Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΙΗΛΑΙΟΣ. ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ

Στέφανος μοναχός Δανιηλαος (1943-2015)



.Ο μακαριστός γέρων καταγόταν από το Παλαιοχώρι της περιοχής του Παγγαίου. Σε νεαρή ηλικία, το 1947, αναχώρησε για τον ασκητικό βίο στην Αθωνική Πολιτεία μαζί με τον κατά σάρκα αδελφό του Γρηγόριο και τους συντοπίτες του Δανιήλ και Ακάκιο, εντασσόμενοι στο Ι. Κελλίον των Δανιηλαίων μοναχών. Εκεί ακολούθησε τα διακονήματα της αγιογραφίας και της βυζαντινής μουσικής τέχνης, που καλλιεργούσε η Συνοδεία, στα οποία μάλιστα διακρίθηκε. Υπενθυμίζεται ότι ειδικά η άσκηση στη βυζαντινή μελωδία θεμελιώθηκε από τον ξακουστό γέροντα του Κελλίου Δανιήλ, ο οποίος ήταν ακόλουθος της μελωδικής Σμυρναικης Σχολής. Ο μακαριστός πατήρ ήταν γνωστός για το πράο και νηφάλιο του χαρακτήρα του.



π. Στέφανος Δανιηλαίος (1943-2015),
ς δόκιμος μοναχός
(Φωτογραφία: Σπύρος Λουλακάκης, Κατουνάκια 1955) 

 ΠΗΓΗ: ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ


Εὐεργετινός
Συναγωγή τῶν θεοφθόγγων ρημάτων καί διδασκαλιῶν τῶν θεοφόρων καί ἁγίων Πατέρων ἀπό πάσης Γραφῆς θεοπνεύστου συναθροισθεῖσα, οἰκείως τε καί προσφόρως ἐκτεθεῖσα παρά Παύλου τοῦ ὁσιωτάτου μοναχοῦ καί κτήτορος Μονῆς τῆς Εὐεργέτιδος καί Εὐεργετινοῦ ἐπικαλουμένου. Ληφθεῖσα ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ἐν τῷ Ἁγιωνύμῳ ὄρει βασιλικῆς.. μονῆς τοῦ Κουτλουμούση ἐπικαλουμένης... ἤδη δέ τό δεύτερον ἀνατυποῦται... ἐν Κωνσταντινουπόλει 1861


Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ


Ἱερά Μονή Γρηγορίου
 
Στήν πολυκύμαντη θάλασσα τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου τούτου, τό Ἅγιον Ὄρος παραμένει σταθερά ἀγκυροβολημένο στήν πηγή τῆς ὄντως Ζωῆς, τόν Χριστό.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Ο ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΗΣ ΚΑΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ

                                   Παταπίου μοναχοῦ  Καυσοκαλυβίτου

   Ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης καί ὁ Ἡσυχασμός
 
ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΗΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΧΡΥΣΟΚΕΝΤΗΤΟΥ ΕΠΙΓΟΝΑΤΙΟΥ. ΚΥΡΙΑΚΟ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ
ν καί ὁ Ἡσυχασμός, ὡς εὐρύτερο πνευματικό κίνημα πού συνιστᾶ τήν πεμπτουσία τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ἔχει τήν ἀρχή του στή μοναχική πρακτική τοῦ 4ου αἰ., ἐνηλικιώθηκε καί κυριάρχησε στή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τόν 14ο αἰ. Δέν θά ἦταν ἴσως ὑπερβολή ἐάν θεωρούσαμε τόν 14ο αἰ. ὡς τόν αἰώνα τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Τήν περίοδο αὐτή, ἡ ἡσυχαστική κίνηση βγῆκε ἀπό τήν ἔρημο καί ἔγινε ἡ κυρίαρχη τάση τόσο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ βυζαντινοῦ κράτους ὅσο καί τῆς κοινωνικῆς καί πολιτιστικῆς ζωῆς τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, τουλάχιστον αὐτῶν πού γειτόνευαν μέ τήν βυζαντινή ἐπικράτεια. Ἀκόμη καί ἡ ἐκκλησιαστική ζωγραφική τέχνη  δέχθηκε τήν εὐεργετική ἐπίδραση τοῦ Ἡσυχασμοῦ.
  Τό παράδοξο πάντως εἶναι ὅτι ἡ πνευματική αὐτή ἄνθηση σημειώθηκε μέσα σέ μιά ταραγμένη πολιτικά γιά τόν βυζαντινό κόσμο ἐποχή, ὅπως στάθηκε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ 14ου αἰ. Ἡ ἐποχή αὐτή εἶναι μία ἀπό τίς κρισιμότερες τῆς βυζαντινῆς χιλιετίας. Ὁ ἑλληνικός κόσμος μαστίζεται ἀπό πολιτικές διαμάχες καί ἐμφυλίους πολέμους πού ἐπιτάχυναν μέ τίς πολλαπλές ἐπιπτώσεις τους τήν τελική πτώση τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλά καί θρησκευτικές ἔριδες, ὅπως ἡ λεγόμενη ‘‘ἡσυχαστική’’, πού ἀπασχόλησαν πολύ καί δίχασαν πρός στιγμήν τήν βυζαντινή κοινωνία, πρόσφεραν ὅμως στούς πιστούς λαμπρότερη καί ἐνδυναμωμένη δογματικῶς τήν ὀρθόδοξη πίστη.
   Παράλληλα, ὁ Ἄθως, πού ζοῦσε κι αὐτός τά τελευταῖα βυζαντινά του χρόνια, δέν ἔμεινε ἀνεπηρέαστος ἀπό τίς πολιτικές καί γεωοπολιτικές ἐξελίξεις. Τό Ἅγιον Ὄρος προσπαθοῦσε νά συνέλθει ἀπό τίς καταστροφές τῶν Καταλανῶν (ἀρχές 14ου αἰ.), ἐνῶ ἀργότερα γεύθηκε γιά μία σύντομη περίοδο τή σερβική ἐπικυριαρχία σ’ αὐτό (τρίτο τέταρτο τοῦ 14ου αἰ.). Ταυτόχρονα ἐνισχύθηκε ὁ θεσμός τοῦ Πρώτου καθώς καί ἡ παρουσία τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου (1312). Ἡ ἐμφάνιση τῆς ἰδιορρυθμίας στή μοναχοπολιτεία δημιούργησε τίς προϋποθέσεις γιά τήν ἐμφάνιση τῶν πρώτων Σκητῶν σ’ αὐτήν, ἐνῶ ἡ ἴδια δέν ἄργησε νά δεχθεῖ τίς ἐπιπτώσεις τῶν πρώτων τουρκικῶν ἐπιδρομῶν· πραγματικότητες ὅμως πού δέν ἀπέτρεψαν τήν ἵδρυση ἀρκετῶν νέων μονῶν στήν ἱερή χερσόνησο.
  Παράλληλα, στό Ἅγιον Ὄρος, πού τόν αἰώνα αὐτό ἔφθασε σέ μεγάλη θεολογική, πνευματική καί καλλιτεχνική ἄνθιση, ριζώνει καί φέρνει καρπούς ἡ διδασκαλία καί πρακτική τῆς ‘‘νοερᾶς προσευχῆς’’. Γύρω ὅμως ἀπ’ αὐτήν περιστράφηκε τό σημαντικότερο  ἀναμφισβήτητα γεγονός πού ἐπιρρέασε βαθειά τήν πνευματική ζωή τόσο στόν Ἄθωνα ὅσο καί τήν ὑπόλοιπη βυζαντινή κοινωνία κατά τήν περίοδο αὐτή· ἡ ἔριδα περί τοῦ Ἡσυχασμοῦ, ἡ ὁποῖα ἔληξε μέ τήν τελική ἐπικράτηση τῶν Ἡσυχαστῶν καί τῶν θεολογικῶν θέσεων τοῦ ὑπερασπιστή τους, ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1296-1359).
   Μέσα στήν ταραγμένη, ἀλλά πολύ ἐνδιαφέρουσα ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως, αὐτή ἐποχή, ἔζησε ἕνας μεγάλος Μικρασιάτης ἀσκητής, ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, μία μεγάλη φυσιογνωμία τοῦ ἀθωνικοῦ ἀλλά καί πανορθόδοξου χώρου.


ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΗΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΧΡΥΣΟΚΕΝΤΗΤΟΥ ΕΠΙΓΟΝΑΤΙΟΥ. ΚΥΡΙΑΚΟ ΣΚΗΤΗΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ


  Σύμφωνα μέ ὅλες τίς ἐνδείξεις πού προκύπτουν ἀπό τόν Βίο ἀλλά καί ἄλλες ἔμμεσες πηγές, τό πιθανότερο εἶναι, ὅσιος νά ἐκοιμήθη γύρω στό ἔτος 1365, ὁπότε καί νά γεννήθηκε περί τό 1270, ἀφοῦ γνωρίζουμε ἀπό τό Βίο του ὅτι ἔζησε ἐνενήντα πέντε ἔτη.
  Τό γεγονός ὅτι λίγο μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση καί σέ διάστημα λίγων δεκαετιῶν, γράφηκαν πρός τιμήν του τέσσερεις Βίοι (ὑπό τῶν ἱερομονάχων Νήφωνος, Θεοφάνους Περιθεωρίου, Μακαρίου Μακρῆ καί Ἰωαννικίου Κόχιλα), οἱ ὁποῖοι σέ μεταγενέστερες ἐποχές παρουσιάστηκαν σέ ἁπλούστερη δημώδη γλώσσα μέ τή βοήθεια τεσσάρων παραφράσεων (ὑπό Διονύσιου ἱερομονάχου, Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἰακώβου Νεασκητιώτου καί ἑνός ἑτέρου ἀγνώστου) -ὅλα τους κείμενα ἀθωνικῆς προέλευσης- ἀποδεικνύει τήν μεγάλη ἀπήχηση πού εἶχε στόν ἁγιορειτικό κόσμο ἡ ἱερή μορφή τοῦ ὁσίου Μαξίμου.
  Παράλληλα, γιά τίς λειτουργικές ἀνάγκες ὅσων ἐπιθυμοῦσαν νά προστρέξουν στίς πρεσβεῖες του καί νά ἔχουν μία ἐναργέστερη σχέση μαζί του, συντέθηκαν τρεῖς Ἀκολουθίες, παρακλητικοί κανόνες, Χαιρετιστήριοι Οἶκοι καί πλῆθος ἄλλων ὑμνογραφημάτων (κυρίως ἀπό τούς Νήφωνα Ἀθωνίτη, Ἱερεμία Πατητᾶ, Ἰάκωβο Νεασκητιώτη, Νήφωνα Ἰβηροσκητιώτη, Ἱλαρίωνα Ξενοφωντινό καί Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη), ἐνῶ παράλληλα, οἱ πολυάριθμες ἀπεικονίσεις του στούς ἀθωνικούς ναούς ἐπέτειναν τήν παρουσία του στίς ψυχές τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν πού ἔβλεπαν σ’ αὐτόν ἕνα ἀσφαλές πρότυπο πρός μίμηση γιά τή σωστή βίωση τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν καί τήν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας τους.
                                            

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Ἡ τέχνη τῆς μελοποιΐας


Κώδ. Καυσοκαλυβίων 135, φ. 8α. 
Ἐπίτιτλο τοῦ Δοξαστικοῦ τῆς Λιτῆς τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Νείλου τοῦ Μυροβλύτου (Ζ’ Μαΐου). Ἔργο τοῦ ἱερομονάχου Ἰωάσαφ Διονυσιάτου τοῦ Διδασκάλου (α’ μισό ΙΘ αἰ.-1866) ἐνός ἀπό τούς σημαντικότερους Ἁγιορεῖτες μελουργούς τοῦ ΙΘ αἰ.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Ἡ δύναμη τῆς ἑνότητας 

  Ἡ σωτηρία τοῦ Ἔθνους μας, τῆς οἰκογενείας μας, τῆς φυλῆς μας, ἔγκειται εἰς ἡμᾶς αὐτούς. Ὅταν ἡμεῖς ὁμονοήσωμεν, οἱ ξένοι δέν ἔχουν θέσιν εἰς τά ἐσωτερικά μας, καί ὅταν ἡμεῖς ἑνωθῶμεν δέν μᾶς χρειάζεται κανενός προστασία εἰς τά ἐξωτερικά μας.
  Εἶναι ἐντροπή, εἶναι ἁμαρτία, ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νά περιμένωμεν νά μᾶς εἰρηνεύσουν ἐκεῖνοι τούς ὁποίους ἐξημερώσαμεν, νά ρυθμίσουν τά οἰκιακά μας οἱ ξένοι.
  Τό γνωρίζει ἤδη ὅλος ὁ κόσμος ποία εἶναι ἐν τῇ ἐνώσει ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνισμοῦ.


Ἀρχιμανδρίτης Γαβριήλ Διονυσιάτης (1886-1983) 

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ ΣΤΗ ΣΚΗΤΗ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ

      Παταπίου Μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

    Ἀπεικονίσεις τοῦ ὁσίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ 
                     στή Σκήτη Καυσοκαλυβίων


  Σέ μία ἀπό τίς κτητορικές εἰκόνες τοῦ τέμπλου τοῦ Κυριακοῦ, ἀνάμεσα στούς Καυσοκαλυβίτες Ὁσίους καί ἄλλους τῆς Λαυρεωτικῆς ἐρήμου, εἰκονίζεται ὁλόσωμος καί ὁ ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ[1] (εἰκ. 1), ἔργο (περί τό 1753), πού ἀποδίδεται στό ἐργαστήριο τοῦ ἱερομονάχου Παρθενίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων τοῦ Σκούρτου[2]. Τό γεγονός αὐτό ὑπογραμμίζει τή σχέση τοῦ κτίτορα τῆς Σκήτης, ὁσίου Ἀκακίου Καυσοκαλυβίτου, μέ τόν ἱδρυτή τῆς μονῆς τῆς μετανοίας του, ἅγιο Διονύσιο.


Ὁ ἱδρυτής τῆς μονῆς Σουρβιᾶς εἰκονίζεται ἐπίσης καί σέ μεταγενέστερη τοιχογραφία τῆς Λιτῆς τοῦ Κυριακοῦ (1820)[3], ἔργο τοῦ ὑπό τόν μοναχό Μητροφάνη τόν ἐκ Βιζύης ἐργαστηρίου τῶν Καρπενησιωτῶν ζωγράφων (εἰκ. 2) καθώς καί σέ τοιχογραφία τοῦ ἔτους 1777 στήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῶν Καυσοκαλυβίων, ἔργο τοῦ μοναχοῦ Μητροφάνη τοῦ Χίου[4] (εἰκ. 3).



  [1] Περί τοῦ ὁσίου Διονυσίου βλ. ἐνδεικτικά: Ἀθηναγόρα ἀρχιμ., Ὁ Ὅσιος τοῦ Ὀλύμπου, ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Διονυσίου, χτ. ἔ. 1990. Βαρνάβα ἐπισκ. Κίτρους, «Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ», Ὀρθόδοξος Ἐπιστασία [ΟΕ, Κατερίνη] τ. 4 (1958), σ. 4-5. Τοῦ ἰδίου, «Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ», ΘΗΕ τ. 5 (1964), σ. 11-13. Τοῦ ἰδίου, «Ἔτος Ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ», ΟΕ τ. 20 (1974) σ. 1-3. Γλαβίνα Ἀπ., «Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ ἐν τῷ Ὀλύμπῳ», Ἐπιστημονική Ἑπετηρίς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης [ΕΕΘΣΠΘ] τ. 26 (1981), σ. 7-121. Τοῦ ἰδίου, «Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ὀλυμπιώτης-Σκιαγραφία τοῦ βίου, τῆς δράσης καί τῆς προσωπικότητάς του», ΕΕθΣΠΘ τ. 27 (1982), σ. 129-143. Τοῦ ἰδίου, «Ἀνέκδοτος βίος τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἱδρυτή τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Ὀλύμπου», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τ. 66 (1983), (ἀνάτυπο), σ. 18-30.
  [2] Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, «Ὁ ἱερομόναχος Παρθένιος Παρ­θέ­νι­ος ὁ ἐκ Φουρ­νᾶ τῶν Ἀ­γρά­φων, ὁ Πνευ­μα­τι­κός καί ζω­γρά­φος, ὁ Σκοῦρ­τος. Μία ση­μαί­νου­σα πνευ­μα­τι­κή καί καλ­λι­τε­χνι­κή μορ­φή τοῦ Ἁγίου Ὄ­ρους», Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, τ. 809 (2006), σ. 599.
  [3] Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, «Μεταβυζαντινή τέχνη στή Σκήτη Καυσοκαλυβίων. Ἄγνωστες φορητές εἰκόνες Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ», Ἅγιον Ὄρος. Πνευματικότητα καί Ὀρθοδοξία. Τέχνη (Πρακτικά τοῦ Β΄ Διεθνοῦς ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν. Θεσσαλονίκη 11-13 Νοεμβρίου 2005), Θεσσαλονίκη 2006, σ. 358 σημ. 90.
  [4] Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, «Τά τοιχογραφημένα παρεκκλήσια τῆς ἁγιορειτικῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων. Μέρος Α΄», Μακεδονικά τ. 36 (2007), σ. 78.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΩΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

            Ὁ ὅσιος Πα­ΐ­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της ὡς Καυσοκαλυβίτης


    Γιά τόν σύγ­χρο­νό μας ὅσιο Πα­ῒ­σιο τόν Ἁ­γι­ο­ρεί­τη (1924-1994), ἔ­χουν γρα­φεῖ πολλά καί θαυ­μα­στά, ὥ­στε ἐ­μεῖς θά πε­ρι­ο­ρι­στοῦμε μόνο στά πα­ρα­κάτω, πού ἀ­φο­ροῦν τή σύν­τομη καυ­σο­κα­λυ­βί­τικη πε­ρί­οδό του, ἡ ὁποία στάθηκε ἡ ἀπαρχή τῆς καρποφόρας μοναχικῆς του ζωῆς στό Ἅγιον Ὄρος.                 

     Δέν εἶναι ἀρκούντως γνωστό ὅτι ὁ ὅσιος Παΐσιος, πού ἀ­νέ­παυσε χι­λι­ά­δες ψυ­χές στήν αὐλή τοῦ τα­πει­νοῦ κελ­λιοῦ του στίς Κα­ρυές, ξε­κί­νησε τή μο­να­χική του ζωή στή Σκήτη Ἁγίας Τριάδος τῶν Καυσοκαλυβίων. Σύμ­φωνα μέ μαρ­τυ­ρίες ἐ­πι­ζών­των πα­τέ­ρων πού τόν γνώ­ρι­σαν ἐ­κείνη τήν ἐ­ποχή, ὁ ὅσιος Πα­ΐ­σιος -λα­ϊ­κός τότε, Ἀρ­σέ­νιος ὀ­νό­ματι- ἦλθε στά Καυ­σο­κα­λύ­βια, τό πιθανότερο, τό κα­λο­καίρι τοῦ 1953 καί ἔ­μεινε λί­γους μῆ­νες ὡς δό­κι­μος στήν Κα­λύβη τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς τοῦ Σω­τῆ­ρος, ὑ­πο­τασ­σό­με­νος στό γέ­ροντα Κο­σμᾶ πού εἶχε ὑ­πο­τα­κτικό τόν μο­ναχό Δη­μή­τριο. Οἱ πα­τέ­ρες τῆς Σκή­της μά­λι­στα τόν θυ­μοῦν­ται νά σκα­λί­ζει μέ ἐ­πι­μέ­λεια τό μι­κρό πε­ρι­βόλι τῆς Κα­λύ­βης. Τε­λικά ὅ­μως ὁ Ἀρ­σέ­νιος ἀ­να­χώ­ρησε ἀπό τή Σκήτη.

   Ὅ­πως ὁ ἴδιος ἐμ­πι­στεύ­τηκε στόν ἀρ­χά­ριο τότε μο­ναχό Παῦλο, σημερινό Γέροντα τῆς γει­το­νι­κῆς Κα­λύ­βης τῆς Ἁ­γίας Ἄν­νης, ἀλλά καί ἀργότερα, στίς μοναχές τοῦ ἡσυχαστηρίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Σουρωτῆς, στό ὁποῖο, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀναπαύεται τό ἱερό του σκήνωμά, αἰτία γιά τήν ἀναχώρησή του αὐτή ἀπό τά Καυσοκαλύβια ἦταν τό γεγονός ὅτι οἱ Γε­ρον­τᾶ­δες ἦ­ταν "ζη­λω­τές" καί μά­λι­στα ἀπό δι­α­φο­ρε­τι­κές με­ταξύ τους πα­ρα­τά­ξεις καί ὡς ἐκ τού­του δέν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τό Κυ­ρι­ακό. Κι αὐτό ἦ­ταν κάτι πού πολύ τόν στε­νο­χω­ροῦσε.
  Δι­η­γεῖ­ται ὁ ὅσιος Πα­ΐ­σιος:
  «Κά­ποτε, ἕ­νας μο­να­χός ἀπό τή Σκήτη τῶν Καυ­σο­κα­λυ­βίων εἶχε πο­λε­μη­θεῖ ἀπό τόν πο­νηρό, ἀπό τά δε­ξιά, μέ τόν λο­γι­σμό ὅτι δέν κά­νει τί­ποτε, ἐνῶ στόν κό­σμο θά ἔ­κανε κα­λω­σύ­νες στούς συ­ναν­θρώ­πους του κ.λ.π. Τοῦ ἔ­φερνε δέ καί λο­γι­σμούς ὅτι ἡ μο­να­χική πο­λι­τεία εἶ­ναι κάτι τό δευ­τε­ρεῦον κ.ἄ.
  Βλέ­πον­τας τήν πο­νη­ρία τοῦ μι­σό­κα­λου ὁ κα­λός Θεός καί τόν με­γάλο κίν­δυνο πού δι­έ­τρεχε ὁ ἀ­δελ­φός, οἰ­κο­νό­μησε νά δεῖ μιά θαυ­μα­στή ὀ­πτα­σία ἐν ἐ­γρη­γόρ­σει.
  Εἶδε λοι­πόν τόν ἑ­αυτό του πε­θα­μένο καί τούς δαί­μο­νες νά τόν πλη­σι­ά­ζουν καί νά τόν ὀ­νει­δί­ζουν, καί πιό πέρα, μιά πο­λι­τεία μέ πλῆ­θος ἀν­θρώ­πων. Ξα­φνικά, κα­τέ­φθασε ἕ­νας Ἄγ­γε­λος καί τοῦ λέει:
- Ἕ­νας τέ­λειος μο­να­χός ἀ­ξί­ζει πε­ρισ­σό­τερο ἀπό ὅλη αὐτή τήν πο­λι­τεία.
  Ὅ­ταν συ­νῆλθε ὁ μο­να­χός ἀπό τήν ὀ­πτα­σία, εἶπε στόν ἑ­αυτό του:
- Γιά δές, τί ἀ­ξι­ώ­νε­ται ἀπό τόν Θεό ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν γί­νει μο­να­χός!
   Ἔ­κτοτε εἶχε ἐ­πι­δο­θεῖ σέ με­γα­λύ­τερη ἄ­σκηση πνευ­μα­τική. Εἶχε γρά­ψει δέ καί τά λό­για τοῦ ἀγ­γέ­λου στό κελλί του, γιά νά τά βλέ­πει καί νά ἀ­γω­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τερο καί μέ προ­θυ­μία».
  Γιά τούς ὁ­σί­ους Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες Πα­τέ­ρες ἔ­λεγε πολύ χα­ρα­κτη­ρι­στικά ὁ ὅσιος  Πα­ΐ­σιος:
 «Ἄν­θρω­ποι σάν κι ἐ­μᾶς ἦ­ταν οἱ Ἀ­θω­νῖ­τες Ἅ­γιοι. Βουνό ἄ­γριο ἦ­ταν καί ὁ Ἄ­θω­νας, ὅ­πως καί τ’ ἄλλα τά βουνά. Ἀλλά γιά νά ἀ­γω­νι­στοῦν φι­λό­τιμα οἱ Πα­τέ­ρες μας, ἁ­γί­α­σαν καί αὐ­τοί, ἁ­γί­α­σαν καί τό ὄ­ρος καί ὀ­νο­μά­σθηκε Ἅ­γιον Ὄ­ρος, καί ἐ­μεῖς τώρα κα­μα­ρώ­νουμε ὡς Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες». 
   Ἀ­νά­μεσα σέ ἄλλα, ὁ ὅσιος Πα­ΐ­σιος ἔ­γραψε τό 1986 καί τό Βίο τοῦ ὁ­σίου γέ­ρον­τος Χατζη-Γε­ώργη, πού ἀ­σκή­θηκε στή γει­το­νική Κα­λύβη τοῦ Ἁ­γίου Γε­ωρ­γίου, μέ ἀ­φορμή τήν ἐ­πέ­τειο
 ἑ­κατό χρό­νων ἀπό τήν κοί­μησή του.            
   Ἀναπολῶντας κατά καιρούς τή σεβάσμια μορφή τοῦ ὁσίου Παϊσίου καθώς καί τίς φωτισμένες νουθεσίες καί διδαχές του, πού πάντα στάλαζαν σάν βάλσαμο στίς ψυχές ὅλων ὅσοι, λίγο ὡς πολύ, εἴχαμε τήν εὐλογία νά τόν συναντήσουμε, μοῦ ἔμενε ἡ αἴσθηση ὅτι ὅλα ὅσα ὑπέφερε καρτερικά στήν ἀσκητική του ζωή: στερήσεις, κακουχίες, πειρασμούς, κοπιώδεις μετακινήσεις, ἐνοχλήσεις καί κόπωση ἀπό τούς ἀναρίθμητους προσκυνητές καί τέλος, ὀδυνηρές ἀσθένειες, τά ὑπέμενε ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό καί γιά τόν ἄνθρωπο.
   Καί στίς μονές πού διακόνησε, ἐντός καί ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, καί ὅταν ζοῦσε μόνος του στήν ἡσυχία, ἡ ζωή του ἦταν ἕνα ξεχύλισμα ἀγάπης. Μιᾶς ἀγάπης, πού ἐπειδή ἦταν εἰλικρινής καί ἀπαύγασμα τῆς θεοειδοῦς του ψυχῆς, ξεκούραζε ὅλους ὅσοι τή γεύονταν. Ἀκόμη καί στήν περίοδο πρίν ἀπό τήν ὁσιακή του κοίμηση, ἄν καί ἐξ αἰτίας τῆς ἐπάρατης νόσου εἶχε ὀδυνηρότατους πόνους, ἐκεῖνος θυσιάζοντας τόν ἑαυτό του γιά τούς ἀδελφούς του, διακονοῦσε μέ αὐταπάρνηση καί αὐτοθυσία ὅσους προσέτρεχαν σ' αὐτόν γιά νά βοηθηθοῦν.


   Μά κι ἀπό τήν πλούσια διδασκαλία του, πού ἀναφέρεται διεξοδικά σέ ὅλα τά θέματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί πού πραγματικά μᾶς ‘’ἀφυπνίζει πνευματικά’’, βλέπουμε τόν Ὅσιο νά μιλάει μέ ‘’πόνο καί ἀγάπη’’ γιά ὅλους μας.
    Ἀπό τό πάνθεον τῶν ἀρετῶν, ἡ ἀγάπη -ξεχωριστά ἀνάμεσα στίς ἄλλες- φαίνεται νά διαπνέει τή σύνολη ζωή καί διδασκαλία τοῦ ὁσίου  Παϊσίου.
     Ἔχουν περάσει ἤδη ἀρκετά χρόνια ἀπό τή μακαρία καί ὁσιακή κοίμηση τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Ὅμως οὔτε αὐτά κατάφεραν οὔτε ὅσα ὁ Θεός θά ἐπιτρέψει νά ζήσει ἀκόμη αὐτός ὁ κόσμος θά καταφέρουν νά σβήσουν τήν χαριτωμένη μορφή του ἀπό τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων πού ἀγάπησε μέσα ἀπό τήν πολλή του μανική ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν μιά διακονία ἀγάπης. Μιᾶς ἀγάπης χωρίς σύνορα ! Γι αὐτό καί ὅσο ὁ ἥλιος θά ἀνατέλλει στή γῆ, δέν θά πάψει νά μᾶς ἐμπνέει καί νά διδάσκει πῶς ν' ἀγαποῦμε πραγματικά:
«Ἐκεῖνοι πού ἀγαποῦν ἀληθινά καί ἀγωνίζονται σωστά, ἀνέχονται μέ ἀγάπη, θυσιάζονται, στεροῦνται καί ἀναπαύουν τόν πλησίον τους, πού εἶναι ὁ Χριστός».
   Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή του καί τίς πρεσβεῖες του!