Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ




Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης

 Ἁγιορεῖτες Μικρασιάτες ἡγούμενοι τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα



Ο πρώτος γνωστός άγιος του Αγίου Όρους, που έρχεται από την αγιότεκνη Ανατολή, είναι ο όσιος Ευθύμιος ο Νέος († 898), που γεννήθηκε στην περιοχή της Άγκυρας το 823 και ηγήθηκε συνοδείας μοναχών στον ιερό Άθωνα[1]. Ο όσιος Βλάσιος († 909/912) ήταν από το Αμόριο Μ. Ασίας και στον Άθωνα ιδρύει μονύδριο κι αποκτά μαθητές[2]. Ο μέγας κοινοβιάρχης Αθανάσιος ο Αθωνίτης (1001/1004), ο ιδρυτής και διοργανωτής της περίφημης Μ. Λαύρας (963), γεννήθηκε στην Τραπεζούντα κι ερχόμενος στο Άγιον Όρος έφερε μαζί του το πνεύμα του ασκητικού μικρασιατικού μοναχισμού[3].

Ο λαμπρός ηγούμενος της μονής των Ιβήρων όσιος Ευθύμιος ο Ίβηρ († 1028) ήλθε από τον Όλυμπο της Βιθυνίας στο Άγιον Όρος μαζί με τον όσιο Αθανάσιο των Αθωνίτη[4]. Ο όσιος Θεόληπτος († 1324/1326), ο μετέπειτα μητροπολίτης Φιλαδελφείας, υπήρξε στον Άθωνα διδάσκαλος αγίων μορφών[5]. Ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης († 1346) υπήρξε επίσης για όλο το Άγιον Όρος σοφός διδάσκαλος οσίων μαθητών, είχε γεννηθεί στο χωριό Κούκουλο της Σμύρνης το 1280[6], όπως και ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης († 1365), που είχε γεννηθεί στη Λάμψακο[7].
Στα ίχνη των μεγάλων αυτών ιερών μορφών βάδισαν πλήθη πνευματικών ποιμένων και καθοδηγών του Αγίου Όρους, που είχαν την καταγωγή από την αγιοτρόφο Μικρά Ασία, την επισκέφθηκαν ως εξομολόγοι, ως λιτανευτές τιμίων λειψάνων, ως συγκεντρωτές εράνων, ως οικονόμοι μετοχίων, ως μητροπολίτες και διδάσκαλοι. Είναι αδύνατον να καταγράψουμε όλων τα ονόματα· αφού αναφέρουμε λίγα ενδεικτικά θα μιλήσουμε, και πάλι συνοπτικά, για τους Αγιορείτες Μικρασιάτες ηγουμένους του αιώνα μας. Όλοι και όλα φανερώνουν τις μακρές και στενές σχέσεις Αγίου Όρους και Μικράς Ασίας.
Στη μονή της Μεγίστης Λαύρας μόνασαν πολλοί Μικρασιάτες. Μεταξύ των ηγουμένων της διακρίνονται Γρηγόριος Ζ΄ ο Σμυρναίος (1760-1775)[8], Προηγούμενοι Ευθύμιος Τραπεζούντιος ο λόγιος (1819)[9], Νικηφόρος Σμυρναίος (1841), Ιωακείμ Ορτακιώτης (1841)[10], Νεόφυτος και Χρυσόστομος οι Ίμβριοι (1894)[11], Χρυσόστομος (Καρανικόλας) από το Σεβδίκιοϊ Σμύρνης (1887-1975)[12] και άλλοι. Ο πρώτος ηγούμενος μετά την επανακοινοβιοποίηση της Μ. Λαύρας το 1980 ήταν ο αρχιμανδρίτης Αθανάσιος από το Ικόνιο (1911-1984). Επί 55 συνεχή έτη υπηρέτησε τη μονή της μετανοίας του με προθυμία ως εφημέριος, ως οικονόμος μετοχίων, ως γραμματεύς της μονής, ως Προϊστάμενος, ως Πρωτεπιστάτης της Ι. Κοινότητος, ως Καθηγούμενος επί τετραετία, ο οποίος με θέρμη εργάσθηκε για την επαναφορά του κοινοβίου.
Όπως γράφει η μονή του: «Διεκρίνετο διά την πραγματικήν ταπείνωσίν του και την ομολογουμένην παραδειγματικήν υπομονήν του, ήτις θα παραμείνη παροιμιώδης εις τα χρονικά της μονής μας. Μακρόθυμος, ανεκτικός, πράος και ταπεινός τη καρδία, εβοήθησεν θετικώς το νεοσύστατον Ιερόν Κοινόβιον και η προσφορά του δεν εγγράφεται απλώς εις την ιστορίαν της Μονής, αλλ’ εν Ουρανοίς, όπου επορεύθη»[13].
Στη μονή Βατοπεδίου γνωστοί Προηγούμενοι των τελευταίων χρόνων είναι: Φιλόθεος Μουδανιώτης (1785) και Θεόφιλος Σωζοπολίτης (1794)[13α], Μελέτιος Εφέσιος (1841)[14], Άνθιμος (1867)[15] και Γαβριήλ (1896)[16] Ίμβριοι, Θεόφιλος Προυσαεύς (1901), ο οποίος διετέλεσε Επίτροπος της μονής Σταυρονικήτα[17], Θεόφιλος από την Πέργαμο, Παγκράτιος, Πολύκαρπος και Πορφύριος (1886-1961) από το Παλλαδάριο Προύσης[18].
Στη μονή Ιβήρων γνωστοί Προηγούμενοι είναι: Ναθαναήλ Σμυρναίος (1735)[19], Φιλάρετος Χαλκηδόνιος (1782)[20], Σεραφείμ Σινώπιος, λόγιος (1845)[21], Άνθιμος Καραμπουρνιώτης (1871)[22], Σεραφείμ Κυδωνιεύς (1887)[23] και Κύριλλος από την Ηρακλείτσα (1892)[24] κι ο επιζών Μάξιμος από την Τραπεζούντα[25].
Στη μονή Κουτλουμουσίου ονόματα Μικρασιατών έχουμε των αρχιμανδριτών Κυρίλλου (1845) από την κωμόπολη Σίλια Ικονίου[26] και Αθανασίου (1882) από τις Κυδωνίες[27].
Στη μονή Παντοκράτορος γνωστοί είναι οι αρχιμανδρίτες: Μελέτιος (1847)[28], ανακαινιστής του Καθολικού ναού, Αθανάσιος, ο οποίος διετέλεσε σχολάρχης της Αθωνιάδος 1870-1874 και 1915[29], και άλλος Αθανάσιος, όλοι από τις Κυδωνίες[30].
Στη μονή Δοχειαρίου γνωστοί είναι οι αρχιμανδρίτες Κύριλλος και Γαβριήλ οι Σμυρναίοι (1843)[31]. 
Στη μονή Καρακάλλου μόνασαν αρκετοί Μικρασιάτες μοναχοί, μεταξύ των οποίων διακρίνεται ο δραστήριος κι ενάρετος ηγούμενός της Κοδράτος. Γεννήθηκε στα Βρύουλα το 1859, πόλη που χαρακτηριζόταν για την ευσέβειά της, κι ανέδειξε πολλούς μοναχούς και μάλιστα Αγιορείτες. Νέος ήλθε στη μονή, την οποία αγάπησε και υπηρέτησε άοκνα, με υπακοή και προθυμία. Για ένα διάστημα διετέλεσε Οικονόμος του μετοχίου της μονής στην Κασσάνδρα. Ηγούμενος εξελέγη από την αδελφότητα το 1914. Ο μητροπολίτης Νείλος, που τον χειροτόνησε, είχε υπάρξει δάσκαλός του στην πατρίδα τους. Ως γνώστης της τουρκικής γλώσσας εξυπηρέτησε το τότε τουρκοκρατούμενο Άγιον Όρος σε διάφορες υποθέσεις του. Ως ηγούμενος δεν έπαυσε να ’ναι ακούραστα εργαζόμενος στις πιο ευτελείς υπηρεσίες κι ένας ασκητής στο κοινόβιο.
Ήταν χαρισματούχος ποιμένας, θαυμάσιος λειτουργός, έμπειρος πνευματικός, ακτήμων κι ελεήμων, καλός παρηγορητής των θλιβομένων, άνθρωπος του θεού γνήσιος[32]. Γράφαμε παλαιότερα περί αυτού. Μέχρι την τελευτή του δεν έπαυε να συμβουλεύει και να καθοδηγεί. Επί 58 έτη φώτιζε τη μονή του και τους γύρω του. Εκοιμήθη το 1940 από το βάρος των γηρατειών και εισήλθε στην ποθητή αιώνια χαρά του Κυρίου του[33].
Η ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας επί 150 έτη περίπου στην πλειοψηφία των μοναχών της ήταν μικρασιάτικη. Πρώτος γνωστός ηγούμενος Μικρασιάτης είναι ο Σεραφείμ από τ’ Αλάτσατα (1796-1863), ο οποίος ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα για την ανακαίνιση της ουρανογείτονης μονής. Τον διεδέχθη ο Νεόφυτος, που ήταν συμπατριώτης του, και θεωρείται νέος κτίτορας της μονής. Εργάσθηκε επί πολλά έτη φιλότιμα υπέρ αυτής, πρόσφερε τη μεγάλη πατρική του περιουσία, περιόδευσε επί τετραετία στη Ρωσία προς συλλογή εράνων, μετά την καταστρεπτική πυρκαϊά του 1891, και ηγουμένευσε επί 45 έτη. Ανεπαύθη εν Κυρίω από τους πολλούς του κόπους το 1907.
Για το όλο έργο του τιμήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο κι άφησε αγαθή μνήμη άριστου ηγουμένου. Διεκρίθη για τη φιλοπονία του, τη φιλομάθειά του, τη φιλοθεΐα του, τη φιλανθρωπία και φιλαδελφία του. Επίσης Αλατσατιανός ήταν και ο διάδοχος του Νεοφύτου Ιωαννίκιος, ο οποίος ανέλαβε την ηγουμενία ένα έτος προ του θανάτου του Γέροντός του, γιατί εκείνος είχε παραιτηθεί λόγω ασθενείας και γήρατος. Η μητέρα του Ιωαννικίου εκάρη μοναχή, όπως και του Νεοφύτου. Νέος ήλθε και αυτός στη Σιμωνόπετρα κι εργάσθηκε θερμά υπέρ αυτής. Ως γνώστης της ρωσικής γλώσσας συνόδευσε τον ηγούμενό του στο τετραετές ταξίδι τους στη Ρωσία, φυλάγοντας ωραίο ημερολόγιο, περιόδευσε το λείψανο της αγίας Μαγδαληνής στη Μ. Ασία. Εξελέγη παμψηφεί ηγούμενος της μονής. Συνέχισε τα έργα των προκατόχων του. Διεκρίνετο για τη φιλοπονία του, την ιεροπρέπεια, τη βαθειά γνώση της βυζαντινής μουσικής, την ελεημοσύνη και την ευλάβεια. Εκοιμήθη νέος λόγω χρόνιας ασθένειας (1864-1919)[34].
Ο ηγέτης των λαμπρών ηγουμένων Μικρασιατών Σιμωνοπετριτών και Αγιορειτών είναι ο Ιερώνυμος (1871-1957). Γεννήθηκε στο Ρεΐζ-Δερέ και η μητέρα του εκάρη μοναχή, όπως ο αδελφός του κι οι αδελφές του. Αναλώθηκε από νέος σε πολλές διακονίες της μονής. Το 1920 εξελέγη ηγούμενος της μονής. Είχε διατελέσει γραμματέας, βιβλιοθηκάριος, εκκλησιαστικός, οικονόμος μετοχίων. Διεκρίθη ως υποδειγματικός μοναχός και άριστος ηγούμενος, περί της φήμης του οποίου έγραψαν πολλοί. Οι επιστολές του προς τα πνευματικά του τέκνα υπολογίζονται σε δέκα χιλιάδες. Είναι επίσης γνωστός ως ιεροψάλτης, μουσικοσυνθέτης, υμνογράφος, εκδότης ακολουθιών και βίων, αλλά κυρίως για τον ασκητικό κι ενάρετο βίο του.
Η διάκριση, η καρτερία, η ταπείνωση, η εγκράτεια, η ακτημοσύνη, η φιλοπτωχία και η αγάπη στόλιζαν τον βίο του. Από το 1931 παρέμεινε ως Οικονόμος στο μετόχι των Αθηνών, του ναού της Αναλήψεως στον Βύρωνα, όπου πλήθη περνούσαν κάτω από το πετραχήλι του, μεταξύ των οποίων πολλοί προσφιλείς του πρόσφυγες. Εκεί εκοιμήθη και ετάφη και στη μνήμη όλων όσων τον γνώρισαν και άκουσαν γι’ αυτόν μένει ως ένας άγιος[35].
Όταν αναχώρησε για την Αθήνα ο μακαριστός Ιερώνυμος κλήθηκε από τη μονή Διονυσίου ο Βουρλιώτης Καισάριος, που ηγουμένευσε καλώς μέχρι το 1940. Κατόπιν αναχώρησε για την Αθήνα κι αργότερα για μικρό διάστημα ηγουμένευσε στη μονή Ξενοφώντος. Τα έτη της ηγουμενίας του ήταν δημιουργικά. Εκοιμήθη στην Αθήνα τυφλός το 1969[36].
Τον μουσικολογιώτατο Καισάριο διεδέχθη ο επίσης Βουρλιώτης Χαραλάμπης, που ηγουμένευσε από το 1941 μέχρι το 1973, που απεβίωσε, με δύο χρονικές διακοπές που είχε παραιτηθεί και κατόπιν επανεξελέγη. Διακρινόταν για την απλότητά του, την ασκητικότητά του, την πραότητα, το φιλακόλουθο και φιλήσυχο πνεύμα και την υπομονή του[37].
Τον ταπεινόφρονα ηγούμενο Χαραλάμπη διεδέχθη ο μικρασιατικής καταγωγής λόγιος αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός, ο οποίος διοικεί τη μονή σήμερα.
Στη μονή Ξενοφώντος, εκτός του Καισαρίου που αναφέραμε, είναι γνωστοί δύο Μικρασιάτες Προηγούμενοι: Βασίλειος (Μανούσης) από Ρέγκιοϊ (1942) και Ακάκιος (Βαλασάκης) από την Κύζικο (1872-1948)[38].
Τέλος στη μονή Εσφιγμένου γνωστοί ηγούμενοι είναι Ευθύμιος Αγιαννανίτης Καισαρεύς (1797-1800), Ευθύμιος Μοσχονήσιος (1800-1804 και 1806-1833)[39]. Στον αιώνα μας αξιόλογος ηγούμενος ήταν ο Αθανάσιος και από την Ορεινή Εφέσου (1903-1975), που ηγουμένευσε επί εικοσαετία[40].
Πριν κλείσω, νομίζω δεν πρέπει να παραλείψω τη μεγάλη προσφορά του Αγίου Όρους προς τους ακτήμονες πρόσφυγες όλης της κτηματικής του περιουσίας και ιδιαίτερα στη Χαλκιδική, μετά την πολύκλαυστη μικρασιατική καταστροφή των αλησμόνητων πατρίδων της μοναχοτρόφου και αγιοτρόφου Μ. Ασίας.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι σχέσεις μεταξύ Αγίου Όρους και Μ. Ασίας είναι μακρές και στενές και γνωστές διά αγίων και αξιόλογων μοναχών. Οι Μικρασιάτες ηγούμενοι του 20ου αιώνος είναι οι εξής, παραλείποντας ονόματα Προηγουμένων και Αρχιμανδριτών: Αθανάσιος Λαυριώτης († 1984), Κοδράτος Καρακαλληνός († 1940), Νεόφυτος († 1907), Ιωαννίκιος († 1919), Ιερώνυμος († 1957), Καισάριος († 1969) και Χαραλάμπης († 1973) οι Σιμωνοπετρίτες, και Αθανάσιος Εσφιγμενίτης († 1975), οι οποίοι διακρίθηκαν για τη δράση, τη σοφία και την αρετή τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Petit Louis, «Vie et office de Saint Euthyme le Jeune», Revue de Ι’ orient Chretien 8 (1903), σσ. 155-205, 503-527.
2. Delehaye H., «De S. Blasio Amoriensi Monacho Constantinopoli», Acta Sanctorum Nov. IV, Bruxellis 1925, σσ. 657-669.
3. Νικοδήμου Μπιλάλη μοναχού, Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Άγιον Όρος – Αθήναι 1975.
4. Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Εκλόγιον, Αθήναι 19743, σσ. 196-199.
5. Laurent V, «Θεόληπτος Μητροπολίτης Φιλαδελφείας», Θ.Η.Ε. τ. 6 (1965), στ. 249-250.
6. Νικοδήμου Αγιορείτου, ό.π., σσ. 140-163.
7. Fr. Halkin, «Deux vies de S. Maxime le Kausokalybe, ermite au Mont Athos (XlVe s.), An. Boll. 54 (1936), σσ. 38-112.
8. Καλλιστράτου Λαυριώτου Προηγ., Ιστορικόν Προσκυνητάριον Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, Αθήναι 1976, σ. 120.
9. Κατάλογος Συνδρομητών, Ερμηνεία ΙΔ΄ επιστολών Παύλου υπό Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας μεταφρασθείς υπό Νικοδήμου Αγιορείτου, Ενετία 1819.
10. Κατάλογος Συνδρομητών, Πηδάλιον παρά Αγαπίου ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, Αθήναι 1841.
11. Κατάλογος Συνδρομητών, Καινή Διαθήκη, Αθήναι 1894.
12. Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, 1972, σ. 1.
13. Ανωνύμου, Αρχιμ. Αθανάσιος, Καθηγούμενος Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας (1911-1984), Πρωτάτον 12-13, σσ. 88-89.
13α. Γερασίμου Σμυρνάκη ιερομ., Το Άγιον Όρος, Άγιον Όρος 19882, σ. 444.
14. Ό.π., σημ. 10.
15. Κατάλογος Συνδρομητών, Λόγοι εν λίθοις, υπό Δομηνίκου Μακωσλάνδου, μεταφρασθέν υπό Δανιήλ Πετρούλια, αρχιεπ. Αργολίδος, 1867, σ. 263.
16. Κατάλογος Συνδρομητών, Παλαιστίνη, υπό Δημητρίου Γ. Τάκου, Αθήναι 1896, σ. 273.
17. Κοσμά Βλάχου διακόνου, Η χερσόνησος του Αγίου Όρους Άθω, Βόλος 1903, σσ. 287-288.
18. Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, 1953.
19. Χρονογραφία της εν Άθω Μονής των Ιβήρων, Κωνσταντινούπολις 1906, σ. 91.
20. Ό.π., σ. 24.
21. Ό.π., σ. 28. Προσκυνητάριον… των Ιβήρων, υπό Πανοσιωτάτου Αρχιμ. κ.κ. Σεραφείμ του Σινωπέως Ιβηρίτου, Αθήναι 1857.
22. Κατάλογος Συνδρομητών, Του Οσίου Πατρός ημών Ισαάκ του Σύρου τα Σωζόμενα ασκητικά μετενεχθέντα εις την λαλουμένην καθαράν ελληνικήν γλώσσαν παρά του οσιωτάτου ιεροδιδασκάλου Καλλινίκου Παντοκρατορινού, Εν Αθήναις 1871.
23. Κατάλογος Συνδρομητών, Βιογραφία Μάρκου Αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού, υπό μοναχού Καλλίστου Βλαστού ζωγράφου Αγιορείτου Εφεσίου εκ της Σκήτης της Αγίας Άννης, Αθήναι 1887.
24. Σμυρνάκη Γερασίμου ιερομ., Το Άγιον Όρος, Άγιον Όρος 19882, σ. 468.
25. Γερασίμου Ιβηρίτη μοναχού, Παπα-Μάξιμος, Άγιον Όρος – Θεσσαλονίκη 1987.
26. Κατάλογος Συνδρομητών, Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου, Κωνσταντινούπολις 1845.
27. Κατάλογος Συνδρομητών, Το δισύνθετον του ανθρώπου, υπό Χρυσάνθου Μακρή, Αθήναι 1882.
28. Σμυρνάκη Γερασίμου ιερομ., ό.π., σ. 532.
29. Ευθυμίου Πρέπη Προηγ., Ιστορία της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 1986, σ. 77.
30. Ό.π.
31. Προσκυνητάριον Δοχειαρίου, συντεθέν μεν και φιλοπονηθέν παρά του Πανοσιολογιωτάτου και σεβασμιωτάτου Αγίου Πρώην μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου, της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας κυρίου κυρίου Κυρίλλου του εκ Σμύρνης, τύποις δε νυν πρώτον εκδοθέν επιμελεία και φιλοτίμω δαπάνη του Πανοσιολογιωτάτου Αγίου Αρχιμανδρίτου και Καθηγουμένου της Σλομποζίας κυρίου κυρίου Γαβριήλ Σμυρναίου και κοινοβιάτου του αυτού Ιερού Μοναστηρίου, Βουκουρέστι 1843.
32. Χερουβείμ αρχιμ., Κοδράτος Καρακαλληνός, Ωρωπός Αττικής 19864.
33. Μωυσέως μοναχού, Το ήθος και το ύφος του Αγίου Όρους, Αθήνα 1996, σ. 22.
34. Μωυσέως μοναχού, «Μικρασιάτες ηγούμενοι στή Σιμωνόπετρα», Μακεδονική Ζωή 236/1986, σ. 42.
35. Μωυσέως μοναχού, Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης ο Γέρων της «Αναλήψεως», Άγιον Όρος 1991.
36. Μωυσέως μοναχού, Μικρασιάτες ηγούμενοι, ό.π., σ. 43.
37. Ό.π.
38. Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Ξενοφώντος, 1944.
39. Κοσμά Βλάχου διακόνου, ό.π., σ. 307.
40. Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, 1968, σ. 2.

 Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου – Άγιον Όρος και κόσμος.
Σελ. 289-296

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ



Ελένη Κεφαλοπούλου, Δημοσιογράφος Οίνου


Τυπικά, χρυσόβουλα και εμπόριο οίνου στον Άθω  



Πατητήρια στο Άγιο Όρος
(Φωτ. Άρης Φωτιάδης)
Οι κτήτορες -οι ιδρυτές-  των μοναστηριών, τα προίκισαν με αμπέλια γνωρίζοντας την αξία τους για την επιβίωση των μονών. Πρώτος ο όσιος Αθανάσιος, ιδρυτής της Μεγίστης Λαύρας, φύτεψε αμπέλια στον Μυλοπόταμο, κάπου 4 ώρες μακριά, κρίνοντας τον τόπο κατάλληλο για καλλιέργεια. 
Στο Άγιο  Όρος δεν υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις για σιτηρά οπότε η αμπελοκαλλιέργεια θα εξασφάλιζε ένα προϊόν για ανταλλαγή με είδη που οι μονές στερούνταν. Μέσα σε λίγα χρόνια η φύτευση αμπελιών και η παραγωγή οίνου αναπτύχθηκε υπερβολικά. Έτσι στο Τυπικό του 972,  τον πρώτο κανόνα για τις αθωνίτικες κοινότητες, μπήκαν περιορισμοί στο εμπόριο και τις συναλλαγές. Απαγορευόταν στους μοναχούς να πουλάνε κρασί πέρα από τα όρια του ποταμού Ζυγού και επιτρεπόταν μεταξύ μοναχών η ανταλλαγή του οίνου που περίσσευε με άλλα αγαθά. Επιτρεπόταν η πώληση οίνου σε κοσμικούς που επισκέπτονταν τον Άθω  ώστε οι μοναχοί σε ένδεια να έχουν τα απαραίτητα για την διαβίωση.

Τα όρια του ποταμού Ζυγού ήταν κάπου 4 χλμ δυτικότερα από τα σύνορα του Α. Όρους  που είχαν οριοθετηθεί το 943 και έφταναν ως τα σημερινά Νέα Ρόδα. Επομένως γιατί το Τυπικό στένευε τα όρια των αθωνιτών; Ο αρχαιολόγος Ιωακείμ Παπάγγελος στη μελέτη του «Άμπελος και οίνος στη μεσαιωνική Χαλκιδική» δίνει μια εξήγηση πολύ λογική. Ο λόγος ήταν το χωριό Κομίτισσα, με μεγάλη αμπελοκαλλιέργεια, που βρισκόταν σε αθωνική γη λίγο έξω από την περιοχή του Ζυγού. Το Τυπικό θέλοντας να προστατέψει την οικονομία του χωριού περιόρισε τα όρια της αγιορείτικης γης αφήνοντας τη Κομίτισσα απ έξω, ελεύθερη να εμπορεύεται τα κρασιά της. Με την πάροδο των αιώνων αυτό έγινε το σημερινό σύνορο του Αγίου Όρους.
Όπως φαίνεται όμως οι εμπορικές δραστηριότητες αναπτύχθηκαν αντί να περιοριστούν οπότε λίγα χρόνια αργότερα το Τυπικό του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ προσπαθεί να βάλει φρένο στις δραστηριότητες αυτές με ποινή μέχρι και οριστική απέλαση από τον Άθω. Το Τυπικό αυτό ήταν πολύ αυστηρό αλλά οι εξαιρέσεις δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Το 984 ο Αθανάσιος της Μεγίστης Λαύρας χαρίζει στον ηγούμενο της Ιβήρων χρυσόβουλο (το επίσημο αυτοκρατορικό διάταγμα)  με το οποίο ο Βασίλειος Β΄ παραχωρούσε στη Λαύρα ‘εξκουσσεία’ (φοροαπαλλαγή) για πλοίο χωρητικότητας 6.000 μοδίων. Όπως καταλαβαίνουμε τόσο μεγάλο πλοίο δεν ήταν μόνο για τη μεταφορά χρειωδών.(1)
Το 1045 εκδίδεται το Τυπικό του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου και πληροφορούμαστε ότι οι μονές είχαν στην κατοχή τους πλοία με τα οποία μετέφεραν κρασί και άλλα προϊόντα σε πολλά μέρη μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Οι μονές εμπορεύονταν όχι μόνο τον οίνο που τους περίσσευε αλλά και άλλων περιοχών. Οι κάτοικοι της Χαλκιδικής, οινοπαραγωγοί κυρίως, πουλούσαν στις μονές το κρασί τους είτε γιατί δεν μπορούσαν, είτε γιατί δεν συνέφερε λόγω μικρής παραγωγής να το μεταφέρουν σε άλλες αγορές. Το Τυπικό όριζε ότι τα μοναστήρια μπορούσαν να διατηρούν πλοιάρια χωρητικότητας μέχρι 200-300 μοδίων και να εμπορεύονται στη Θεσσαλονίκη μέχρι ανατολικά στον Αίνο. Θα έπρεπε επίσης να πωλούν το περίσσευμα οίνου στα κοντινά πολίχνια και μάλιστα σ αυτά που δεν έπιαναν άλλα πλοία.  Έτσι ο αυτοκράτορας φρόντιζε για την επιβίωση των πολιχνίων αλλά προστάτευε και την εμπορική ζώνη της Κωνσταντινούπολης από τα αθωνικά εμπορικά. Τα μεγάλα πλοία θα παροπλίζονταν με εξαίρεση του Βατοπαιδίου και αυτά που παραχωρήθηκαν με χρυσόβουλα.
Η ανάπτυξη του εμπορίου όμως έφερε και την ανάπτυξη των μονών, που επέκτειναν τις εγκαταστάσεις τους, πλούτισαν τις βιβλιοθήκες και αύξησαν τον πληθυσμό τους. Γύρω στο 1000 υπήρχαν πάνω από 3.000 μοναχοί στο Ά. Όρος.
Τον επόμενο αιώνα ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός με χρυσόβουλο του 1102 δίνει πλήρη αυτονομία στο Ά. Όρος και απαλλαγή από κάθε φορολογία. Τότε για τη μεταφορά και πώληση προϊόντων επιβαλλόταν ο φόρος της δεκάτης, το κράτος κρατούσε το 10% από τα προϊόντα.
Τα έγγραφα των μονών περιέχουν πλήθος πληροφοριών για την αμπελοκαλλιέργεια, που πρέπει εκείνη την εποχή να ήταν η σημαντικότερη καλλιέργεια  στην περιοχή του Άθω αλλά και εκτός. Ο Ευστάθιος που είναι αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης από το 1180-1195 θεωρεί ότι οι μοναχοί (όχι μόνον του Άθω) είχαν διαφθαρεί με την ενασχόληση με κτήματα αμπελώνες και εμπόριο. «Εφιλοσόφουν περί της αμπέλου αντί της θεολογίας» όπως γράφει. (2)
Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ήταν γενναιόδωροι προς τις μονές γιατί οι μοναχοί είχαν το λαό με το μέρος τους και επηρέαζαν την πολιτική και διοικητική τακτική. Από τις δωρεές αυτοκρατόρων και αξιωματούχων οι μονές εκτός από τα αγιορείτικα εδάφη είχαν αποκτήσει κτήματα  στην Χαλκιδική, στη Θεσσαλονίκη και σε πολλές ακόμα περιοχές. Τα κτήματα εκτός Όρους ήταν τα μετόχια των μοναστηριών. Το μεγαλύτερο μέρος της Χαλκιδικής ήταν αγιορείτικο μετόχι με βασική καλλιέργεια τα αμπέλια. Το εμπόριο και οι κτήσεις γης  έφεραν πολλές διαμάχες ανάμεσα στις μονές, τους κατοίκους ακόμα και το κράτος. Αυτό θα είναι το επόμενο ταξίδι μας στον κόσμο του αγιορείτικου κρασιού.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Μαρία Γερολυμάτου, «Εμπόριο οίνου από τη Μακεδονία και Θράκη προς την Κων/πολη κατά τους 10-12ο αι.», Τέχνη και τεχνική στα αμπέλια της Β. Ελλάδας, εκδ. ΕΤΒΑ, 2002.
2. Ηλίας Αναγνωστάκης, «Κουκουβαί και τριγέρων οίνος», Οίνον ιστορώ, εκδ. Κτήμα Γεροβασιλείου, 2004