Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΦΩΚΑ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ





Οἱ δύο πρῶτες φορητές εἰκόνες βρίσκονται στόν νάρθηκα τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Τίτου. Ὁμοίωμα τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ἄλλωστε φέρει στά χέρια του ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας, ὡς κτήτοράς του, κατά κάποιον τρόπο, ἀφοῦ ὁ Νικηφόρος εἶναι ὁ ἐλευθερωτής τῆς Κρήτης τό ἔτος 961/962 ἀπό τους Σαρακηνούς, μέ τήν πνευματική ὑποστήριξη καί φυσική παρουσία τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου (βλ. σχετικά τό παρακάτω ὑπόμνημα). Στο ναό τοῦ Ἁγίου Τίτου, ἕνα παρεκκλήσι εἶναι ἀφιερωμένο στόν ὅσιο Ἀθανάσιο.


   Ἡ δεύτερη ἀπεικόνιση εἶναι λεπτομέρεια σύγχρονης φορητῆς εἰκόνας ἁγιορειτικοῦ ἐργαστηρίου μέ τήν Δέηση (Παντοκράτωρ, Τίμιος Πρόδρομος, Νικηφόρος Φωκᾶς) πού βρίσκεται στόν νάρθηκα τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀγκαράθου Ἡρακλείου. Στήν παράδοση τῆς μονῆς ὁ Νικηφόρος θεωρεῖται κτήτοράς της.

















Ἡ Κρήτη, ὡς γνωστόν, ἐστέναζεν πιθανῶς ἀπό τοῦ ἔτους 826 ὑπό τόν ζυγόν τῶν Ἀράβων, οἱ ὁποῖοι εἰς στιγμήν ἀδυναμίας τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, ἐφώρμισον ἐκ τῆς Αἰγύπτου καί κατέλαβον τήν νῆσον. Οἱ Ἄραβες αὐτοί ἀνεχαίτισαν τόν πολιτισμόν τῆς Κρήτης, ἀνεμείχθησαν μετά τῶν κατοίκων καί εἰς δευτέραν γενεάν, ἐγένοντο ἡ μάστιξ τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, κατατρέχοντες τήν Πελοπόννησον, τάς νήσους τοῦ Αἰγαίου, τήν Μακεδονίαν μετά τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τήν Θράκην καί τήν Μικράν Ἀσίαν. Ὁ ἀγροτικός πληθυσμός τῆς νήσου καί μία ἤ δύο πόλεις αὐτῆς κατώρθωσαν νά μείνουν ἀλώβητοι, ἀνάλωτοι καί πιστοί εἰς τόν Χριστιανισμόν καί τήν Ὀρθοδοξίαν. Πλήν ὅμως, ὁ ἀστικός πληθυσμός τῆς πολυανθρώπου Κρήτης, ὑπέστη μεγάλην φθοράν. Ἡ Κρήτη, κατά τόν ἀείμνηστον καθηγητήν Νικόλαον Τωμαδάκην, κατέστη κέντρον δουλεμπορίας καί βάσις ἐξορμήσεως τῶν πειρατῶν, τῶν Σαρακηνῶν.
  Οἱ Βυζαντινοί πρόγονοί μας, εὐθύς ἀπό τῆς καταλήψεως τῆς Κρήτης, ἐδιωργάνωσαν πολλάκις ἐκστρατείας πρός ἀνακατάληψίν της, ἀλλά ματαίως. Μεγάλοι στόλοι καί ἰσχυροί στρατοί ἐχάθησαν, χωρίς νά ἐπιτευχθῇ τό ποθούμενον ἀποτέλεσμα, ἕως ὅτου, ἐπί βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορος Ρωμανοῦ τοῦ Β΄, ἀπεφασίσθη νά σταλῇ ὁ στρατηγός Νικηφόρος Φωκᾶς, ὁ δεινός πολέμιος τῶν Ἀράβων.
   Ὁ Νικηφόρος, πρίν ἀπό τήν ἅλωσιν τοῦ Χάνδακος, ἔστειλε παντοῦ ἀγγελιοφόρους εἰς ὅλα τά μοναστικά κέντρα, ζητῶντας τήν πνευματικήν συμπαράστασιν ὁσίων μοναχῶν πού θά ἠδύναντο νά στηρίξουν τό στράτευμα εἰς τό ἀπελευθερωτικόν του ἔργον, μέ τάς πρός Κύριον εὐχάς των. Ἰδιαιτέρα ὅμως ἐστάθη ἡ ἐπιθυμία τοῦ στρατηγοῦ ὅπως ἔχει σύμμαχόν του τήν φυσικήν παρουσίαν τοῦ φίλου του Ἀθανασίου. Ἡ αὐτοπρόσωπος παρουσία τοῦ πνευματοφόρου ἡσυχαστοῦ Ἀθανασίου θά ἦτο σύμβουλος μέ σύνεσιν καί φρόνησιν καθώς καί προσευχητική θωράκισις καί ἐνισχυτική ἐνθάρρυνσις τῶν στρατευμάτων.
   Ἄς δοῦμε εἰς τό σημεῖον αὐτό, πῶς ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου ἀφηγεῖται τά γεγονότα, ὑπογραμμίζοντας τήν εὐσέβειαν τοῦ στρατηγοῦ.
«Ὁ δέ κράτιστος Νικηφόρος, τοῦ παντός στρατεύματος τήν ἐξουσίαν πεπιστευμένος ὑπό τῆς ἀνακτορικῆς μεγαλειότητος καί εἰς τήν Κρήτην ἐξαποσταλείς, οὐκ ἦν θαρρῶν τῇ ρωμαϊκῇ δυνάμει, ἀλλά τάς τῶν πατέρων εὐχάς ἐλάμβανεν εἰς βοήθειαν...Καί ἐπειδή ἔφθασε μαθών παρά τοῦ αὐταδέλφου αὐτοῦ καί Πατρικίου Λέοντος, ἐν τῷ Ἄθῳ ἡσυχάζειν τόν Ἀθανάσιον, ἐξέπεμψέ τινας τῶν ὑπ’ αὐτόν διά χελανδίου ἐκεῖσε, τοῦτο μέν αἰτούμενον τήν γερουσίαν εὐχάς βοηθούσας αὐτῷ εἰς τόν κατά τῶν Κρητῶν πόλεμον, τοῦτο δέ σταλῆναι αὐτῷ καί τόν Ἀθανάσιον ἐξάπαντος μετά ἑνός ἤ καί δύο γερόντων».
    Εἰς τόν Ὅσιον, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Νικηφόρου τονίζουν ἰδιαιτέρως τήν ἀνάγκην τῆς παρουσίας του εἰς τήν Κρήτην, καθώς ὑπῆρχον ἐκεῖ πολλοί Ἀθωνῖται μοναχοί, αἰχμάλωτοι τῶν Σαρακηνῶν κουρσάρων. Ὅταν ἔλαβαν οἱ Πατέρες τό γράμμα τοῦ Νικηφόρου, πρῶτον μέν ἠσθάνθησαν θαυμασμόν καί μεγάλην ἔκπληξιν διά τήν πολλήν πρός τόν Ἀθανάσιον φιλίαν καί τό σέβας τοῦ στρατηγοῦ, «συναχθέντες δέ ἅπαντες, ἐπέτρεπον αὐτῷ ἀπελθεῖν πρός τόν στρατηγικώτατον  Νικηφόρον. Αὐτός δέ ἐκ πρώτης οὐδόλως ἐπείθετο», συνεχίζει ὁ βιογράφος. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ εἰς τό Τυπικόν του ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος, ὁ Νικηφόρος πολλάς φοράς ἔστειλεν ἐπιστολάς εἰς αὐτόν διά νά τόν πείσῃ νά κατέλθῃ εἰς τήν Κρήτην. Γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος: «Ἐχόμενος [ὁ Νικηφόρος] τῶν ἀγώνων, πλειστάκις ἡμῖν ἐν τῇ νήσῳ περαιωθέντας πρός αὐτόν ἀφικέσθαι. Ἡμῶν δέ μή βουληθέντων εἶξαι, γράμμασι πυκνοτέροις ἐκέχρητο μή ποιησάμενος ἔκδοσιν, ἕως πρός αὐτόν τήν ἄφιξιν ἐποιησάμεθα». Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, πού ἤξευρε νά ἐμπιστεύεται τά πάντα εἰς τόν Θεόν καί ὄχι εἰς τήν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, ἀνέβαλλε τήν ἀναχώρησίν του.
   Τέλος, οἱ ἀθωνῖται ἀσκηταί κατάφεραν νά πείσουν τόν ὅσιον Ἀθανάσιον νά ὑπερβῇ τούς δισταγμούς τούς ὁποίους προέβαλλε γιά νά ἐγκαταλείψῃ τήν ἡσυχίαν τῶν Μελανῶν. Τότε ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, λαμβάνοντας ὡς συνοδείαν του ἕναν γέροντα μοναχόν «ἐπί τήν Κρήτην ἐξέπλευσεν. Ὁ γοῦν εὐσεβέστατος Νικηφόρος, καταλαβόντων αὐτῶν, ἰδών τόν Ἀθανάσιον, ἠσπάσατο μέν καί ὡς πατέρα ἐτίμησεν αὐτοῦ πνευματικόν». 
   Ὁ Νικηφόρος, ἐθεώρησε ἰδιαιτέραν εὐλογίαν τό γεγονός, ὅτι μέ τήν ἄφιξιν τοῦ Ἀθανασίου εἰς τήν Κρήτην, ἐκυρίευσεν τόν Χάνδακαν, ὅπως λεγόταν τήν ἐποχή ἐκείνη τό Ἡράκλειο. Μετά τόν δεινόν χειμῶνα τοῦ ἔτους 961/962, πίπτει ὁ Χάνδαξ καί μετ’ αὐτόν αἱ ἅλλαι πόλεις τῆς νήσου. Ἡ σωστή προετοιμασία τῆς ἐκστρατείας, ὁ πολυάριθμος στόλος καί στρατός μετά τῶν βοηθητικῶν πλοίων, ἡ ἐξαίρετος πολεμική τακτική, τό θάρρος καί ἡ ἔνθεος πίστις τοῦ Νικηφόρου, ἐπέφερον τό ποθούμενον ἀποτέλεσμα.

   Ταυτοχρόνως, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, μέ τήν βοήθεια τοῦ Νικηφόρου, φρόντισε διά τήν ἀνεύρεσιν, ἀπελευθέρωσιν καί τήν ἐπαναφοράν εἰς τόν Ἄθω τῶν αἰχμαλώτων μοναχῶν.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΙΤΟΥ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ



Πρόκειται γιά μεγάλων διαστάσεων προσκυνηματική εἰκόνα τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας, πού φυλάσσεται σέ προσκυνητάρι στόν πρόναο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Τίτου στό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης. Φέρει τήν ἐπιγραφή:
«Εἰκών τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἰβηριτίσσης»,
ἐνῶ στο κάτω ἀριστερό μέρος διασώζεται ἡ ὑπογραφή τοῦ ζωγράφου:
«Ἱστορήθη διά χειρός Παναρέτου μοναχοῦ Ἁγιορείτου σκήτη Καυσοκαλυβίων τῷ 1906».



Ἡ εἰκόνα παρουσιάζει μεγάλες ὁμοιότητες μέ ἕτερη εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας τοῦ ἴδιου ζωγράφου (δεῖτε τήν ἀνάρτηση στό παρόν ἰστολόγιο τῆς 27 Ὀκτωβρίου 2015)

Ὁ ἱερομόναχος Πανάρετος Πολυκάρπου ἐκ Κρήτης († 1943) ἦλθε στά Καυσοκαλύβια τήν πρώτη πενταετία τοῦ 20οῦ αἰώνα προερχόμενος ἀπό τό ἡσυχαστήριο τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τῶν Κατουνακίων, ὅπου ζοῦσε ὡς ὑποτακτικός τοῦ ἔγκλειστου γέροντα Πολυκάρπου, πού προερχόταν ἀπό τή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα τῶν Ἱεροσολύμων. Κοινοβίασε στήν καλύβη τῆς Μεταμορφώσεως τῶν Καυσοκαλυβίων. Διατηροῦσε στενές πνευματικές σχέσεις μέ τόν ἅγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως, τοῦ ὁποίου ἐξέδωσε καί προλόγισε τό ἔργο του Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτιῶν τῶν σχίσματος (Ἀθῆναι 1911). Ὁ ἴδιος συνέταξε συνέθεσε καί ἐξέδωσε τό ἔργο Ὀρθόδοξος Λυρική Πανοπλία (Ἀθῆναι 1927). Διακόνησε ὡς οἰκονόμος στό μετόχι τῆς Ἀναλήψεως τῆς μονῆς Σίμωνος Πέτρας στόν Βύρωνα τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῶ ἔζησε καί στή μονή Μεταμορφώσεως τῶν Μολάων Λακωνίας, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ ἴδιος, καί ἀργότερα, τό 1928, στή μονή Ζωοδόχου Πηγῆς Ἁγιᾶς ἤ Ἁγίας Ἄνδρου, ὅπου καί ἐκοιμήθη τό 1943. Ὅταν ἀναχώρησε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, διατήρησε τήν πνευματική ἐπικοινωνία μέ τή συνοδεία του, πού παρέμεινε στήν καλύβη τῆς Μεταμορφώσεως στά Καυσοκαλύβια.


Τά βιογραφικά τοῦ ζωγράφου Παναρέτου προέρχονται ἀπό τη μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:
 «Τά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια τῶν Καυσοκαλυβίων. Μία πρώτη παρουσίαση», Γρηγόριος Παλαμᾶς 839 (2011) 195-206

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

                                Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου 
       
                                             Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς

ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς  γεννήθηκε τὸ 1296 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, ὅπου ὑποτάχτηκε ἀρχικὰ στὸν ἡσυχαστὴ Νικόδημο, σὲ κελλὶ στὰ ὅρια τῆς μονῆς Βατοπαιδίου. Ἐκεῖ ἔζησε ἐν “νηστείᾳ καὶ ἀγρυπνίᾳ καὶ νήψει καὶ ἀδιαλείπτῳ προσευχῇ” ἐπὶ τρία χρόνια (1319-22). 
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ γέροντά του καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Μακαρίου, εἰσῆλθε μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο ἀδελφό του Θεοδόσιο στὴν Μεγίστη Λαύρα τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου (περὶ τὸ 1319), ὅπου παρέμεινε ἐπὶ τρία ἔτη. Κατόπιν ἀποσύρθηκε σὲ ἐρημητήριο τῆς τότε Σκήτης Γλωσσίας (στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Προβάτας), ὅπου παρέμεινε κοντὰ στὸν διδάσκαλο τῆς "ἡσυχίας" "Γρηγορίῳ τῷ πάνυ", τὸν Δριμύ.

Τὸ 1325, λόγω τῶν τουρκικῶν ἐπιδρομῶν καταφεύγει μαζὶ μὲ ἄλλους ἡσυχαστές -ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦταν ὁ Γρηγόριος Σιναΐτης μὲ τοὺς μαθητές του, Ἰσίδωρο καὶ Κάλλιστο, μετέπειτα Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως- στὴ Θεσσαλονίκη. Ἀπὸ τὸ 1326 καὶ γιὰ πέντε ἔτη, ἀσκήθηκε σὲ ἐρημητήριο τῆς Σκήτης Βερροίας κοντὰ στὸν Ἀλιάκμονα. Τὸ 1331, λόγω τῆς εἰσβολῆς τῶν Σέρβων στὴν περιοχὴ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκαταβίωσε στὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Σάββα, σὲ ὕψωμα πάνω ἀπὸ τὴν Μεγίστη Λαύρα. Περὶ τὸ 1335-6, προχειρίστηκε ἀπὸ τὸν Πρῶτο Ἰσαάκ καὶ τὴν Σύναξη, ἡγούμενος τῆς μονῆς Ἐσφιγμένου (1335-38).
 Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1337 ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔρχεται πάλι στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου καὶ ἀρχίζει τὸν ἀγῶνα του κατὰ τῶν κακοδοξιῶν τοῦ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Τὸ 1340-41 ὑπὸ τὴν ἄμεση καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου συντάχθηκε ὁ Ἁγιορειτικός Τόμος, τὸν ὁποῖον ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ πρόκριτοι τῶν μονῶν τοῦ Ἄθω. Πρόκειται γιὰ μία κορυφαία στιγμὴ τῆς ἁγιορειτικῆς πνευματικότητας. Τὸ 1347, κατόπιν πολλῶν ἀγώνων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, χειροτονημένος ἤδη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ἐπιστρέφει στὸν ἀγαπημένο του Ἄθωνα. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη βρισκόταν στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ σέρβος κράλης Στέφανος Δουσάν, ὁ ὁποῖος ἀνάγκασε τὸν Γρηγόριο νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν τόπο, ἐπειδὴ ὁ δεύτερος δὲν ἐνέδωσε στὶς πιέσεις του νὰ ὑποστηρίξει τὰ σχέδιά του νὰ ἐγκαταστήσει Πρῶτο σερβικῆς καταγωγῆς. Ἀπὸ τότε, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δὲν ἐπέστρεψε ξανὰ στὸν Ἄθωνα. Ἐκοιμήθη ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τὸ 1359, ἔχοντας δικαιωθεῖ γιὰ τοὺς πολλοὺς ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνες του. Στὴ διαμόρφωση τῶν θεολογικῶν θέσεων τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀσφαλῶς θὰ συνετέλεσε πολὺ ἡ προηγούμενη ἄσκησή του στὸν ἱερό Ἄθω, ὅπου βρισκόταν σὲ μεγάλη ἀκμή -τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἰδιαίτερα- ὁ ἡσυχαστικὸς τρόπος ζωῆς, γιὰ τὸν ὁποῖο ἄλλωστε ἐκεῖνος τόσο ἀγωνίστηκε.   Οἱ Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐτῶν 1341, 1347 καὶ 1351 ἀνεκήρυξαν τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ὡς θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ ἔτος 1368 ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατατάχθηκε στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅταν ὁ νεαρός τότε ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ μονάσει στὸ Ἅγιον Ὄρος, πῆρε τοὺς δύο ἀδελφούς του καὶ μέσω Θράκης διέρχεται τὸ Παπίκιον ὄρος, ὅπου καὶ παρέμεινε λόγω τοῦ χειμῶνα. Ἐκεῖ ἐξέπληξε ὅλους τοὺς πατέρες μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία του. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὶς γύρω περιοχὲς ζοῦσαν πολλοὶ αἱρετικοὶ Μαρκιωνιστὲς ἤ Μασσαλιανοί, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος ἀντιμετώπισε μὲ τὴν ὑψηλὴ θεολογία του. Κατάφερε μάλιστα νὰ μεταστρέψει ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ τὸν ἀρχηγό τους. Σὲ ἀντίδραση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος οἱ αἱρετικοί θέλησαν νὰ τὸν δηλητηριάσουν, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος μὲ θεϊκὴ ἐπέμβαση φυλάχθηκε σῶος καὶ συνέχισε ἔπειτα τὸ δρόμο του πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη τοῦ συγγραφέα:
«Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», 
Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα (Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007), στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011) σ. 277-326, πίνακες 801-807.

Εἰκόνα:
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Τοιχογραφία τοῦ 1820 στὴ Λιτὴ τοῦ Κυριακοῦ τῆς σκήτης Καυσοκαλυβίων. Ἔργο Μητροφάνους μοναχοῦ τοῦ ἐκ Βιζύης τῆς Θράκης.


Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

                                 Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου   
       
                        Θεομητορικό μονοπάτι πρός τήν Ἀνάσταση



  (…)   ἀγάπη μας πρός τήν Παναγία εἶναι ἀνταπόδοση τῶν ὅσων ἐκείνη ἔκανε καί ἐξακολουθεῖ νά κάνει γιά ἐμᾶς. Ἀνταύγειες αὐτῆς τῆς ἀγάπης εἶναι καί τά θεσπέσια ὑμνογραφήματα τῆς Ἐκκλησίας μας, τά ἀφιερωμένα στήν Κυρία Θεοτόκο.                             
  Τό ἀπερίγραπτο πνευματικό κάλλος τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἔτρωσε τίς καρδιές τῶν θείων Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας μας καί τούς μετέβαλε σέ κιθάρες μουσουργικές πού πάνω τους ἡ χορδή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνέθεσε παναρμόνιες μελωδίες στήν χάρη της.                                         
  Οἱ ἱεροί ὑμνογράφοι καί θεῖοι μελωδοί, γιά νά ἐκφράσουν τό ἀπαράμιλλο κάλλος τῆς «καλῆς ἐν γυναιξί» Θεοτόκου, ἐπιστρατεύουν στό λόγο τους ὅλη τή δημιουργία, φέρουν ὅλες τίς λαμπρές εἰκόνες τῆς φύσης. Καί τήν ὀνομάζουν θάλασσα καί πέλαγος τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄρθρο φαεινό, φωτεινή νεφέλη, ἐλαία κατάκαρπη, περιστερά ἀμόλυντη.

ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟΣ.
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΟΡΗΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ
      Ὅμως κι αὐτοί ἀκόμη οἱ θεοφόροι νόες, δέν μπόρεσαν νά καλύψουν, μέ ὅλους τούς ὕμνους, μ᾿ ὅλες τίς ἀγγελικές ὠδές τους, μ᾿ ὅλες τίς βαθύνοες θεολογικές συλλήψεις τους, ὅσες ὀμορφιές, ὅσες δόξες, ὅσα χαρίσματα, ὅσα θεῖα φῶτα, ὅσες τελειότητες, ὅση ἀγαθότητα, ὅση ἁγιότητα ἔχει καί ἐκπέμπει ἡ Θεοτόκος Μαρία.                                                  
 Καί καταλήγουν, κατανοῶντας οἱ ψαλμωδοί τήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπινου καί ὁμολογοῦν:     
   «Ὑπερίπταται, Θεοτόκε ἁγνή, τό θαῦμα, τήν δύναμιν τῶν λόγων». Ξεπερνᾶ τό θαῦμα καί τό κάλλος τῆς Παναγίας μας, τό θαῦμα καί τό κάλλος τῆς Δημιουργίας.  Ὅλο τό κάλλος τῆς Παρθένου εἶναι ἔσωθεν. Εἶναι ὁ καρπός τῆς κοιλίας της, εἶναι ὁ Υἱός της, τό φῶς τοῦ κόσμου.
    Στή λειτουργική μας ζωή αὐτές οἱ Παρασκευές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀποτελοῦν μία ἀκόμη νησίδα εὐφροσύνης μέσα στήν  Ἄνοιξη καί τήν προετοιμασία γιά τό Πάσχα, πού κάνει ὅλα τά ὡραῖα καί ὄμορφα νά φαίνονται κατορθωτά, εὐκολοπλησίαστα. 
Εἶναι ἕνα θεομητορικό μονοπάτι, πού μᾶς ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στή σταυροαναστάσιμη πορεία πρός τό Πάσχα. 
Ὁ Ἀκάθιστος  Ὕμνος εἶναι ἕνα ἀκόμη δῶρο τῆς Παναγίας στήν ἀνθρωπότητα ἀλλά καί στόν καθένα μας προσωπικά, μέσα σ᾿ αὐτήν τήν ἐγκάρδια κοινότητα καί ἀτμόσφαιρα τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς.  
Μέ τήν Θεοτόκο ὁ κόσμος ξαναφωτίστηκε…


   Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ π. Παταπίου, πού ἐκφωνήθηκε κατά τούς Β΄ Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου, στἰς 25 Μαρτίου 2016, στόν μητροπολιτικό ναό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, στό Ἀρκαλοχώρι Ἡρακλείου. 


Τούς Χαιρετισμούς ἔψαλλε ὁ καθηγούμενος τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας καί Γέροντας τοῦ ὁμιλητοῦ ἀρχιμανδρίτης Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος συνοδευόταν ἀπό τον Γέροντα Ἀβραάμ Λαυριώτη, ἐκ τῶν προϊσταμένων τῆς Ἱ. Μονῆς.

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗΝ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ

             Ἀρχιμανδρίτου Προδρόμου Λαυριώτου


  Εἰς τήν ἑορτήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ

  Σεβασμιώτατε, σεβαστοί Πατέρες, ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί!
  Μεγάλη ὄντως καί ἱερά καί πανευφρόσυνος ἡ σημερινή ἑορτή τοῦ κοσμοχαρμοσύνου Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Μίας θεομητορικῆς ἑορτῆς, ἡ ὁποία πληροῖ εὐφροσύνης καί πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως τάς ψυχάς πάντων τῶν πιστῶν, οἱ ὁποίοι σπεύδουν ἀνά τούς αἰώνας εἰς ὅλους τούς ἱερούς ναούς, νά δεηθοῦν πρός τήν Μητέραν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἡ πνευματική χαρά ὅμως εἶναι ἰδιαίτεροι εἰς ὅσους προσέρχονται εἰς τούς ναούς, τούς πανηγυρίζοντας τήν θεσπεσίαν ταύτην ἑορτήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὅπως εἶναι ὁ περικαλλής τοῦτος ἱερό ναός.
  Διότι, ὄντως καί ἀληθῶς, εἶναι ἄξιον τό νά μακαρίζομεν τήν Θεοτόκον· τήν πανάμωμον ἐκείνην Κόρην, τήν ὁποίαν πρέπει πάντοτε νά ὑμνοῦμεν καί νά εὐχαριστοῦμεν, καθώς κατέστη Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
  Ἄξιον εἶναι πράγματι, νά ἐγκωμιάζομεν ἐκείνην πού ἐστάθη τιμιωτέρα καί ἀπ’ αὐτά τά Χερουβίμ ἀλλά καί ἐνδοξοτέρα ἀπό τά Σεραφίμ, μέ τά ὁποῖα δέν μπορεῖ κἄν νά συγκριθεῖ.
  Ἄξιον εἶναι ὡς ἀληθῶς, νά προσφέρομεν τήν διηνεκήν εὐχαριστίαν μας εἰς τήν Παναγίαν, ἡ ὁποία ἔτεκε δίχως φθορά τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ.
   Ἄξιον εἶναι τέλος, νά μεγαλύνωμεν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπάρχει πράγματι Θεοτόκος καί μεσίτρια μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων καί γέφυρα πού ὁδηγεῖ εἰς τόν Οὐρανόν, ἐμᾶς πού εὐρισκόμεθα εἰς τήν γῆν.
   Αὐτά, καί ἀκόμη περισσότερα εἶναι τά αἴτια, τά ὁποῖα παρακινοῦν τήν καρδίαν μας ὥστε νά τιμήσομεν μέ τούς σύντομους λόγους τούτους, αὐτήν πού ἐτίμησεν ἡ Ἁγία Τριάς, ἐδόξασαν οἱ Ἄγγελοι, ἐστεφάνωσεν ὅλος ὁ οὐρανός καί μιμήθηκαν χιλιάδες ἅγιοι μάρτυρες, ὅσιοι καί ὁσίαι καί ὁμολογητές τῆς εἰς Χριστόν πίστεως· τήν ὑπέραγνον Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

  Ἰδιαιτέρως δι᾿ ἡμᾶς τούς μονάζοντας ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει, ἡ Κυρία Θεοτόκος, θεωρεῖται καί εἶναι ὄντως μητέρα μας, ἀντιλήπτωρ εἰς τάς ἀνάγκας καί συμπαραστάτης εἰς τούς πνευματικούς ἡμῶν ἀγώνας, κατά τήν ὑπόσχεσιν ἥν ἔδωκεν εἰς τόν ὅσιον Πέτρον τόν Ἀθωνίτην. Διά τοῦτο πάλιν καί πολλάκις βρίσκονται καθ’ ἡμέραν εἰς τά χείλη τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, τά ἀγγελοπαράδοτα καί θεσπέσιος λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, «Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ!». Καί διά σοῦ μεθ᾿ ἡμῶν!
   Ἀγαπητοί μου!

   Κάθε θεομητορική ἑορτή εἶναι ὑπόθεσις χαρᾶς δι᾿ ὅλην τήν Ἐκκλησίαν, διά τόν λόγον ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐδόξασε τό ἀνθρώπινον γένος, μέ τό νά γίνῃ τό πρόσωπον ἐκεῖνο, τό ὁποῖον ἐδώρισε τήν σάρκαν της διά νά ἐνανθρωπίσῃ τό δεύτερον πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ.
   Μεταξύ τῶν πολλῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν σημαντικήν θέσιν κατέχει ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποῖα ἀποκτᾶ μεγάλην σημασίαν καί ἀξίαν, ἀφοῦ διά τῆς Κυρίας Θεοτόκου ὁ Θεός ἀνέπλασεν τό ἀνθρώπινον γένος, καί ἡμεῖς μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν γευόμεθα τά ἀποτελέσματα τῆς ἀναπλάσεως αὐτῆς.
  Συνῆλθομεν λοιπόν σήμερον, ἀφ᾿ ἑσπέρας, καί αὔριο, κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν, ὅπως τιμήσωμεν τήν «καλήν ἐν γυναιξί», τήν «τῷ Θεῷ προορισθεῖσα γενέσθαι μήτηρ Αὐτοῦ», τήν «προεκλεχθεῖσα ἀπό πασῶν τῶν γενεῶν». Ἐκείνην «ἐν ἧ θεωροῦσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται». Ἐκείνην πού ἦτο ἄμωμος καί ἀμόλυντος. Πού ἐκ βρεφικῆς ἡλικίας εἰσῆλθε εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Καί διαμένοντας ἐκεῖ, ἐτρέφετο κατά μέν τό σῶμα μέ τροφήν ἀγγέλων, κατά δέ τόν νοῦν, μέ οὐράνια νοήματα. Δέν ζοῦσε διά τόν ἑαυτόν της ἀλλά διά τόν Θεόν. Ὤσπου ἔφθασε εἰς τήν ὥριμον ἐκείνην στιγμήν νά δεχθῇ τόν ἀρχαγγελικόν ἀσπασμόν. Νά πῇ εἰς τόν Θεόν, μέσῳ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, τό περίφημον λόγιον «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου». Καί μέ τόν τρόπον αὐτόν νά ἀξιωθῇ νά ἀναδειχθῇ ὄντως Θεοτόκος.
  
 Ἡ συμμετοχή πάντων ἡμῶν εἰς τήν σημερινήν λαμπράν Πανήγυριν, ἄς καταστῇ ἐφαλτήριον διά νέας πνευματικάς ἀναβάσεις καί ἄς σταθῇ δι' ὅλους μας ἀστείρευτος πηγή πνευματικῆς ὠφελείας καί δυνάμεως, διά μίαν ζωήν μετανοίας καί ἀληθινῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεως.
  Ἡμεῖς δέ οἱ κομίζοντες τήν εὐλογίαν τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Κυρίας Θεοτόκου Οἰκονομίσσης τε καί Κουκουζελίσσης καί τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀθανασίου εὐχόμεθα ὅπως ἀξιωθῶμεν τοῦ φωτός ἐκείνου τοῦ ἀνεσπέρου τῆς μακαρίας καί ζωαρχικῆς Τριάδος, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Κυρίας Θεοτόκου τῆς Εὐαγγελιστρίας, χάριτι καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὧ πρέπει δόξα τιμή καί προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!  
  Καί εἰς τό σημεῖον αὐτό ὀφείλω νά εὐχαριστήσω τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Ἀρκαλοχωρίου κ. Ἀνδρέαν διά τήν πρόσκλησίν του νά μετάσχω εἰς τούς λαμπρούς αὐτούς ἑορτασμούς καί διά τήν ἀγάπην μέ τήν ὁποίαν περιέβαλε τό πρόσωπό μας καί τήν συνοδίαν μας.
  Εὔχομαι ὁλοψύχως εἰς πάντας ὑμᾶς Χρόνια Πολλά καί ἡ Κυρία Θεοτόκος ἡ Εὐαγγελίστρια βοήθειά μας!

  Ἀπόσπασμα ὀμιλίας τοῦ καθηγουμένου τῆς Μεγίστης Λαύρας ἀρχιμανδρίτου Προδρόμου κατά τόν πανηγυρικό Ἑσπερινό τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στόν ἑορτάζοντα ἱερό ναό τῆς Παναγίας στό Δέτη (Μιλλιαράδω) προεξάρχοντος τοῦ μητροπολίτου Ἀρκαλοχωρίου Καστελλίου καί Βιάννου κ. Ἀνδρέα.


ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΙΣ ΠΑΝΑΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
 (ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΤΗ)

Νότια τῆς Εμπάρου, στήν πλαγιά πού οἱ ντόπιοι ἀποκαλοῦν «Δέτης» βρίσκεται τό Προσκύνημα τῆς Παναγίας. Εἶναι ἕνας μικρός σπηλαιώδης ναός, μέσα σέ μία σχισμή τοῦ βράχου ὅπου, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, βρίσκεται βαθιά κρυμμένη ἡ θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού ἔφυγε ἀπό τόν ναό τῆς «Κάτω Κερᾶς».















  Ὁ καθηγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος συνοδεύεται ἀπό τόν Γέροντα Ἀβραάμ Λαυριώτη, ἐκ τῆς σεπτῆς χορείας τῶν προϊσταμένων τῆς πρώτης στήν τάξη ἀθωνικῆς Μονῆς, συλλειτούργησε μέ τόν Σεβασμιώτατο Ἀνδρέα, τήν ἐπαύριον, κατά τήν κυριώνυμη ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, στόν ἐπίσης πανηγυρίζοντα ἱερό ναό Εὐαγγελισμοῦ, τοῦ χωρίου Μελέσες τῆς ἰδίας Μητροπόλεως.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Η ΚΥΡΙΑ Η ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑ ΣΤΟΝ ΑΓ. ΜΑΤΘΑΙΟ ΣΙΝΑΪΤΩΝ


Ἡ Κυρία ἡ Πορταΐτισσα 

Φορητή εἰκόνα στό τέμπλο τοῦ μεταβυζαντινοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους (περί τό 1776), πού βρίσκεται ἐντός τοῦ καθολικοῦ τοῦ σιναϊτικοῦ μετοχίου τοῦ Ἁγίου Ματθαίου, τό μέγα μοναστήρι τοῦ Κάστρου τοῦ Χάνδακα (Ἡράκλειο Κρήτης)



Ο ναός του Αγίου Ματθαίου των Σιναϊτών κτίστηκε το 1508 πάνω στα ερείπια παλαιότερου Βυζαντινού ναού. Στο ναό αυτόν εκκλησιάζονταν όλοι οι Χριστιανοί μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς, καθώς οι Οθωμανοί μετέτρεψαν το σιναΐτικο μετόχι της Αγίας Αικατερίνης του Χάνδακα σε Τζαμί. Έτσι οι Σιναΐτες μοναχοί μετέφεραν το μοναστήρι- μετόχι στον Άγιο Ματθαίο.
Σήμερα στο ναό φιλοξενείται συλλογή εικόνων στην οποία περιλαμβάνονται σημαντικά έργα της Κρητικής Σχολής, όπως «η Σταύρωση» του Γεωργίου Καστροφύλακα (1752), «Ο Άγιος Τίτος και Σκηνές του Βίου των 10 Μαρτύρων» του Ιωάννη Κορνάρου (1773), δύο ανυπόγραφες εικόνες του Μιχαήλ Δαμασκηνού και άλλα.


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΗΣ ΚΑΙ Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

      Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Οἱ ἅγιοι Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης καί Παΐσιος Ἁγιορείτης καί ἡ παιδαγωγία τῶν νέων


Κυ­ρι­α­κή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας σήμερα, καί μέ­σα ἀ­πό τή θε­ο­λο­γί­α καί τούς ἀ­γώ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, σπου­δά­σα­με τήν ὀρ­θή πί­στη στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ Χριστοῦ πού ὅλοι μας, καί περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους, οἱ νέοι ἄνθρωποι, ἀ­να­ζη­τοῦ­με.
  Γι᾿ αὐτούς τούς νέους ἀνθρώπους, καί εἰδικότερα γιά τή διαπαιδαγώγησή τους, ὅπως δίδαξαν μέ τή ζωή καί τόν λόγο τους οἱ ὅσιοι Ἁγιορεῖτες Πατέρες, καί εἰδικότερα, οἱ νεώτεροι ἀπ᾿ αὐτούς, ἅγιοι Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης καί Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, γι᾿ αὐτούς λοιπόν τούς νέους ἀνθρώπους θά μιλήσουμε σήμερα…
(…) Ἡ παιδαγωγική πού ἐφήρμοζαν, θεμελιωμένη πάνω στή διακονία τῆς πνευματικῆς πατρότητας, δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τήν παιδαγωγική τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πού διασώζεται μέχρι καί τίς μέρες μας, μέσα ἀπό τήν ἡσυχαστική καί φιλοκαλική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
- Δίδασκε ὁ ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης ὅτι θά πρέπει οἱ γονεῖς σιγα σιγά νά ἀφαιρέσουν ἀπό τά παιδιά τους τήν κακή συνήθεια ὅτι πρέπει ὅλο τό ἐνδιαφέρον τους νά στρέφεται γύρω ἀπό αὐτά, κι ὅτι θά πρέπει νά τά διδάξουν καί νά τά συνηθίζουν νά κάμπτονται καί νά προσαρμόζονται μέ ὅλους καί σ᾿ ὅλες τίς καταστάσεις. Κι αὐτό, γιά νά μή δυσκολεύονται τελικά, ὅταν εἰσέλθουν στή ζωή, μέ χίλιους δύο διαφορετικούς χαρακτῆρες ἀνθρώπων⋅ ἔτσι νά μή τά χαλᾶνε καί νά μή δημιουργοῦν ἐχθρούς γιά μικροεγωϊσμούς καί ὑπερβολική αὐταρέσκεια. Αὐτή εἶναι ἡ σωστή παιδαγωγική, ἔλεγε…
Ρώτησαν τόν ὅσιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, «Πῶς μπορεῖ, Γέροντα, νά πλησιάσει κανείς τούς νέους πού ἔχουν παραστρατήσει;
 - «Μέ τήν ἀγάπη. Ἀν ὑπάρχει ἀληθινή ἀγάπη, ἀμέσως οἱ νέοι τό πληροφοροῦνται καί ἀφοπλίζονται. Ἔρχονται στό Καλύβι παιδιά, ἀπό χίλιες καρυδιές καρύδια, μέ διάφορα προβλήματα. Τούς καλωσορίζω, τούς κερνῶ, τούς μιλῶ, καί σέ λίγο γινόμαστε φίλοι. Ἀνοίγουν τήν καρδιά τους καί δέχονται καί τήν δική μου ἀγάπη. Μερικά, τά κακόμοιρα, εἶναι τόσο στερημένα! Διψοῦν γιά ἀγάπη. Φαίνεται ἀμέσως πού δέν ἔνιωσαν ἀγάπη οὔτε ἀπό μάνα οὔτε ἀπό πατέρα⋅ δέν χορταίνουν. Ἔτσι ἅμα τά πονέσεις, ἅμα τά ἀγαπήσεις, ξεχνοῦν καί τά προβλήματα, καί τά ναρκωτικά ἀκόμη, φεύγουν καί οἱ ἀρρώστιες, ἀφήνουν καί τίς ἀταξίες καί ἔρχονται εὐλαβικοί προσκυνητές μετά στό Ἅγιον Ὄρος. Γιατί πληροφοροῦνται κατά κάποιον τρόπο τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί βλέπω ἔχουν μιά ἀρχοντιά πού σοῦ ραγίζει τήν καρδιά. Νά μή δέχωνται οἰκονομική βοήθεια, ἐνῶ ἔχουν ἀνάγκη, ἀλλά νά πιάνουν δουλειά, γιά νά τά βγάλουν πέρα καί νά πᾶνε τή νύχτα στό σχολεῖο. Αὐτά τά παιδιά ἀξίζει νά τά βοηθήσει κανείς.
- «Οἱ γονεῖς, ὅσο μποροῦν, νά βοηθοῦν τά παιδιά, ὅταν εἶναι μικρά. Τά παιδιά εἶναι ἄδειες κασσέττες. Ἄν γεμίσουν Χριστό, θά εἶναι κοντά Του γιά πάντα. Ἄν ὄχι, εἶναι πιό εὔκολο, ὅταν μεγαλώσουν, νά παραστρατήσουν. Ἄν μικρά βοηθηθοῦν, καί νά ξεφύγουν ἀργότερα λίγο, πάλι θά συνέλθουν. Ἄν ποτισθεῖ τό ξύλο μέ λάδι, δέν σαπίζει. Λίγο ἄν ποτισθοῦν τά παιδιά μέ εὐλάβεια, μέ φόβο Θεοῦ, δέν ἔχουν ἀνάγκη μετά», συμβούλευε ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης…


  ( …) Στά ὅσα παραπάνω ταπεινά καταθέσαμε στήν ἀγάπη σας, μέσα ἀπό τήν ταπεινή μας αὐτή ὁμιλία, ὑπογραμμίστηκε ἡ δύναμη τοῦ παιδαγωγικοῦ λόγου τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Τή δύναμη τῆς ἀγάπης τους γιά τίς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, γιά μᾶς τούς ταλαίπωρους ἀνθρώπους, καί εἰδικότερα τούς νέους.
Ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ἀπό τά χρόνια τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου ὥς τίς μέρες μας, μέ τήν ἁγιοκατάταξη τοῦ ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου καί τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, στέλνονται στόν κόσμο μας ἀνταύγειες αἰωνιότητας. Ἀνταύγειες αἰωνιότητας πού ζωντανεύουν τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως.
 Καί σήμερα, στήν ἀρχή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὄχι μόνο ἀντλοῦμε δύναμη καί ἐλπίδα, ὄχι μόνο λαμβάνουμε ὑπόδειγμα ἁγιαστικῆς βιοτῆς καί ἐμπειρίας, ἀλλά κυρίως ὁμολογοῦμε τή βιωματική πεποίθηση πού εἶχαν καί ἀκτινοβολοῦσαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀνάμεσά τους καί οἱ Ἁγιορεῖτες, πώς ὁ Χριστός ἀνέστη! 


Ἀποσπάσματα ἀπό Ὀμιλία τοῦ Γέροντος Παταπίου, πού πραγματοποιήθηκε, παρουσία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Εἰρηναίου, στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης, στό Ἡράκλειο, τήν Κυριακή 20 Μαρτίου 2016. Ἡ ἐκδἠλωση διοργανώθηκε ἀπό τόν φιλοπρόοδο Σύλλογο Φίλων τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἡρακλείου.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ

                                Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ὀρθοδοξία και ὀρθοπραξία


   Σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μέ­σα ἀ­πό τή θε­ο­λο­γί­α καί τούς ἀ­γώ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, σπου­δά­σα­με τήν ὀρ­θή πί­στη στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ πού ἀ­να­ζη­τοῦ­με  [...]
Τό ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι σταυροαναστάσιμο. Γιατί, Ὀρθοδοξία, ἀνάμεσα σέ ἄλλα σημαίνει θυσία, αὐταπάρνηση, αὐτοκένωση, συναλληλία, «ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε», στεναγμός ἀνεκλάλητος, χαρμολύπη, αὐτομεμψία, ταπείνωση, διά Χριστόν μωρία, τοῦ κόσμου ἀποταγή, μετάνοια ἀγόγγυστη, συμμαρτυρία καί μαρτύριο Χριστοῦ.
  Σημαίνει ταπείνωση, μύηση στόν πόνο, συσταύρωση μέ τήν ὀδύνη τοῦ ἄλλου προσώπου, συνταύτιση νοερή καί πραγματική μέ τόν θλιβόμενο, τόν πενθοῦντα, τόν ὑστερούμενο, σκύψιμο πάνω ἀπό τίς πληγές, γονυκλισία καρδίας «ἐν τῷ ταμείῳ ἡμῶν».
  Ὀρθοδοξία σημαίνει νά μήν ζεῖς ἐσύ πλέον, ἀλλά νά ζεῖ «ἐν σοί Χριστός». Σημαίνει ἑκούσια στέρηση κάθε ἀνακούφισης, νά ἀνιχνεύεις τόν πόνο στήν χαρά, καί στήν χαρά νά μήν λησμονεῖς τήν θλίψη. Νά μήν βρίσκεις ἡσυχία γιά τήν δυσχέρεια καί τήν ἀδικία τοῦ κόσμου καί συνάμα νά παραμένεις χαρούμενα νηφάλιος ὅταν διώκεσαι, μαρτυρεῖς, συκοφαντεῖσαι καί βάλλεσαι πανταχόθεν ἀπό τήν ἀσφυκτική καί ἀλγεινή κακία τοῦ κόσμου ἤ νά ἀσθενεῖς καί τότε ἀκριβώς νά χαίρεσαι!  Αὐτό εἶναι τό σταυρώσιμο ἦθος τῆς ὀρθοδοξίας.
  Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως πλευρά, ὑπάρχει καί τό ἀναστάσιμο ἦθος: μυστήριο, εὐχαριστία, δοξολογία, βάπτισμα, ἑορτή, ζωή, χαρά, πίστη καί ἐλπίδα. Ὑπάρχει ἀδιάλειπτη προσευχή, νήψη, ἄφεση, μίμηση ἁγίου, ἐλευθερία, πνευματική εὐχαρίστηση, ἀνακούφιση στά βάσανα, κοινωνία, ἀγάπη, ἁγιασμός, θαῦμα, φωτισμός, θέωση.
Ἡ Ὀρθοδοξία γιά τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὡς πίστη καί διδασκαλία, πρέπει νά μετουσιωθεῖ καί σέ ὀρθοπραξία στόν τρόπο τῆς  ζωῆς μας. Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἡ ζωή τους εἶναι βιωμένο Εὐαγγέλιο,  ἄς μᾶς ἐμπνεύσουν στόν ἀγῶνα μας αὐτό.


Ἀπόσπασμα ἀπό ὁμιλία τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου στόν ἱερό ναό τοῦ Ἁγίου Ματθαίου τῶν Σιναϊτῶν, μετοχίου τῆς μονῆς Σινᾶ στό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης, κατά τή θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. 20 Μαρτίου 2016

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Αγιορειτικός λόγος εν όψει της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής

Αρχιμανδρίτης Αλέξιος
Ηγούμενος Ιεράς Μονής Ξενοφώντος
Αγίου Όρους
 
Αγαπητοί.
Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι πνευματικό στάδιο αρετών, καιρός μετανοίας και προσευχής, νήψεως και κατανύξεως, περίοδος νηστείας, ψυχικής καθάρσεως και συγχωρήσεως. 
Όλη η ευλογημένη αυτή περίοδος είναι μία ιερά πορεία, που προβάλλει η Αγία Εκκλησία μας κατ᾿ έτος, για καθένα πιστό που ποθεί να συμπορευθεί με τον Σωτήρα Χριστό, να συναναστηθεί και να μετέχει της αιωνίου θείας Βασιλείας Του.
Η Εκκλησία μας ως στοργική Μητέρα, με τα σωτηριώδη Μυστήριά Της, τις προηγιασμένες θείες Λειτουργίες, τους κατανυκτικούς Εσπερινούς, τους λαοφιλείς Χαιρετισμούς της Υπεραγίας Θεοτόκου, τα μεγάλα Απόδειπνα, τον Μέγα Κανόνα της μετανοίας, έρχεται να μας αφυπνίσει και μας προσκαλεί στην άσκησι της εγκρατείας, της προσευχής και ευποιΐας, και στην οδό της ψυχοσώστου μετανοίας.
Αυτόν τον ιερό σκοπό έχει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και μας τον υπενθυμίζει καθημερινά με τους ιερούς ύμνους του Τριωδίου: «Αρχήν κατανύξεως και μετανοίας, κακών αλλοτρίωσις, και παθών εγκράτεια, διό σπουδάσωμεν, αποκοπήν των πονηρών έργων ποιήσασθαι». Η πάλη κατά του κακού και της αμαρτίας απαιτεί μετάνοια, απόρριψι των κακών, έλεγχο των παθών και αποκοπή από τα πονηρά έργα. Και σ᾿ αυτήν την πάλη επιδίδονται όσοι ποθούν τον Θεό και έτσι γίνονται μέτοχοι και της τελικής νίκης.

Η αναγκαιότης να «καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος» είναι βασική επιθυμία κάθε αληθινού Χριστιανού, και αυτό μας το χαρίζει το Πανάγιο Πνεύμα:
— όταν πράττουμε καρπούς αξίους της μετανοίας,
— παρέχουμε συγχώρησι στους αδελφούς μας,
— ελέγχουμε τους ατάκτους λογισμούς μας με την δύναμι της προσευχής,
— αποφεύγουμε την κρίσι και κατάκρισι των συνανθρώπων μας,
— ελεούμε τους πτωχούς και βοηθούμε τους πάσχοντας,
— μετέχουμε των θείων Μυστηρίων και
— προσευχόμεθα υπέρ πάντων ανθρώπων.
Έτσι έρχεται η ειρήνη του Θεού και βραβεύει την καρδιά και την σκέψι μας με την θεϊκή παρουσία και χάρι.
Ιδιαίτερα τις ημέρες αυτές μας ανυψώνει και η υμνολογία της Εκκλησίας μας που είναι κεκοσμημένη με εξαίσιους και θεοπνεύστους ύμνους, τους οποίους θεοφόροι άγιοι Πατέρες με πίστι και ευλάβεια κατέγραψαν και παρέδωσαν στην Εκκλησία για δοξολογία του Τριαδικού Θεού και τιμή και έπαινο των Αγίων μας.
Ξεχωριστή θέσι στα υμνολογικά ποιήματα της Εκκλησίας μας κατέχουν οι ύμνοι που είναι αφιερωμένοι στην Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, την Υπεραγία Θεοτόκο Μαρία. Τα Θεοτοκία, τα Θεοτοκάρια, οι Παρακλητικοί κανόνες στην Θεοτόκο, οι ύμνοι στις ακολουθίες των Θεομητορικών εορτών, όλα αυτά τα απανθίσματα των Θεοτοκοφίλων αγίων Πατέρων μας και υμνογράφων εκφράζουν τον πλούτο της Θεομητορικής παρακλήσεως προς το ανθρώπινο γένος, αλλά και την βαθειά ευσέβεια, πίστι και αγάπη των πιστών προς την Πανύμνητο Μητέρα του Θεού και μητέρα όλου του κόσμου.
Είναι γνωστό πως ξεχωριστή θέσι κατέχει στις ψυχές των Ορθοδόξων Χριστιανών ο ευχαριστήριος ύμνος, οι Χαιρετισμοί προς την Θεοτόκο, που αποτελεί ποίημα του πιστού λαού του Θεού και εκφράζει την άπειρη ευγνωμοσύνη και τις θερμές ευχαριστίες μας στην αιτία της σωτηρίας, της χαράς, της ελπίδος αλλά και της ειρήνης του κόσμου που είναι η ανύμφευτος Νύμφη και αειμακάριστος και παναμώμητος Προστάτις και βοηθός του γένους μας. Είναι άξιον και δίκαιον να την υμνούμε και δοξολογούμε για τις άπειρες προς εμάς ευεργεσίες Της.
Ο Γέροντάς μου μας προέτρεπε καθημερινά να λέγουμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας προς δόξα και τιμή του αγίου ονόματός Της και προς ψυχική μας ωφέλεια και παράκλησι.
Η νήψι και η επίκλησι του ονόματος του Θεού και της Παναγίας Μητέρας Του είναι φωτοτόκος αρετή, που γεννά το φως και την χαρά στην ζωή μας. Και όσο περισσότερο ζυμώνεται η ύπαρξί μας με την πνευματική άσκησι και με την προσευχή, όσο ετοιμάζουμε εαυτούς, όσο υπομένουμε τις δοκιμασίες του Θεού, όσο συναισθανόμεθα τις αμαρτίες μας, τόσο περισσότερο η χάρις του Θεού έρχεται και ενοικεί μέσα μας, και καθαρίζει τον νου και την καρδιά μας από συνειδήσεως πονηράς.
Όλος αυτός ο ευλογημένος αγώνας στεφανώνεται με την χαρά της Αναστάσεως που δεν είναι μόνον Πασχαλινή ευφροσύνη αλλά μετοχή των επουρανίων αγαθών από την παρούσα ακόμη ζωή.
Εύχομαι, οι δυσκολίες του παρόντος καιρού να μετατραπούν σε ευλογίες για τον τόπο μας και τον σύμπαντα κόσμο. Και τις ιερές αυτές ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που αρχίζει με την χάρι του Θεού, να εντείνουμε τις προσευχές μας προς τον Οικτίρμονα Θεό και την Παναγία μας, όπως κάνουμε και εμείς εδώ στο Άγιον Όρος, και να ζήσει ο καθένας μας την προσωπική του μεταμόρφωσι διά της μετανοίας, για να πλεονάσει το έλεος του Θεού που παρέχεται, όπως λέγει ο Κύριός μας, στους ταπεινούς και απλούς και υπάκουους πιστούς, και να αξιωθούμε και της χαράς της Αναστάσεως.
Καλή και ευλογημένη Τεσσαρακοστή!
 
ΠΗΓΗ:

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Μωυσή Μοναχού Αγιορείτου
Η ησυχαστική παράδοση στο Άγιον Όρος από τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά έως σήμερα


Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν κυρίως Αγιορείτης. Στη θεοφώτιστη διδασκαλία του διδάσκει αυτό που συνάντησε και βίωσε στο Άγιον Όρος. Ο άγιος Γρηγόριος ήταν Αγιορείτης πριν γίνει Αγιορείτης, αφού είχε συνεχή τον σύνδεσμο με την ασκητική, ησυχαστική, αθωνική ζωή. Όταν αναγκάσθηκε να εξέλθει του φίλτατου Αγίου Όρους προς υπεράσπιση του ησυχασμού, παρέμεινε ακραιφνής Αγιορείτης παρά τις πολεμικές, τις διώξεις, τις τιμές και τις δόξες, μέχρι τη μακαρία κοίμησή του 1.

Η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, αλλά συμπύκνωση όλης της παλαιότερης διδασκαλίας της Εκκλησίας, στη διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας του Θεού, που συναντούμε στην Αγία Γραφή, στους Αποστολικούς Πατέρες, στους Καππαδόκες Πατέρες, ιδίως στον Μ. Βασίλειο και κατόπιν στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Η παλαμική διδασκαλία παρουσίασε θαυμάσια τις διαστάσεις και τις συνέπειες της σωτήριας αυτής διδασκαλίας 2.

Ο Βαρλαάμ αποτελεί τον κανονάρχη των ορθολογιστών φιλοσόφων, που αμφισβητούσαν βάναυσα την ησυχαστική ζωή των νηπτικών πατέρων του παραδοσιακού αθωνικού Ορθόδοξου μοναχισμού. Η τυχόν επικράτηση των αιρετικών βαρλααμικών απόψεων θα σήμαινε κατάργηση του μοναχισμού και της νηπτικής του εργασίας.
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς


Ο άγιος Γρηγόριος σταθερά επέμενε ότι ο αληθινός δρόμος της θεογνωσίας είναι η καθαρότητα της καρδιάς κι όχι η έξαρση της λογικής που οδηγεί στον αγνωστικισμό.
Ένα από τα πρώτα έργα του αγίου το «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» αναφέρεται με σαφήνεια στην παιδεία κι ότι η φιλοσοφία δεν οδηγεί στη γνώση του Θεού, καθώς επίσης στη νοερά προσευχή και στο άκτιστο φως 3.
Ο άγιος Γρηγόριος μετέβη στο Άγιον Όρος ως μαθητής και όχι ως διδάσκαλος. Η πολυετής προσευχή του ήταν «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος!». Διετέλεσε υποτακτικός θεοφώτιστων Γερόντων, παρέμεινε σιωπηλός και μόνο όταν υπήρξε απόλυτη ανάγκη μίλησε και έγραψε κι εξήλθε του Όρους, για να μεταφέρει την Παράδοση της Εκκλησίας, που μελέτησε και διδάχθηκε, και το καθαρό βίωμα της εμπειρίας του. Ο ησυχασμός είναι η ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως, το βασικό γνώρισμα της αγιοπατερικής διδασκαλίας και αυτό μετέφερε, καθώς αναφέρει ο άριστος βιογράφος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, ο επίσης νηπτικός και ησυχαστής 4. Ας δούμε τις ιερές μορφές Αθωνιτών όσιων και τη νοερά εργασία τους την εποχή του αγίου Παλαμά και μετά από αυτόν:
Ο άγιος Φιλόθεος ως Λαυριώτης μοναχός υπογράφει τον Αγιορείτικο Τόμο του 1339. Πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες, στο πλευρό του αγίου Παλαμά. Το 1346, ενώ ήταν ακόμη στη Μ. Λαύρα, έγραψε δύο λόγους περί του Θαβωρείου Φωτός και κατά του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη Σύνοδο του 1351 ως μητροπολίτης Ηρακλείας για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε τον Τόμο των Πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του Παλαμά και καθώρισε τη μνήμη του τη Β' Κυριακή των Νηστειών συνθέτοντας την ακολουθία του. Στα πολλά έργα του ο άγιος Φιλόθεος χρησιμοποιεί με χάρη τη χαρακτηριστική ησυχαστική ορολογία ως γνήσιος ησυχαστής.
Γέροντας του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος τον ενέπνευσε και μύησε στα καλά της ησυχαστικής ζωής, είναι ο όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής, ο οποίος ασκήθηκε στα ερημικώτερα μέρη του Αγίου Όρους και διέδωσε τις ησυχαστικές αντιλήψεις μεταξύ των Αγιορειτών. Καρπός της αθωνικής ησυχίας είναι η σοφή πραγματεία του «Περί νήψεως και φυλακής καρδίας», που βρίσκεται στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών. Εκτός της μελέτης και της συγγραφής μόνιμο μέλημά του ήταν η άσκηση της νοεράς προσευχής, που έχοντας πηγή τους λόγους των αγίων Αντωνίου του Μεγάλου, Μακαρίου Αιγυπτίου, Ιωάννου της Κλίμακος, Διαδόχου Φωτικής και Συμεών του Νέου Θεολόγου, έγινε κτήμα της φωτισμένης καρδιάς του. Γι’ αυτό μπορεί να μιλά τόσο καθαρά περί νήψεως στα έργα του: «Την μεν προσοχήν τινές των αγίων νοός τήρησιν έφησαν, άλλοι δε καρδιακήν φυλακήν, έτεροι δε νήψιν και άλλοι νοεράν ησυχίαν και άλλοι άλλως. Τα δε πάντα εν και το αυτό δηλούσιν ως αν τις είποι άρτον και είποι και τεμάχιον και είποι και βουκίον, Ούτω και περί τούτων νόει. Τι δε εστί προσοχή και τι τα ταύτης ιδιώματα, ακριβώς μάνθανε. Προσοχή εστί μετανοίας ακραιφνούς γνώρισμα, προσοχή εστίν αθέτησις αμαρτίας και αρετής επανάληψις, προσοχή εστίν συγχωρήσεως αμαρτιών ανενδοίαστος, πληροφορία· προσοχή εστίν αρχή θεωρίας, μάλλον δε υπόθεσις θεωρίας· δια ταύτης γαρ ο Θεός, παρακύψας, εμφανίζεται τω νοΐ· προσοχή εστίν αταραξία νοός, ή μάλλον, στάσις αυτής, δι' ελέους Θεού τη ψυχή βραβευθείσα· προσοχή εστί καθαίρεσις μεν λογισμών, Θεού δε μνήμης ανάκτορον και της των επερχομένων υπομονής ταμειούχος· προσοχή εστί πίστεως, ελπίδος και αγάπης παραίτιος» 5. Ο ησυχαστής όσιος Νικηφόρος υπήρξε ένας από τους πρώτους και σημαντικούς προδρόμους της μεγάλης ησυχαστικής κινήσεως του 14ου αιώνα 6.

Επίσης Γέροντας του αγίου Παλαμά υπήρξε ο όσιος Νικόδημος ο Ησυχαστής (1322), ο οποίος κατά τον άγιο Φιλόθεο υπήρξε «ανήρ θαυμαστός κατά τε πράξιν και θεωρίαν», ασκητής έξω της μονής Βατοπαιδίου, τον οποίο ανακάλυψε ο θείος Παλαμάς, θαύμασε τον βίο του κι έζησε πλησίον του εν νηστεία και αγρυπνία και νήψει και αδιαλείπτω προσευχή επί μία τριετία (1319-1322) και από αυτόν έλαβε το μέγα και αγγελικό των μοναχών σχήμα 7.

Ο άγιος Παλαμάς συνδεόταν επίσης με τον Αθωνίτη φιλοησυχαστή κι αντιλατινόφρονα άγιο Θεόληπτο, μητροπολίτη Φιλαδέλφειας (1324/26) 8. Είναι γεγονός και πρέπει να τονισθεί πως όλοι οι οπαδοί της ησυχαστικής κινήσεως ήταν και πρόκριτοι της ανθενωτικής, γι' αυτό και είχαν πρώτους αντιπάλους τους λατινόφιλους. Ο άγιος Θεόληπτος σε λόγο του «Περί του μοναδικού επαγγέλματος» γράφει προς μοναχό: «Την οδό της διανοίας οδεύων, τα ρήματα της ευχής αναλέγου· και διαλέγου τω Κυρίω αεί βοών και μη εκκακών πυκνά δεόμενος και την αναίδειαν μιμούμενος τής τον αμείλικτον κριτήν δυσωπησάσης χήρας. Τότε πνεύματι περιπατείς και σαρκικαίς επιθυμίαις ου προσέχεις και λογισμοίς κοσμικοίς ου διατέμνεις της ευχής την συνέχειαν ναός δε Θεού χρηματίζεις, απερισπάστως τον Θεόν εξυμνών. Ούτω κατά διάνοιαν ευχόμενος, αξιούσαι και εις μνήμην Θεού διαβαίνειν και εν τοις αδύτοις του νου εισιέναι και μυστικαίς θεωρίαις τον αόρατον κατοπτεύειν και γνωστικώς ενιαίως και αγαπητικαίς εκχύσεσι, μόνος τω Θεώ μόνω κατά μόνας λειτουργών» 9. Ο άγιος Θεόληπτος υπήρξε συμμαθητής του αγίου Παλαμά του ιερού «φροντιστηρίου» του οσίου Νικηφόρου Περί φυλακής της καρδίας και της τέχνης της προσευχής. Ο άγιος Θεόληπτος μαθητή είχε τον λόγιο μητροπολίτη Εφέσου Ματθαίο και τη μοναχή Ευλογία, πρώην αυτοκράτειρα Ειρήνη Χουμναίνα Παλαιολογίνα. Θεωρείται πρωτεργάτης ενός αναγεννητικού πνεύματος στο Βυζάντιο, βασισμένο στην πατερική παράδοση. Πρόκειται για λαμπρό εισηγητή του ησυχαστικού πνεύματος στις κοινωνίες του κόσμου και συνεχιστή του έργου του Αθωνίτη Οικουμενικού Πατριάρχη Αθανασίου, που έγινε φορέας των ησυχαστικών ιδεών μέσω των μαθητών του στον κόσμο και η προσευχή του Ιησού έγινε κτήμα πολλών, φτερουγίζοντας από τις έρημους και τις μονές, για να σκηνώσει σε όλη την Εκκλησία, ακόμη και στα αυτοκρατορικά δώματα, αφού ο άγιος Αθανάσιος υπήρξε σύμβουλος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β' του Παλαιολόγου και στην εποχή του πραγματοποιείται μια θεοκρατία στην πόλη του, στην καλύτερη μορφή της 10.

Την ίδια εποχή στο Άγιον Όρος εργάζεται ο μεγάλος νηπτικός πατήρ και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης (+1346), ο οποίος διέδωσε τον ησυχασμό σε όλα τα Βαλκάνια δια των αγίων μαθητών του. Ο βιογράφος και μαθητής του άγιος Κάλλιστος γράφει περί αυτού: «Πάσαν σχεδόν την των μοναχών πληθύν και νύκτωρ και μεθημέραν εδίδαξε και εφώτισε, και δια της καθαράς ησυχίας και προσευχής τω Θεώ μετά σπουδής πάντας τους προσερχόμενους προσωκειώσατο» 11. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στην παράφραση του ωραιότατου βίου του Καλλίστου αναφέρει πώς ο όσιος Γρηγόριος «είχε διαπαντός έργον περισπούδαστον να δράμη Αποστολικώς όλην την Οικουμένην, και να σύρη όλους τους Χριστιανούς εις την θείαν ανάβασιν με την διδασκαλίαν του, εις τρόπον όπου με το μέσον της πρακτικής αρετής να τους ανεβάση, ωσάν και τον εαυτόν του, εις το ύψος της θεωρίας με την συχνήν δέησιν της νοεράς προσευχής, καθώς και έγινε με το έργον τη αλήθεια δια της θείας χάριτος» 12.

Αξιόλογοι μαθητές του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου και θερμοί ακόλουθοι της ησυχαστικής παραδόσεως ήταν Μάρκος ο νηπτικός από τις Κλαζομενές, Ιάκωβος Επίσκοπος Σερβίων, Ααρών ο διορατικός, Μωυσής, Κλήμης από τη Βουλγαρία, Λογγίνος, Κορνήλιος και Ησαΐας. Οι τρεις τελευταίοι είναι αυτοί που βρήκε ο Γρηγόριος ασχολούμενους με τη θεωρητική ζωή στη σκήτη του Μαγουλά. Απέκτησαν και αυτοί αρκετούς μαθητές και τους μύησαν στα μυστικά της ιεράς ησυχίας: «Τη μελέτη και σπουδή των κρειττόνων προστετηκότες και μέχρι τελευτής τη νοερά και σωτηριώδει εργασία εμμελετώντες και ασχολούμενοι» κατά τον άγιο Κάλλιστο.

Ο άγιος Κάλλιστος (+1363) συνδέεται στενά, εκτός του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτη, και με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, του οποίου υπήρξε ενθουσιώδης ακόλουθος, τον συνόδευσε στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη, υπέγραψε τον Αγιορείτικο Τόμο (1339), συγκάλεσε σύνοδο στα ανάκτορα των Βλαχερνών, που επικύρωσε την παλαμική διδασκαλία13. Αναδείχθηκε και σημαντικός συγγραφέας 14, όπου καθαρά φαίνεται η καθαρή καρδιά και η αγάπη της ησυχίας: «Νους καθαρθείς δια της νήψεως, ραδίως σκοτίζεται, ει μη τη συνέχει μνήμη του Ιησού απασχολείται πάντη των έξωθεν. Ο δε την πρακτικήν συναρμόσας τη θεωρία, οιονεί τη του νοός τηρήσει, ψόφους ουκ απαναίνεται κτύπους ανάρθρους ή και ενάρθρους ουκ αποσείεται, τρωθείσα γαρ η ψυχή τω θείω έρωτι του Χριστού, ως αδελφιδώ τούτω γε κατακολουθεί 15

Οι άριστα βιογραφούμενοι από τον άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο Αγιορείτες όσιοι· Γερμανός ο Μαρούλης (1336) ο λάτρης της ησυχίας, ο ισόβιος υποτακτικός, ο θεωρητικός 16, Σάββας ο Βατοπαιδινός (+1394), ο δια Χριστόν σαλός, ο «λιμώ τε και δίψει και παννύχοις προσταλαιπωρών αγρυπνίαις, ώσπερ άσαρκος τις και άυλος ων η πτηνός μάλλον και ουκ άνθρωπος, μηδέν έχων μεθ' εαυτού το παράπαν, ει μη το σώμα», ο αγωνισθείς κατά του Ακίνδυνου 17, Ισίδωρος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+1350), του οποίου ο βίος είναι γεμάτος από θεοφάνειες, αγγελοφάνειες κι αγιοφάνειες, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον έστειλε στον κόσμο και στάθηκε ένας από τους πρωτοστάτες του αντιβαρλααμικού αγώνος, μεταλαμπαδευτής της νοεράς προσευχής σε περισσότερα στρώματα ανθρώπων, το μοναχικό σχήμα έλαβε από τον άγιο Παλαμά, του οποίου υπήρξε συνοδοιπόρος στους αντιαιρετικούς αγώνες και ως Πατριάρχης τον αποκατέστησε και τον χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης 18.

Ορισμένοι των μαθητών του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου μετέφεραν το ησυχαστικό αθωνικό πνεύμα στα Βαλκάνια και πέραν αυτών, όπως οι όσιοι Ρωμύλος (+1375), που μετέφερε στον σερβικό μοναχισμό την ασκητική και μυστική παράδοση του διδασκάλου του, με τους δικούς του μαθητές Νέστορα, Δανιήλ, Σισώη, Μαρτύριο και Γρηγόριο κι έχουμε μια μεγάλη εξάπλωση του ησυχασμού στη Σερβία και Βουλγαρία19, Θεοδόσιος (+1362), που στη μονή που ίδρυσε στο Κελιφάρεβο Τυρνόβου, καλλιέργησε τα γράμματα και τη νήψη και την έκανε κέντρο ησυχασμού, παιδείας και πολιτισμού, σε δύο συνόδους που κλήθηκε υπεράσπισε σθεναρά την αλήθεια των ήσυχαστών 20, ως και ο μαθητής του Ευθύμιος Τυρνόβου (+1401/2), σημαντικός Βούλγαρος συγγραφέας, ο οποίος έγραφε στον συνέκδημό του άγιο Κυπριανό Κιέβου περί των καλών της ησυχίας: «Η έρημος είναι μήτηρ της ησυχίας, νηστείας διδάσκαλος, σύζυγος πνευματική, κλίμαξ προς ουρανόν φέρουσα, οδός προς Θεόν απλανής, άλυσις ευεργετική, ησυχία και νηστεία, αγνεία παρακλητική, σοφίας καθηγητής» 21. Φίλος των παραπάνω αγίων ήταν ο άγιος Νικόδημος της Τισμάνα (+1406) ως και των αγίων Φιλόθεου Κόκκινου και Γρηγορίου του Παλαμά. Καλλιέργησε μακροχρόνια τη νοερά προσευχή κι αξιώθηκε χαρισμάτων. Στις μονές που ίδρυσε στη Βουλγαρία και Ρουμανία, μετέφερε τις ησυχαστικές ιδέες. Θεωρείται πατέρας του ρουμάνικου μοναχισμού22. Παρόμοιο έργο επιτελεί στη Ρωσία ο Αθωνίτης ησυχαστής άγιος Κυπριανός μητροπολίτης Κιέβου (+1406) με τις μεταφράσεις ασκητικονηπτικών κειμένων και την εδραίωση της περί τον άγιο Σέργιο του Ραντονέζ ησυχαστικής κινήσεως και της προς το Άγιον Όρος στροφής των Ρώσων. Η μυστική ζωή ήρεμα γίνεται δεκτή, παρά τις κάποιες αντίθετες ιδέες, υιοθετούνται οι παλαμικές αντιλήψεις και δημιουργείται η σημαντική κίνηση των πέρα του Βόλγα σπουδαίων στάρετς23.

Μεγάλη μορφή ησυχαστή είναι του οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη (+1365), του οποίου η συνομιλία με τον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη αποτελεί σταθμό στη νηπτική γραμματεία. Αναφέρει λοιπόν πώς με τη βοήθεια της Θεοτόκου «άρχισεν η καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν, και ο νους μου να γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου, και της Θεοτόκου μου, και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμησιν αυτών, και πλέον από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν μου… Εποθούσα την ησυχίαν πάντοτε, δια να απολαύσω πλέον περισσότερον τον καρπόν της προσευχής ο οποίος είναι μία αγάπη υπερβολική εις τον Θεόν, και μία αρπαγή του νοός προς τον Κύριον… Όταν έλθη η χάρις του Αγίου Πνεύματος εις τον άνθρωπον δια μέσου της προσευχής, τότε παύει η προσευχή· επειδή και ο νους κυριεύεται όλος από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και δεν ημπορεί πλέον να ενεργήση τας δυνάμεις του, αλλά μένει αργός, και υποτάσσεται εις το Άγιον Πνεύμα, και όπου θέλει το Άγιον Πνεύμα τον πηγαίνει, ή εις αέρα άυλον θείου φωτός, ή εις άλλην θεωρίαν ανεκδιήγητον ή και πολλάκις εις ομιλίαν θεϊκήν και εν συντομία, καθώς θέλει το Πνεύμα το Άγιον, έτσι παρηγορεί τους δούλους του καθώς πρέπει εις τον καθένα, έτσι του δίδει και την χάριν του»24.

Βλαστός της αθωνικής ησυχαστικής χορείας είναι και ο όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης (1380), μαθητής των σπουδαίων ησυχαστών Γρηγορίου και Μωυσή της σκήτης του Μαγουλά, των οποίων το πνεύμα μετέφερε στη μοναστηριούπολη των Μετεώρων25. Επίσης ο άγιος Κάλλιστος ο Β', ο Παντοκρατορινός και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1397), ο οποίος μαζί με τον όσιο Ιγνάτιο τον Ξανθόπουλο έγραψαν περί των καλών της θεοποιού ευχής: «Αδιαλείπτως τοίνυν παράμεινον τω ονόματι του Κυρίου Ιησού, ίνα καταπίη η καρδία τον Κύριον και ο Κύριος την καρδίαν και γένηται τα δύο εις εν. Και αύθις μη χωριζέτω την καρδίαν υμών από του Θεού, αλλά προσμένετε και φυλάσσετε αυτήν μετά της μνήμης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάντοτε έως ου εμφυτευθή το όνομα του Κυρίου έσω εν τη καρδία και μηδέν έτερον εννοή, ίνα μεγαλυνθή Χριστός εν υμίν»26. Ο άγιος Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης συνεχίζοντας θα πει: «Όταν το του νοός πρόσωπον νεύον είσω καρδίας, δρα την του πνεύματος έλλαμψιν εξ αυτής αείβλυτα πηγάζουσαν, τότε πάνυ καιρός του σιγάν»27.

Παρατηρούμε πώς κεντρική μορφή του 14ου αιώνα αναδείχθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359). Τα έργα του τον κατατάσσουν μεταξύ των μεγάλων θεολόγων και πατέρων της Εκκλησίας. Ύστερα από τις γνωστές ησυχαστικές έριδες μας άφησε δωρεά ανεκτίμητη, ογκώδη μυστική γραμματεία. Ο Αθωνίτης ασκητής, ύστερα από πολλούς και μακρούς αγώνες, δικαιώθηκε από τρεις συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως 1341,1347 και 1351. Ο σοφός ιεράρχης της Θεσσαλονίκης ανανέωσε με το έργο του τις περί του ακτίστου φωτός θείες εμπειρίες της Εκκλησίας. Το έργο του αυτό επηρέασε βαθειά τη μετέπειτα θεολογία και τη μοναστική ζωή. Η νίκη του αγίου Παλαμά κατά των αιρετικών, ήταν νίκη του Αγίου Όρους, κατά των ρευμάτων του ουμανισμού και της κυριαρχίας του ορθού λόγου και της γνώσεως, που έθεταν την πίστη σε δεύτερη μοίρα και αλλοίωναν το νόημα της ευαγγελικής αγάπης, προσευχής και ασκήσεως. Ο 14ος αιώνας με την παρουσία εμπνευσμένων μορφών και με κορυφαίο τον άγιο Παλαμά δύναται να χαρακτηρισθεί ως ο λαμπρότερος στην ιστορία της αθωνικής αγιότητος. Η πνευματική ζωή είχε φθάσει σε υψηλό βαθμό και η αρετή των μοναχών κυριαρχούσε28.

Θα μπορούσαμε να πούμε πώς η δόξα του 14ου αιώνα ήταν μια πλούσια δωρεά, που θα έπρεπε να φυλαχθεί στις δυσκολίες που θα ακολουθούσαν. Όμως και μέσα στους αιώνες της δουλείας ο Άθωνας δεν υστερήθη οσίων ησυχαστών: Νήφων ο Καυσοκαλυβίτης (+1411) μαθητής των οσίων Νείλου του Εριχιώτη, Θεογνώστου και Μαξίμου του Καυσοκαλύβη με υπερθαύμαστη άσκηση και υψηλή θεωρητική ζωή 29, Νείλος της Σόρας (+1508), ο οποίος χρησιμοποίησε στα συγγράμματά του την ησυχαστική ορολογία των Αθωνιτών, την οποία παρουσίασε σε μοναχούς και λαϊκούς, γιατί η άσκηση και η προσευχή ως μέθοδος τελειοποιήσεως του πνεύματος είναι εξ ίσου απαραίτητη σε όλους 30, ως και ο ομόφρονας μαθητής του Ιννοκέντιος τού Βολογκόντσκυ (+1521)31, Διονύσιος ο εν Ολύμπω (+1541), ο λάτρης της ησυχίας και νήψεως 32, Θεωνάς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (+1542), όπου κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «ησύχαζεν εκεί (στο ασκητήριό του) μόνος, μόνω τω Θεώ προσευχόμενος και πάλιν συνήρχετο με τους μαθητάς του, παρήγορων αυτούς πολλάκις με την θείαν διδασκαλίαν του… συνομιλεί με τον Θεόν, και εις την αγάπην αυτού ανεφλέγετο, είναι απόδειξις, ότι ηγάπησε τον Θεόν εξ όλης ψυχής του, και εξ όλης καρδίας του, και εξ όλης ισχύος του, και εξ όλης της διανοίας του»33.
Φορέας των παλαμικών ιδεών στη Ρωσία ήταν και ο Βατοπαιδινός μοναχός Μάξιμος ο Γραικός (+1556), ο οποίος παρά τις πικρές του περιπέτειες, μέσα στη φυλακή έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, κι αναδείχθηκε για το αναμορφωτικό του έργο το πιο λαμπρό ελληνικό όνομα στη Ρωσία 34.

Ο όσιος Νείλος ο Μυροβλύτης (+1651) «καταφλεγόμενος από τον πόθον της ησυχίας, εζήτει τόπον ερμημικώτερον και εύρων σπήλαιον κατάκρημνον και από τα δύο μέρη, φοβερόν εις την θέαν δια το κρημνώδες, κατέβαλε μεγάλας προσπάθειας και κατήλθεν εις αυτό. Έμεινε δε εκεί ο αείμνηστος, μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος και καταγινόμενος εις θεωρίας, άλλος δε κανείς δεν εγνώριζε τούτο, ει μη μόνος εκείνος, όστις τον ωδήγησεν εις αυτό. Εις αυτό δε και έμεινεν έως τέλους άγνωστος και αγωνιζόμενος ο μακάριος… πόσας δε αγγελικάς οπτασίας και παρηγορίας είδεν, αδύνατον είναι να διηγηθή τις»35.
Πράγματι ο «ΙΗ' αιών ομοιάζει εν Άθω εις πολλά τον ΙΔ'»36. Πρώτος της πνευματικής αυτής κινήσεως υπήρξε ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης (+1730), τον οποίο δικαίως ο ομόφρονας υποτακτικός του παπα-Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης (+1765) εξαίρει ως πρότυπο ασκητή-ησυχαστή, νηστευτή-σπηλαιώτη, αλείπτη νεομαρτύρων, διδάσκαλο της νοεράς προσευχής, όταν προσευχόταν «έβγαινε φλόγα πυρός από του στόματός του» 37. Του ίδιου πνεύματος ήταν και ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+1745), περί του οποίου ο πρώτος βιογράφος του όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, γράφει περί των μεγάλων ασκητικών του αγώνων και προσευχών του «μετά δακρύων πολλών και στεναγμών (έλεγε) το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Είχεν έργον παντοτινόν ο αείμνηστος, και εσπούδαζεν, αν ήτον τρόπος, και δεν εμποδίζετο από τους ανθρώπους, να μην την αφίνη, ούτε από τον νουν του ούτε από το στόμα του» 38. Ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (+1779), μετά εικοσαετή άσκηση στη μονή Φιλόθεου και εσωτερική πληροφορία εξήλθε στον κόσμο και κατά τις εθνοσωτήριες και ψυχωφελείς ιεραποστολικές του περιοδείες μοίραζε σταυρούς και κομποσχοίνια, μιλώντας απλά αλλά μεστά, για τη δύναμη της νοεράς προσευχής: «Να πάρετε όλοι από ένα κομπολόγιον, και το κομπολόγιόν σας να έχη τριάντα τρία σπυρία, και να προσεύχεσθε να λέγητε το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου. Μέσα εις το Κύριε Ιησού Χριστέ, αδελφοί μου, τι θεωρεί; θεωρεί η Αγία Τριάς, ο Θεός μας, η ένσαρκος οικονομία του Χριστού μας. Και πάντες οι Άγιοι με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ επήγαν εις τον παράδεισον. Και όποιος λέγει αυτόν τον λόγον και κάμνει και τον Σταυρόν του, καν άνδρας, καν γυναίκα, ευλογεί τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ ιατρεύονται κάθε αρρωστείες. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ, οι Απόστολοι αναστούσαν νεκρούς και ιάτρευαν πάσαν ασθένειαν. Με τον σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ αποστομώνει ο άνθρωπος κάθε αιρετικόν. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ αγιάζει ο άνθρωπος και πηγαίνει εις τον παράδεισον, να χαίρεται και να ευφραίνεται ωσάν οι Άγγελοι» 39.

Μια τετράδα οσίων θα σταθεί στην κορυφή της δημιουργικής πνευματικότητας του 18ου και 19ου αιώνος και θα μας δώσει ένα λαμπρό αναγεννητικό έργο, του οποίου τους ευχύμους καρπούς γευόμαστε μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τους ομόφρονες νεοησυχαστές Παΐσιο Βελιτσκόφσκι (+1794), Μακάριο Νοταρά (+1805), Νικόδημο Αγιορείτη (+1809) και Αθανάσιο Πάριο (+1813). Οι τρεις τελευταίοι είναι και οι πρωτοστάτες του λεγόμενου κινήματος των Κολλυβάδων. Το κίνημα αυτό μιλούσε ζωηρά για επιστροφή στη ζωντανή πατερική παράδοση, περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως, συνειδητής συμμετοχής του λαού στη λατρεία, νήψεως και ασκητικότητος. Μάλιστα οι όσιοι αυτοί ασχολήθηκαν με τη ζωή και το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ, Γέροντα είχε τον ησυχαστή Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων. Μετά πολυετή παραμονή στον Άθωνα επέστρεψε στη Ρουμανία, όπου στις μονές που προΐστατο, έτρεφε τους πολλούς μοναχούς του κυρίως με τα νηπτικά έργα, που μετέφραζαν συνέχεια, όπως τη Φιλοκαλία το 1793, και πολλά άλλα, που στη συνέχεια μεταφέρθηκαν και στη Ρωσία και δημιούργησαν ησυχαστική αναγέννηση με πλουσίους καρπούς. Μεταξύ των έργων αυτών διακρίνονται και έργα του αγίου Παλαμά. Περί της νοεράς προσευχής γράφει ο όσιος Παΐσιος: Οι άγιοι ονομάζουν την προσευχή αυτή τέχνη τεχνών. Ποιος μπορεί ν' ασχοληθεί μ' αυτή χωρίς να διδαχτεί από έναν τεχνίτη, δηλαδή από έναν έμπειρο καθοδηγητή; Η προσευχή αυτή είναι μάχαιρα του πνεύματος, δοσμένη απ' τον Θεό για να συντρίψουμε τον εχθρό των ψυχών μας. Για κείνον όμως που δεν τη χρησιμοποιεί σωστά, υπάρχει φόβος να στραφεί εναντίον του. Η προσευχή αυτή έλαμψε σαν ήλιος ανάμεσα στους μοναχούς 40.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γνώρισε τον μοναχισμό και τη νοερά άθληση από τους ενάρετους εξόριστους Κολλυβάδες Γρηγόριο, Νήφωνα, Αρσένιο και Σίλβεστρο τον Καισαρέα στην Ύδρα. Η γνωριμία του και συνεργασία του με τον άγιο Μακάριο Κορίνθου τον Νοταρά έφερε ως μεστό καρπό τη συλλογή και έκδοση της περίφημης Φιλοκαλίας, το 1782, η οποία αποτέλεσε σταθμό για την Ορθόδοξη πνευματικότητα και είχε μεγάλη απήχηση στον μοναχισμό και στον πιστό λαό, ώστε αργότερα να χαρακτηρίζει την εποχή αυτή41. Η απώλεια των χειρογράφων του οσίου της εκδόσεως των Απάντων του Αγίου Παλαμά μετά δικών του σχολίων τον έκανε κατά τον βιογράφο του «κλαίοντα και οδυρόμενο». Κατά τον άγιο Νικόδημο: «Ο Παλαμάς εις τον ακρότατον ανελθών και ταις θεοπτικαίς λάμψεσι καταυγαζόμενος την διάνοιαν, σοφώτατα και θεολογικώτατα συγγράμματα τη Εκκλησία καταλείπει». Ο Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης εύστοχα παρατηρεί για τον όσιο Νικόδημο: «Τον Παλαμάν εθεώρει ως τον εκφραστικώτερον θεολόγον του Ησυχασμού, υπέρ ου τόσον εμόχθησε και τόσα έπαθεν επί δεκαπενταετίαν δια την Συνοδικήν του δικαίωσιν. Εις τα έργα του ο θειος Πατήρ περισσότερον παντός άλλου επικαλείται τον Παλαμάν, ον μνημονεύει μετά πολλού σεβασμού και αγάπης, οσάκις πρόκειται να υποστηρίξη μίαν άποψίν του θεολογικήν, αναφερομένην εις την Ορθόδοξον πνευματικότητα» 42. Θ' αρκεσθούμε μόνο σε μια φράση του οσίου από το αριστουργηματικό του Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον επί του θέματός μας· «Συνεργούντος σοι του συνεχώς εν τη καρδία σου μελετωμένου γλυκύτατου Ιησού, θέλεις αναβή και εις τα υπέρ φύσιν διότι ανασκαλεύων δια της νοεράς ταύτης εργασίας και εξάγων τον χουν, και την τέφραν των παθών, και πονηρών λογισμών και προλήψεων από της καρδίας σου, η οποία έχει εν εαυτή συγκεχωσμένον τον σπινθήρα της υπερφυσικής χάριτος του Θεού, θέλεις εύρη και αυτόν τον ίδιον σπινθήρα ον ήλθεν ο Χριστός βαλείν επί της γης της καρδίας, και θέλεις χαρή επί τη ευρέσει αυτού χαράν ανεκλάλητον, και από της χαράς σου θέλεις χύση γλυκύτατα δάκρυα 43.
Ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος στο προοίμιο της παραφράσεως του βίου του αγίου Παλαμά, μεταξύ άλλων, αναφέρει πώς γράφει: «από ένα θερμότατον πόθον, όπου αισθάνομαι εις την καρδίαν μου, προς τον μέγαν εν ιεράρχαις Γρηγόριον, τον θαυμάσιον ποιμένα της μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης, τον λαμπρότατον φωστήρα, όλου του νοητού στερεώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας… Εφρόνει (μετά της Καθολικής Εκκλησίας δηλονότι) και όχι μόνον εφρόνει, αλλά και πολλά έγραψε, και με όλας τας δυνάμεις ηγωνίσθη να απόδειξη και απέδειξεν ότι πάσα θεία ενέργεια και η θεία και θεοποιός χάρις και το φως όπου έλαμψεν ο Κύριος εις την θείαν του μεταμόρφωσιν ήσαν και είναι άκτιστα, και δυσσεβείς και κακόφρονας απέδειχνεν εκείνους, όπου τα εδογμάτιζαν κτιστά 44.
Παραλείποντες θαυμαστά στοιχεία βίων ιερών μορφών νεοησυχαστών Αγιορειτών του 19ου και 20ου αιώνος, που υπάρχουν σε πολλά σύγχρονα Γεροντικά 45, θα σταθούμε σε τέσσερις αρκετά γνωστές μορφές των ημερών μας, μακαριστούς πλέον και μακάριους, οι οποίοι πολλούς πολύ ωφέλησαν.
Πρόκειται για τον πολύτεκνο και καλλίτεκνο ασκητή Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (+1959) 46 περί του οποίου γράφει ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου αρχιμανδρίτης Εφραΐμ ως πνευματικός εγγονός αυτού: «Μελετώντας κανείς τις επιστολές του μακαρίου Γέροντα Ιωσήφ, το πρώτο που επισημαίνει είναι τον πόθο του, τη νοσταλγία του, την πολλή μεγάλη επιθυμία του να πείση το συνάνθρωπό του να ασχοληθή με την ευχή του Ιησού. Γιατί όταν ήλθε στον Άθωνα έθεσε σαν στόχο του να ζήσει όπως οι παλαιοί ασκητές» 47. Γράφει ο Γέρων Ιωσήφ προς νέο σ' επιστολή του ενδιαφερόμενο για την ευχή του Ιησού: «η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια. Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ' ευθείας τους ερημίτας, όπου εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί πριν σαράντα χρόνια όπου είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμε οδηγούς. Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτό σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα να μην προφθάνη ο νους να σχηματίζη λογισμό μετεωρισμού. Να προσεχής μόνον στα λόγια: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ. Όταν το συνηθίση ο νους και χόρταση -το μάθη καλά- τότε το στέλνει εις την καρδίαν 48.

Ο διακριτικός και διορατικός Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+1991), παρ' ότι έζησε πολλά έτη στην Αθήνα, ζούσε ζωηρά τη νοερά εργασία και συμβούλευε «θα λες το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του Ζώντος, ελέησόν με, με πολύ ηρεμία, απαλότητα και γλυκύτητα. Να μη ταράζεσαι από τις διάφορες εικόνες που θα σου φέρνει ο πονηρός, ούτε να βιάζεσαι όταν λες τις λέξεις αυτές, και να προσέχεις καλά το νόημά τους» 49. Ζώντας αδιάλειπτα τη νοερά προσευχή συχνά έλεγε πώς να λένε την προσευχή: «Χωρίς βία και άγχος, θα τα λέτε ήρεμα, ταπεινά, με αγάπη, με γλύκα»50 κι άλλοτε «Να προσεύχεσαι χωρίς αγωνία, ήρεμα, με εμπιστοσύνη στην αγάπη και στην Πρόνοια του Θεού. Μην κουρασθής να προσεύχεσαι»51.

Αν θα προσθέταμε κεφάλαια στη Φιλοκαλία, οπωσδήποτε θα έπρεπε να θέσουμε τα έργα του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ (+1994) μαθητού του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη (+1938) και εξαίρετου βιογράφου του. Ο καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης το βιβλίο του «Περί προσευχής» χαρακτηρίζει ανεκτίμητο θησαυρό στην Ορθόδοξη θεολογική και εκκλησιαστική γραμματεία 52. Πράγματι το βιβλίο αυτό είναι αποκαλυπτικό των βιωμάτων του συγγραφέως: «Η απόκτησις της προσευχής δια του Ονόματος του Ιησού σημαίνει απόκτησιν της αιωνιότητος. Εις τας πλέον θλιβεράς στιγμάς της καταρρεύσεως του φυσικού ημών οργανισμού η προσευχή, Ιησού Χριστέ, αποβαίνει το ένδυμα της ψυχής. Όταν η δραστηριότης του εγκεφάλου ημών παύη, πάσα δε άλλη προσευχή καθίσταται δύσκολος δια την μνήμην και την προφοράν, τότε το φως της θεογνωσίας, όπερ εκπορεύεται από του Ονόματος και το οποίον ενδομύχως έχομεν αφομοιώσει, θα παραμείνη αναφαίρετον από του πνεύματος ημών…53.
Ο Γέροντας Παΐσιος (+1994) ζώντας στα βάθη της καθαρής του καρδιάς την προσευχή κι αγαπώντας θερμά την ησυχία μιλούσε συχνά στους πολλούς επισκέπτες του περί προσευχής, ως συνέχεια της προσευχής του: «Ο άνθρωπος να συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του και να έχει εμπιστοσύνη κι ελπίδα στο έλεος του Θεού, διότι αυτό θα τον σώσει. Έτσι συγκεντρώνεται ο νους του κι αισθάνεται την ευχή ως ανάγκη. Έτσι αρχίζει να λέει «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελθέ»… και η καρδιά ξεκουράζεται» 54.
Η ησυχαστική παράδοση σε όλη την ιστορία του Αγίου Όρους ήταν και είναι ζωντανή. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι λίαν επίκαιρος σήμερα. Η γνήσια μοναχική ζωή, είναι η εμπνευσμένη μυστική ζωή, με πλούσια και μοναδική δημιουργία και προσφορά για όλη την Εκκλησία και τον κόσμο. Με τη νοερά άθληση ο Ορθόδοξος μοναχός βιώνει στην εντέλεια την ενότητα της Εκκλησίας και συνεργεί στη σωτηρία του κόσμου.

Η κύρια εργασία των μοναχών είναι η προσευχή, της οποίας η ευεργετική δύναμη έχει απεριόριστη αξία για όλο τον κόσμο. Η αγάπη αυτών που παρέμειναν κρυμμένοι σε σπήλαια και χαράδρες δεν ήταν λιγότερη από αυτών που εργάσθηκαν εκτός του Όρους.

Μέσα από τις κρύπτες τους προσεύχονταν νυχθήμερα υπέρ της σωτηρίας παντός του κόσμου. Η προσωπική τους τελείωση ήταν δύναμη για το ένα σώμα της Εκκλησίας, του οποίου αποτελούσαν δυναμικά μέλη. Οι προσευχές τους ήταν ανυπολόγιστης αξίας για όλη την ανθρωπότητα κι επηρέαζαν τις εκβάσεις της ιστορίας. Οι άσημοι ασκητές βίωναν στα βάθη της καρδιάς τους τα μυστήρια του Θεού, ήσαν οι όντως θεολόγοι. Ο άγιος Μάξιμος έλαβε το χάρισμα της θεολογίας από τη Θεοτόκο στην κορυφή του Άθωνα. Οι θείες ελλάμψεις του ακτίστου και ενυποστάτου φωτός, που χαρίζεται στους κατά χάριν αξίους, ένωναν μυστικά τους νέους μαθητές του Κυρίου, τους ησυχαστές, καθώς θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η ζωή των όσιων του Άθω Πατέρων υπογραμμίζεται από την αναγκαιότητα της πρακτικής αρετής και ασκήσεως για να καθαρισθεί ο νους και η καρδιά και να γίνουν δεκτικοί των θείων θεωρημάτων. Αποκορύφωμα όλων των πρακτικών ασκήσεων η προσευχή, η αγάπη, η οποία αντικαθιστούσε την ιεραποστολή, τη διδασκαλία και τη φιλανθρωπία. Μόνη η προσευχή καταξίωνε τον σκοπό της αναχωρήσεως από τον κόσμο. Θεολογία και προσευχή δεν αποτελούν κάτι ανεξάρτητο. Υπάρχει ενότητα πλήρης στην πράξη ως μία θεωρητική ζωή προσιτή σε όλους. Η Εκκλησία σήμερα καλείται να μελετήσει ιδιαίτερα την πλούσια ησυχαστική της παράδοση και πρώτος ο μοναχισμός και μάλιστα ο αθωνικός.

Κλείνω με τα θεόπνευστα λόγια του οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου: «Εγώ εγνώρισα ότι η προσευχή είναι εύκολος, επειδή βοηθεί η χάρις του Θεού. Ο Κύριος αγαπά ημάς υπερβαλλόντως, και δια της προσευχής καταξιοί ημάς να συνομιλώμεν μετ' Αυτού και να μετανοώμεν και να δοξολογώμεν Αυτόν. Αδυνατώ να περιγράψω οπόσον πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος. Δια του Πνεύματος του Αγίου γνωρίζεται η αγάπη αυτή, και η ψυχή του προσευχομένου γνωρίζει το Άγιον Πνεύμα» 55




Monk Moisis the Athonite

THE HESYCHAST TRADITION ON THE HOLY MOUNTAIN FROM SAINT GREGORY PALAMAS UNTIL TODAY

Summary

Saint Gregory Palamas is primarily an Athonite and a hesychast.
His teaching is a distillation of that of the Church on the distinction between the essence and energies of God. Varlaam was the main representative of the anti-Hesychasts. At the time of Saint Gregory, the prayer of the heart was being practised on the Holy Mountain by Saints Philotheos Kokkinos, Nikeforos the Hesychast, the Elder of Saint Gregory, as well as Nikodemos the Hesychast, Theoliptos of Philadelphia, Gregory the Sinaite with his many like-minded disciples, Germanos Maroulis and others. Palamite teaching was thereafter embraced and practised by Athonite saints who lived after him: Maximos Kavsokalyvitis, Nil Sorskij, Dionysios in Olympos, Theonas of Thessaloniki, Maximos the Greek and another Saint Neilos, from whose relics myrrh flowed. The 18lh century resembled the 14lh and we have important neo-hesychast saints: Akakios Kavsokalyvitis, lerotheos of lveron, Kosmas Aitolos, Paϊsy Velichkofskij and the Kollyvades, Makarios Notaras, Nikodemos the Athonite and Athanasios Parios. The spirit of Saint Gregory Palamas reaches down to our own days with the virtuous Athonite Fathers losif the Hesychast, Porfirios Kavsokalyvitis, Sofronios Sakharov, disciple of Saint Silouan, Paϊsios the Athonite and many others, alive or gone to rest. The teaching of Saint Gregory Palamas remains topical and modern Orthodox monasticism delights in it.


Σημειώσεις

1. Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως Αγιορείτης, Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου - Πελαγίας 1992. σ. 17-18.
2. Ο. π., σ. 22.

3. Θεοκλήτου Διονυσιάτου Μοναχού, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο βίος και η θεολογία του, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 100-106.
4. Δημητρίου Τσάμη, Φιλόθεου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1984. Σταύρου Κουρούση, «Οικουμενικός Πατριάρχης Φιλόθεος ο Κόκκινος». Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (εφεξής Θ. Η. Ε), τόμ. 11, στ. 1119 κ. έ. Αθήναι 1967. Βασιλείου Δεντάκη, Βίος και Ακολουθία του αγίου Φιλόθεου (Κόκκινου) Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Θεολόγου. Αθήναι 1971. Δημητρίου Καϊμάκη, «Φιλόθεου Κόκκινου, Δογματικά έργα». Θεολογικόν Συνέδριον εις τιμήν και μνήμην του εν αγίοις πατρός ημών Φιλόθεου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Θεσσαλονικέως. Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1983.

5. Νικηφόρου Μονάζοντος. «Λόγος Περί νήψεως και φυλακής της καρδίας μεστός αυτής τυχούσης ωφελείας», Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Αθήναι 31961, τόμ. Δ', σ. 26.

6. J. Patinot, Θ. Η. Ε., τόμ. 9 (1966), στ. 483-484. Ν. Γιαννόπουλου, Θ. Η. Ε., τόμ. 9, (1966). στ. 494. Β. Τατάκη, «Νικηφόρος μοναχός Ησυχαστής», Κληρονομία 1 (1969),σ. 325-336. Βασ. Ψευτογκά, «Νικηφόρου Ιταλού, Περί της Αγίας Τριάδος και Οικονομίας του Θεού Λόγου», επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, (εφεξής Ε. Ε. Θ. Σ. Π. Θ. ) 23 (1978). σ. 209-232.

7. Δημητρίου Τσάμη, ό.π., σ. 46.
J. Patinot. ό. π., σ. 496.

8. V. Laurent. «Θεόληπτος Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας», Θ. Η. Ε., τόμ. 6 (1965). σ. 249-250.

9. Θεολήπτου Μητροπολίτου Φιλαδέλφειας, «Λόγος την εν Χριστώ κρυπτήν εργασίαν διασαφών και δεικνύων εν βραχεί του μοναδικού επαγγέλματος τον κόπον», Φιλοκαλία, ό. π., σ. 10.

10. Η. Delehage, «La vie d' Athanase, patriarche de Constantinople (1289-1293, 1304-1310)», Melanges d'archeologie et d'historie 17 (1897), σ. 47-74. A. Kerameus - A. Papadopoulos, Zitija dvuch vselenskich patriarchou XIV v., Sv. Atanasija I i Isidora Ι (Βίοι δύο Οικουμενικών Πατριαρχών του 14ου αι. αγίου Αθανασίου Α' και αγίου Ισιδώρου Α'), Zapiski Ist. - Filol. Fakulteta Imp. St. Petersburgskago Universiteta 76 (1905). σ. 1-51. Αθανασίου Παντοκρατορινού αρχιμ., «Βίος και Πολιτεία του Αθανασίου Α' Οικουμενικού Πατριάρχου (1289-1293 και 1304-1310)» συγγραφείς υπό Ιωσήφ Καλουέτου μοναχού. Θρακικά 13(1940), σ. 59-107. Α. Γριτσόπουλου. Θ. Η. Ε., τόμ. 1, στ. 517-518.

11. I. Pomjalovskij, Zitie ize vo svjatih otca nasego Grigorija Sinaita po rukopisi Moskovskoj Sinodalnoj biblioieki, 1894. σ. 30.

12. Νικόδημου Αγιορείτου Μοναχού. Νέον Εκλογών. Αθήναι 21974. σ. 304.

13. VI. Mosin, Sveti pairijarh Kalist I, Srpska crkva, prav. Crkve 1946.

14. Δημητρίου Γόνη, Το συγγραφικόν έργον του Οικουμενικού Πατριάρχου Καλλίστου Α΄ Αθήναι 1980.

15. Του μακαρίου Καλλίστου του Πατριάρχου, «Κεφάλαια περί προσευχής», Φιλοκαλία, ό. π., σ. 297.

16. P. loannou, «Vie de St Germain l’ Hagiorite par son conteporain le patriarche Philothee de Constantinople», An. Boll. 70 (1952), σ. 35-115. Δημητρίου Τσάμη, Φιλόθεου Κόκκινου, «Βίος Οσίου Γερμανού Μαρούλη», Ε. Ε. Θ. Σ. Π. Θ. 26 (1981), σ. 105-172. Φιλοθέου Κόκκινου, Άγιος Γερμανός ο Αγιορείτης, Θεσσαλονίκη 1985.

17. Δημητρίου Τσάμη, Φιλόθεου Κόκκινου, Βίος Σάββα του Νέου, Θεσσαλονίκη1983. Φιλόθεου Κόκκινου, Βίος Αγίου Σάββα του Βατοπεδινού (του Σαλού δια Χριστόν), Θεσσαλονίκη 1984.

18. Δημητρίου Τσάμη. «Φιλόθεου Κόκκινου, Βίος Αγίου Ισιδώρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως», Ε. Ε. Θ. Σ. Π. Θ. 25 (1980). σ. 89-187. Τάσου Γριτσοπούλου, «Ισίδωρος Α'», Θ. Η. Ε., τόμ. 6 (1965). στ. 1017-1018.

19. Α. Syrku, Zitie prepodobnago, Monacha Grigorija, Romilo po rukopisi XVΙ.
Imperatorskoj Publicnoj Biblioteki sobranija Giljferdinga s prilozeniem sluzby prepodobnomu Romilu po rukopisi XVIIV. Belgradskoj narodnoj biblioteki, P. 1900.

20. N. Zlatarski, Zitie i podriznistro prepodobnago otca nasego Feodosija ize ν Trnove sapisano svetejsim patriarchom Konstantinagrada kir Kalistom, Sbornik za narodni umotvorenija nauka i kniznina, Kniga XX, nova rediga Kniga utora, S. 1904, σ. 1-41. Δ. Γόνη, ό. π., σ. 69-120.

21. I. Bogtanou, Patriarch Evtimij. Kniga za nego i negovoto vrerne, 1970.

22. Ιωαννικίου Μπαλάν ιερομ., Ρουμανικό Γεροντικό, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 47-50.

23. Ι. Μανβέτωφ. Ο μητροπολίτης Κιέβου Κυπριανός και η λειτουργική του δραστηριότης. Μόσχα 1882. Ι. Σαμπάτιν, «Κυπριανός άγιος Μητροπολίτης Κιέβου». Θ. Η. Ε., τόμ. 7 (1965), στ. 113-115.

24. Θεοφάνους του Περιθεωρίου και Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, «Βίος και λαμπροί αγώνες και θαύματα του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Μαξίμου του Καυσοκαλύβη του εν Αγίω Όρει του Άθωνος ασκήσαντος κατά τον ΙΔ΄ αιώνα». Νέον
Εκλόγιον. ό. π., σ. 310. Fr. Halkin, «Deux vies de s. Maxime le Kausokalybe, eremite au Mont Athos (xiv s. )», An. Boll. 54 (1936). σ. 65-109.

25. Δημητρίου Σοφιανού, Ο Όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης, Μετέωρα 1990.

26. Των εν μοναχοίς Καλλίστου και Ιγνατίου των Ξανθοπούλων. «Μέθοδος και κανών συν Θεώ ακριβής». Φιλοκαλία, ό. π., σ. 222-223. Σ. Παπαδόπουλου, «Κάλλιστος ο Β' Ξανθόπουλος», Θ. Η. Ε., τόμ. 7 (1965). στ. 265.

27. Εκ των του Καλλίστου Καταφυγιώτου συλλογιστικών και υψηλοτάτων κεφαλαίων τα σωζόμενα, Φιλοκαλία, τόμ. Ε', Αθήναι 1963, σ. 33. Σ. Παπαδόπουλου, «Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης», Θ. Η. Ε. (1965), στ. 264.

28. Θ. Χατζησταύρου. Αι περί των ησυχαστών της ΙΑ' εκατονταετηρίδος και της διδασκαλίας αυτών έριδες, Λειψία 1905. Γ. Παπαμιχαήλ, «Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και Βαρλαάμ ο Καλαβρός», Εκκλησιαστικός Φάρος (1908), σ. 297-339. Του αυτού, «Αι ησυχαστές και έριδες του ΙΔ' αιώνος», Εκκλησιαστικός Φάρος 5 (1910), σ. 385-425. Χ. Παπαδόπουλου, «Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και η λατινική Εκκλησία», Γρηγόριος Παλαμάς 7 (1913), σ. 345-354. Θ. Καστανά, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο μυστικισμός των ησυχαστών. Θεσσαλονίκη 1939. Π. Χρήστου, «Περί τα αίτια της ησυχαστικής έριδος», Γ. Π. 39 (1956), σ. 128-138. Του αυτού, Γρηγόριος ο Παλαμάς και η θεολογία εις την Θεσσαλονίκην κατά τον ΙΔ΄ αιώνα. Θεσσαλονίκη 1957. Του αυτού, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα. Θεσσαλονίκη 1962. G. Schiro, Ο Βαρλαάμ και η φιλοσοφία εις την Θεσσαλονίκην κατά τον ΙΔ' αιώνα, Θεσσαλονίκη1959. Jean Meyendorff, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και η Ορθόδοξη Μυστική Παράδοση. Αθήνα 1983. Δ. Κουτσουρή, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και η αντιησυχαστική κακοδοξία του ΙΔ' αιώνα, Αθήνα 1996.

29. F. Halkin, «La vie de Saint Niphon», An. Boll. 58 (1940).

30. Βασιλείου Grolimund Μοναχού, Του εν οσίοις πατρός ημών Νείλου Σόρσκυ, Άπαντα τα σωζόμενα ασκητικά, Θεσσαλονίκη 1985.

31. Martin Jordan, «Ιννοκέντιος όσιος», Θ. Η. Ε. . τόμ. 6 (1965), στ. 903-904.

32. Αποστόλου Γλαβίνα, Ο άγιος Διονύσιος ο Ολυμπίτης, Θεσσαλονίκη 1985.

33. Νέον Εκλόγιον, σ. 385.

34. Γ. Παπαμιχαήλ., Μάξιμος ο Γραικός ο πρώτος φωτιστής των Ρώσων. Αθήναι1950. Β. Φειδά, Θ. Η. Ε., τόμ. 8 (1966), στ. 627-632.

35. Ματθαίου Λαγγή, Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμ. 5, Αθήναι 51974, σ. 180-182.

36. Κοσμά Βλάχου διακόνου, Η χερσόνησος τον Αγίου Όρους Άθω, Βόλος 1903. σ. 110.

37. Σ. Παπαδόπουλου. Θ. Η. Ε., τόμ. 1, στ. 1174-1175.

38. Βίος και Πολιτεία του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Ιεροθέου. Νέον Εκλόγιον, ό. π., σ. 354. Α. Γριτσόπουλου. «Ιερόθεος ο Ιβηρίτης», Θ. Η. Ε., τόμ. 6 (1965). στ. 800-802.

39. Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, Αθήναι 191996. σ. 289.

40. Πέτρου Μπότση. Οσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ, Αθήνα 1990, σ. 192. Α. Ταχιάου, Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) και η ασκητικοφιλολογική σχολή του, Θεσσαλονίκη 1964.

41. Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών, συνερανισθείσα παρά των αγίων και θεοφόρων πατέρων ημών, εν ή δια της κατά την πράξιν και θεωρίαν ηθικής φιλοσοφίας, ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται, επιμελεία μεν ότι πλείστη διορθωθείσα, νυν δε πρώτον τύποις εκδοθείσα δια δαπάνης του τιμιωτάτου και θεοσεβεστάτου κυρίου Ιωάννου Μαυροκορδάτου, εις κοινήν ορθοδόξων ωφελείαν. Ενετίησιν 1782, Αθήναι 21893, Αθήναι 31957, Θεσσαλονίκη 41984. Κωνσταντίνου Παπουλίδη, «Σύμμεικτα περί Φιλοκαλίας και του Ευεργετινού», Μακεδονικά 10 (1970), σ. 291-293. αμφιλοχίου Ράντοβιτς αρχιμ., Η Φιλοκαλική Αναγέννηση του XVΙΙ καί XIX αι. και οι πνευματικοί καρποί της. Αθήναι 1984.

42. Θεοκλήτου Διονυσιάτου Μοναχού, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Ο Βίος και τα έργα του 1749-1809. Αθήναι 1959. σ. 208.

43. Νικόδημου Αγιορείτου. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, Αθήναι, δ. χ. σ. 127.

44. Αθανασίου Πάριου ιερομ., Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο Άντίπαπας, Θεσσαλονίκη 1981. σ. 19,25.

45. Ιωαννικίου Κοτσώνη αρχιμ., Αθωνικόν Γεροντικόν, Θεσσαλονίκη 1991. Του αυτού, Ανθοδέσμη από το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 1992. Ιωσήφ Βατοπαιδινού Μοναχού. Οσίων μορφών αναμνήσεις. Θεσσαλονίκη 1995. Χερουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας. Ωρωπός 1981. Αντωνίου ιερομ., Βίοι Αθωνιτών τού ΙΘ' αιώνος, τόμ. Α' Ορμύλια 1994. τόμ. Β' 1995. Βασίλειου Σκιαδά. Σύγχρονες οσιακές μορφές, Αθήνα 1995. Διονυσίου Τάτση πρεσβ., Διδαχές Γερόντων, Κόνιτσα 1996. Λαζάρου Διονυσιάτου Μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1997. Νικολάου Ζαχαριάδη. Εμπειρίες από τον αμίλητο κόσμο τον Άθω, τόμ. Α', Πύργος 1997. τόμ. Β' 1999. Παϊσίου Μοναχού, Αγιορείται πατέρες και αγιορείτικα, Σουρωτή 31994. Αλεξίου Παναγοπούλου, Άγνωστες οσιακές μορφές Αγιορειτών τού 19ου αιώνα, Αθήναι 1994. Βλασίου μοναχοί, Αθωνικόν Λειμωνάριον, Λάρνακα 1998. Ανωνύμου ησυχαστού. Νηπτική θεωρία, Θεσσαλονίκη 1979. Ιωαννικίου Μπαλάν ιερομ., Ρουμανικό Γεροντικό, Θεσσαλονίκη 1985. Γαβριήλ Διονυσιάτου αρχιμ., Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, Βόλος 1959. Ανδρέου Μοναχού. Γεροντικό του Αγίου Όρους, τόμ. Α', Αθήναι 1979. τόμ. Β' 1981. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ. Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 1999. Μωυσέως Αγιορείτου Μοναχού. Αγιορείτικες διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσαλονίκη 21998.

46. Ιωσήφ Βατοπαιδινού μοναχού, Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Θεσσαλονίκη 41996. Του αυτού. Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής και η Πατερική Παράδοσις, Αθήνα1997.

47. Εφραΐμ Αρχιμ. Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και η διδασκαλία του περί νοεράς προσευχής μέσα από τις επιστολές του, Ομιλία στο Πνευματικό Κέντρο Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, 10-5-1999.

48. Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Άγιον Όρος 41992. σ. 35-36.

49. Αναστ. Τζαβάρα, Αναμνήσεις από τον Γέροντα Πορφύριο, Αθήναι 1992, σ. 55.

50. Κων/νου Γιαννιτσιώτη. Κοντά στο Γέροντα Πορφύριο, Αθήναι 1995, σ. 48-49.

51. Ό. π., σ, 59.

52. Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Περί προσευχής», Πρωτάτον 45. σ. 24.

53. Σωφρ. Σαχάρωφ αρχιμ. Περί προσευχής. Έσσεξ Αγγλίας 1993, σ. 163-164.

54. Διονυσίου Τάτση. Ο Γέροντας Παΐσιος, Κόνιτσα 1995, σ. 93-94.

55. Αρχιμ. Σωφρονίου. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Θεσσαλονίκη 81999. σ. 381.