Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

Οἱ ἀληθινοί χριστιανοί εἶναι συχνά ἄγνωστοι σέ μᾶς, ὅμως εἶναι πολύ γνωστοί στόν Θεό καί αὐτοί συντηροῦν τόν κόσμο ἀπό τόν πλήρη ἐκπεσμό. 
Φτωχοί πολύτεκνοι, ἄρρωστοι χαρούμενοι, ἀδικημένοι δίχως κανένα παράπονο, δυστυχισμένοι δίχως γκρίνια, πονεμένοι πού δοξολογοῦν τόν Θεό. 
Ὅλοι αὐτοί ἐλέγχουν τήν αὐτάρκεια , τήν ‘’εὐτυχία’’ μας τό ξεγέλασμα τοῦ ἑαυτού μας.
 Αὐτοί πού δέν ἀκολουθοῦν εὔκολες λύσεις καί ἄς ὑπάρχει κόστος στήν προσωπική τους ζωή.
 Ἀγαπούν τον μόχθο γιά τόν Χριστό, πρόκειται γιά μικρούς ἤ μεγάλους νεομάρτυρες πού στήν ἄλλη ζωή θά τούς βροῦμε σίγουρα πιό μπροστά μας.



       Μωϋσέως μοναχοῦ Ἁγιορείτου (+ 2014)

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΙΒΗΡΙΤΕΣ ΛΟΓΙΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ




Θεολόγου μοναχοῦ Ἰβηρίτου
Βιβλιοθηκαρίου τῆς μονῆς Ἰβήρων

«Εἰς χρῆσιν τῶν ἀξιωθέντων κυκλοπαιδείας εὐμοιρῆσαι»

Ἡ σχέση τῶν Ἰβηριτῶν λογίων τῆς περιόδου 1500-1820 μέ την ἑλληνική ἀρχαιότητα κατά τίς μαρτυρίες τῶν βιβλίων τῆς ἱ. Μονῆς Ἰβήρων

Τά ἴχνη τῶν προγενεστέρων


Την ιστορία της Ιεράς Μονής Ιβήρων (κυρίως αυτήν των μεταβυζαντινών και νεώτερων χρόνων) μπορούμε εκ μέρους να την ανιχνεύσουμε στο περιεχόμενο της πλουσιότατης βιβλιοθήκης της. Εκ μέρους, διότι κάποια βιβλία χάθηκαν η λανθάνουν σήμερα· αλλά και διότι πολλοί εμπλεκόμενοι και πολλά μοχθήσαντες για τη συγκρότηση και διαφύλαξη αυτής της πανάγιας και πολύτιμης κληρονομιάς έζησαν αφανώς, ζητώντας το έλεος του Θεού κι όχι τη δόξα των ανθρώπων. Τους είμαστε ευγνώμονες για τη χάρη που μας μεταδίδουν με όσα φιλοκάλησαν η απλώς άγγιξαν. Άλλοι όμως άφησαν ίχνη.  Είμαστε και σ’ αυτούς ευγνώμονες για όσα μας μεταδίδουν και για τη χαρά της αισθητής κοινωνίας.
Oι προσωπικοί αγώνες και αγωνίες, το πάθος και ο πόθος για τη μόρφωση και διαμόρφωση του χαρακτήρα, οι κόποι και οι ιδρώτες για τη μελέτη, την αντιγραφή και τη γραφή, οι ταπεινές ικεσίες προς τον Θεό, η μετάνοια και η αυτομεμψία (αλλά και οι ταπεινόσχημοι κομπασμοί για κάποιες γνώσεις η τάλαντα), οι μέριμνες και προσπάθειες για τον εμπλουτισμό της ιβηριτικής βιβλιοθήκης, τον πνευματικό καταρτισμό των συμμοναστών αλλά και για τον φωτισμό του γένους των Ορθοδόξων Χριστιανών, η συμμετοχή στη ζωή και στις ζυμώσεις που διενεργήθηκαν όλον αυτόν τον καιρό στην καθ’ ημάς Ανατολή και στις ελληνικές παροικίες της Δύσης και η όποια συμβολή της Μονής στον πολιτισμό μας, όλα γίνονται αισθητά σε όποιον εντρυφά στον θησαυρό των σημειωμάτων που εναπόκεινται στα χειρόγραφα και στα έντυπα της ιβηριτικής συλλογής και ψηλαφά τον παλμό των προγενεστέρων. Από αυτά τα σημειώματα αλλά και από τα περιεχόμενα των βιβλίων καθίσταται ανιχνεύσιμη και η σχέση των Ιβηριτών με την ελληνική αρχαιότητα κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο
Αρχαίος πολιτισμός και Ορθόδοξη αγωγή
Η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση δεν απορρίπτει τη θύραθεν παιδεία και την αρχαιογνωσία. Τις χρησιμοποιεί επιλεκτικά και διακριτικά, ακολουθώντας τις συμβουλές του Μεγάλου Βασιλείου προς τους νέους, «όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», δηλαδή να χρησιμοποιούν μεν αρχαιοελληνικά κείμενα στην εκπαίδευση, να επιλέγουν όμως όσα από αυτά οδηγούν στην αρετή.
Έτσι, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η στοιχειώδης αρχαιομάθεια ήταν απαραίτητη προϋπόθεση της κατανόησης και γνώσης του θησαυρού της ελληνορθόδοξης κληρονομιάς και τα διδακτικά εγχειρίδια συμπεριλάμβαναν αρκετά κλασικά κείμενα. Tό 1620 ο Ιβηρίτης ιερομόναχος Αβεσσαλώμ, προσμονάριος του ναού της Πορταΐτισσας, σε σημείωμά του στον κώδικα Ιβήρων 146 παραθέτει το πρόγραμμά του, πρόγραμμα ενός μαθητή ενός μέσου σχολείου της εποχής: «Εις τας 20 του Ιανουαρίου άρχισα να σπουδάζω εις τον κυρ Λαυρέντιον τον Λημναίον την Παλαιάν· εις παπά Ρουήλ, τον Αλέξανδρον του Ζυγομαλά, Χρονογράφον, Όμηρον, Κάτωνα, Ευριπίδην, Θεοδώρητον, Αιλιανόν, θεολογικόν του Δαμασκηνού, εκ του κατά Μωάμεθ, Λειτουργίαν εξηγητήν, γραμματικήν Λάσκαρη και του Μοσχοπούλου, Άμπακον, ήγουν Γλινζούνιον, διδαχάς, επιστολάς, Θεόκριτον, αστρονομικόν, το Πυρ καθαρτήριον, ονειροκρίτην, Τετραβάγγελον».
Η ανώτερη εκπαίδευση κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο περιλάμβανε, μεταξύ των άλλων, και μαθηματικά, ιστορία, ρητορική, λογική και φιλοσοφία (κυρίως αριστοτελικά συγγράμματα και σχόλια σε αυτά), όπως φαίνεται στην αφιέρωση του κώδικα 251, ενός χειρογράφου με σχόλια στον Αριστοτέλη, από τον ιερομόναχο Νεόφυτο Χριστόπουλο, «φίλο των φιλομαθών» όπως αυτοαποκαλείται, στη Μονή Ιβήρων στις αρχές του 18ου αιώνα: «...εις χρήσιν των αξιωθέντων κυκλοπαιδείας ευμοιρήσαι και λογικής ην διδώ Θεός άψασθαι και τοις προθύροις της φιλοσοφίας (ης ουδέν κτήμα κατά τον Ισοκράτην τιμιώτερον) προσπελάσαι».
Το πνεύμα της παραπάνω αφιερώσεως μπορεί να είναι συμβατό με την εν Χριστώ ζωή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αν και συμφωνεί με τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης που χαρακτηρίζει την «έξωθεν παίδευσιν» ως «αεί ωδίνουσαν και μηδέποτε ζωογονούσαν τω τόκω», ωστόσο υπογραμμίζει ότι η σπουδή των επιστημών «γυμνάζει τον ψυχικόν οφθαλμόν προς οξυωπίαν» και μπορεί κανείς, με πολλή διάκριση, να μεταχειρισθεί το «εξεταστικόν» της στη μελέτη των θείων λόγων, οδηγούμενος από την «μόνην κλειν των Γραφών, την χάριν του Πνεύματος». Έτσι, χρησιμοποιώντας κανείς τις γνώσεις του με διάκριση, ταπείνωση και απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό, οδεύει προς τον αγιασμό. Ει δ’ άλλως, αν δηλαδή βασίζεται στη μόρφωση και στις ικανότητές του, καταλήγει στην υπερηφάνεια και στην απώλεια της κοινωνίας με τον Θεό και τον πλησίον, στον οποίο μεταδίδει γνώσεις ξερές, χωρίς «πνεύμα ζωοποιούν».


Τα βιβλία της Μονής Ιβήρων με αρχαιογνωστικό περιεχόμενο
Από τις μαρτυρίες των βιβλίων μπορούμε να εικάσουμε ότι πολλοί από τους Ιβηρίτες μοναχούς βάδισαν την παραπάνω οδό, τη μέση και βασιλική. Άλλοι όμως κατέληξαν σε υπερβολές: της απορρίψεως της θύραθεν παιδείας η της απολυτοποιήσεώς της. Ποιοί και πόσοι ακολούθησαν κάθε μια οδό δεν μπορούμε να αποφανθούμε με βεβαιότητα. Μπορούμε μόνο να σκιαγραφήσουμε κάποιους από αυτούς, να δώσουμε τους αριθμούς των βιβλίων που εισάγουν, παραδίδουν η σχολιάζουν τον θησαυρό της αρχαιοελληνικής σοφίας και γραμματείας και να εξαγάγουμε κάποια συμπεράσματα για τα αρχαιογνωστικά ενδιαφέροντα των Ιβηριτών κάθε μιας χρονικής περιόδου, έχοντας υπ’ όψιν ότι πολλά βιβλία (κυρίως χειρόγραφα) με αρχαία κείμενα φυγαδεύτηκαν με ποικίλους τρόπους στο εξωτερικό κατά τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας· άρα, το ποσοστό τους επί του συνόλου θα ήταν μεγαλύτερο κατά την εποχή που γράφονταν η μελετώνταν.
Στην ιβηριτική συλλογή φυλάσσονται συνολικά 183 χειρόγραφα σχετιζόμενα με την κλασική αρχαιότητα και χρονολογούμενα πριν από το 1821 (αποτελούν περίπου το 11% του συνόλου των χειρογράφων αυτής της περιόδου). Από αυτά, μόνο τα 31 είναι βυζαντινά (όμως, σχεδόν όλα έχουν έλθει στη Μονή μετά το 1500) και είναι περίπου ισόποσα μοιρασμένα σε κάθε κλάδο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ενώ έξι από αυτά περιέχουν βυζαντινές γραμματικές. Αντίθετα, ανάμεσα στα 152 μεταβυζαντινά κυριαρχούν τα χειρόγραφα φιλοσοφικού περιεχομένου (48 συνολικά, από τα οποία τα 29 παραδίδουν σχόλια του Θεοφίλου Κορυδαλέως και του Γερασίμου Βλάχου στον Αριστοτέλη) και οι ανθολογίες, κυρίως αρχαιοελληνικών, αλλά και άλλων κειμένων (43 κώδικες στο σύνολο, από τους οποίους οι 25 παραδίδουν μαθητικές σημειώσεις με διάστιχη ερμηνεία των κειμένων). Ακολουθούν οι γραμματικές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (24), τα χειρόγραφα με ρητορικά κείμενα (11), με ποιητικά έργα (10), τα ιατρικής φύσεως (10), τα φιλολογικά (4), τα λεξικά (4) και τα ιστορικά και μυθολογικά (2).
Τα έντυπα της ίδιας περιόδου με περιεχόμενο σχετικό με την κλασική αρχαιότητα συμποσούνται σε 486 τίτλους (789 σώματα) και αποτελούν το 26% του συνόλου της συλλογής των ελληνικών εντύπων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όλες οι εκδόσεις του 15ου αιώνα (21 τίτλοι) σχετίζονται με την ελληνική αρχαιότητα, κατηγορία που με 256 τίτλους κυριαρχεί και ανάμεσα στα βιβλία του 16ου αιώνα, αποτελώντας το 71% των τίτλων. Σε αυτούς τους 277 τίτλους υπερτερούν οι εκδόσεις ποιητικών (50), φιλοσοφικών (45), ρητορικών (38), ιστορικών (30), κειμένων θετικών επιστημών (29) και πεζών κειμένων (28), ενώ ακολουθούν οι γραμματικές (19), τα φιλολογικά βιβλία (17), τα λεξικά (16) και οι ανθολογίες (4). Η κυριαρχία των εκδόσεων με θύραθεν κείμενα κατ’ αυτήν την περίοδο μαρτυρεί το ενδιαφέρον των Ιβηριτών και των δωρητών της βιβλιοθήκης της Μονής γι’ αυτά. Ίσως όμως να σχετίζεται και με τη δυσπιστία των μοναχών της εποχής προς το έντυπο λειτουργικό βιβλίο (που αφθονεί κατά τους επόμενους αιώνες), το εκδιδόμενο στη Δύση και ενίοτε νοθευόμενο από τους ρωμαιοκαθολικούς εκδότες, η και με τη χρήση των λειτουργικών βιβλίων μέχρι την τελική φθορά τους. Το γεγονός πάντως είναι ότι ενώ στη βιβλιοθήκη σώζονται 91 λειτουργικά χειρόγραφα του 16ου αιώνα, τα αντίστοιχα έντυπα βιβλία είναι 35 τίτλοι (σε 26 σώματα) με μόλις δύο από αυτούς να χρονολογούνται πριν από το 1550.
Ο αριθμός των σχετικών με την αρχαιομάθεια βιβλίων του 17ου και του 18ου αιώνα είναι μάλλον μικρός (129 τίτλοι, το 12% του συνόλου), κάτι που ίσως να σχετίζεται και με τη δωρεά αρκετών βιβλίων της Μονής στην Αθωνιάδα σχολή, κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της (βλ. παρακάτω). Πάντως, κατά την επόμενη εικοσαετία (1801-1820) ο αριθμός των βιβλίων που μαρτυρούν το αρχαιογνωστικό ενδιαφέρον των Ιβηριτών είναι αρκετά υψηλός (80 τίτλοι, το 22% του συνόλου). Ανάμεσα στα βιβλία αρχαιομάθειας της περιόδου 1601-1820 υπερτερούν οι εκδόσεις σχολικών κειμένων που τυπώθηκαν για τους μαθητές των πολλών σχολείων της εποχής (56 γραμματικές, 36 ιστορίες, 19 ανθολογίες αρχαιοελληνικών κειμένων και 15 λεξικά· όλα μαζί, το 60% του συνόλου).

Βιβλιογράφοι, κτήτορες και αφιερωτές βιβλίων αρχαιογνωστικού περιεχομένου κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο
Μετά από τρεις αιώνες δοκιμασιών και καταστροφών, η μεγάλη και ιστορική Μονή των Ιβήρων, με την αυγή του 16ου αιώνα, αρχίζει να ακμάζει και πάλι και να ανασυγκροτείται. Κύριος παράγων αυτής της ανάκαμψης είναι ο ηγούμενος Διονύσιος, που, εκτός από την ανοικοδόμηση των κτηρίων της Μονής, φροντίζει και για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης της. Σ’ αυτήν είχε φυλαχθεί ένας αξιόλογος πυρήνας χειρογράφων της εποχής της πρώτης ακμής της (10ου-11ου αιώνα). Ο Διονύσιος ίδρυσε καλλιγραφικό εργαστήριο, το οποίο –με μικρές διακοπές- συνέχισε τη δραστηριότητά του μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα. Διάσημοι λόγιοι της εποχής, όπως ο όσιος Θεόφιλος ο μυροβλύτης και ο Παχώμιος Ρουσάνος, ήλθαν στη Μονή και παρέμειναν για αρκετά χρόνια μελετώντας και αντιγράφοντας βιβλία. Βιβλιογράφος υπήρξε και ο ίδιος ο Διονύσιος. Οι καλλιγράφοι της Μονής αντέγραψαν κυρίως λειτουργικά κείμενα, για τις ανάγκες της λατρείας στο καθολικό, στον ναό της Πορταΐτισσας και στα πολλά παρεκκλήσια. Από τα χειρόγραφα της Μονής αυτής της εποχής ένα, γραμμένο από τον Ρουσάνο, με λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του Δημοσθένη και του Λιβάνιου, μαρτυρεί την αρχαιογνωσία και το ενδιαφέρον του για τη ρητορική τέχνη, την οποία εξασκούσε κατά τις συχνές ιεραποστολικές περιοδείες του στην υπόδουλη Ελλάδα.
Φαίνεται ότι μέχρι τότε δεν υπήρχαν δυτικές εκδόσεις στη Μονή, εκτός ίσως από ένα η δύο λειτουργικά βιβλία. Τα πρώτα έντυπα τα φέρνει στα μέσα του 16ου αιώνα ο λόγιος μοναχός Θεοφάνης Ελεαβούλκος μετά από μακρά παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, με λαμπρή κηρυκτική και διδακτική σταδιοδρομία, και τα αφιερώνει στην Ιβήρων. Στη συλλογή του συγκαταλέγονταν και 24 εντυπωσιακές εκδόσεις με κείμενα αρχαίων φιλοσόφων, ρητόρων, ποιητών, γιατρών κλπ., κατάγραφες από ερμηνευτικά σχόλια και σχέδια κηρυγμάτων, οι οποίες, μαζί με δύο κώδικες ποικίλου περιεχομένου που καλλιγράφησε (ο φίλος Κρίτων Χρυσοχοΐδης τους χαρακτηρίζει προσωπικές εγκυκλοπαίδειες), σώζονται σήμερα στη βιβλιοθήκη και μαρτυρούν για τη σοφία του ανδρός. (Ανάμεσά τους, δύο έχουν σημειώσεις και του μαθητή του Νικολάου Σοφιανού, γνωστού ουμανιστή, ο οποίος τα είχε χρησιμοποιήσει.) Ο Θεοφάνης φεύγει από τη Μονή μετά το 1560, τα βιβλία του όμως παραμένουν πολύτιμο κόσμημα της βιβλιοθήκης της, όπως το θέλησε: «Ταύτην την βίβλον την περιέχουσαν πάσαν την αριστοτελικήν πραγματείαν ... αφιερώ ήδη αυτήν τη σεβασμία θεία ιερά και βασιλική μονή των Ιβήρων, μετά και των λοιπών μου πασών βίβλων, ων ενεκομισάμην εν αυτή», έγραψε σε κάποιο από αυτά.

Η δραστηριότητα γνωστών λογίων συνεχίζεται και στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα στο φιλόξενο γι’ αυτούς περιβάλλον της Μονής Ιβήρων, όπως μαρτυρεί το 1588 ένας από αυτούς, ο ιεροδιάκονος Συμεών Καβάσιλας· αλλά τα ενδιαφέροντα και τα βιβλία τους είναι κυρίως εκκλησιαστικά. Το καλό όμως περιβάλλον, η οργανωμένη βιβλιοθήκη της Μονής και η σχέση του με τον Καβάσιλα ελκύουν το ενδιαφέρον του επισκόπου Μαξίμου Μαργουνίου, ενός από τους λογιότερους Έλληνες της εποχής του, με μεγάλη κλασική παιδεία, που έζησε πολλά χρόνια στην Ιταλία. Ο Μάξιμος λίγο μετά το 1600 δωρίζει στην Ιβήρων μεγάλο μέρος της συλλογής του, εννιά κασέλες με βιβλία, τα περισσότερα στα λατινικά. Στη βιβλιοθήκη της Μονής, ανάμεσα στα ελληνικά βιβλία της συλλογής του, σώζονται δεκατέσσερα από τα έντυπα και πέντε από τα χειρόγραφα του Μαργουνίου με αρχαιογνωστικό περιεχόμενο, μερικά αρκετά παλαιά, αγορασμένα από τους προηγούμενους κατόχους τους, Ιταλούς κατά το πλείστον. Έτσι, μέσω του Μαργουνίου, μεταγγίσθηκαν στο Άγιον Όρος κάποιοι καρποί του δυτικού ουμανισμού.
Στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα ζει στη Μονή ο ιερομόναχος Αβεσσαλώμ που προαναφέραμε, μια πολυσχιδής προσωπικότητα, με ποικίλα ενδιαφέροντα και αρκετά ταξίδια στην καθ’ ημάς Ανατολή και στη Μεσόγειο. Ανάμεσα στα βιβλία του σώζονται δύο εκδόσεις του 16ου αιώνα, ένα χειρόγραφο με σημειώσεις από τα μαθήματά του κι άλλο ένα με ανθολόγιο (μεταξύ των άλλων) και κλασικών κειμένων, μαρτυρίες της ευρείας μορφώσεως και της αρχαιομάθειάς του.
Η μεγαλύτερη δωρεά στη Μονή πραγματοποιείται το 1678, στην αρχή της νέας μεγάλης ακμής της, από τον οικουμενικό πατριάρχη Διονύσιο τον Δ , εραστή της σοφίας και μανιώδη συλλέκτη βιβλίων. Ο Διονύσιος συντάσσει κανονισμό της λειτουργίας της βιβλιοθήκης που επικυρώνεται συνοδικώς και χαρίζει σε αυτήν όλη τη συλλογή του με πολλά πολύτιμα και παλαιά βιβλία. Όπως αυτά μαρτυρούν, τα ενδιαφέροντά του εκτείνονταν σε όλα τα πεδία του επιστητού. Από τα έντυπα βιβλία του που σώζονται στη βιβλιοθήκη, 38 περιέχουν κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ενώ από τα χειρόγραφα, ένα έχει γραμματικό περιεχόμενο, δύο –το ένα, αυτόγραφο του συγγραφέα- περιέχουν έργα του Γερασίμου Βλάχου και τρία μας παραδίδουν σχόλια του Κορυδαλέως στο αριστοτελικό corpus.
Ο Διονύσιος ανέθετε την αντιγραφή αρκετών χειρογράφων σε διαφόρους συνεργάτες του, που είχαν κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα. Το δεύτερο μέρος ενός από αυτούς τους κώδικες έχει γραφεί από τον Γιαννιώτη Σίλβεστρο, πρωτοσύγκελλο Ιωαννίνων, τον οποίο ο πατριάρχης μνημονεύει ως κεκοιμημένο το 1683 σε σημείωσή του. Ίσως πρόκειται για τον αρχιδιάκονο των Ιωαννίνων Σίλβεστρο, ο οποίος αλληλογραφεί με τον Γεράσιμο Παλλαδά λίγο μετά το 1650. Πολλά βιβλία του Σιλβέστρου, μεταξύ των οποίων και 29 έντυπα με αρχαία ελληνικά κείμενα και δύο χειρόγραφα με σχόλια του Γερασίμου Βλάχου στον Αριστοτέλη, σώζονται σήμερα στη βιβλιοθήκη της Μονής. Κάποια από αυτά φέρουν κτητορικά σημειώματα και του Διονυσίου, άλλα έχουν το όνομα του συμπολίτη και σύγχρονού του λογίου Στεφάνου Τζιγαρά και άλλα το όνομα του λίγο μεταγενέστερου Ιβηρίτη διδασκάλου Νεοφύτου Χριστοπούλου, στον οποίο αναφερόμαστε παρακάτω. (Ο Τζιγαράς έχει αντιγράψει και μέρος κώδικα της ιβηριτικής βιβλιοθήκης με εισαγωγή του Γερασίμου Βλάχου στην αριστοτελική φιλοσοφία, ενώ ένα άλλο χειρόγραφο, γραμμένο από τον Χριστόπουλο, περιέχει, μεταξύ των άλλων, και ανέκδοτο φιλοσοφικό έργο του Τζιγαρά.) Πιθανώς τα βιβλία του Σιλβέστρου θα έφθασαν στη Μονή μέσω κάποιου από τους παραπάνω λογίους.
Την ίδια εποχή αγιογραφείται και ο ναός της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Στον νάρθηκά του φαίνεται η υψηλή θέση που κατέχουν οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί στις συνειδήσεις των ιθυνόντων της Μονής και του πατριάρχη Διονυσίου, ο οποίος απεικονίζεται εκεί, ενώ λίγο πιο πέρα έχουν αγιογραφηθεί ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων, ο Σόλων, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος, κα. Στα χέρια τους κρατούν ειλητάρια με φράσεις τους που φανερώνουν την προσμονή της Χάριτος, του «αγνώστου Θεού».
Είναι αυτοί που στην αρχαιότητα καλλιέργησαν τον «σπερματικό λόγο» που αναφέρει ο άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς του 2ου μ. Χ. αιώνα. Αρκετοί αρχαίοι φιλόσοφοι και ποιητές αγωνίστηκαν επίμονα να προσεγγίσουν το θείο, πέρα από τα είδωλα που κυριαρχούσαν στη λατρεία του απλού λαού. Σμίλεψαν την ελληνική γλώσσα και την κληροδότησαν στους Χριστιανούς επιγόνους τους, που την αξιοποίησαν στο έπακρο στη θεολογία και στην υμνογραφία. Κατέκριναν κάποιες υπερβολές και εκτροπές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Και τώρα, που εικονίζονται σε κάποιους νάρθηκες χριστιανικών ναών ως πρόδρομοι της Χάριτος που ήλθε δια του Υιού και Λόγου του Θεού, χαίρονται οι ψυχές τους γιατί εκπληρώθηκαν τα οράματα και οι προσδοκίες τους.
Ο 17ος και οι αρχές του 18ου αιώνα είναι η εποχή της σχεδόν ολοκληρωτικής κυριαρχίας του Αριστοτέλη στον ελληνικό στοχασμό μέσω της σχολής του Θεοφίλου Κορυδαλέως. Αναφερθήκαμε παραπάνω στην πληθώρα των βιβλίων του στη βιβλιοθήκη της Μονής, αλλά και αυτών του μαθητή του Γερασίμου Βλάχου.
Ο ιερομόναχος Νεόφυτος Χριστόπουλος από τον Τύρναβο, λόγιος, καλλιγράφος, ιεροκήρυκας και δάσκαλος σε σχολεία της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας κατά το πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα, αντέγραψε επτά από τα 24 χειρόγραφα με έργα του Κορυδαλέως που φυλάσσονται στη Μονή Ιβήρων. (Στη βιβλιοθήκη της, ανάμεσα σε όσα σώζονται από τη συλλογή του, συγκαταλέγονται και άλλα 22 βιβλία που μαρτυρούν την αρχαιομάθειά του: έξι χειρόγραφα και δεκαέξι έντυπα.) Υπήρξε μαθητής του Μάρκου Πορφυρόπουλου, του Κύπριου, μαθητή του Κορυδαλέως, και με ευγνωμοσύνη μνημονεύει τον δάσκαλό του στους κολοφώνες κάποιων από τα εν λόγω χειρόγραφα. Συνδέθηκε και με τον ηγεμόνα Νικόλαο Μαυροκορδάτο και χρημάτισε παιδαγωγός των γιών του, πριν να επιστρέψει στη μετάνοιά του.
Ο Νικόλαος, γιος του Αλεξάνδρου, του «εξ απορρήτων», σχολιαστή του Αριστοτέλη και δεινού φιλολόγου, κληρονόμησε τη βαθιά κατάρτιση του πατέρα του. Στη Μονή σώζονται δύο εκδόσεις έργων του Αλεξάνδρου και τρεις του Νικολάου σε πολλαπλά αντίτυπα (δύο από αυτά είναι δώρα του τελευταίου στον Χριστόπουλο), επτά χειρόγραφα περιέχουν έργα τους, ενώ ένα άλλο χειρόγραφο προέρχεται από τη συλλογή του Νικολάου.
Την ίδια εποχή δρα και ο Γιαννιώτης Γεώργιος Σουγδουρής, ο οποίος χειροτονήθηκε ιερεύς από τον Γεράσιμο Βλάχο στη Βενετία, επιμελήθηκε κάποιες από τις εκδόσεις των Γλυκήδων και εξέδωσε γραμματική και εισαγωγή στον Αριστοτέλη. Στη Μονή σώζονται δύο εκδόσεις της γραμματικής του, τρία χειρόγραφα με εκδομένα και ανέκδοτα έργα του και ένα έντυπο με έργα του Ευριπίδη που ανήκε σ’ αυτόν.
Γύρω στα 1720 έρχεται στη Μονή κι ο Νεόφυτος Μαυρομμάτης, πρώην μητροπολίτης Άρτης και Ναυπάκτου, και εφησυχάζει για μερικά χρόνια σ’ αυτήν. Τακτοποιεί τα βιβλία του γέροντά του Διονυσίου του Δ  σὲ χώρο που διαμορφώνει στα «κατηχούμενα» του καθολικού και δωρίζει αρκετά από τα δικά του βιβλία. Ανάμεσά τους σώζονται δεκαέξι εκδόσεις αρχαίων κειμένων, και, από χειρόγραφα, δύο γραμματικές και μία λογική.
Ο Μαυρομμάτης συνδέεται και με τον όσιο Ιερόθεο τον Ιβηρίτη, τον οποίο συνάντησε στη Μονή Ιβήρων. Ο όσιος υπήρξε μαθητής του Πορφυρόπουλου στο Βουκουρέστι και δάσκαλος στη Σκόπελο, όπου απεστάλη από τον πρώην Άρτης. Δίδαξε εκεί για μια δεκαετία, επέστρεψε στο Όρος, όπου «δεν έπαυσε ποτέ παραδίδοντας μαθήματα και συν αυτοίς έργω και λόγω την αρετήν διδάσκων», και, λίγο πριν από την οσιακή κοίμησή του, πήγε στο ερημονήσι Γιούρα όπου και ετελειώθη το 1745. Στους μαθητές του συγκαταλέγονται ο διδάσκαλος ιερομόναχος Μελέτιος Ιβηρίτης και ο γνωστός λόγιος Καισάριος Δαπόντες.
Στα παραδείγματα των δύο Ιβηριτών διδασκάλων και μαθητών του Πορφυρόπουλου, δηλαδή του Νεόφυτου Χριστόπουλου και του οσίου Ιεροθέου, βλέπουμε τον δρόμο της μαθήσεως: Οι νέοι διδάσκονται τα στοιχειώδη στα σχολεία της καταγωγής τους. Με μεγάλη προσπάθεια μεταβαίνουν στα μεγάλα κέντρα της εποχής, εντός και εκτός ελλαδικού χώρου, για να φοιτήσουν στις εκεί μέσες και ανώτερες σχολές. Στη συνέχεια επιστρέφουν στην πατρίδα η στη μετάνοιά τους, για να διδάξουν τους συμπατριώτες η συμμοναστές τους. Έτσι μετακενώνεται η αρετή κι η γνώση.
Αλλά οι δύο Ιβηρίτες προσλαμβάνουν τη θύραθεν παιδεία διαφορετικά ο καθένας: Ο Χριστόπουλος φαίνεται να θεωρεί την τέλεια απόκτησή της ως σκοπό της ζωής του. Ο όσιος Ιερόθεος, αν και την κατείχε πληρέστατα, δεν έκανε πολύ λόγο γι’ αυτήν. Προτίμησε την αφάνεια και την ασκητική κακουχία, αποσκοπώντας στον αγιασμό και στην άκτιστη γνώση που χαρίζει ο Θεός σε όσους Τον αγαπούν ειλικρινά και αγωνίζονται να καθαρθούν από τα εφάμαρτα πάθη, για να ενωθούν μαζί Του. Τώρα, πλήρης Χάριτος, δοξάζεται αιώνια με χαρίσματα ιαμάτων.
Στα μέσα του 18ου αιώνα, μαζί με τον Μελέτιο που προαναφέραμε, μονάζουν στην Ιβήρων οι διδάσκαλοι ιερομόναχος Θεόκλητος (ίσως είναι ο κτήτωρ τριών εντύπων και δύο χειρογράφων αρχαιογνωσίας, ο οποίος μερικές φορές προσθέτει στην υπογραφή του τη φράση «τουπίκλην αββάς») και μοναχός Ιωακείμ, καθώς και ο ιερομόναχος Θεόκλητος Πολυείδης, συγγραφέας των περιφήμων «Προφητειών του Αγαθαγγέλου». Ο Μελέτιος, ανταποκρινόμενος στις επανειλημμένες αιτήσεις του Ευγένιου Βούλγαρη, ιδρυτή της Αθωνιάδας, δανείζει σταδιακά αρκετά βιβλία αρχαιογνωσίας στη σχολή, τα οποία όμως δεν επεστράφησαν στη Μονή.
Στα τέλη του 18ου αιώνα εκδηλώθηκε η φιλοκαλική αναγέννηση στο Άγιον Όρος ως μια κίνηση επιστροφής στους Πατέρες και στην αρχαία λειτουργική παράδοση με την έκδοση πολλών αγιοπατερικών κειμένων (η Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών που εξέδωσαν οι άγιοι Νικόδημος ο Αγιορείτης και Μακάριος ο Νοταράς είναι το σημαντικότερο), αλλά και πολλών διαφωτιστικών βιβλίων, βίων και ακολουθίων Αγίων. Το κίνημα των «Κολλυβάδων», όπως δυσφημιστικά ονομάστηκαν οι εκπρόσωποι αυτής της αναγέννησης, έμελλε να έχει σημαντικές επιδράσεις κατά τους επόμενους αιώνες στον ελλαδικό χώρο και έξω από αυτόν. Μετά τον διωγμό των περισσοτέρων από αυτούς από το Άγιον Όρος στις αρχές του 19ου αιώνα, τη διασπορά τους ανά το Αιγαίο και την ίδρυση δεκάδων μοναστηριών από τους ίδιους η τους μαθητές τους, ο πιστός λαός γνώρισε καλύτερα την παράδοσή του, την αξιοποίησε δημιουργικά στη ζωή και στα έργα του (κορυφαίο παράδειγμα ο επίγονός τους Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης που εξακολουθεί να ποδηγετεί τους Νεοέλληνες), έχοντας έτσι ένα αντίβαρο στην ξενόφερτη ιδεολογία και παιδεία που προωθούσε το νεοσύστατο, κολοβωμένο, απροσανατόλιστο και υπό ξένην κηδεμονίαν ελληνικό κράτος.
Οι περισσότεροι «Κολλυβάδες» είχαν μεγάλη εγκυκλοπαιδική μόρφωση και μετείχαν στα αγαθά της αρχαιοελληνικής παιδείας. Τα χρησιμοποίησαν όμως με διάκριση, ακολουθώντας την Ορθόδοξη πατερική γραμμή που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου μας. Λίγοι από αυτούς αντιτάχθηκαν μαχητικά στον εισαγόμενο γαλλικό διαφωτισμό στη νεοελληνική μορφή του που -συν τοις άλλοις- προωθούσε τον θρησκευτικό αγνωστικισμό και την αθεΐα. Οι περισσότεροι εργάστηκαν αφανώς, εγκεντρίζοντας τον λαό στην παράδοσή του και μεταδίδοντάς του, με τα έργα και τη διδασκαλία τους, τη χάρη του Πνεύματος που θα τον κρατήσει ζωντανό στη δουλεία η στην ξενοκρατία.
Κάποιοι από αυτούς ήσαν Ιβηρίτες, όπως ο Ονούφριος Κουντούρογλου, η είχαν σχέση με τη Μονή Ιβήρων και χρησιμοποιούσαν τη βιβλιοθήκη της, όπως ο άγιοι Νικόδημος ο Αγιορείτης και Μακάριος ο Νοταράς (έζησε επί διετία στη Σκήτη των Ιβήρων) και ο μοναχός Χριστοφόρος Προδρομίτης (πέρασε στη Σκήτη το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του). Στη βιβλιοθήκη της Μονής σώζονται μερικά βιβλία που μαρτυρούν την αρχαιομάθειά τους. Ένα έντυπο ανήκε στον άγιο Νικόδημο, δύο στον Χριστοφόρο, ενώ από τη συλλογή του Ονουφρίου εντοπίσαμε οκτώ τίτλους εντύπων (δέκα τόμους συνολικά) με αρχαιογνωστικό περιεχόμενο και δύο χειρόγραφα: το ένα είναι μαθηματάριο, ενώ το άλλο περιέχει υπόμνημα του Κορυδαλέα στον Αριστοτέλη.
Χαρακτηριστική της σημαντικής διακινήσεως των ιδεών και διαδόσεως της παιδείας κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και τις αρχές του επομένου είναι και η παρουσία στη βιβλιοθήκη της Μονής επτά μαθητικών εγχειριδίων αυτής της περιόδου με αρχαία ελληνικά κείμενα. Τέσσερα από αυτά προέρχονται από τη σχολή της Δημητσάνας, ένα από αυτήν των Ιεροσολύμων, ένα από την του Μεσολογγίου και ένα από το σχολείο του Σαμακοβίου της Ανατολικής Θράκης. Εκτός από το επίπεδο της παιδείας στον ευρύτερο ελληνικό χώρο αποδεικνύουν και την αρχαιομάθεια των κατόχων τους που έγιναν μοναχοί της Μονής.
Εξ άλλου, το 1800 ζουν στη Μονή δύο διδάσκαλοι, οι Γεώργιος και Μηνάς. Ο πρώτος ίσως είναι ο Γεώργιος Νικολάου Κώος, στον οποίο ανήκαν έξι βιβλία της βιβλιοθήκης (τέσσερα χειρόγραφα και δύο έντυπα) με έργα των Θεοφίλου Κορυδαλέως, Γερασίμου Βλάχου και Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου.
Κάποια συμπεράσματα
Ο αριθμός των σχετικών με την ελληνική αρχαιότητα ελληνικών βιβλίων που εγγίζει τη χιλιάδα είναι εντυπωσιακός για βιβλιοθήκη μοναστηριού και μόνο με τις ποσότητες αντιστοίχων βιβλίων των βιβλιοθηκών κάποιων αστικών κέντρων μπορεί να συγκριθεί. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτος είναι ο αριθμός των 789 τόμων των εντύπων, αν αναλογισθεί κανείς τη δυσκολία της απόκτησης από το εξωτερικό των εκδόσεων της μεταβυζαντινής περιόδου. Έτσι, λόγω του πλήθους βιβλίων ποικίλου γνωστικού περιεχομένου, του συνεχούς εμπλουτισμού της βιβλιοθήκης και της παρουσίας σημαντικών προσωπικοτήτων εδώ, η Μονή Ιβήρων υπήρξε τόπος συνάντησης των διανοουμένων της μεταβυζαντινής περιόδου.

Από τη μελέτη των σημειωμάτων και από όσα εκθέσαμε παραπάνω φαίνεται ότι κατά το δεύτερο μισό του 16ου και το πρώτο μισό του 17ου αιώνα οι ακριβές εκδόσεις του 15ου και του 16ου αιώνα και τα παλαιά χειρόγραφα χρησιμοποιήθηκαν από λίγους σχετικά μοναχούς με υψηλό επίπεδο αρχαιομάθειας. Κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα και ως τα τέλη του επόμενου ευρύτερος κύκλος μοναχών, μαζί με τα χειρόγραφα του κατά Κορυδαλέα αριστοτελισμού, χρησιμοποίησε και τα παλαιότερα βιβλία για την απόκτηση ανώτερης μόρφωσης. Μάλιστα, στη Μονή κατά τον 18ο και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα κάποιοι πεπαιδευμένοι μοναχοί ανέλαβαν να διδάξουν τους ενδιαφερομένους, όπως μας δείχνει και η περίπτωση του οσίου Ιεροθέου και των λοιπών Ιβηριτών διδασκάλων που προαναφέραμε. (Επίσημα «σχολείον φιλολογικόν» ιδρύεται το 1835.) Την εποχή αυτή ο αριθμός των μοναχών της Μονής που κατείχαν στοιχειώδη μόρφωση αυξάνεται, όπως μαρτυρεί και η παρουσία των πολλών διδακτικών εγχειριδίων. Εξ άλλου, οι λίγες δεκάδες εντύπων και χειρογράφων με αρχαία ελληνικά ιατρικά κείμενα, μαζί με αρκετά αντίστοιχα ξενόγλωσσα έντυπα και μερικά χειρόγραφα ιατροσόφια, χρησιμοποιούνται από τους Ιβηρίτες γιατρούς στο νοσοκομείο και στο λεπροκομείο που λειτουργούν από τις αρχές του 17ου αιώνα.
Επίσης, πολλά βιβλία προέρχονται από την εκατοντάδα μετοχίων της Μονής στα Βαλκάνια, στη Μικρά Ασία και στη Ρωσία, η από τον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Είναι αφιερώματα ευσεβών, δώρα ηγεμόνων η αποκτήματα των «ταξιδιωτών» (των ιερομονάχων της Μονής που με άγια λείψανα περιέτρεχαν επαρχίες ολόκληρες) η των Ιβηριτών εφημερίων των ελληνικών παροικιών του εξωτερικού. Πολλά άλλα τα έπαιρναν μαζί τους οι «ταξιδιώτες» στα μετόχια και οι εφημέριοι στις παροικίες και μελετώνταν επί τόπου από τους ενδιαφερομένους. Άλλες φορές επέστρεφαν στη Μονή κι άλλες όχι.  Με αυτή τη διακίνηση των βιβλίων διενεργήθηκε μια ώσμωση γνώσεων και στοχασμών μεταξύ της Μονής Ιβήρων, της καθ’ ημάς Ανατολής και των ελληνικών παροικιών της Δύσης. Πιστεύουμε ότι η συμβολή στον νεοελληνικό πολιτισμό των Ιβηριτών μοναχών που αφομοίωσαν την αρχαία ελληνική παιδεία και την αξιοποίησαν στα πλαίσια της Ορθοδόξου παραδόσεως υπήρξε αξιόλογη και γόνιμη.





Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ

Σύγχρονη ἀπεικόνιση τοῦ θαύματος τοῦ Ἄξιόν Ἐστιν, στό παρεκκλήσι τῆς Παναγίας Ἐλεούσης τῆς μονῆς Ἁγίας Θεοδώρας στήν Θεσσαλονίκη (ὁδός Τσιμισκῆ)



Σύμφωνα μέ τή διήγηση τοῦ θαύματος, ἕνας ξένος ὁδοιπόρος μοναχός ἐμφανίστηκε σέ μοναχό τοῦ παντοκρατορινοῦ Κελλίου τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου στό λάκκο τοῦ Ἄδειν στίς Καρυές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἕνα ἀπόγευμα Σαββάτου, ἐνῶ ὁ Γέροντάς του ἀπουσίαζε στό Πρωτᾶτο γιά τή συνήθη ἀγρυπνία. Ὁ μοναχός δέχθηκε τόν ξένο, ἄν καί ἦταν ἀργά τό βράδυ, καί τόν ὁδήγησε ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖ ὁ ξένος μοναχός ἔψαλε μέ ἐξαίσια μελωδία τόν ἄγνωστο ὡς τότε ὕμνο «Ἄξιον Ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν», πού οὐσιαστικά ἀποτελεῖ συμπλήρωση τοῦ θεομητορικοῦ ὕμνου «Τήν τιμιωτέραν τῶν χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν σεραφείμ...», πού εἶχε συνθέσει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ († 752/754) καί ὁ ὁποῖος ψαλλόταν μέχρι τότε. Ἔκθαμβος ὁ μοναχός τοῦ ζήτησε νά γράψει κάπου τόν ὕμνο. Μήν ἔχοντας ὅμως χαρτί προσκόμισε μιά πλάκα ὅπου ὁ ξένος ἔγραψε τόν ὕμνο, σύροντας θαυματουργικά τό δάκτυλό του. 


Στή συνέχεια ὁ ξένος, πού δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ ἔγινε ἄφαντος. Ἐπιστρέφοντας ὁ Γέροντας τοῦ κελλίου ἄκουσε τά γενόμενα καί μετέφερε τήν πλάκα στήν κοινή σύναξη τῶν Καρυῶν καί στόν Πρῶτο, ὁ ὁποῖος μέ τή σειρά του τήν ἔστειλε στήν Κωνσταντινούπολη, μέ συνοδεία γραμμάτων πρός τόν Πατριάρχη καί τόν Αὐτοκράτορα. Ὁ ὕμνος ἀγαπήθηκε καί διαθόθηκε ἔκτοτε σ᾿ ὅλον τόν ὀρθόδοξο κόσμο. Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μεταφέρθηκε κατόπιν στό ναό τοῦ Πρωτάτου καί τοποθετήθηκε στό σύνθρονο τοῦ ἱεροῦ Βήματος.


Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου,  
Ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης (+ 1869) καί τό ἔργο του,
(διδακτορική διατριβή), Ἅγιον Ὄρος 2014

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



Στό Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχουν ἀρκετοί ναοί πού τιμοῦνται στήν ἑορτή αὐτή. Ὁ γνωστότερος εἶναι τό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σκέπης, πού βρίσκεται στή μονή Ἁγίου Παντελεήμονος. Ὁ ἐγκαινιασμός τοῦ παρεκκλησίου αὐτοῦ ἑορτάστηκε μέ λαμπρότητα στή μονή αὐτή, στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1853. Τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν ὁ πρῶτος μεγάλος ναός πού ἀφιερώθηκε στή θεομητορική αὐτή ἑορτή στό Ἅγιον Ὄρος. 
Μέχρι τότε ὑπῆρχαν τά παρεκκλήσια τῆς Ἁγίας Σκέπης στή μονή Χιλανδαρίου καί στή βατοπαιδινή Σκήτη Ἁγίου Ἀνδρέου στίς Καρυές καθώς καί ὁ κοιμητηριακός ναός στή ἁγιοπαυλίτικη σκήτη Ἁγίου Δημητρίου (Λακκοσκήτη), πού οἰκοδομήθηκε ἀπό τό Μολδαβό μοναχό Ἰάκωβο τό 1849.  

  Θά πρέπει ἐπίσης νά σημειωθεῖ ὅτι πρίν ἀπό τό προαναφερόμενο παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος, εἶχε ἀναγερθεῖ  ὁμώνυμο παρεκκλήσι στίς Καρυές, στό βατοπαιδινό κελλί τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, τήν μετέπειτα Σκήτη Ἁγίου Ἄνδρέα, πού θεμελιώθηκε τό 1845 ἀπό τό ρώσο μέγα δούκα Κωνσταντίνο (1827-1892), δευτερότοκο γυιό τοῦ τσάρου Νικολάου Α΄.Τά ἐγκαίνια τοῦ μεγαλοπρεποῦς ναοῦ τῆς Ἁγίας Σκέπης, πού βρίσκεται στόν τελευταῖο ὄροφο τῆς βόρειας πτέρυγας τῆς μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος, ἐτέλεσε ὁ ἐφησυχάζων στό Ἅγιον Ὄρος, ἐπίσκοπος Σόφιας Μακάριος († 1861). Στό νέο αὐτό παρεκκλήσιο μετεκομίσθη ἀπό τό καθολικό τῆς μονῆς ἡ θαυματουργός εἰκόνα τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος, προσφορά τοῦ ἑλληνικῆς καταγωγῆς ἡγουμένου τῆς μονῆς. 

Ἔτσι ἐνῶ στό καθολικό τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἦταν τεθησαυρισμένα τά ἱερά λείψανα τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος, στό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σκέπης, ὑπῆρχε ἡ θαυματουργός εἰκόνα του. 

Τό παρεκκλήσιο αὐτό λειτουργοῦσε καί ὡς καθολικό γιά τούς ρωσικῆς καταγωγῆς μοναχούς τῆς Μονῆς, ἡ δέ ἑορτή τῆς ἁγίας Σκέπης, ἐθεωρεῖτο ἡ Πανήγυρη τῆς ρωσικῆς ἀδελφότητας τῆς Μονῆς .

Στόν ὑπόλοιπο ἑλληνικό χῶρο, ἡ ἑορτασμός τῆς Θεοτόκου Ἁγίας Σκέπης μεταφέρθηκε ἀπό τό ἔτος 1952 και ἑξῆς ἀπό τήν 1η στίς 28 Ὀκτωβρίου, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία νά τιμήσει τήν Θεοτόκο γιά τήν προστασία μέ τήν ὁποία περιέβαλε τόν ἑλληνικό στρατό στήν ὑπεράσπιση τῆς πατρίδας μας κατά τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ εἰσβολῆς τό 1940. Μέχρι τό 1952 ψαλλόταν ἡ Ἀκολουθία τῆς ἡμέρας ἐνῶ ἀπέδιδαν τιμές στήν ἁγία μάρτυρα Εὐνίκη (28 Ὀκτωβρίου).



Τροπάρια ἀπό τήν «Ἀσματική Ἀκολουθία ἑορτάσιμο τῆς ἀστραπομόρφου Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας» τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου Νεασκητιώτου (ἔτους 1856).

 Χαῖρε τό πιστῶν τό καύχημα, σύ γάρ μόνη πέλεις, πάντων τό προσφύγιον, καί Σκέπη ἡ κραταιά τῶν προστρεχόντων σοι⋅ διό τιμῶμεν τήν σήν, μεγαλουργίαν τῆς Σκέπης σου Ἄχραντε

Δεῦτε νῦν φιλέορτοι, δεῦτε πιστῶν πάντων σύλλογος, δεῦτε ἄσμασι μέλψωμεν, δεῦτε ἐπαινέσωμεν Μητρόθεον κόρην, διάσωσμα πάντων, σκέπην καί τεῖχος καί φρουρόν, ἡμῶν ὑπάρχουσαν καί προσφύγιον, καί πόθῳ μελωδήσωμεν, αὐτήν τήν πάντων βασίλισσαν, καί σύν φόβῳ βοήσωμεν, χαῖρε θαῦμα παγκόσμιον.

   Νῦν σε μακαρίζομεν, καί εὐλαβῶς προσκυνοῦμεν σε, μετά φόβου καί πίστεως, πιστῶς μεγαλύνοντες, τήν θείαν σου σκέπην, πανύμνητε κόρη, θεοκυῆτορ Μαριάμ, ὅτι παρέχει θεία δωρήματα τοῖς πόθῳ ἀνυμνοῦσι σε, καί τῇ σῇ σκέπη προστρέχουσι, καί δεινῶν ἀπολύτρωσιν, χορηγεῖς παναμώμητε.

 Μαφόριον σκέπης σου, τό περισκέπον πιστῶν πληθύν, τῆς Μητρός τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, πιστῶς οἱ φιλέορτες, τιμήσωμεν πόθῳ, γεραίροντες ὕμνοις, μετ᾿ εὐλαβείας προσεχῶς, τιμῶντες σήμερον τήν ἀνάμνησιν, σκέπῃ περισκεπόμενοι, ἀπό τῶν περιστάσεων, καί φυλάττουσαν ἅπαντας, τούς αὐτήν μεγαλύνοντας.

             Δόξα καί νῦν, ἦχ. πλ. δ’.
  Τίς μή θαυμάσει, τίς μή δοξάσει, τά πολλά σου θαυμάσια, θεόνυμφε δέσποινα, ἅ καθεκάστην τελεῖς τοῖς τῇ σκέπῃ σου προστρέχουσι μετά πίστεως, περιφρουροῦσα καί σκέπουσα, πιστῶν ἅπαν τό πλήρωμα, καί τά αἰτήματα παρέχουσα, τοῖς ἐκ πόθου αἰτοῦσι τήν σήν ἀντίληψιν. Ὅθεν εὐχαρίστως σέ γεραίροντες, τήν ἀνωτέραν τῶν χερουβίμ, καί σεραφίμ ἐνδοξοτέραν ὑπάρχουσαν, καί δεόμεθα βράβευσον, τήν σήν ἐξ ὕψους βοήθειαν, ὡς πάντα ἰσχύουσα, καί σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.



Τά στοιχεῖα προέρχονται ἀπό τή μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

«Ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης καί τό ἔργο του (+1869). Ὑμναγιολογικά γιά τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγιορεῖτες ὁσιομάρτυρες. Συμβολή στή μελέτη τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ κατά τόν 19ο αἰώνα», διδακτορική διατριβή, ἔκδ. Ἱ. Μ. Ἁγίου Παύλου, Ἅγιον Ὄρος 2014

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ

Ἡ πρώτη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Πορταΐτισσας ἱστορήθηκε τό 1906 καί φυλάσσεται στην ἱερά μονή Ἁγίας Τριάδος τῆς Αἴγινας πού ἵδρυσε ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως.






Ἡ δεύτερη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Γλυκοφιλούσας, τῆς ἴδιας ἐποχῆς, βρίσκεται σἐ προσκυνητάρι στόν μητροπολιτικό ναό τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τῆς Θεσσαλονίκης,






Οἱ εἰκόνες αὐτές εἶναι ἔργα τοῦ ἐργαστηρίου τῆς καλύβης Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Τό ἐργαστήριο ἵδρυσε ὁ ἱερομόναχος Πανάρετος Πολυκάρπου ἐκ Κρήτης (†1943). Αὐτός εἶχε ὑποτακτικούς τό Νικόδημο μοναχό ἐκ Χανίων καί τόν ἱεροδιάκονο Πανάρετο τό νεώτερο ἐκ Λέσβου (†1950), τό μοναχό Χρυσόστομο ἀπό τά Χανιά καί τό μοναχό Ἰωσήφ ἐκ Συκολόγου Βιάννου Κρήτης (†1940). Ὅλοι τους, πλήν τοῦ Χρυσοστόμου ἁγιογραφοῦσαν, ὑπογράφοντας «Νικοδημαῖοι», μετά τήν κοίμηση τοῦ ἱερομονάχου Παναρέτου.
  Ὁ ἱερομόναχος Πανάρετος ἦλθε στά Καυσοκαλύβια τήν πρώτη δεκαετία τοῦ 20οῦ αἰώνα προερχόμενος ἀπό τό ἡσυχαστήριο τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τῶν Κατουνακίων, ὅπου ζοῦσε ὡς ὑποτακτικός τοῦ ἔγκλειστου γέροντα Πολυκάρπου, πού προερχόταν ἀπό τή Λαύρα τοῦ Ἁγ. Σάββα τῶν Ἱεροσολύμων. Κοινοβίασε στήν καλύβη τῆς Μεταμορφώσεως τῶν Καυσοκαλυβίων. Διατηροῦσε στενές πνευματικές σχέσεις μέ τόν ἅγ. Νεκτάριο Πενταπόλεως, τοῦ ὁποίου ἐξέδωσε καί προλόγισε τό ἔργο τοῦ Μελέτη στορική περί ατιν τν σχίσματος (Ἀθῆναι 1911). Ὁ ἴδιος συνέθεσε καί ἐξέδωσε τό ἔργο ρθόδοξος Λυρική Πανοπλία (Ἀθῆναι 1927). Διακόνησε ὡς οἰκονόμος στό μετόχι τῆς Ἀναλήψεως τῆς μονῆς Σίμωνος Πέτρας στόν Βύρωνα τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῶ ἔζησε καί στή μονή Μεταμορφώσεως τῶν Μολάων Λακωνίας, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ ἴδιος καί ἀργότερα, τό 1928, στή μονή Ζωοδόχου Πηγῆς Ἁγιᾶς ἤ Ἁγίας Ἄνδρου, ὅπου καί ἐκοιμήθη τό 1943. 
Ὅταν ἀναχώρησε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, διατήρησε τήν πνευματική ἐπικοινωνία μέ τή συνοδεία του, πού παρέμεινε στήν καλύβη τῆς Μεταμορφώσεως στά Καυσοκαλύβια. Σέ ἐπιστολή του τοῦ ἔτους 1933 πρός τόν διάδοχό του στή γεροντία τῆς Καλύβης μοναχό Νικόδημο, ὁ ἀρχιμανδρίτης Πανάρετος, συμβούλευε τούς πατέρες τῆς συνοδείας, μεταξύ ἄλλων, σχετικά μέ τήν ἐξάσκηση τῆς ἁγιογραφικῆς τους τέχνης: «... Προσέχετε δέ καί τήν ἐργασίαν σας νά μήν ἀμελῆτε... σᾶς συμβουλεύω, ἐντός τοῦ Ἁγίου Ὄρους νά ἐργάζεσθε, ἔστω καί μέ ὁλίγον κέρδος. Θά κερδίσετε τήν εἰρήνην καί τήν ἡσυχίαν σας. Εἶναι ὀλίγον κέρδος αὐτό; Εἰς τήν πτωχείαν ἀναπαύεται ἤ ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστός διότι ἐνανθρωπήσας, ταύτην ἐνεδύσατο ἑκουσίως ὁ πανάγαθος καί φιλάνθρωπος Κύριος». Ἐκτός ἀπό τά παραπάνω δύο ἔργα τοῦ ἱερομονάχου Παναρέτου ἀναφέρουμε δύο εἰκόνες τοῦ ἁγίου Γεωργίου ἔφιππου, πού βρίσκονται στήν γενέτειρά του Κρήτη, ἡ μία, ἔργο τοῦ ἔτους 1909, διά χειρός «Παναρέτου μοναχοῦ τοῦ Κρητός» στό καθολικό τῆς μονῆς Ἁγ. Γεωργίου Γοργολαΐνη, καί ἡ δεύτερη στό καθολικό τῆς μονῆς Ἁγ. Γεωργίου Ἐπανωσήφη.

Περισσότερα στοιχεῖα γιά τό εἰκονογραφικό ἐργαστήριο τοῦ ἱερομονάχου Παναρέτου στή μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:
«Τά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων (19ος-20 ός αἰ.)"
 Πρακτικά Β’ Ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου Νεοελληνικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Τέχνης (Βυζαντινό καί Χριστιανικό Μουσεῖο, 26-27 Νοεμβρίου 2010), Ἀθήνα 2012, σ. 411-435.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

ΕΥΧΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΙΛΟΜΟΝΑΧΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


ἔνδοξος Δημήτριος καὶ συμμέτοχος στὴν οὐράνια δόξα, μᾶς χάρισε σήμερα τὴν πανήγυρή του ὡς ὑπέρτατο δῶρο. Ἐμπρὸς λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἀποτελοῦμε τὸ θίασο ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸ μάρτυρα, ἂς τὸν τιμήσουμε μὲ θεόπνευστους ὕμνους καὶ ἐγκώμια, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει ὁ φίλος καὶ μάρτυρας ὡς μεσολαβητὴς στὸ βασιλέα Χριστό. 


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΗΓΥΡΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2015
Ἂς τονίσουμε λοιπὸν καὶ τὸ θεϊκό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὰ ἐνάρετα προτερήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂς γεμίσουμε μὲ θεϊκὴ χαρὰ ὅπως ἔχει γραφεῖ, γιατὶ ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ δίκαιος, γεμίζουν μὲ εὐφροσύνη οἱ λαοί. Μακάρι ὅμως νὰ μὴν γεμίσουμε μόνο μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὶς ὁμιλίες καὶ τὶς τιμητικὲς ἐκδηλώσεις στὴ μνήμη τοῦ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.


Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓ. ΑΧΙΛΛΕΙΟ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΦΟΡΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ι. ΝΑΟΣ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
 Αὐτὸς λοιπὸν ὁ μακάριος Δημήτριος, ποὺ εἶναι πράγματι πολίτης στὴν οὐράνια πόλη καὶ βασιλεία τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίγεια θνητὴ βασιλεία. Γιατὶ μιὰ καὶ εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ καὶ μεγάλη φήμη καὶ φρόντιζε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία γιὰ τὸν ἄψογο καὶ ἔντιμο βίο, τὸν ἀγάπησαν καὶ τὸν τίμησαν πολὺ συνάμα καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἀρχικὰ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐκσκέπτορος καὶ ἦταν συνεργὸς καὶ συμμέτοχος στὴ σύγκλητο. Στὴ συνέχεια ἀναγορεύθηκε ἀνθύπατος τῆς Ἑλλάδας. Γιὰ τὸν ἴδιο ὅμως ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος καὶ ἡ δόξα ἦταν αὐτή, νὰ εἶναι δηλαδὴ καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦν χριστιανό, καὶ δὲν ὑπολόγιζε καθόλου τὶς τιμὲς τῶν βασιλιάδων. Γι᾿ αὐτὸ ἐπειδὴ ξεχείλιζε ἀπὸ διδασκαλία γεμάτη μὲ θεϊκὴ σοφία καὶ πνευματικὸ λόγο, ἄλλαζε τὴν πίστη πολλῶν καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀληθινὴ πίστη.


Ο ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. ΦΟΡΗΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΥΟΣΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. ΜΕΣΑ 19ου ΑΙΩΝΑ
Χαῖρε, ἀσυναγώνιστε στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ τρισευτυχισμένε Δημήτριε, γιατὶ σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο, ἀγωνίστηκες τὸν ὡραῖο ἀγώνα, ἔχεις τρέξει τὸ δρόμο μέχρι τὸ τέρμα, ἔχεις διαφυλάξει τὴν πίστη καὶ στεφανώθηκες ἐπάξια ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ τὸ στέφανο τῆς δικαιοσύνης.

Χαῖρε μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἂν καὶ ἔχεις δεχτεῖ καὶ σὺ στὸ σῶμα σου τὶς πληγὲς ποὺ δέχτηκε ὁ Χριστός, ἀνέβηκες στὸν ἴδιον μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἔγινες πράγματι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος βέβαια γιὰ χάρη ὅλων μας δέχτηκε τὴ λόγχη ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ στρατιώτη στὴν ἀμόλυντη πλευρά του καὶ σὺ ὡς εὐσεβὴς στρατιώτης του γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ δέχτηκες τὴ λόγχη στὴ φυλακὴ ἀπὸ ἀσεβεῖς στρατιῶτες.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἔχεις πλουτίσει μὲ τὴν ἀγγελικὴ χάρη καὶ ἀποδεικνύεσαι ἐπίγειος 
ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος γεμάτος δόξα.

Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχοῦ καὶ ἐγκλείστου ἐγκωμιαστικὸς λόγος στὸν ἅγιο καὶ ἔνδοξο μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Δημήτριο καθὼς καὶ σχετικὰ μὲ τὸ μαρτύριο, τὰ θαύματα καὶ τὸ σεβάσμιο ναό του [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]
Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ Ο ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ

ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1353-1354 καί 1364-1376)  καταγόταν ἀπό τή Θεσσαλονίκη καί ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς διαπρεπέστερους καί πολυγραφότατους ἱεράρχες τῆς ὄψιμης βυζαντινῆς Ἐκκλησίας. 
  Νέος ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἔγινε μοναχός. Ἀφοῦ παρέμεινε γιά ἀπροσδιόριστο χρονικό διάστημα στό Σινά, ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐγκαταστάθηκε ἀρχικά στή μονή Βατοπαιδίου ὅπου συνδέθηκε πνευματικά μέ τόν ὅσιο Σάββα τόν Βατοπαιδινό. Ἀργότερα κοινοβίασε στή Μεγίστη Λαύρα, ὅπου συνδέθηκε μέ τόν ἐκεῖ ἀσκούμενο ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Κατά τίς ἡσυχαστικές ἔριδες πού ἀπασχόλησαν τόν ἱερό Ἄθω κατά τόν 14ο αἰ., ὁ ἅγιος Φιλόθεος στήριξε τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στούς ἀγῶνες του κατά τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ καί τῶν ὁμοϊδεατῶν του. Ἔτσι, τό 1341, ὡς ἁπλός Λαυριώτης ἱερομόναχος ὑπογράφει μαζί μέ ἄλλους Ἡσυχαστές τόν ‘‘Ἁγιορειτικό Τόμο’’. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΑΑΜΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
  Τήν περίοδο 1340/42-1347 διετελεῖ ἡγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας, διαδεχόμενος τόν Μακάριο πού ἐξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ἀπό τή θέση αὐτή προχειρίστηκε ἀπό τόν ἅγιο Ἰσίδωρο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μητροπολίτης Ἡρακλείας τῆς  Θράκης , πού τότε ἦταν πρωτόθρονη ἀνάμεσα στίς μητροπόλεις τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου. Γιά τόν λόγο αὐτό ἔφερε καί τόν τίτλο «Πρόεδρος τῶν ὑπερτίμων».

     Τήν ἴδια ἐποχή ὁ Ἰωάννης Καντακουζηνός ἀναγορεύεται αὐτοκράτορας στό Διδυμότειχο. Ἀλλά ἀργότερα κι ἐνῶ ὁ Καντακουζηνός εἶχε λογισμό νά μεταβεῖ στήν Ἡράκλεια καί νά καρεῖ μοναχός ἀπό τόν ἅγιο Φιλόθεο, συνέβη τελικά κάτι τελείως διαφορετικό: ὁ αὐτοκράτορας κάλεσε τόν ἅγιο Φιλόθεο ὡς πατριάρχη στήν Κωνσταντινούπολη. Στή θέση αὐτή ὅμως ὁ ἅγιος Φιλόθεος παρέμεινε μόνο γιά λίγο, ἀφοῦ ἀκολουθῶντας τίς πολιτειακές ἀλλαγές ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό θρόνο του καί ἐπέστρεψε στήν ἀγαπημένη του ἀθωνική ἡσυχία. Ἀργότερα ὅμως μέ τή συναίνεση τοῦ πατριάρχη Καλλίστου Α΄ ἀνέκτησε καί πάλι τή μητροπολιτική τοῦ ἕδρα στήν Ἡράκλεια . 
 

Ο ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ. ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 1820 ΣΤΟ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ
Μετά τό θάνατο τοῦ πατριάρχη Καλλίστου ὁ ἅγιος Φιλόθεος ἐπανέρχεται τό 1364 στόν πατριαρχικό θρόνο. Κατά τήν δεύτερη πατριαρχεία του ὁ ἅγιος Φιλόθεος συνδύασε τήν ποιμαντική μέριμνα καί διακονία πρός τό λαό μέ τήν ἡσυχαστική μοναχική ζωή, τήν ταπείνωση μέ τίς ὑψηλές θεολογικές του γνώσεις καί τήν ρητορική δεινότητα. Συνέγραψε πλῆθος θεολογικῶν, ἀντιρρητικῶν, ἀπολογητικῶν καί ἁγιολογικῶν ἔργων. Ἐκοιμήθη τό 1379. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 11 Ὀκτωβρίου. 

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου,
 «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», 
Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα (Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007), στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011) σ. 277-326, πίνακες 801-807.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΑΛΚΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ἔργο Δανιήλ μοναχοῦ. Ἐν Κατουνακίοις Ἁγίου Ὄρους. 1923



Ο μοναχός Δανιήλ Κατουνακιώτης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1846. Αργότερα μετέβη στο Άγιο Όρος στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, όπου μαθήτεψε στη δυτικότροπη αγιογραφία κοντά στον μοναχό Διονύσιο. Μετά από διάφορες περιπλανήσεις κατέληξε να ιδρύσει μια μικρή ησυχαστική καλύβα στα Κατουνάκια (Αγιορειτών Πατέρων), όπου συνέχισε να ασχολείται με την αγιογραφία. Υπήρξε μάλιστα πνευματικός πατέρας του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη. Σύντομα σχημάτισε συνοδεία υποτακτικών, η οποία ασχολούταν με την αγιογραφία, με το όνομα Διανιηλαίοι. Απεβίωσε το 1929. Η τεχνοτροπία του Δανιήλ κινείται στο πλαίσιο των δυτικότροπων, αγιορείτικων εργαστηρίων της εποχής του και είναι ιδιαίτερα επιμελημένη. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που αναγράφει το 1913 ο Δανιήλ σε επιστολή του προς τον ιερομόναχο Διονύσιο Χ. Προκοπέα, ο οποίος είχε παραγγείλει από τη Συνοδεία ορισμένες εικόνες, για το προσκύνημα του Αγίου Ιωάννη του Ρώσσου στην Εύβοια. Ο Δανιήλ αναφερόμενος στην εικόνα του αγίου Βασιλείου, που αγιο- γράφησε σύμφωνα με την παραγγελία έγραφε ότι: «τὸ πρόσωπον τοῦ Οὐρανοφάντορος τούτου πατρὸς χωρὶς νὰ ἴδῃ τις τὴν ἐπιγραφὴν τοὺ ὀνόματός του ἀμέσως θὰ εἴπῃ ὅτι οὗτος εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος. Τοῦτο δὲ ἐναργέστατα καταδεικνύεται ἐκ τοῦ σοβαροῦ ὕφους ὅπερ ἐκέκτητο ἀπὸ τοῦ βεβηκότος φρονήματος καὶ τοῦ καισαρίζοντος χαρακτῆρος καὶ ἐμποιεῖ σέβας καὶ τὴν προσήκου- σαν εὐλάβειαν τοῖς ὁρῶσιν. Ἐπίσης καὶ εἰς τὴν λοιπήν διακόσμησιν τῶν παναρχαίων βυζαντινῶν φορεμάτων καὶ τοῦ Εὐαγγελίου εἰς ἃ ἐξοδεύθη πολλὴ ἐργασία καὶ ἔντεχνος ἐπιμέλεια […] Ὅτι δὲ ἡ εἰκὼν αὕτῃ ἔχει ἀξίαν πολὺ ὑπερτέραν τῆς ἐννεαλίρου τιμῆς, τοῦτο λόγων οὐ χρήζει, καθόσον καὶ τὰ ὑλικὰ σήμερον ἔχουσι διπλασίαν τιμὴν καὶ ἡ ἔντεχνος διακόσμησις τῆς ἐν γένει Ἱεραρχικῆς στολῆς εἶναι πολὺ ἱκανοποιητικὴ δι’ Ὑμᾶς […] Νὰ εὔχεσθε καὶ διὰ τὸ ἡμέτερον τέκνον Δανιὴλ ὅστις προοδεύσας κατὰ τὴν τέχνην ἐπεδείξατο ἐξ εὐλαβείας πολλῆς τὰ τόσα κοσμήματα ἐν τῇ Ἱεραρχικῇ στολῇ […]»

 Η επιδεξιότητα του Δανιήλ αύξανε τη φήμη του σε όλη την Ελλάδα και γι΄ αυτό διεκπεραίωνε πολλές παραγγελίες. Στο ναό του Αγίου Δημητρίου Ψυρρή Αθηνών έργο του Δανιήλ είναι μία εικόνα του αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, στην οποία διαβάζουμε την επιγραφή: Ἡ Ἱερὰ αὕτῃ Εἰκὼν δωρεῖται τῷ κ. Ἰωάννη Κ(ου)τσ(ού)κῳ εἰς τεκμήριον ἀϊδίου ἀγάπης / ὑπὸ Δανιὴλ Μοναχ(οῦ) Ἁγιογράφ(ου) καὶ τῆς συνοδίας αὐτοῦ, (κάτω αριστερά) Ἐν Κατουνακίοις Ἁγίου Ὄρους / τῇ α΄ Σεπτεμβρίου 1907. Επίσης στο ναό της Ευαγγελίστριας Πειραιά εικόνα του αγίου Δημητρίου φέρει την υπογραφή: Κατουνάκια Ἁγίου Ὄρους 10 Μαΐου 1919 χεὶρ Δανιὴλ Μ: Ο Δανιήλ χειρίζεται με επιδεξιότητα το δυτικότροπο ιδίωμα της εποχής του. Είναι χαρακτηριστική η άνεση και η αληθοφάνεια στην πραγμάτευση των ενδυμάτων και των παραπληρωματικών στοιχείων του πίνακα. Όμως εμφανείς είναι οι αναμνήσεις από τη λιγότερο νεωτερίζουσα τέχνη του προηγούμενου αιώνα. Το πρόσωπο, για παράδειγμα, του αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, παρά τις λειάνσεις διατηρεί στοιχεία γραμμικότητας, που ανακαλούν στη μνήμη, έργα βορειοελλαδιτών αγιογράφων του 19ου αι., όπως του Στεργίου εκ Κοζάνης 

Νικόλαος Γραίκος, Ακαδημαϊκές τάσεις της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Ελλάδα κατά τον 19 αιώνα, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Ο ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


ΘΕΟΤΟΚΟΣ Η ΕΛΕΟΥΣΑ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2015

Κωνσταντίνου Ἀρμενόπουλου, νομοφύλακος καί κριτή τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό τό 1347, Λόγος Ἐγκωμιαστικός στόν ἅγιο Δημήτριο τόν Μυροβλύτη, πού ἐκφωνήθηκε στόν ναό τῆς Θεοτόκου Ἀχειροποιήτου τῆς Θεσσαλονίκης κατά την παραμονή τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου



 […] πόλη σας ἡ Θεσσαλονίκη ὅμως γι’ αὐτὴν τὴν εὐστροφία τοῦ πνεύματος καὶ τὴ σοφία ἡ ἴδια ἀναγνωρίζεται συνάμα καὶ ἀπὸ ὅλα καὶ ἀπὸ ὅλες, καὶ τὰ ἔθνη καὶ τὶς πόλεις, ὅσα καὶ ὅσες ὑπάρχουν σὲ κάθε μέρος τῆς οἰκουμένης, καὶ θαυμάζεται πολὺ καθὼς πρέπει, ὄχι μόνο γιατὶ ἔχει συνθέσει τέτοια προεόρτια μὲ ἄσματα ἀνώτερα ἀπὸ λόγο… 


γιατ κατάλαβε τι ὁ πολιοῦχος της ἅγιος Δημήτριος, μεγάλη δόξα τν μαρτύρων, κενο πο ταιριάζει σ’ ατν κα τν λατρεύει μ διαφορετικ τρόπο, γιορτάζει μαζὶ καὶ δοξάζεται μὲ τὴ Θεομήτορα, πο εναι πράγματι νώτερη κόμη κα π τος γγέλους στν ορανό. 

Γιατ ἡ Θεσσσαλονίκη μόνη, μι κα χει ξεχωρίσει πάρα πολ π τς λλες πόλεις, πρεπε ν χει πινοήσει σωστ κα ατό, δηλαδ νὰ ἀνυμνεῖται μαζὶ μὲ τὴν Πάναγνο, τν νώτερη σ δόξα π τος ορανούς, γνς κα στ σμα κα τν ψυχ Δημήτριος, ποος συμβίωσε σωστ στ γ μ τν γνότητα τς παρθενίας κα μαζ μ τς λλες ἀρετς ἀνταγωνιζόταν τ πουράνια κα τ υλα μ τ σμα κα χει ξαγνιστε μ τ λουτρ το αματος κα το μαρτυρίου… […] πινόησε λοιπν σωστ πόλη γι’ ατος τος λόγους νὰ γιορτάζει μαζὶ μὲ τή Θεοτόκο καὶ ὁ μάρτυρας Δημήτριος, πο εναι μιμητς το Χριστο.


Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ, Η ΕΦΕΣΤΙΟΣ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟ 2012

[…] Ὅμως Μητέρα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε ὅτι ἐσὺ εἶσαι πράγματι ἡ Θεοτόκος, ποὺ ἔχεις γεννήσει ἄρρητα γιὰ χάρη μας τὸν ἕνα Θεὸ τῆς Τριάδος! Σὺ ποὺ προορίστηκες παλιὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ χωρέσεις τὸ πλήρωμα τῆς θεότητάς του καὶ ἀξιώθηκες λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς ἁγνότητάς σου, ὁ ἀπὸ ἐδῶ οὐράνιος καὶ θεῖος ναὸς καὶ θεῖος θρόνος καὶ θεία σκηνὴ καὶ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἔμψυχος θάλαμος καὶ τὸ θησαυροφυλάκιο ποὺ ἁρμόζει στὸ Θεό, ποὺ σὲ ἔχουν ἀποκαλέσει ἔτσι οἱ ἱεροὶ ἄνθρωποι, τὸ πρυτανεῖο τῶν θείων καὶ ἀνθρώπινων χαρίτων, ἡ κατάλυση τοῦ ἁμαρτήματος τῶν πρωτόπλαστων, ἡ ἀρχὴ τῆς εὐγονίας τοῦ γένους μας –γιατὶ μὲ τὸ θεῖο σου τέκνο ἔγινες αἰτία νὰ ἀναστηθεῖ ξανὰ τὸ γένος μας στὴ γῆ καὶ νὰ γίνει ὅπως εἶχαν προφητέψει οὐράνιο ἀντὶ ἐπίγειο– τὸ πιὸ γαλήνιο λιμάνι ἐκείνων ποὺ βασανίζονται ἀπὸ ὁποιαδήποτε τρικυμία καὶ γενικὰ τὸ μεγάλο καταφύγιο ὅλων ἐκείνων ποὺ ἁμαρτάνουν· εἶσαι λοιπὸν ἡ θερμὴ ἐξιλέωση τοῦ γένους μας καὶ τὸ σεμνὸ κόσμημα καὶ τὸ στήριγμα τῆς σωτηρίας.


Ἐπίσης, Δημήτριε, εἶσαι τὸ μέγα καὶ ἱερότατο ὄνομα τῶν ἄριστων ἀγωνιστῶν τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο ἔχεις ἀγαπήσει ὑπερβολικά, ἔχεις ἀκολουθήσει ἀληθινὰ καὶ ἔχεις ἐπιτελέσει κάθε του πρόσταγμα, καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο παραμέλησες ὅλες τὶς ἀπολαύσεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Γιατὶ πρόσθεσες στὴν καρδιά σου ὄχι ρευστὸ πλοῦτο καὶ ἐφήμερη δόξα, ἀλλὰ σταθερό, ποὺ παραμένει, καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο μὲ τὴ θέλησή σου ἔχυσες τὸ αἷμα σου καὶ πέθανες πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα σου καὶ ἀνῆλθες ἢ ἐπανῆλθες σ’ αὐτὸν μὲ χαρά. Γιατὶ φαίνεσαι ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ ἀλήθεια ἦρθες ἐδῶ πρῶτα μὲ τὴ γέννηση, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπανῆλθες μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ μαρτυρίου.   Ἐσὺ εἶσαι ποὺ αὐξάνεις τὶς ἀρετὲς τῆς Θεσσαλονίκης σου καὶ ἐλαττώνεις τὶς κακὲς στιγμές, καὶ νὰ ποῦμε γενικὰ ἐξαφανίζεις τὴ φθορά τους· γιατὶ εἶσαι προστάτης της καὶ ὑπερασπιστὴς καὶ φύλακας καὶ σωτήρας καὶ ἀξιόπιστος φρουρὸς καὶ πολιοῦχος καὶ ὁποιοδήποτε ἄλλο σωτήριο ὄνομα ὑπάρχει.





ΠΗΓΗ : 
γιος Δημήτριος, κδ. Ζτρος, Θεσσαλονίκη 2004.
http://www.pentpostagma.gr