Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΛΟΓΙΟΣΥΝΗ



Τηλεοπτική συνέντευξη του γέροντος Πατάπιου Καυσοκαλυβίτη, στην εκπομπή "ΣΤΗ ΓΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" και στο δημοσιογράφο Στέλιο Λουκά της TV100 της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του Συνεδρίου: ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΙΟΣΥΝΗ
H εκπομπή μεταδόθηκε στις 22/12/2013


Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

13 Ιανουαρίου: Μνήμη Αγίου Μάξιμου Καυσοκαλύβη (+1365)

 'Αγιος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης, έργο του Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Καλύβη Αγίου Ακακίου, Σκήτης Καυσοκαλυβίων


Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ διά Χριστόν σαλός, ὁ Νέος Προφήτης, ὁ ὑπόπτερος, ὁ θαυματουργός, ἡ Ἡσυχαστής, ὁ Νηπτικός Πατήρ, ὁ Ἅγιος. Ἀρκετές εἶναι οἱ προσωνυμίες πού ἡ παράδοση τῆς Ἑκκλησίας μας ἀπέδωσε στόν Ἅγ. Μάξιμο, τήν πολυεδρική αὐτή ὁσιακή προσωπικότητα, πού συνδύαζε τήν ὑπακοή καί τήν τέλεια ταπείνωση τῶν ἀληθινῶν δούλων τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐκκεντρικότητα τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ· τήν ἰδιότητα τοῦ θεραπευτῆ μέ τό διορατικό χάρισμα τοῦ προφήτη καί τόν φωτισμό ἑνός μυστικοῦ θεολόγου· τήν ἐνεργό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον μέ τόν θεωρητικό ἀναχωρητισμό, πού προϋποθέτει τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν κόσμο.
Ὁ Ἅγ. Μάξιμος θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ "διαπρεπέστερη ἁγιορειτική ἀσκητική μορφή καθ' ὅλους τούς αἰῶνες" . Στά στενά πλαίσια τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, θά προσπαθήσουμε νά σκιαγραφήσουμε μέ μικρές πινελιές τό συναξάρι τοῦ Ἁγίου. Ἡ χειρόγραφη παράδοση μᾶς ἀποκαλύπτει τήν φιλοσοφικώτατη καί χαριτόβρυτη μορφή του, μέσω τεσσάρων βιογράφων του: τοῦ Ἁγ. Νήφωνος τοῦ Καυσοκαλυβίτου, μαθητοῦ καί ὑμνογράφου αὐτοῦ, τοῦ Ἁγ. Θεοφάνους Περιθεωρίου τοῦ Βατοπεδινοῦ , τοῦ ἱερομ. Ἰωαννικίου τοῦ Κόχυλα καί τοῦ ἱερομ. Μακαρίου τοῦ Μακρῆ.
Ὁ Μικρασιάτης αὐτός Ἅγιος, γεννήθηκε στή Λάμψακο τοῦ Ἑλλησπόντου καί ἔλαβε τό ὄνομα Μανουήλ κατά τό ἅγιο βάπτισμα. Ὅταν ἦλθε σέ ἱκανή ἡλικία, οἱ γονεῖς του τόν ἀφιέρωσαν στό Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τό τάμα τους στό Θεό, μιά πού ἦσαν πρίν γιά χρόνια ἄτεκνοι. Παραμένοντας στό ναό, πρόκοπτε σέ ὅλα τά πνευματικά καί φυσικά χαρίσματα. Πολύ συχνά ἐπισκεπτόταν Ὁσίους Γέροντες πού ἡσύχαζαν ἐκεῖ κοντά, γιά νά ἀκούει τίς ψυχωφελεῖς νουθεσίες τους. Τότε ὁ θεῖος ἔρωτας ἄναψε στή καρδιά του καί στά δεκαεπτά του χρόνια, ἄφησε γονεῖς καί πατρίδα περνώντας στό Ὄρος Γάνου ὅπου φόρεσε τό μέγα σχῆμα μετονομασθείς Μάξιμος . Μετα τήν κοίμηση τοῦ γέροντά του Μάρκου, ἀνεχώρησε γιά τό Παπίκιον , ὅπου βρῆκε ὁσίους ἄνδρες, ὅμοιους μέ τούς παλαιούς, μέ τούς ὁποίους συναναστρεφόμενος, ἀνέλαβε στόν ἑαυτό του ὅλες τίς ὑπέρ ἄνθρωπον ἀρετές τους, "καθώς δέχεται τό κερί τούς χαρακτῆρες τῆς βούλλας". Ἔπειτα πῆγε στή Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπισκέφθηκε ὅλα τά προσκυνήματα καί τούς ναούς της, καταλήγοντας στό Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου παρέμεινε στό προαύλιό της μέ πεῖνα καί ἄσκηση, ἀγρυπνώντας ὅλη τή νύχτα καί συμπεριφερόμενος ὡς διά Χριστόν σαλός. Ἐπισκεπτόταν ὅμως καί τόν Πατριάρχη Ἅγ. Ἀθανάσιο , γιά νά ἀκούει τούς σοφούς λόγους του. Ὀ Πατριάρχης βλέποντας τήν ἀρετή του, προσπάθησε νά τόν πείσει νά κοινοβιάσει σέ μία ἀπό τίς Μονές τῆς Πόλης. Δέν τά κατάφερε ὅμως, μιά πού ὁ Ὅσιος προτίμησε τήν ἄσκησή του στό παραπάνω ναό.
Μετά ἀπό καιρό ἀνεχώρησε γιά τό Ἅγ. Ὄρος, ὅπου περιδιάβασε ὅλα τά μοναστήρια, καταλήγοντας στή Λαύρα τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ἐκεῖ, διαβάζοντας τόν βίο καί τούς ἀγώνες τοῦ Ἁγίου, ὁμοίως καί τοῦ Ἁγ. Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, ἐθαύμαζε τοῦ μέν Πέτρου τήν ἡσυχία, τοῦ δέ Ἀθανασίου τήν κοινοβιακή ζωή. Συλλογιζόμενος τήν προθυμία καί τήν ἐπιμέλεια πού εἶχαν καί οἱ δύο στό νά φυλάξουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἐπόθησε νά μείνει στόν τόπο ἐκεῖνο καί νά μιμηθεῖ καί τῶν δύο τή ζωή. Ἔμεινε λοιπόν στή Λαύρα, ἔχοντας τό διακόνημα νά ψάλλει στό Καθολικό, καθώς ὅταν ἦταν νέος ἔμαθε τήν μουσική. Ψάλλοντας συνετά καί μέ γνώση τῶν λεγομένων, ὕψωνε τό νοῦ του στόν ὑμνούμενο Θεό, χύνοντας δάκρυα κατανύξεως ὁ μακάριος. Ζοῦσε ὅμως μέ τήν ἴδια σκληραγωγία ὅπως τότε στό ναό τῶν Βαχερνῶν, καθώς οὔτε κελλίον εἶχε δικό του, ἔπαιρνε μόνο τήν ἀναγκαία τροφή ἀπό τήν τράπεζα καί ἀναπαυόταν στά στασίδια τοῦ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας.
Μετά ἀπό θεία ἐμφάνεια τῆς Θεοτόκου βρεφοκρατούσας, ὁ πιστός δούλος της, ἀποφάσισε νά ἀκολουθήσει τήν προτροπή της καί μιά μέρα, Σάββατο τῆς Πεντηκοστῆς, ἀνέβηκε στή κορυφή τοῦ Ἄθω, ὅπου ἔμεινε τρία μερόνυχτα προσευχόμενος ἀδιαλείπτως, δεχόμενος συνάμα φοβερούς πειρασμούς ἀπό τόν ἐχθρό. Ὅμως ὅλα αὐτά διαλύθηκαν, ὅταν ἐμφανίστηκε σ' αὐτόν ἡ Θεοτόκος μετά δόξης πολλῆς, περικυκλούμενη ἀπό πλῆθος φωτεινές μορφές, κρατοῦσα πάλι στά χέρια της τόν Υἱό της καί δημιουργό τῆς Κτίσεως καί ἐκπέμποντα ἄρρητη εὐωδία. Ἀφοῦ προσκύνησε ὁ Ἅγιος, ἄκουσε ἀπό τήν Παναγία τά παρακάτω: "Λάβε τήν χάριν κατά τῶν δαιμόνων, ὁ σεπτός ἀθλοφόρος καί κατοίκησε στούς πρόποδες τῆς κορυφῆς ττοῦ Ἄθω· διότι τοῦτο εἶναι τό θέλημα τοῦ Υἱοῦ μου, γιά ν' ἀνέβεις σέ ὕψος ἀρετῆς καί να γίνεις διδάσκαλος καί ὁδηγός σέ πολλούς καί νά τούς σώσεις". Μετά τοῦ δόθηκε οὐράνιος ἄρτος γιά τροφή. Καί με τή λήψη αὐτῆς, τόν μέν Ὅσιο περικύκλωσε θεῖο φῶς, ἡ δέ Θεοτόκος ἀνέβηκε στά οὐράνια, ἀφήνοντας στόν τόπο ἄρρητη εὐωδία καί ὑπερκόσμια λάμψη. Ὑπακούοντας τότε στή προσταγή τῆς Παναγίας, ὁ Ἅγιος κατέβηκε πρός τό Καρμήλιο , ὅπου βρίσκοντας ἕνα γέροντα, τοῦ διηγήθηκε τάς τῆς θείας ἐμφάνειας. Ἐκεῖνος ὅμως, θεώρησε αὐτά πλάνες. Ἔτσι τοῦ βγῆκε ἡ φήμη ὅτι εἶναι πλανεμένος καί περιφρονεῖτο ἀπό ὅλους. Ὅμως ὁ ἀπλανής ἐκεῖνος φωστήρας, δέχτηκε μέ χαρά τό νά τόν ὀνομάζουν πλανεμένο. Ὑποκρινόταν δέ πάντοτε ὅτι ἤταν πλανεμένος καί παρίστανε τόν διά Χριστόν σαλό, καλλιεργώντας ἔτσι τήν θεοειδή ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης. Γι αὐτό καί δέν κατοίκησε σ' ἕνα τόπο σταθερά, ἀλλά σάν πλανεμένος μετατοπιζόταν συνεχῶς, ζώντας σέ σπήλαια ἤ κτίζοντας ὅπου πήγαινε μικρή καλύβα ἀπό ξύλα καί χόρτα, τήν ὁποία ἔκαιγε μετά ἀπό λίγο, πηγαίνοντας σέ ἄλλο μέρος καί φτιάχνοντας ἄλλη. Γι αὐτό καί τόν ἔλεγαν "καυσοκαλύβη" , καθώς σέ κανένα δέν εἶχε γίνει ἀντιληπτή ἡ μεγἀλη του ἀρετή. Ζοῦσε συνάμα μέ ὑπερβολική ἀκτημοσύνη. Κανείς δέν μπορεῖ νά παραστήσει τήν πείνα καί τήν δίψα πού ὑπέμενε, μαζί μέ τούς παγετούς τοῦ χειμώνα καί τά καύματα τοῦ θέρους, χωρίς δεύτερο ἔνδυμα, ἀνυπόδητος, χωρίς νά ἔχει ἀπό κάποιον καμμία ὑπόληψη. Μέ τόν καιρό ὅμως, κάποιοι ἀπό τούς ἁγίους γέροντες πού τόν συναναστράφηκαν, γνώρισαν τήν θεία χάρη πού κατοικοῦσε σ' αὐτόν καί δέν τόν ἔλεγαν πλέον πλανεμένο, ἀλλά τίμιο Μάξιμο καί φωστῆρα ὑπέρλαμπρο.
Κορυφαία στιγμή στό βίο τοῦ Ἁγ. Μαξίμου ἀποτελεῖ ὁ πολύ διαφωτιστικός διάλογός του μέ τόν Ἅγ. Γρηγόριο τό Σιναΐτη, τόν διαπρεπῆ αὐτόν διδάσκαλο τῆς νοερᾶς προσευχῆς τοῦ ΙΔ' αἰ.. ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε πολλούς Ὁσίους καί νηπτικούς ἄνδρες, ἀπό τό Ὄρος Σινᾶ μέχρι καί τήν Κρήτη καί ὁ ὁποῖος φθάνοντας γιά πρώτη φορά στό Ἅγ.Ὄρος, δέν βρῆκε- ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολόγησε στούς μαθητές του-παρά 3 ἤ 4 μοναχούς νά ἀσκοῦνται στή νοερά προσευχή, ἀνάμεσα στούς ὁποίους ἦταν καί ὁ Ἅγ. Μάξιμος. Ἀφοῦ ἐγκαταστάθηκε στή σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ , ἔγινε ποθητός σ'ὅλους τούς Πατέρες τοῦ Ὄρους καί ἰδιαίτερα στούς ἡσυχαστές, πού ἔτρεχαν σ'αὐτόν νά διδαχθοῦν τά μυστήρια τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἀκούγοντας ὁ Ἅγ. Γρηγόριος νά διηγοῦνται γιά τήν ὑπεράνθρωπη βιοτή καί τήν πλαστή μωρία τοῦ Ἁγ.Μαξίμου, θαύμασε καί ἔστειλε τούς μαθητές του νά προσκαλέσουν τόν Ὅσιο νά τόν ἐπισκεφθεῖ. Κατά θαυμάσιο τρόπο, ἐκεῖνος τούς ὑποδέχτηκε, χαιρετώντας καθένα μέ τό ὄνομά του, προλέγοντας καί τήν ἐπιθυμία τοῦ διδασκάλου τους. Ἀμέσως δέ, ἀναχώρησαν γιά τό κελλίον τοῦ Γρηγορίου. Ἐκεῖ οἱ δύο Ἅγιοι εἶχαν ἕναν διάλογο πού ἀποτελεῖ τήν διαφανέστερη ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας περί νήψεως καί ἐκστάσεως τοῦ νοῦ, καί περιγράφει τήν κατάστασή του ὅταν ἐλλάμπεται ἀπό τό θεῖο φῶς κατά τήν προσευχή. Διακρίνει δέ μέ σαφήνεια καί προσοχή τά σημεῖα τῆς χάριτος ἀπό αὐτά τῆς πλάνης. Στό τέλος, ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἔπεισε τόν Ἅγ. Μάξιμο νά παύσει πλέον νά καίει καλύβες καί νά μείνει σταθερά σ' ἕνα τόπο γιά νά ὠφελήσει καί ἄλλους πολλούς, σάν ἐμπειροτατος στήν ἀρετή.
Τότε ὁ Ὅσιος βρῆκε ἕνα σπήλαιο κοντά στοῦ κυρ Ἠσαΐα στό ὁποῖο διαμόρφωσε ἕνα ἀσκηταριό. Τότε ἔλαμψε ὅχι μόνο ἡ ἀρετή του- μιά πού ἐρχόντουσαν ἀπό ὅλα τά μέρη τοῦ Ὄρους μοναχοί γιά νά τόν συμβουλευτοῦν- μά καί ἡ ἁγιότητά του, μιά πού πλῆθος εἶναι τά θαύματα πού ἐπιτέλεσε. Τέλος, προλέγοντας τό τέλος του, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ σέ ἡλικία 95 ἐτῶν, τήν 13η Ἰανουαρίου . Προηγουμένως εἶχε δώσει ἐντολή στούς ἐνταφιαστές του νά μή μεταθέσουν σέ ἄλλο τόπο τό λείψανό του, ἀλλά νά τό ἀφήσουν κρυμμένο στό τάφο γιά νά μή δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους .
Τό γεγονός ὅτι λίγο μετά τήν ὁσιακή κοίμηση τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη καί σέ διάστημα λίγων δεκαετιῶν (τέλη 14ου-ἀρχές 15ου αἰ.), γράφηκαν πρός τιμήν του τέσσερις Βίοι (ὑπό τῶν ἱερομονάχων Νήφωνος, Θεοφάνους Περιθεωρίου, Μακαρίου Μακρῆ καί Ἰωαννικίου Κόχιλα), οἱ ὁποῖοι σέ μεταγενέστερες ἐποχές παρουσιάστηκαν σέ ἁπλούστερη δημώδη γλώσσα μέ τή βοήθεια τεσσάρων παραφράσεων (ὑπό Διονύσιου Ρήτορος, Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἰακώβου Νεασκητιώτου καί ἑνός ἑτέρου ἀγνώστου) -ὅλα τους κείμενα ἀθωνικῆς προέλευσης- ἀποδεικνύει τήν μεγάλη ἀπήχηση πού εἶχε στόν ἁγιορειτικό κόσμο ἡ ἱερή μορφή τοῦ ὁσίου Μαξίμου. Ἐδῶ θά πρέπει νά τονιστεῖ ὅτι οἱ Βίοι τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη, ἐκτός ἀπό ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἁγιολογικά κείμενα, ἀποτελοῦν ταυτόχρονα καί σημαντικές πηγές τόσο γιά τά θεολογικά ζητήματα τῆς ἐποχῆς (αἵρεση Μασσαλιανῶν, Ἀκινδύνου) ὅσο γιά ἱστορικά γεγονότα, πρόσωπα καί τοπωνύμια πού ἔχουν μεγάλη σημασία γιά τήν ἱστορία πού ἀφορᾶ εἰδικότερα στόν ὑστεροβυζαντινό Ἄθω καί γενικότερα τό Βυζάντιο κατά τήν ἐξεταζόμενη περίοδο. Ὁρισμένες μάλιστα ἀπό τίς πληροφορίες πού μᾶς δίνουν οἱ Βίοι, θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὅτι ἔχουν τόν χαρακτῆρα τῆς μοναδικότητας.
Παράλληλα, γιά τίς λειτουργικές ἀνάγκες ὅσων ἐπιθυμοῦσαν νά προστρέξουν στίς πρεσβεῖες του καί νά ἔχουν μία ἐναργέστερη σχέση μαζί του, συντέθηκαν τρεῖς Ἀκολουθίες, Παρακλητικοί Κανόνες, Χαιρετιστήριοι Οἶκοι καί πλῆθος ἄλλων ὑμνογραφημάτων (κυρίως ἀπό τούς Νήφωνα Ἀθωνίτη, Ἱερεμία Πατητᾶ, Ἰάκωβο Νεασκητιώτη, Νήφωνα Ἰβηροσκητιώτη, Ἱλαρίωνα Ξενοφωντινό καί Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη), ἐνῶ παράλληλα, οἱ πολυάριθμες ἀπεικονίσεις του στούς ἀθωνικούς ναούς ἐπέτειναν τήν παρουσία του στίς ψυχές τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν πού ἔβλεπαν σ’ αὐτόν ἕνα ἀσφαλές πρότυπο πρός μίμηση γιά τή σωστή βίωση τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν καί τήν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας τους.

Ἀκόμη καί κατά τούς ἔσχατους αὐτούς καιρούς πού ζοῦμε, ὅπου τά πάντα ἀμφισβητοῦνται καί ἀναθεωροῦνται καί πού ἴσως κανείς πιά δέν πολιτεύεται ὅπως ὁ Ἅγ. Μάξιμος, αὐτός ἐπιμένει νά προτείνει τή δική του χαρισματική "ὑπέρβαση" σάν διέξοδο ἀπό τά σημερινά "ἀδιέξοδα". Ἡ ἐνθύμηση καί μόνο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀγωνιστοῦ εἶναι γιά μᾶς πηγή ἔμπνευσης καί ἐλπίδας ὅτι μέ τή τιμή καί προσευχή μας πρός αὐτόν, θά ἐλκύσουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μας.

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ἀπολυτίκιον
Ἦχ. πλ. Α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Μητρικῆς ἐκ νηδύος ὅσιε Μάξιμε, ἐκλογῆς ὡς δοχεῖον ἀνατεθείς τῷ Θεῷ, τοῦ θείου γνόφου ὡς Μωσῆς κατηξίωσαι, καί τά πόῤῥῳ προορᾶν, κατά τόν μέγαν Σαμουήλ, τοῦ Ἄθω τό θεῖον θαῦμα, τῆς Θεοτόκου ὁ λάτρης ᾗ καί πρεσβεύεις ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Ἀπό τήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου ἔχει ἐκδοθεῖ ἡ Ἱερά Ἀσματική καί Πανηγυρική Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Μαξίμου, ἐνῶ πρόσφατα, ἀπό τίς ἐκδόσεις ΜΥΓΔΟΝΙΑ ἔχει ἐκδοθεῖ τό βιβλίο:
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, Ὁσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Ἁγιολογία-Ὑμνογραφία-Τέχνη. Συμβολή στή μελέτη τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ κατά τόν 14ο αἰώνα, Θεσσαλονίκη 2010,σελίδες 550, ὅπου συγκεφαλαιώνεται ἡ περί τοῦ ὁσίου Μαξίμου βιβλιογραφία.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ



Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Ὁ Ἰωάννης Φουντούλης καί οἱ πνευματικές ὁδοιπορίες του στό Ἅγιον Ὄρος, μέσα ἀπό τήν ἀνέκδοτη ἐπιστολογραφία του μέ τούς Καυσοκαλυβίτες Ἰωασαφαίους (1966-1986)

ὑπό Παταπίου μοναχοῦ καί Νείλου μοναχοῦ τῶν Καυσοκαλυβιτῶν


Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Παναγιώτης Αρ. Υφαντής
Επ. Καθηγητής Τμ. Θεολογίας Α.Π.Θ.


Νεομαρτυρες της Θεσσαλονικης
Τυπολογία και θεολογικοί χειρισμοί

Εισήγηση στο ΚΕ΄ Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο Χριστιανική Θεσσαλονίκη με θέμα «Χριστιανικές κοινότητες της Θεσσαλονίκης κατά την Οθωμανική περίοδο», που διοργανώθηκε από Επιστημονική Επιτροπή Καθηγητών του Α.Π.Θ., προεδρεύοντος του μητροπ. Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμονος Ροδοπούλου (Θεσσαλονίκη, Ιερά Μονή Βλατάδων, 15-17.12.2011).


1. Θεσσαλονίκη, η «καλλίτεκνος μήτηρ»
Καθ’ όλη την αδιατάρακτη, χριστιανική της συνέχεια και διάρκεια η Θεσσαλονίκη, ως «καλλίτεκνος μήτηρ», δεν έπαψε να γεννά ή να αναδεικνύει αγίους και αγίες, που εμπλούτισαν το εορτολόγιο και βάθυναν τη συλλογική μνήμη της τοπικής αλλά και ευρύτερης ορθόδοξης πιστεύουσας κοινότητας. Πράγματι, η ιστορία της χριστιανικής Θεσσαλονίκης διαθέτει όλα σχεδόν τα κυρίαρχα ανθρωπολογικά μοντέλα που, ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε εποχής μνημείωσαν σε επώνυμα, ανάγλυφα και προσκυνητά παραδείγματα τον αγώνα της εν Χριστώ τελείωσης.
 Μεγάλες μορφές του Χριστιανισμού έχουν συνδέσει το όνομά τους με τους πνευματικούς βηματισμούς της Θεσσαλονίκης στους ιδιωτικούς και δημόσιους δρόμους της πορείας προς την αγιότητα. Οι απόστολοι, οι γενναίοι μάρτυρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων, οι όσιοι, οι φωτισμένοι και φωτιστές ιεραπόστολοι και οι πνευματοφόροι επίσκοποι σχηματίζουν μια νοητή αλυσίδα αγιότητας, άρρηκτα συνδεδεμένης με την χριστιανική παράδοση του τόπου. Τον τελευταίο χρονολογικά αλλά όχι και ποιοτικά κρίκο σε αυτή την νοητή αλυσίδα συνθέτει η αγιότητα των νεομαρτύρων, δηλαδή εκείνων των χριστιανών που έδωσαν τη ζωή τους για την πίστη κυρίως κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.
Όπως υποδηλώνεται στον υπότιτλό της, η παρούσα αναφορά μας στους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης διαρθρώνεται σε δύο κυρίως σκέλη. Το πρώτο αφορά τη χαρτογράφηση του φαινομένου σύμφωνα με τις στατιστικές και τυπολογικές κατηγοριοποιήσεις που μας επιτρέπουν οι διαθέσιμες πηγές. Το δεύτερο σκέλος αφορά στις θεολογικές, ποιμαντικές και εκκλησιολογικές διαστάσεις του παραδείγματος των νεομαρτύρων, δηλαδή τους ποικίλους και πολυσήμαντους θεολογικούς χειρισμούς του φαινομένου.

2. Ποσοτικές και ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις
2.1. Με τη γλώσσα των αριθμών
Ο ακριβής αριθμός των Νεομαρτύρων είναι άγνωστος –χώρια που η συνεχιζόμενη αναδίφηση των μοναστηριακών κυρίως αρχείων φέρνει διαρκώς στο φως νέα στοιχεία και ονόματα. Οι τεκμηριωμένοι επώνυμοι νεομάρτυρες, με βάση τους πιο πρόσφατους καταλόγους, ανέρχονται στους εκατόν εβδομήντα[1]. Από αυτούς 28 νεομάρτυρες συνδέονται άμεσα με τη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για μάρτυρες που είτε γεννήθηκαν, είτε ανδρώθηκαν πνευματικά στην Θεσσαλονίκη, είτε πότισαν με το αίμα τους το έδαφός της, ώστε να καταλάβουν δικαίως μια περίοπτη θέση στη συλλογική συνείδηση και στο αγιολόγιο της τοπικής Εκκλησίας[2].
Μια ακόμη ενδιαφέρουσα πληροφορία μας προσφέρει η αναλογία ανδρών και γυναικών των νεομαρτύρων. Μπορεί οι γυναίκες νεομάρτυρες που τιμώνται στη Θεσσαλονίκη να είναι πολύ λιγότερες σε σχέση με τους άνδρες συναγωνιστές τους, όμως το ποσοστό τους επί του συνόλου των γυναικών νεομαρτύρων της Τουρκοκρατίας είναι εντυπωσιακό, εφόσον αγγίζει το ένα τρίτο[3]. Μάλιστα, αν συνυπολογίσει κανείς και τις περίπου εξήντα Ναουσαίες, συζύγους οπλαρχηγών και προεστών της πόλης, που μετά την αποτυχημένη έξοδο του 1822 μεταφέρθηκαν από τον Εμπού Λουμπούτ πασά στη Θεσσαλονίκη, για να μαρτυρήσουν αφού υποστούν φρικτά βασανιστήρια, οι αναλογίες όχι μόνο μεταξύ ανδρών και γυναικών αλλά και του συνόλου των τιμωμένων νεομαρτύρων αλλάζει δραστικά.
Ολοκληρώνοντας τις ποσοτικές κατηγοριοποιήσεις, από τις είκοσι οκτώ επώνυμες περιπτώσεις νεομαρτύρων που σχετίζονται με τη Θεσσαλονίκη δύο ήταν επίσκοποι, δέκα ήταν οσιομάρτυρες–μεταξύ των οποίων και ένας ιερομάρτυς, και δεκαέξι ήταν λαϊκοί, διαφόρων ηλικιών, άγαμοι και έγγαμοι. Με βάση τα παραπάνω, μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως οι νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης συνθέτουν ένα περιεκτικό και αντιπροσωπευτικό δείγμα του φαινομένου του νέου μαρτυρίου στο σύνολό του.
             
2.2. Κίνητρα και μορφές μαρτυρίου
Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να κατηγοριοποιήσουμε τους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης με βάση τις επικρατούσες τυπολογικές αρχές ανάλογα με τα κίνητρα, την πολιτισμική καταγωγή και τον τρόπο του μαρτυρίου[4]. 
Από τους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης, οι περισσότεροι ανήκουν στην ομάδα αυτών που ομολογούσαν δημόσια την πίστη τους στον Χριστό, συχνά αφότου είχαν κατηγορηθεί από τους κρατούντες πως τάχα χλεύασαν ή οικειοποιήθηκαν αυθαίρετα κάποια στοιχεία της μουσουλμανικής πίστης, και στη συνέχεια δικάστηκαν και προτίμησαν να πεθάνουν για τον Χριστό παρά να εξισλαμισθούν. Αρκετοί από αυτούς είτε είχαν εξωμοτήσει εκούσια είτε είχαν εξισλαμισθεί βίαια ή εικονικά και, μετά από μια περίοδο βαθιάς μεταμέλειας και πνευματικής προετοιμασίας, συνήθως υπό την επίβλεψη ενός έμπειρου πνευματικού, οδηγούνταν στη δημόσια ομολογία και στο μαρτύριο.
Πρώην εξωμότης ήταν ο νεομάρτυς Μάρκος, ένας έγγαμος λαϊκός, ο οποίος αφού εξισλαμίσθηκε εκούσια στη συνέχεια εξομολογήθηκε και ομολόγησε δημόσια την πίστη των πατέρων του στη Χίο στις 5 Ιουνίου του 1801. Η απάντηση που έδωσε στους κριτές του παραπέποντας στις αποκρίσεις των αρχαίων χριστιανών απέναντι στους εθνικούς δικαστές είναι ενδεικτική: «Εγώ ήμην χριστιανός, Μάρκος το όνομά μου· κατάγομαι από την Θεσσαλονίκην»[5]. Κατηγορούμενος πως τάχα βλασφήμησε τον Μωάμεθ, οδηγήθηκε ενώπιον των αρχών και μαρτύρησε ο επίσης λαϊκός Μιχαήλ ο εξ Αγράφων[6]. Με τη συκοφαντία πως είχε αλλαξοπιστήσει, επειδή συζητώντας με έναν μουσουλμάνο είχε προφέρει το πιστεύω του Ισλάμ, ο λαϊκός λόγιος Αθανάσιος ο Κουλακιώτης σύρθηκε ενώπιον του οθωμανού δικαστή, όπου ομολόγησε την πίστη του και απαγχονίστηκε σε ηλικία μόλις εικοσιπέντε ετών, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1774[7]. Στους λεγόμενους «εξ αρνησιχρίστων» νεομάρτυρες ανήκει και ο θεσσαλονικιός νεομάρτυς Αλέξανδρος, ο οποίος είχε αλλαξοπιστήσει εκούσια και μάλιστα είχε γίνει δερβίσης στη Σμύρνη. Αφού μεταμελήθηκε, αποφάσισε να ομολογήσει δημόσια την επιστροφή του στην Εκκλησία, πράγμα που του κόστισε τον  δι’ αποκεφαλισμού θάνατο, στις 24 Μαΐου 1794[8].
Αρκετές περιπτώσεις μαρτυρίου της ίδιας κατηγορίας συνδέονται αιτιακά με τη μόνιμη και συχνά εκβιαστική προσπάθεια των κρατούντων να εξισλαμίσουν τους χριστιανούς υπηκόους της αυτοκρατορίας, όπως ο νεομάρτυς Ιωάννης από τη Μονεμβασιά. Ο Τούρκος της Θεσσαλονίκης, στον οποίο είχε πουληθεί από τη μητέρα του ο Ιωάννης, προσπαθούσε μάταια να τον εξισλαμίσει, μέχρι που τον κατέσφαξε στις 21 Οκτωβρίου 1773[9]. Ανάλογη είναι και η περίπτωση του νεαρού Αναστασίου από τη Βουλγαρία, που εικοσαετής ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να μάθει την τέχνη του «τουφεξή» (οπλοποιού)[10]. Αρνούμενος πεισματικά τις πιέσεις κάποιων Οθωμανών να εξισλαμισθεί οδηγήθηκε στο μαρτύριο. Μια συγκινητική περίπτωση νεαρής νεομάρτυρος, που πιεζόταν να εξισλαμιστεί από τον ίδιο τον εξωμότη πατέρα της, ήταν η Ακυλίνα, που παραμένοντας σταθερή στην «ομολογία της πίστεώς» της υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια προτού ξεψυχήσει στις 27 Σεπτεμβρίου του 1764. Τρεις νεομάρτυρες οδηγήθηκαν στην δι’ απαγχονισμού εκτέλεση επειδή παρενέβησαν σε ισάριθμες απόπειρες εξισλαμισμού άλλων χριστιανών: ο λαϊκός Αργύριος ή Αργυρός από την Επανωμή, που μαρτύρησε στις 11 Μαΐου του 1806[11]· ο επίσης λαϊκός, μαθητευόμενος «αμπατζής» (ράφτης) Χριστόδουλος από την Κασσάνδρεια της Χαλκιδικής, που μαρτύρησε στις 28 Ιουλίου 1777[12] καθώς και ο αγιορείτης μοναχός Δαβίδ από το Αϊβαλί, που μαρτύρησε στις 26 Ιουνίου 1813[13].
Στην ίδια πάντοτε ομάδα νεομαρτύρων, εντοπίζουμε και ορισμένες περιπτώσεις αυτόκλητου μαρτυρίου, δηλαδή του μαρτυρίου που προκάλεσαν δίχως εξωτερική παρέμβαση οι ίδιοι οι χριστιανοί προκειμένου να λάβουν τον στέφανο του μαρτυρίου. Στις περιπτώσεις αυτές, οι επίδοξοι μάρτυρες παρουσιάζονταν αυτόκλητοι ενώπιον των οθωμανικών αρχών και διακήρυτταν την χριστιανική πίστη τους, συχνά πλαισιωμένη με υποτιμητικές κρίσεις ή ύβρεις εις βάρος της μουσουλμανικής.
Ανάμεσα στους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης, τέσσερις είναι εκείνοι που αναμφισβήτητα ανήκουν σε αυτό το τυπολογικό υποσύνολο: Ο μαθητής του αγίου Νήφωνος Κωνσταντινουπόλεως οσιομάρτυς Μακάριος, ο οποίος αφού κήρυξε δημόσια την χριστιανική πίστη, συνελήφθη, βασανίστηκε και τελικά αποκεφαλίσθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1527[14]· ο ιερομάρτυς Κυπριανός από τα Άγραφα, επίσης αγιορείτης ιερομόναχος, ο οποίος μετέβη αυτόκλητος στη Θεσσαλονίκη για να ομολογήσει την πίστη του ενώπιον των αλλόθρησκων κρατούντων, όμως αφού εκδιώχθηκε από την πόλη ως «παράφρων» και «τρελλός», κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εντέλει μαρτύρησε, «εις την θύραν της πατριαρχικής εκκλησίας[15]. Η ίδια δίψα για το μαρτύριο οδήγησε τον μοναχό Ρωμανό να εγκαταλείψει το Άγιον Όρος για τη Θεσσαλονίκη, όπου ομολόγησε δημόσια την πίστη του στον Χριστό μπροστά στον τοπικό κριτή, πράγμα που τον οδήγησε στην δι’ αποκεφαλισμού εκτέλεση[16].  Την ομάδα αυτή συμπληρώνει  και ο προαναφερθείς μοναχός Δαβίδ, εφόσον όπως μαρτυρούν οι πηγές, είχε εγκαταλείψει το Άγιον Όρος για τη Θεσσαλονίκη με τη δίψα να μαρτυρήσει, ανεξάρτητα από το αν, όπως είδαμε παραπάνω, η τελική αφορμή του μαρτυρίου του ήταν διαφορετική.
Μια άλλη τυπολογική ομάδα νεομαρτύρων συνθέτουν και εκείνοι που είτε είχαν πρωταγωνιστήσει σε μια αποτυχημένη πολιτική εξέγερση είτε απλώς κατηγορήθηκαν πως είχαν συμμετάσχει σ’ αυτήν και αναγκάζονταν από τις αρχές να διαλέξουν είτε τον εξισλαμισμό είτε τον θάνατο. Στη συγκεκριμένη κατηγορία συναριθμούνται αρκετοί οσιομάρτυρες και ιερομάρτυρες της Θεσσαλονίκης, όπως οι επίσκοποι Θεσσαλονίκης Ιωσήφ και Κίτρους Μελέτιος και οι οσιομάρτυρες Βενέδικτος, Τιμόθεος, Παύλος και Συνέσιος που θανατώθηκαν από τους Οθωμανούς στη Θεσσαλονίκη το 1821, τη χρονιά που ξέσπασε ο αγώνας της εθνεγερσίας[17]. Κοντά σε αυτές τις επώνυμες περιπτώσεις, αξίζει να αναφέρουμε και τους ρξδ΄ (164) νεομάρτυρες που θανατώθηκαν κατά την ίδια περίοδο, σύμφωνα με ένα υπόμνημα του Δοσιθέου Κωνσταμονίτου, ο οποίος στηρίχθηκε στη μαρτυρία του ομολογητή Γερμανού Σταυρονικητιανού. Οι νεομάρτυρες ήταν αθωνίτες μοναχοί που εγκαταβίωναν σε αγιορειτικά μετόχια της Θεσσαλονίκης και μαζί με άλλους ευσεβείς λαϊκούς συμπολίτες τους έγιναν στόχος της αντιχριστιανικής μανίας του Ρομπούτ πασά κατά την άφιξή του στην πόλη. Στο ίδιο υπόμνημα αναφέρεται και μια ομάδα ιστ΄ (16) μοναχών της Μεγίστης Λαύρας που μαρτύρησαν κατά την ίδια περίοδο[18].

3. Θεολογικοί χειρισμοί
3.1. Πνευματικά κατορθώματα και ποιμαντικές χρήσεις
Συνυφασμένοι με αυτή τα δραματικά γεγονότα της εποχής είναι και οι θεολογικοί χειρισμοί και οι ποιμαντικές απηχήσεις του φαινομένου των νεομαρτύρων. Κατ’ αρχάς οι νεομάρτυρες επικαιροποιούν, ανανεώνουν και ανακαινίζουν ολόκληρη την ορθόδοξη πίστη, αναβιώνοντας το  αγωνιστικό ήθος και τον εσχατολογικό ενθουσιασμό των αρχαίων μαρτύρων[19]. Μια εξαιρετικά σημαντική διάσταση του παραδείγματος των νεομαρτύρων είναι η ιεραποστολική. Τη διάσταση αυτή επαληθεύουν εκείνοι οι νεομαρτύρες της Θεσσαλονίκης που κήρυξαν με παρρησία την πίστη στον Χριστό, συχνά ελέγχοντας ή λοιδορώντας την πίστη του Ισλάμ ως ψευδή[20], εκείνοι που παρέμειναν αταλάντευτοι στην Ορθόδοξη πίστη αντιστεκόμενοι με σθένος στις πιέσεις που δέχονταν να εξισλαμισθούν και, βέβαια, εκείνοι που πάσχισαν να αποτρέψουν τον εξισλαμισμό κάποιων συγχρόνων τους ή να μεταπείσουν ήδη αποστάτες πρώην χριστιανούς.
Μια άλλη διάσταση που επενδύει θεολογικά το παράδειγμα των νεομαρτύρων είναι ο θρίαμβος της εκκλησιαστικής αλήθειας. Σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο, ο οποίος εν προκειμένω, απηχεί το ομολογιακό πνεύμα της εποχής του, οι νεομάρτυρες επιβεβαιώνουν την αλήθεια της Εκκλησίας απέναντι στους αλλοθρήσκους αλλά και στους αλλοδόξους. Συνεκδοχικά, οι νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης αποτελούν ζωντανές αποδείξεις της ομολογιακής ταυτότητας και της δογματικής τους ιδιοπροσωπίας, μ’ ένα λόγο της αλήθειας της Ορθόδοξης Εκκλησίας η οποία τους ανέθρεψε και στη συνέχεια καυχάται για τα δικά τους νικηφόρα παλαίσματα και ευεργετείται από αυτά. Ένα ανάγλυφο παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας αποτυπώνεται στο συναξάρι του νεομάρτυρος Χριστοδούλου. Οι σύγχρονοί του χριστιανοί, αφού χρημάτισαν τις τουρκικές αρχές για να εξασφαλίσουν το σκήνωμά του, στη συνέχεια «επήραν χάριν ευλαβείας και αγιασμού από το σχοινίον του Μάρτυρος, και από το υποκάμισόν του· και όταν αυτοί εγίνοντο ασθενείς, εκαπνίζοντο από αυτά και ιατρεύοντο· ομοίως και όταν άλλοι ησθένουν, τα έπαιρναν, και καπνιζόμενοι, ή σφραγιζόμενοι με αυτά, εγίνοντο υγιείς, εις δόξαν Θεού, του δοξάζοντος τους αυτόν αντιδοξάζοντος»[21].
Ένα ακόμη στοιχείο, που διαλέγεται ρωμαλέα με τις απαιτήσεις της εποχής είναι η αγόγγυστη καρτερία που αναδεικνύει τους νεομάρτυρες σε εκφραστές μια γνήσια βιβλικής παθητικής αντίστασης, καθώς υφίστανται τη βία δίχως να την ανταποδίδουν[22]. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας χριστιανικής καρτερίας παρουσιάζει το συναξάρι της νεομάρτυρος Κυράννας. Ήταν ακόμη ζεστό το βασανισμένο και άψυχο σώμα της νεαρής χριστιανής, όταν ένα ολόλαμπρο φως, πλημμύρισε το κελί του μαρτυρίου της και ολόκληρη τη φυλακή, πυροδοτώντας τον ενθουσιασμό των παριστάμενων χριστιανών που με παρρησία άρχισαν να φωνάζουν το «Κύριε ελέησον», ενώ οι οθωμανές συγκρατούμενες ολοφύρονταν από τον φόβο της ουράνιας τιμωρίας για τον άδικο χαμό της χριστιανοπούλας[23].
Μια επιπλέον παρατήρηση σχετικά με τους νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης αφορά εκείνους που προσήλθαν αυτόκλητοι στο μαρτύριο. Ο άγιος Νικόδημος χαρακτηρίζει αυτό το μαρτύριο «κινδυνώδες και όχι τόσο νόμιμον», και δικαιολογεί τη χρήση του κυρίως για τους πρώην εξωμότες χριστιανούς που καλούνταν να αντισταθμίσουν το βαρύ αμάρτημα της αποστασίας με μια αιμάτινη ομολογία, ει δυνατόν, στον τόπο της άρνησης[24].
Εντούτοις, όπως αποκαλύπτει μια προσεκτική μελέτη των σχετικών κειμένων, το αυτόκλητο μαρτύριο ούτε αφορούσε μόνο πρώην αποστάτες, όπως τον προαναφερθέντα Αλέξανδρο τον δερβίση, ούτε αντιμετωπιζόταν πάντα με θεολογικές ή ποιμαντικές επιφυλάξεις. Μπορεί οι συμμοναστές του ιερομάρτυρα  Κυπριανού να τον συμβούλευσαν να μην επιδιώξει το μαρτύριο, υπενθυμίζοντάς του με φρόνηση «την ασθένειαν της σαρκός και το του τέλους άδηλον», όμως αντίθετη στάση είχε και ο πνευματικός καθοδηγητής του ιερομάρτυρα Ρωμανού Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης, και ο πατριάρχης Νήφων που συγκατένευσε στην επιθυμία του ιερομάρτυρος Μακαρίου να προκαλέσει μια αιμάτινη ομολογία πίστης, και ο πρώην Χρυσουπόλεως Παγκράτιος, ο οποίος επευλόγησε τον ζήλο για το μαρτύριο του ιερομάρτυρα Δαβίδ.
Πιθανόν να μην είναι δίχως σημασία η παρατήρηση ότι και οι τέσσερις αυτόκλητοι νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης ήταν μοναχοί, οι οποίοι είτε θεώρησαν τον στέφανο του οσιακού βίου ελάσσονα του μαρτυρικού, είτε θέλησαν να τους κερδίσουν και τους δύο.

3.2.  Από την επικαιρότητα στη διαχρονικότητα
Η έστω βιαστική και αποσπασματική αναφορά μας σε συγκεκριμένα παραδείγματα νεομαρτύρων  κατέδειξε την αδιάρρηκτη σχέση του αγώνα και του θανάτου των νεομαρτύρων με το ιστορικό πλαίσιο. Πράγματι, με τον ίδιο τρόπο που τα μαρτύρια των πρώτων χριστιανών διαλέγονται αιτιακά με την εχθρότητα και το μίσος του εθνικού και ιουδαϊκού περιβάλλοντος, αναλόγως και οι νεομάρτυρες γεννήθηκαν μέσα από τις ιστορικές ωδίνες μιας αλλόθρησκης και εν πολλοίς μισαλλόδοξης κυριαρχίας. Ταυτόχρονα, όμως, και οι δύο ομάδες αυτών των ηρώων της πίστης, πέρα από τα δραματικά συμφραζόμενα της ιστορικής παρουσίας τους ή, σωστότερα, μέσα από αυτά, κατόρθωσαν να αρθρώσουν μια διαχρονική απάντηση απέναντι στις συγκεκριμένες επικαιρικές προκλήσεις της εποχής τους. Πράγμα που μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε στον θεολογικό πυρήνα του παραδείγματός τους.
Αυτή η διαχρονικότητα της απάντησης ή στάσης των μαρτύρων οφείλεται στο βιβλικά συνεπή και κατ’ εξοχήν χριστοκεντρικό περιεχόμενό της. Οι μάρτυρες και εν προκειμένω οι νεομάρτυρες της Θεσσαλονίκης, με τον βίο και κυρίως τον θάνατό τους ακολούθησαν το βιβλικό αίτημα του εξαγιασμού[25] και της μίμησης[26] του «αρχιμάρτυρος» Χριστού[27], που κορυφώνεται στη σταυρική αυτοθυσία.
Όμως, η χριστοκεντρικότητα της παρουσίας και της απήχησης των νεομαρτύρων δεν περιορίζεται μόνο στην αταλάντευτη πίστη, στη αφοβία τους απέναντι στη βία των κρατούντων και στην εκούσια θυσία. Κατά τη γνώμη μας, εισχωρεί και επικαιροποιεί με έναν τρόπο ανάγλυφο και δραματικό το ίδιο το μυστήριο της θεανδρικής οντολογίας του Ιησού Χριστού. Πράγματι, αυτός ο συνδυασμός της επικαιρότητας και της διαχρονικότητας, του ενθάδε και του επέκεινα, της ιστορικότητας και της εσχατολογίας που σφραγίζει την παρουσία των νεομαρτύρων μοιάζει να σχολιάζει εμπειρικά και να εμπεδώνει στη συνείδηση της πιστεύουσας κοινότητας τη θεμελιώδη αλήθεια που μοιράζονται τα μέλη της για τον Ιησού Χριστό. Πως δηλαδή πρόκειται για τον αναμενόμενο Υιό του Θεού και για τον τέλειο Υιό του Ανθρώπου, που με την ενσάρκωσή του μεταμορφώσε την ιστορία σε μυστηριακό πρόναο της ουράνιας Βασιλείας.

4. Συμπερασματικά
Η αγιότητα και εν προκειμένω η αγιότητα του αίματος δεν είναι ένα ατομικό κατόρθωμα ή, έστω, ένα εξαιρετικό χάρισμα που παραχωρεί ο Θεός σε κάποιους εκλεκτούς του. Είναι πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, ένα γεγονός εκκλησιαστικό και εκκλησιολογικό[28]. Ο άγιος αποτελεί οργανικό και αναπόσπαστο μέλος μιας πιστεύουσας κοινότητας, ενοριακής, μοναστηριακής ή επισκοπικής. Γι’ αυτό και η αγιότητά του συναρτάται με τα πνευματικά αντανακλαστικά και την ταυτότητα της Εκκλησίας, στην οποία ανήκει και την οποία εκφράζει με την αιμάτινη ομολογία του.
Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό πως οι νεομάρτυρες της τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης δεν αποτελούν σκόρπιες πινελιές στο χριστιανικό της πορτρέτο, ούτε, βέβαια, αμφίβολης ιστορικότητας πρωταγωνιστές της ντόπιας λαογραφικής παράδοσης, αλλά ζωντανά και δομικά συστατικά της πνευματικής της φυσιογνωμίας. Στην πλειονότητά τους, άνθρωποι απλοί δίχως οικονομική επιφάνεια ή κοινωνικό εκτόπισμα, χωρίς κοσμικά ή εκκλησιαστικά αξιώματα, νεαρά κορίτσια και παλικάρια του καθημερινού μόχθου, κατόρθωσαν να ενισχύσουν το φρόνημα του λαού επαναφέροντας δυναμικά στο προσκήνιο τη λαϊκή αγιότητα και να αποδείξουν με τον πλέον δραματικό και ψηλαφητό τρόπο την πνευματική ικμάδα της χειμαζόμενης τοπικής Εκκλησίας. Γι’ αυτό και παρά τη βραχύχρονη, ολιγόλογη ή και σιωπηλή παρουσία τους στη Θεσσαλονίκη αναδεικνύονται σε διαχρονικά τεκμήρια της αγιοτόκου μητρότητάς της.



ΕΙΚΟΝΕΣ:
________________
  1. Ὁ ἅγιος νεομάρτυς Μιχαήλ ὁ ἐκ Γρανίτζης τῶν Ἀγράφων, πού μαρτύρησε στή Θεσσαλονίκη τό 1544. Φορητή εἰκόνα στό Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ Θεσσαλονίκης. Ἔργο Ἰωασαφαίων. Ἅγιον Ὄρος. Καυσοκαλύβια 1899.
  1. Ἡ ἁγία νεομάρτυς Κυράννα, ἀπό τήν Ὄσσα Θεσσαλονίκης, πού μαρτύρησε στή Θεσσαλονίκη τό 1751. Λεπτομέρεια φορητῆς εἰκόνας τῆς Συνάξεως τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων. Κυριακό τῆς σκήτης Καυσοκαλυβίων. 1888.
 






ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βλ. Ι. Μ. Περαντώνης, «Κατάλογος νεομαρτύρων των από της αλώσεως της Κ/Πόλεως μέχρι του έτους 1867 μαρτυρησάντων», Θεολογία 60 (1989), σ. 157-166. Στον συγκεκριμένο κατάλογο, ο συντάκτης προσθέτει πέντε ακόμη νεομάρτυρες σ’ αυτούς που κατέγραψε στην παλαιότερη τρίτομη έκδοση του ίδιου υπό τον τίτλο Λεξικό Νεομαρτύρων, τ. 1-3, Αποστολική Διακονία, εν Αθήναις 1972. Πρβλ. Απ. Αθ. Γλαβίνας, Οι Νεομάρτυρες της Τουρκοκρατίας. Εισαγωγή-Βιβλιογραφία-Ασματικές ακολουθίες, εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1990, σ. 18-19
[2] Βλ. σχετικά Αρχιμ. Γ. Χρυσοστόμου, «Οι άγιοι της Θεσσαλονίκης», σ. 901-951. Ο συντάκτης του καταλόγου στον πρόλογο επεξηγεί και σχολιάζει τα κριτήρια που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν για ανάλογα εγχειρήματα. Μεταξύ τους κυρίαρχα είναι (α) η γέννηση και ο θάνατος των αγίων · (β) η δράση των αγίων στην πόλη και (γ) η ιδιαίτερη τιμή με την οποία η τοπική πιστεύουσα κοινότητα περιβάλλει και διαιωνίζει τη μνήμη τους. Ο ίδιος ακολουθεί κυρίως το τρίτο κριτήριο, ως πιο αξιόπιστο από αγιολογική άποψη –εμείς, υπερθεματίζοντας, θα προσθέταμε και από εκκλησιολογική. κυρίως Βλ. στο ίδιο, σ. 902-903. Ανάμεσα στους προηγούμενους καταλόγους των αγίων τηε Θεσσαλονίκης αξιομνημόνευτοι είναι οι ακόλουθοι: Θ. Καστανάς, «Θεσσαλονικείς άγιοι», Γρηγόριος Παλαμάς 19 (1935), σ. 121-126, 153-160· Παντελεήμων, αρχιεπ. Θεσσαλονίκης, Ακολουθία πάντων των εν Θεσσαλονίκη αγίων, εν Αθήναις 1958, σ. 24-35 (συναξαριακό υπόμνημα).
[3] Αξίζει να αναφέρουμε, έστω παρενθετικά, ότι η συγκεκριμένη αναλογία δεν περιλαμβάνει τις Ναουσαίες που γυναίκες νεομάρτυρες που έχασαν τη ζωή τους μετά την αποτυχημένη εξέγραση των συμπολιτών τους και στη συνέχεια θανατώθηκαν εν είδει αντιποίνων στη Θεσσαλονίκη.
[4] Για την κρατούσα ομαδοποίηση των νεομαρτύρων βλ. Δ. Τσάμης, Αγιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 22004, σ. 111-113· Π. Αρ. Υφαντής, «Το κύμα των εξισλαμισμών και οι εκδοχές της παθητικής αντίστασης: Νεομάρτυρες και Κρυπτοχριστιανοί», Ιστορία της Ορθοδοξίας, τ. 5: Περίοδος αγώνων και μεγαλείου 15ος-19ος αι., εκδ. Road, Αθήνα 2008, σ. 390-398.
[5] Μακάριος Κορίνθου-Νικόδημος Αγιορείτης-Νικηφόρος Χίος-Αθανάσιος Πάριος, Συναξαριστής Νεομαρτύρων, σ. 603.
[6] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, ήτοι μαρτύρια των νεοφανών μαρτύρων των μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως κατά διαφόρους καιρους και τόπους μαρτυρησάντων, επιμ. Π. Β. Πάσχος, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 31961σ. 52-57.
[7] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 197-198.
[8] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 217-221.
[9] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 193-194.
[10] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 222-223.
[11] Μακάριος Κορίνθου-Νικόδημος Αγιορείτης-Νικηφόρος Χίος-Αθανάσιος Πάριος, Συναξαριστής Νεομαρτύρων, σ. 520-523.
[12] Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 199-200.
[13] Μακάριος Κορίνθου-Νικόδημος Αγιορείτης-Νικηφόρος Χίος-Αθανάσιος Πάριος, Συναξαριστής Νεομαρτύρων, σ. 644-646..
[14] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, Χρ. Παπαδόπουλος, Οι Νεομάρτυρες, 3Αθήναι 1970, σ. 23.
[15] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 90-94.
[16] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 106-108· Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Ακολουθία του Αγίου νέου Οσιομάρτυρος Ρωμανού, του από Καρπενησίου, Μαθητού του Αγίου Ακακίου του Καυσοκαλυβίτου, μαρτυρήσαντος εν Κωνσταντινουπόλει εν έτει 1694, εκδ. Σ. Σχοινά, εν Βόλω.
[17] Βλ. σχετικά Τ. Γριτσόπουλος, «Ο εθνομάρτυς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωσήφ Δαλιβήρης ο από Δράμας», Μακεδονικά 4 (1955-60), σ. 470-494. ΜΒ., «Ιωσήφ Αντωνόπουλος, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης», http://www.imth.gr/default.aspx?lang=el-GR&loc=1&&page=147&saintid=93
[18] Βλ. Ιω. Μαμαλάκης, «Δοσιθέου Κωνσταμονίτου, Νέον υπόμνημα των νεοφανών ιερομαρτύρων και οσιομαρτύρων», όπ.π.
[19] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον,  σ. 10.
[20] Σύμφωνα με το Συναξάρι του που συνέταξε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Αλέξανδρος ο δερβίσης, αφού μεταμελήθηκε για την αποστασία, ομολόγησε επανειλημμένως την πίστη στην Αγία Τριάδα: «δεν αλλάζω με το φως το σκότος· προσκυνώ Πατέρα, Υιόν, και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον»: Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 217-221 · εδώ: 219. 
[21] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 200.
[22] Πρβλ Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, «Προοίμιον», σ. 14-18.
[23] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον,  σ. 135.
[24] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 18-19.
[25] Πρβλ. Α΄ Πτ 1, 16· Λευ 20, 7.26.
[26] Πρβλ. Α΄ Κορ 4, 16.
[27] Πρβλ. Αστέριος Αμασείας, Εγκώμιον εις τους αγίους Μάρτυρας: PG 40, 324D.
[28] Για την εκκλησιολογική διάσταση της αγιότητας βλ. αναλυτικά Π. Αρ. Υφαντής, Κλήση, Πορεία, Μετοχή. Η πνευματική οντολογία της χριστιανικής αγιότητας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2010, σ. σ. 185-209.