύ σημαντική του μελέτη: Τό ἔργον τοῦ ὑμνογράφου Γερασίμου μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου. Εὑρετήρια, Θεσσαλονίκη 1997 (στό ἑξῆς: Εὑρετήρια).
[3] Γιά τό μοναχό Γεράσιμο βλ. ἐνδεικτικά: Μαρτζέλου Γ., "Ὁ ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας", Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 75 (1992), σ.1287-1296. Θεοκλήτου μοναχοῦ Διονυσιάτου, Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης Ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1997. Χρυσοστόμου Γεωργίου, ἀρχιμανδρ., Ὁ ὑμνογράφος Γεράσιμος μοναχός Μικραγιαννανίτης καί οἱ Ἀκολουθίες του σέ ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης. Συμβολή στή μελέτη τοῦ βίου καί τοῦ ἔργου του, Θεσσαλονίκη 1997. Ὑμνήτωρ. Τόμος Ἀναμνηστήριος Γέροντος Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Βέροια 2001.
[4] Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ἡ ἀξιέπαινη προσπάθεια πού ἐπιμελῶς καταβάλει στίς μέρες μας ἡ φίλεργη συνοδία τοῦ ὁσιωτάτου Γέροντος μοναχοῦ Σπυρίδωνος, ὅπως καταγραφεῖ καί ἀξιοποιηθεῖ τό σύνολο τῆς πνευματικῆς δημιουργίας τοῦ ἀειμνήστου γέροντός τους, π. Γερασίμου. Ὡς συμβολή στήν προσπάθειά τους αὐτή ἄς θεωρηθεῖ ἡ παροῦσα μελέτη.
[5] Τἀ ἔργα αὐτά ἐκδόθηκαν πρόσφατα ἀπό τόν γράφοντα στό ἔργο: Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Ἁγιολογία-Ὑμνογραφία-Τέχνη. Συμβολή στή μελέτη τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ κατά τόν 14ο αἰ., ἔκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2010.
[6] Γιά τόν περίφημο αὐτόν πνευματικό βλ. Παταπίου μοναχοῦ Ἁγιορείτου, Χαρίτων ὁ Πνευματικός (1836-1906). Βίος καί Ἔργα, ἔκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2003.
[7] Πληροφορίες γιά τή δραστηριότητά τους αὐτή μᾶς παρέχονται σέ ἀρκετά χειρόγραφα τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κυριακοῦ πού προέρχονται ἀπό τήν Καλύβη τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.
[8] Περί τῶν ἁγίων αὐτῶν βλ. Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης. Ἀπό τό περιβόλι τῆς Παναγίας στόν κῆπο τοῦ Θεοῦ, ἔκδ. Καλύβης Ἁγίου Ἀκακίου, Ἅγιον Ὄρος 2001.