Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ο ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ


 

Στις 24 Αυγούστου 1779 στο Κολικόντασι της τουρκοκρατούμενης τότε Βορείου Ηπείρου απαγχονίσθηκε με εντολή του Κουρτ Πασά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Πατροκοσμάς όπως κατεγράφη στη συνείδηση του λαού μας. Ξεκίνησε από το Μέγα Δένδρο της Αιτωλίας, δίπλα από το Θέρμο, την αρχαία πρωτεύουσα της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Έμαθε γράμματα σε κρυφά και φανερά σχολειά και κατέληξε στο Άγιον Όρος, στη Μονή Φιλοθέου. Με τις ευλογίες των εκάστοτε Οικουμενικών Πατριαρχών εξήλθε από τον Άθωνα τουλάχιστον τρεις φορές και περιόδευσε τα περισσότερα μέρη του Ελληνισμού για να αποτρέψει τους εξισλαμισμούς. Ιδιαιτέρως έντονη παραμένει η μνήμη του στην Ήπειρο και στη Δυτική Μακεδονία...Δίδασκε με τον απλό λόγο του, την ασκητική ζωή του, με τις προφητείες του για την απελευθέρωση του Γένους, με το πάθος του για την κοινωνική δικαιοσύνη, με τον ζήλο του για την Ελληνορθόδοξη Παιδεία. Από τα πρώτα χρόνια μετά το μαρτύριό του θεωρήθηκε Άγιος από τον λαό μας και η αγιοκατάταξή του επισημοποιήθηκε το 1960 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο πρώτος βιογράφος του είναι ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο περίφημο «Νέον Μαρτυρολόγιον», το οποίο εξεδόθη το 1799.
Τα σύγχρονα σχολικά βιβλία έχουν την τάση να αγνοούν τον Άγιο Κοσμά ή να τον παρουσιάζουν σαν έναν δυτικού τύπου Διαφωτιστή. Όμως ο Πατροκοσμάς δεν είχε την παραμικρή επιρροή από τον Γαλλικό Διαφωτισμό, ο οποίος άλλωστε έρρεπε προς ακρότητες αθεϊστικού τύπου. Ο Άγιος Κοσμάς δεν άνοιγε απλώς σχολεία, αλλά τόνιζε ότι το σχολείο είναι προθάλαμος της Εκκλησίας. Η επιτυχημένη προσπάθειά του να σταματήσει τους εξισλαμισμούς βοήθησε την επιβίωση του Έθνους, διότι εκείνη την εποχή όποιος χανόταν για την Ορθοδοξία χανόταν και για τον Ελληνισμό. Ο εξισλαμισμένος τούρκευε, γινόταν φανατικός ανθέλληνας, γι' αυτό και έχει μείνει ως αρνητική για το Γένος μας έννοια ή λέξη «γενίτσαρος» . Η παιδεία, στην οποία πίστευε ο Άγιος Κοσμάς, δεν ήταν μία απλή κατάρτιση και εκμάθηση τεχνοκρατικών γνώσεων, όπως θα ήθελαν σήμερα ορισμένοι. Αλλά μιλούσε για μία Παιδεία, η οποία πρωτίστως θα διαμορφώνει ανθρώπους, θα διαπλάθει ανθρωπίνους χαρακτήρες.
Παραθέτουμε ορισμένες εύστοχες επισημάνσεις για τις διδαχές του Πατροκοσμά: «... Ανοίξτε σχολεία ελληνικά. Να βάλετε όλοι σας, για να σπουδάζουν όλα τα παιδιά, χωρίς να πληρώνουν. Να μάθουν τα παιδιά την ελληνική γλώσσα, για να ξεσκεπάσουν όλα τα μυστήρια της ζωής και της Εκκλησίας μας, που είναι εκεί κρυμμένα. Από το σχολείον μανθάνομεν το κατά δύναμιν τί είναι Θεός, τί είναι Αγία Τριάς, τί είναι άγγελοι, αρχάγγελοι, τί είναι δαίμονες, τί είναι παράδεισος, τί είναι κόλασις, τί είναι αμαρτία, αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τί είναι Αγία Κοινωνία, τί είναι Βάπτισμα, τί είναι το Άγιον Ευχέλαιον, ο τέλειος γάμος, τί είναι ψυχή, τί είναι κορμί... το σχολείον ανοίγει τες εκκλησίες, το σχολείον ανοίγει τα μοναστήρια. Ανίσως και δεν ήτανε σχολεία, πού ήθελα εγώ να μάθω να σας διδάσκω;.... Είναι αληθινός επαναστάτης, ανανεωτής των πάντων. Κρίνει τον πλούσιο που δεν δίνει στον φτωχό. Διοργανώνει δωρεάν παιδεία. Σέβεται τη γυναίκα. Βλέπει ότι την καταπιέζουν. Φανερώνεται πραγματικός υπερασπιστής της. Ρίχνει όλους στο φιλότιμο».
Οι επισημάνσεις αυτές μάς οδηγούν στον προβληματισμό ποια σχέση έχει η Παιδεία του Αγίου Κοσμά με το σύγχρονο σχολείο. Εν όψει δε και του Νέου Λυκείου καλό θα ήταν να προβληματισθούμε αν τελικά σήμερα το σχολείο διαμορφώνει ήθος ή απλώς καλλιεργεί την αποστήθιση γνώσεων και αριθμών. Έχει παραμεληθεί η Ανθρωπιστική Παιδεία χάριν της Τεχνολογικής και αυτό βλάπτει την ψυχοσύνθεση των παιδιών, τούς στερεί τα πρότυπα και τα οράματα. Στην εποχή των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και της Ψηφιακής Τεχνολογίας οι νέοι μας χρειάζονται ακόμη περισσότερο τα διδάγματα των Αρχαίων Ελληνικών κειμένων, των Θρησκευτικών και της Ιστορίας. Για να μην απομονωθούν μπροστά στον υπολογιστή. Για να μην γίνουν απαθείς θεατές της υλιστικής παγκοσμιοποιήσεως, η οποία γεννά οικονομικές κρίσεις σαν τη σημερινή και τις εξαπλώνει υπερπηδώντας τα σύνορα. Για να αντισταθούν στην επικράτηση του υλιστικού συμφέροντος εις βάρος της ανθρωπιάς και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για να αγωνισθούν ώστε κάθε λαός να διατηρήσει την εθνική κυριαρχία του και την πολιτιστική ιδιοπροσωπεία του χωρίς να μεταμορφωθεί σε άμορφο χυλό.
Η Ελληνορθόδοξη Παιδεία, την οποία ευαγγελίσθηκε ο Άγιος Κοσμάς δεν αντιτίθεται στις Θετικές Επιστήμες. Τον 19ο αιώνα στην Εμπορική Σχολή της Χάλκης, η οποία ιδρύθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο σχολάρχης ήταν Αγιορείτης μοναχός, ο Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός. Ο ίδιος δίδασκε στα παιδιά των Ελλήνων εμπόρων τα Θρησκευτικά, τα Αρχαία Ελληνικά, αλλά και τα Μαθηματικά και τη Φυσική, συγγράφοντας ή μεταφράζοντας μόνος του τα σχετικά εγχειρίδια. Η Ελληνορθόδοξη Παιδεία, για την οποία θυσιάσθηκε ο Πατροκοσμάς, είναι πάντοτε επίκαιρη. Όχι μόνο για εμάς τους Έλληνες, αλλά και για την Ευρώπη που αναζητεί την ταυτότητά της. Ευρισκόμενοι στη δίνη μιας κρίσης που φαίνεται οικονομική, αλλά έχει πνευματικά αίτια, ας ξαναδιαβάσουμε τις διδαχές του Αγίου Κοσμά.

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ


Πρόλογος τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Βαρθολομαίου στό βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου, Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης.

Ὁ Πρόλογος τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Βαρθολομαίου στό βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου, Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Ἁγιολογία-Ὑμνογραφία-Τέχνη. Συμβολή στή μελέτη τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ κατά τό 14ο αἰώνα, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2010.


Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀτενίζει τό βιβλίο Ὅσιος Μάξιμος, ὅ.π., στό βιβλιοπωλεῖο «Παντάνασσα» τῶν Καρυῶν, κατά τό πρόσφατο προσκύνημά του στό Ἅγιον Ὄρος, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2011.




Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΤΥΠΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

Κρίτων Χρυσοχοΐδης

Έντυπες Ακολουθίες

Εἰσαγωγὴ στό: Δημοσθένη Στρατηγόπουλου, Ἔντυπες Ἀκολουθίες Ἁγίων, Συλλογὴ Ντόρης Παπαστράτου, Αθήνα 2007.


Tὸ 1986 κυκλοφόρησε τὸ μνημειῶδες corpus τῆς Ντόρης Παπαστράτου στὸ ὁποῖο περιλαμβάνονται τὰ ὀρθόδοξα θρησκευτικὰ χαρακτικὰ ποὺ χαράχθηκαν καὶ τυπώθηκαν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 17ου ὣς τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα.(1) Μὲ μόχθο, ἐπιμονὴ καὶ μεθοδικότητα μελέτησε ἕνα ταπεινό, εὐτελὲς καὶ παραμελημένο ὑλικό, ἀποκαλύπτοντας τὸν ἄγνωστο κόσμο τῆς νεοελληνικῆς θρησκευτικῆς χαρακτικῆς, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τὶς ἀπαρχὲς καὶ τὴν ἐξέλιξη τῆς νεοελληνικῆς χαρακτικῆς.(2) Συγχρόνως κατάρτισε τὴν πληρέστερη ὣς σήμερα συλλογὴ πρωτότυπων ἑλληνικῶν θρησκευτικῶν χαρακτικῶν. Ἡ συλλογή, μετὰ τὴν ἀποδημία της (1987), δωρήθηκε τὸ 1994 στὸ Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ τῆς Θεσσαλονίκης.(3)

Ἄν τὸ corpus τῶν θρησκευτικῶν χαρακτικῶν ἀποτελεῖ ἕνα κεφάλαιο στὴν ἱστορία τῆς τέχνης, παραδίδει συγχρόνως ἁπλόχερα ἕνα πρωτογενὲς ὑλικὸ γιὰ τὴν ἔρευνα πολυσήμαντων πτυχῶν τοῦ θρησκευτικοῦ βίου στὰ χρόνια τῆς ὀθωμανικῆς κατάκτησης. Ἡ θεματολογία τῶν «χάρτινων εἰκόνων», ὅπως πολλὲς φορὲς χαρακτηρίζονται, ἐκτείνεται στὴν ἀπεικόνιση ἱερῶν προσώπων (τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου, ἁγίων), στὴν ἀποτύπωση σκηνῶν ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὰ θαύματά τους, στὴ σχηματικὴ πανοραμικὴ ἀναπαράσταση ἀρχιτεκτονικῶν συγκροτημάτων μοναστηριῶν, ἢ ἄλλων προσκυνηματικῶν τόπων. Ὅλα ἀποτελοῦν μέσα συναισθηματικῆς καὶ πνευματικῆς πρόσδεσης τοῦ πιστοῦ μὲ τὸ ἱερὸ πρόσωπο ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸν ἱερὸ τόπο (μονή, ναὸ ἢ ἄλλο προσκύνημα) ποὺ εἶναι ἀφιερωμένος στὴ λατρεία του. Ἔτσι, δωρίζονται στὸν προσκυνητὴ ὡς «εὐλογία» καὶ ἀνάμνηση γιὰ τὸ προσκύνημα ἀλλὰ καὶ ὡς εὐχαριστία γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἀρωγή του, ἢ διανέμονται ἀπὸ τοὺς «ταξιδιῶτες» μοναχοὺς ποὺ περιοδεύουν στὶς πόλεις καὶ στὰ χωριὰ τῆς ὀρθόδοξης «καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς» διενεργώντας τὴ ζητεία, ὡς ὑπόμνηση ὀφειλόμενου χρέους, ὄχι πάντα κατὰ κανόνα προσκυνηματικοῦ, πρὸς τὸν ἅγιο καὶ τὸ ἵδρυμά του. Εἶδος εὐτελὲς καὶ μικροῦ κόστους, κατάλληλο γιὰ μαζικὴ διάθεση, μὲ ἐντυπωσιακὸ εὖρος διακίνησης στὶς ἐσχατιὲς τῆς τουρκοκρατούμενης Ἀνατολῆς ἀλλὰ καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅριά της, εἶναι ἐξίσου ἀποτελεσματικὸ μὲ τὰ προσκυνητάρια, ποὺ ἄρχισαν νὰ ἐκδίδονται γιὰ τὶς μεγάλες ὀρθόδοξες μονὲς κατὰ τὸν 17ο αἰώνα, στὴ διέγερση τῆς εὐσέβειας τῶν πιστῶν γιὰ τὰ σεβάσματά τους.(4)


Ἂν ἡ χάρτινη εἰκόνα ἀποτελεῖ ἕνα «μονόφυλλο» εἰκαστικὸ ἀφήγημα τοῦ βίου καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ ἱεροῦ προσώπου καὶ τὸ προσκυνητάριο, ἕνα βιβλίο ποὺ ὑπομνηματίζει λεπτομερέστερα τόσο τὸν ἅγιο ὅσο καὶ τὸ καθίδρυμα μὲ τὸ ὁποῖο συνδέεται, ἕνα ἄλλο ἔντυπο, μὲ τὴ μορφὴ ταπεινοῦ στὴν ἐμφάνιση βιβλίου ἢ φυλλαδίου, ἐξασφαλίζει τὴ μνήμη καὶ τὴν τιμή του στὸν ἐτήσιο λειτουργικὸ κύκλο τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιὰ τὶς ἔντυπες ἀκολουθίες, πού, λόγῳ τοῦ συνηθέστατα ὀλιγοσέλιδου, ὀνομάσθηκαν καὶ «φυλλάδες», οἱ ὁποῖες περιέχουν τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες (εἰδικὰ θεματικὰ ὑμνολογικὰ σύνολα) ποὺ ψάλλονται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν τιμώμενων ἱερῶν προσώπων, ἢ τῆς ἀνάμνησης τῶν θαυμαστῶν γεγονότων.(5)
 

  Οἱ φυλλάδες παραδίδουν πολύτιμη ὑμνογραφικὴ ὕλη, ποὺ συντέθηκε γιὰ νὰ καθιερώσει καὶ νὰ διαδώσει τὴν τιμή, σὲ μεγάλο ποσοστό, κυρίως νέων καὶ τοπικῶν ἁγίων, ὅπως εἶναι οἱ ἱδρυτὲς μεγάλων μονῶν, νεομάρτυρες, πρόσωπα μὲ ὁσιακὸ βίο, ἀλλὰ καὶ παλαιότερων ἁγίων, γνωστῶν μὲν ἀπὸ τὰ βυζαντινὰ χρόνια, ποὺ ὅμως, παρὰ τὴν ὕπαρξη συναξαριακῆς μνείας, πλήρεις ἀκολουθίες δὲν συμπεριλήφθηκαν στὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὰ Μηναῖα. Περιέχουν ἀκόμη εἰδικὲς ἀκολουθίες ἀφιερωμένες στὴν τιμὴ θαυματουργῶν εἰκόνων, ἰδιαίτερα τῆς Θεοτόκου, συμπληρώνοντας ἔτσι τὶς καθιερωμένες ἀκολουθίες στὸν ἐτήσιο κύκλο τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν. Ὡστόσο οἱ φυλλάδες παραδίδουν καὶ ἀκολουθίες ἀφιερωμένες σὲ ἁγίους πού, μολονότι ὑμνολογοῦνται στὰ Μηναῖα, εὐτύχησαν νὰ ἔχουν πολλαπλὲς ἐκδόσεις τῶν ἀκολουθιῶν τους, συχνὰ μὲ τὴν προσθήκη νέων ὑμνογραφικῶν κειμένων. Εἶναι συνήθως ἅγιοι δημοφιλεῖς καὶ καθολικὰ ἀναγνωρισμένοι (π.χ. ἅγιος Γεώργιος, ἅγιος Νικόλαος), ἢ συνδέονται ἰδιαίτερα μὲ κάποιον τόπο (π.χ. ἅγιος Δημήτριος ὁ μυροβλύτης), ἢ θεωροῦνται ὅτι παρέχουν εἰδικὴ μεσιτευτικὴ προστασία (π.χ. ἅγιος Μόδεστος, ἅγιος Χαραλάμπης). Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὑμνολογικὰ κείμενα, σχεδὸν κατὰ κανόνα οἱ φυλλάδες περιλαμβάνουν καὶ σύντομο ἢ ἐκτενὲς συναξάριο, κείμενο ὀργανικὰ ἐνταγμένο στὸ σῶμα τῆς ἀκολουθίας μεταξὺ τῆς ἕκτης καὶ τῆς ἑβδόμης ὠδῆς τοῦ κανόνα. Συχνά, ἐκτενὴς Βίος τοῦ ἁγίου ἢ διήγηση γιὰ τὸ ἑορταζόμενο θαυμαστὸ γεγονὸς προτάσσεται ἢ ἐπιτάσσεται στὸ ἔντυπό τῆς ἀκολουθίας. Ἔτσι, ὕμνοι καὶ ἁγιολογικὰ ὑπομνήματα παρέχουν στοὺς μοναχούς, στοὺς προσκυνητές, ἀλλὰ καὶ στοὺς πιστοὺς ἀκόμη καὶ μακρινῶν οἰκισμῶν ἕνα λειτουργικὸ σύνολο γιὰ νὰ τελέσουν μιὰν ὁλοκληρωμένη ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία (συνήθως πανήγυρη) καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν βίο, τοὺς ἄθλους καὶ τὴ θαυματουργία τοῦ ἱεροῦ προσώπου, τῆς εἰκόνας ἢ τῶν λειψάνων του.


Ἡ χρησιμότητα καὶ ἡ λειτουργικότητα τῶν Ἀκολουθιῶν εἶναι παράλληλη καὶ συμπληρωματικὴ καὶ ἲσως σημαντικότερη ἀπὸ ἐκείνη τῶν ὀρθόδοξων χαρακτικῶν καὶ τῶν προσκυνηταρίων, ἐφόσον ἐξασφαλίζουν ἀδιαμφισβήτητη ἐκκλησιαστικὴ ἀναγνώριση καὶ κύρος στὸ πρόσωπο, προβάλλουν τὴν ἁγιότητά του, συμβάλλουν ἀποφασιστικὰ στὴν ἐξάπλωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου καὶ προσδίδουν αἴγλη τόσο στὸ πρόσωπο ὅσο καὶ στὸ ἱερό του καθίδρυμα. Καὶ ἡ ἐξάπλωση τῆς τιμῆς αὐξάνει αὐτόματα τὴν πνευματική, καὶ κατ' ἐπέκταση τὴν κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἐμβέλεια τοῦ τελευταίου.

Πολὺ λίγα γνωρίζουμε ἀκόμη γιὰ τοὺς ἀριθμοὺς ἀντιτύπων στοὺς ὁποίους κυκλοφόρησαν οἱ φυλλάδες. Σταχυολογώντας ἀπὸ μία πρώτη συναγωγὴ τραβηγμάτων τῶν ἑλληνικῶν βιβλίων ποὺ παραθέτει ὁ Φ. Ἠλιού, καὶ ἑστιάζοντας σὲ βιβλία ποὺ βρίσκονται στὴ Συλλογὴ τῆς Ντόρης Παπαστράτου, ἢ σὲ ἄλλα ἔντυπα τῆς ἴδιας κατηγορίας, πληροφορούμαστε ὅτι τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ Νικοδήμου Ἁγιορείτου του 1799 τυπώθηκε σὲ 500 ἀντίτυπα, ἡ Ἄκολουθία τοῦ ἁγίου Γερασίμου τοῦ 1830 σὲ 450 τραβήγματα, ἡ Ἀκολουθία εἰς τὴν μετάστασιν τῆς Θεοτόκου τοῦ 1836 σὲ 900 ἀντίτυπα, τὸ Κτιτορικὸν ἤ Προσκυνητάριον τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου τοῦ 1840 σὲ 3.000 ἀντίτυπα, ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Βησσαρίωνος τοῦ 1846 σὲ 2.000 ἀντίτυπα.(6) Δύο ἄλλα βιβλία, ποὺ ὅπως προαναφέρθηκε ἐντάσσονται στὸν ἴδιο κύκλο μὲ τὰ ὀρθόδοξα χαρακτικὰ καὶ τὶς φυλλάδες, τὸ Προσκυνητάριον τῆς Ἱερουσαλὴμ τοῦ Ἀρσενίου Καλούδη τοῦ 1661, τυπώθηκε σὲ 1.520 ἀντίτυπα καὶ τὸ Προσκυνητάριον τῆς μονῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους τοῦ Σάββα Λαυριώτου τοῦ 1780 σὲ 500 ἀντίτυπα. Οἱ γνώσεις μας γιὰ τὰ «τραβήγματα» τῶν χαρακτικῶν δὲν βρίσκονται σὲ ἱκανοποιητικότερο ἐπίπεδο. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρεται ὅτι οἱ ξυλογραφίες μὲ θέμα τὴν Ἁγία Αἰκατερίνη καὶ τὸ Θεοβάδιστον Ὄρος Σινᾶ ποὺ ἐκδόθηκαν τὸ 1698 τυπώθηκαν σὲ 1.100 ἀντίτυπα τὸ καθένα, ἐνῶ ἡ ἔκδοση τῶν δύο ξυλογραφιῶν μὲ τὰ ἴδια θέματα στὰ 1707 σὲ 1.000 ἀντίτυπα τὸ καθένα.(8) Ἡ χαλκογραφία μὲ παράσταση τῆς μονῆς Κύκκου τοῦ 1778 κυκλοφόρησε σὲ 3.000 ἀντίτυπα.(9)

Ἀκολουθίες, προσκυνητάρια καὶ ὀρθόδοξα θρησκευτικὰ χαρακτικὰ δὲν ἐξυπηρετοῦν μόνο κοινοὺς στόχους καὶ ἀπευθύνονται στὸ ἴδιο κοινὸ ἀλλὰ συμπλέκονται καὶ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό τους. Δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις ποὺ ἀκολουθίες, κυρίως οἱ παλαιότερες, περιέχουν καὶ κάποιο χαρακτικὸ μὲ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ ὑμνολογουμένου ἁγίου ἤ/καὶ σκηνῶν ἀπὸ τὸν βίο του, ἐνῶ συνηθέστατα τὰ προσκυνητάρια τῶν μονῶν, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ χαρακτικά, περιέχουν ὡς ὀργανικὸ συμπλήρωμα τὴν ἀσματικὴ ἀκολουθία τοῦ ἱεροῦ προσώπου στὸ ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο τὸ μοναστήρι.

Ἡ συνάφεια τῶν τριῶν κατηγοριῶν θρησκευτικῶν ἐντύπων φαίνεται νὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερη. Δειγματοληπτικὴ ἔρευνα στὸ corpus τῶν χάρτινων εἰκόνων τῆς Ντόρης Παπαστράτου καὶ στὶς Ἀκολουθίες ποὺ περιέχονται στὴ συλλογή της ἔδειξε ὅτι μεγάλος ἀριθμὸς χαρακτικῶν ποὺ κυκλοφόρησαν αὐτοτελῶς περιέχονται καὶ στὶς ἀντίστοιχες ἐκδόσεις ἀκολουθιῶν καὶ προσκυνηταρίων γιὰ τὰ ἴδια ἱερὰ πρόσωπα καὶ τὴν ἴδιὰ χρονιά, ἐπαναλαμβανόμενα μάλιστα καὶ σὲ ἀμέσως ἑπόμενες ἐκδόσεις τους.(10)

Ἡ παράθεση μερικῶν παραδειγμάτων σκιαγραφεῖ εὐκρινέστερα τὸ φαινόμενο, συμβάλλει στὴν ἐπισήμανση διαφοροποιήσεων καὶ ἐγείρει ἐρωτήματα ποὺ ἀναμένουν τὴν ἀπάντησή τους.

Τὸ 1816 τυπώνεται χαλκογραφία μὲ παράσταση τῆς Παναγίας Κυκκώτισσας στὴν Κύπρο. Ἡ ἴδια χαλκογραφία περιλαμβάνεται καὶ σὲ τρεῖς ἐκδόσεις τῆς Περιγραφῆς τῆς μονῆς τοῦ Κύκκου, τῶν ἐτῶν 1816 (καραμανλίδικη ἔκδοση), 1817 καὶ 1819, ὅπου περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀντίστοιχη ἀκολουθία γιὰ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα.(11) Τὸ 1804 κυκλοφορεῖ ἡ χαλκογραφία τῶν ἁγίων Νικήτα, Ἰωάννου καὶ Ἰωσήφ, κτιτόρων τῆς Νέας Μονῆς Χίου καὶ τὸ ἴδιο ἔτος ἡ Ἀκολουθία τους ποὺ περιλαμβάνει τὴ χαλκογραφία τῶν ἁγίων.(12) Παράλληλες ἐκτυπώσεις ἐπισημαίνονται ὡς τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα• τὸ 1897 κυκλοφορεῖ αὐτοτελὴς χαλκογραφία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου καὶ ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου στὴν ὁποία περιέχεται ἡ ἴδια χαλκογραφία. Ἡ χαλκογραφία ἀναπαράγεται καὶ στὴν ἐπανέκδοση τῆς ἀκολουθίας τὸ 1899.(13)


Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ὁ χορηγός τῆς ἐκτύπωσης ἑνὸς θρησκευτικοῦ χαρακτικοῦ ταυτίζεται μὲ τὸν χορηγό της ἔκδοσης τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἴδιου ἁγίου. Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς κοινῆς χορηγίας χαρακτικοῦ καὶ Ἀκολουθίας τοῦ ὁσιομάρτυρα Σεραφεὶμ ἀρχιεπισκόπου Φαναρίου. Πρὶν τὸ 1818, καὶ πιθανὸν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1790 καὶ 1802, ὁ Δημήτριος Τζιολάκογλου ἀπὸ τὴ Ρεντίνα τῶν Ἀγράφων χρηματοδότησε τὴν ἐκτύπωση χαλκογραφίας τοῦ ἁγίου μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὸ μαρτύριο καὶ τὰ θαύματα τοῦ μάρτυρα. Ὁ ἴδιος χρηματοδότησε δύο ἐκδόσεις τῆς Ἀκολουθίας του στὴ Βενετία τὸ 1790 καὶ τὸ 1802. Ὅπως παρατηρεῖ ἡ Ντόρη Παπαστράτου, εἶναι πολὺ πιθανὸν ἡ χαλκογραφία νὰ κυκλοφόρησε στὰ ἴδια χρόνια, ἐφόσον τὸ κεντρικὸ θέμα τῆς χαλκογραφίας (ὁ ἅγιος ἔνθρονος) ἀποτελεῖ παραλλαγὴ ἀνάλογης παράστασης ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν Ἀκολουθία τοῦ 1790.(14)

Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ τὸ ἔτος ἔκδοσης τῆς ἀκολουθίας δὲν συμπίπτει μὲ ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο κυκλοφορεῖ ἀκριβῶς τὸ ἴδιο αὐτοτελὲς χαρακτικό. Τὸ 1752 τυπώνεται χαλκογραφία τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ὄχι ὅμως καὶ προσκυνητάριο τῆς μονῆς Σινᾶ στὸ ὁποῖο συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἀκολουθία τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης. Ἡ ἴδια ὅμως χαλκογραφία περιλαμβάνεται σὲ πέντε μεταγενέστερες ἐκδόσεις τοῦ Προσκυνηταρίου (Περιγραφή) τοῦ ὄρους Σινᾶ (στὸ ὁποῖο συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἀκολουθία τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης), ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1773 καὶ 1817.(15) Στὴν ἴδια περίπτωση ἐντάσσεται καὶ ἡ ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος τοῦ 1764, ὅπου περιέχεται χαλκογραφία ποὺ παριστᾶ τὸν ἅγιο ὄρθιο μέσα σὲ κουβούκλιο-λειψανοθήκη. Ἀχρονολόγητη χαλκογραφία μὲ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς θέμα κυκλοφόρησε καὶ αὐτοτελῶς καὶ χρονολογήθηκε κατὰ προσέγγιση στὸ β' μισό του 18ου αἰώνα.(16)
Πολλὰ χαρακτικὰ μὲ παραστάσεις ἱερὰ πρόσωπα ἢ / καὶ σκηνὲς ἀπὸ τὸν βίο τους περιέχονται στὶς ἀφιερωμένες στὴν τιμή τους ἀκολουθίες, ἀλλὰ δὲν ἔχουν κυκλοφορήσει σὲ αὐτοτελὴ μορφὴ ὡς χάρτινες εἰκόνες, ἐφόσον δὲν περιέχονται στὸ corpus τῆς Ντόρης Παπαστράτου. Τὰ παραδείγματα εἶναι πολλά. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρονται χαλκογραφίες: στὶς Ἀκολουθίες τοῦ ἁγίου Διονυσίου ἀρχιεπισκόπου Αἰγίνης τοῦ ἐκ Ζακύνθου (Βενετία 1755),(17) τῆς ἁγίας Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας (Βενετία 1775),(18) τοῦ ἁγίου Δημητρίου τοῦ μυροβλύτου (Βενετία 1795),(19) τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου (Genova 1802),(20) τοῦ ἱερομάρτυρος Χαραλάμπη (Βενετία 1817),(21) τῆς Παναγίας Ἄξιον Ἐστὶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Ἀθήνα 1854),(22) τῆς Παναγίας Προυσιώτισσας (Λαμὶα 1869).(23) Ἀκόμη, στὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰώνα, οἱ τέσσερεις χαλκογραφίες μὲ πολυάριθμους ἁγίους καὶ μάρτυρες τῆς Κρήτης (Ἀθήνα 1877),(24) καθὼς καὶ ἡ χαλκογραφία τοῦ ἁγίου Στυλιανοῦ τοῦ Παφλαγῶνος (Ἀθήνα 1887).(25) Γιὰ τὶς περιπτώσεις αὐτές, εὔλογα μπορεῖ νὰ διατυπωθεῖ ἡ ὑπόθεση, ὅτι αὐτοτελὴ χαρακτικὰ κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα ἢ σὲ λίγο διαφορετικὸ χρόνο, ἀντίτυπά τους ὅμως δὲν ἔχουν ἐντοπισθεῖ ἢ δὲν ἔχουν διασωθεῖ. Εἶναι ἄλλωστε φυσικό, τὸ εὐπαθὲς καὶ εὐαίσθητο χαρακτικὸ νὰ καταστρέφεται καὶ νὰ χάνεται εὐκολότερα ἀπὸ ὅσο μία ἀκολουθία ἔστω καὶ μὲ τὴ μορφὴ ταπεινοῦ φυλλαδίου. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἐνισχύει τὴν παραπάνω ὑπόθεση. Στὴν ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας... τῶν ὁσίων πατέρων ἡμῶν τῶν ἐν τῷ ἁγίῳ ὄρει τοῦ Ἄθω διαλαμψάντων τοῦ 1847 ἔχει ἐπικολληθεῖ στὴν ἀρχὴ ἀναδιπλούμενη λιθογραφία, τυπωμένη σὲ λεπτὸ χαρτὶ ὅμοιο μὲ ἐκεῖνο τοῦ ἐντύπου, μὲ παράσταση τῶν Ἁγιορειτῶν ἁγίων καὶ ἐπάνω τὴ (Θεοτόκο ὡς Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν.(26) Ἀντίστοιχο χαρακτικὸ δὲν περιλαμβάνεται στὸ corpus τῶν χάρτινων εἰκόνων τῆς Ντόρης Παπαστράτου ὡς αὐτοτελὲς θέμα. Ὡστόσο, ἐντοπίσθηκε πρόσφατα σὲ ἰδιωτικὴ συλλογὴ αὐτοτελὲς χαρακτικὸ ποὺ μπορεῖ νὰ χρονολογηθεῖ στὰ ἴδια χρόνια, μὲ τὸ ἴδιο θέμα, τὴν ἴδια χάραξη καὶ τὶς ἴδιες διαστάσεις, ἀλλὰ τυπωμένο σὲ διαφορετικὸ παχύτερο χαρτί, κατάλληλο γιὰ ἕνα αὐτοτελὲς χαρακτικό.

Διαφορετικὴ εἶναι ἡ περίπτωση ὁμάδας χαρακτικῶν, μὲ παραστάσεις ἱερῶν προσώπων ἢ σκηνῶν ἀπὸ τὸν βίο τους καὶ περιέχονται στὶς ἀφιερωμένες σὲ αὐτὰ ἀκολουθίες ποὺ εἶναι ὅμως τελείως διαφορετικὰ (δὲν ἀποτελοῦν κὰν παραλλαγή) ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχουν κυκλοφορήσει αὐτοτελῶς στὰ ἴδια περίπου χρόνια. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρονται οἱ χαλκογραφίες μὲ τοὺς ἁγίους Μανουήλ, Σαβὲλ καὶ Ἰσμαὴλ ποὺ ἀναπαράγονται στὴν ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ 1815 στὴ Λειψία, οἱ ὁποῖες διαφέρουν παντελῶς καὶ ὡς πρὸς τὴ χάραξη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπεικόνιση τῶν σκηνῶν ἀπὸ τὴν αὐτοτελὴ χαλκογραφία μὲ κεντρικὴ παράσταση τοὺς ἁγίους, περιβαλλόμενη ἀπὸ εἴκοσι τέσσερα εἰκονίδια μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὸν βίο τους, ποὺ ἐκτυπώθηκε τὸ 1811 στὴ Βιέννη.(27) Στὴν περίπτωση αὐτὴ νὰ ὑποθέσουμε, ἀντίστροφα, ὅτι λανθάνει μιὰ ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας τῶν ἁγίων ποὺ κυκλοφόρησε στὰ 1811;

Ταυτόχρονη ἢ πλησιόχρονη παραγωγὴ θρησκευτικῶν χαρακτικῶν, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια ἢ παρεμφερὴ χάραξη, μὲ σκοπὸ νὰ κοσμήσουν ἀκολουθίες ἢ νὰ κυκλοφορήσουν αὐτόνομα, καὶ ἀκόμη κοινὲς χορηγίες ὑποδεικνύουν μιὰ ἄμεση καὶ ἀμφίδρομη σχέση ἀνάμεσα στὶς «αὐτοτελεῖς» καὶ τὶς «ἐξαρτημένες» χάρτινες εἰκόνες.(28) Καὶ αὐτὸς ἦταν κυρίως ὁ λόγος ποὺ ὁδήγησε τὴν Ντόρη Παπαστράτου νὰ ἀποκτήσει καὶ νὰ ἐμπλουτίσει τὴ συλλογὴ ἔντυπων ἀκολουθιῶν: οἱ φυλλάδες παραδίδουν συμπληρωματικὸ ἢ συγκριτικὸ ὑλικὸ γιὰ τὴν πληρέστερη καὶ πιὸ ὁλοκληρωμένη ἔρευνα καὶ περιγραφὴ τῶν χάρτινων εἰκόνων τοῦ corpus.

Ἡ Συλλογὴ τῶν ἔντυπων ἀκολουθιῶν τῆς Ντόρης Παπαστράτου περιλαμβάνει 665 φυλλάδες ἀκολουθιῶν καὶ σύμμικτους τόμους. Οἱ τελευταῖοι περιέχουν μικρὲς ἢ μεγάλες συναγωγὲς ἀκολουθιῶν ἀφιερωμένες στὸ ἴδιο ἱερὸ πρόσωπο (π.χ. Κανόνες...εἰς τὴν Θεοτόκον, Κέρκυρα 1833) ἢ σὲ διάφορους ἁγίους καὶ ἑορτὲς μὲ κοινὰ χαρακτηριστικὰ (π.χ. ἀκολουθίες νεομαρτύρων: Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἀθήνα 1856• ἅγιοι τιμώμενοι στὴ Χίο: Νέον Χιακὸν Λειμωνάριον, Ἀθήνα 1930). Ἐντυπωσιακὸς ἀριθμὸς ἀκολουθιῶν ἢ σύμμικτων τόμων καὶ φυλλάδων, ποὺ ὑπολογίζονται στὸ ἕνα ἕκτο περίπου τῆς συλλογῆς (ἑκατὸν ἑπτά), ἀναφέρονται σὲ πέντε ἐπιμέρους ἑορτὲς τοῦ θεομητορικοῦ κύκλου καὶ σὲ τριάντα τέσσερεις ἐπωνυμίες τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἀντιστοιχοῦν κυρίως σὲ ἑορτές, Ἀναμνήσεις θαυμάτων ἰσάριθμων εἰκόνων της. Στὴ συλλογὴ εἶναι ἐνταγμένες καὶ μικρὲς ἢ μεγάλες μονογραφίες, ἐκδεδομένες ἀπὸ ἐπώνυμους συγγραφεῖς κυρίως στὸν 20ὸν αἰώνα, ποὺ περιέχουν τὸν βίο καὶ τὰ θαύματα ἑνὸς ἁγίου ἢ τὴν ἱστορία μιᾶς μονῆς, ἀλλὰ περιλαμβάνουν ὡς ὀργανικὸ συμπλήρωμα τὴν ἀντίστοιχη σχετικὴ ἀκολουθία (π.χ. Δ. Σαλαμάγκας, Ὁ νεομάρτυρας ἅγιος Γεώργιος Ἰωαννίνων, Ἀθήνα 1954). Ἡ ἔνταξη ἑνὸς τέτοιου ἐντύπου σὲ μιὰ συλλογὴ ἀκολουθιῶν εἶναι θεμιτή, ἐφόσον ἡ πρόθεση τοῦ σύγχρονου συγγραφέα δὲν διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ ἐκείνην ἑνὸς ἐκδότη ἀκολουθίας ἢ προσκυνηταρίου στὸν 18ο αἰώνα: ὑμνολόγηση τοῦ ἱεροῦ προσώπου, ἐξιστόρηση τοῦ βίου καὶ τῶν θαυμάτων του, περιγραφὴ καὶ ἀνάδειξη τοῦ ἱεροῦ τόπου (μονῆς) ὅπου σῴζεται τὸ λείψανό του ἢ τιμᾶται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα του. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ἕνα παρόμοιο ἔντυπο βρίσκεται, ὣς τὶς μέρες μας, στὸ ἀναλόγιο τοῦ ψάλτη στὴν ἐκκλησία ἑνὸς χωριοῦ, προκειμένου νὰ ψαλεῖ ἡ ἀκολουθία τοῦ ἁγίου τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του.

Χρονολογικά, ἡ συλλογὴ περιέχει δύο ἀκολουθίες ποὺ ἐκδόθηκαν στὸν 17ο αἰώνα. Παλαιότερη εἶναι ἐκείνη τοῦ ἁγίου Γοβδελαᾶ (Βενετία 1661) καὶ ἡ ἑπόμενη τοῦ ἁγίου Ἀλυπίου τοῦ κιονίτου (Βενετία 1679). Τριάντα ἑπτὰ ἀκολουθίες χρονολογοῦνται στὸν 18ο αἰώνα, ἐνῷ οἱ λοιπὲς στὸν 19ο καὶ 20ὸν αἰώνα. Ἡ συλλογὴ περιέχει ἀκολουθίες ποὺ ἐκδόθηκαν ὡς τὸ 1981 (Ἀκολουθία Ἀρσενίου τοῦ ἐν Πάρῳ), ὡστόσο οὐσιαστικὰ ἡ προσθήκη ὑλικοῦ ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1966 καὶ ἑξῆς φαίνεται νὰ εἶναι περιστασιακὴ (περιέχονται μόνον δέκα ἀκολουθίες). Οἱ ἀκολουθίες ποὺ χρονολογοῦνται μετὰ τὸ 1925, ἔτος ποὺ οὐσιαστικὰ σταματᾶ ἡ βιβλιογράφηση τῶν Ἀκολουθιῶν ἀπὸ τὸν L. Petit, στὴν ὁποία θὰ ἀναφερθοῦμε πιὸ κάτω, ἀνέρχονται σὲ 237, ἀντιστοιχοῦν δηλαδὴ περίπου στὸ 1/3 τῆς συλλογῆς καὶ καλύπτουν ἕνα σημαντικὸ κενὸ στὴ βιβλιογράφηση τῆς παραγωγῆς ἀκολουθιῶν στὸν 20ὸν αἰώνα.

Ἂν τὰ ἔντυπα προσκυνητάρια δὲν βιβλιογραφήθηκαν οὔτε μελετήθηκαν ἀκόμη ὡς αὐτοτελὲς βιβλιακὸ ἢ φιλολογικὸ εἶδος, καὶ τὸ corpus τῶν ὀρθόδοξων χαρακτικῶν τῆς Ντόρης Παπαστράτου κυκλοφόρησε μόλις πρὶν εἴκοσι χρόνια, οἱ φυλλάδες τῶν ἀκολουθιῶν εἶχαν τὴν τύχη νὰ καταλογογραφηθοῦν συστηματικὰ πρὶν ὀγδόντα χρόνια. Τὸ 1926, ὁ Louis Petit, λατίνος ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἐξέδωσε τὴ Βιβλιογραφία τῶν ἑλληνικῶν ἀκολουθιῶν ποὺ τυπώθηκαν ἀπὸ τὸ 1626 ὣς τὸ 1925 (πρόλαβε νὰ συμπεριλάβει στὸ ἔργο του καὶ δύο ἀκολουθίες ποὺ ἐκδόθηκαν τὸ 1926).(29) Τὸ ἔργο περιέλαβε τὶς ἀκολουθίες ποὺ ἐμφανίσθηκαν εἴτε αὐτοτελῶς εἴτε σὲ σύμμικτους τόμους εἴτε ὡς συμπλήρωμα κάποιου ἄλλου ἔργου (π.χ. προσκυνηταρίου ἢ μονογραφίας).(30) Ὁ Petit, παρὰ τὶς εὔλογες ἐλλείψεις ἑνὸς corpus ποὺ ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορά, ἀνέδειξε τὸν ἐντυπωσιακὸ ὄγκο ἑνὸς ὑλικοῦ ποὺ ἐκδόθηκε σὲ διάστημα τριῶν αἰώνων. Ὡστόσο, παρὰ τὸν τίτλο τοῦ ἔργου, ἡ περιγραφὴ τοῦ περιεχομένου τῶν ἀκολουθιῶν ἑστιάσθηκε περισσότερο στὴν παρουσίαση τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων (Βίων, συναξαρίων, διηγήσεων, ἀναμνήσεων θαυμάτων) παρὰ στὴν ἀνάλυση τοῦ ὑμνολογικοῦ περιεχομένου. Γιὰ τὰ ὑμνολογικὰ κείμενα, μολονότι ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκη γιὰ τὴ σύνταξη ἑνὸς répertoire γιὰ τοὺς κανόνες καὶ τοὺς ὕμνους, ἀναφέρει, ὄχι συστηματικά, μόνο τὸν ποιητή, ἐφόσον τὸ ὄνομά του παραδίδεται στὴν ἀκολουθία. Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ὅτι τὸ βιβλίο του δημοσιεύθηκε στὴν ἐκδοτικὴ σειρὰ Subsidia Hagiographica, ποὺ ἐγκαινιάσθηκε ἀπὸ τὴ Société des Bollandistes, ὁμάδα κατεξοχὴν ἁγιολόγων μὲ μακρὰ παράδοση στὴν ἔρευνα καὶ ἔκδοση τῶν μεσαιωνικῶν ἁγιολογικῶν κειμένων, καὶ φιλοξενεῖ κατὰ κανόνα κείμενα καὶ μελέτες ποὺ σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὴν ἁγιολογία καὶ ὄχι τὴν ὑμνογραφία.(31) Στὴν ἴδια γραμμὴ στοιχεῖ καὶ ὁ F. Halkin, ποὺ τὸ 1948, ὡς συμπλήρωμα στὸν Petit, δημοσίευσε τὴ βιβλιογραφία γιὰ τὶς γνωστὲς σ' αὐτὸν καραμανλίδικες ἐκδόσεις τῶν ἀκολουθιῶν.(32)

Ὁ ἁγιολογικὸς προσανατολισμὸς τοῦ Petit ἀποτυπώνεται καὶ στὸν ἐκτενὴ πρόλογο τῆς ἐργασίας του. Ὅπως ὑπογραμμίζει, ἡ βιβλιογράφηση τῶν ἀκολουθιῶν ἔγινε γιὰ νὰ χρησιμεύσει ὡς ἕνα ἐπιπλέον βοήθημα στοὺς ἐρευνητὲς τῆς ἁγιολογίας, καὶ τὸ ἔργο πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς συμπλήρωμα στὴν Bibliotheca Hagiographica Graeca. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο ἄλλωστε στὴ δόμηση τῆς Βιβλιογραφίας μιμήθηκε τὴν ταξινόμηση τῶν ἱερῶν προσώπων, ὅπως αὐτὰ ἐμφανίζονται στὴν καταλογογράφηση τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων τους στὴν ἀνωτέρω Bibliotheca Hagiographica Graeca.(33) Ἡ συνολικὴ ἀποτίμηση τῆς κατηγορίας αὐτῆς θρησκευτικῶν ἐντύπων εἶναι σὲ γενικὲς γραμμὲς ἀπαξιωτικὴ καὶ διατυπώνεται ὄχι χωρὶς κάποια δόση εἰρωνείας. Γιὰ τὸν Petit οἱ ἀκολουθίες παρέχουν ἀναρίθμητες πληροφορίες στοὺς θεολόγους καὶ στοὺς λαογράφους, ἐνῷ δὲν ἔχουν τίποτε νὰ προσφέρουν στοὺς ἱστορικούς. Συντεθειμένες γιὰ τοὺς ἁπλοϊκοὺς πιστούς, μεταφέρουν ἕναν αὐθορμητισμὸ καὶ μιὰ τόλμη ἐκφράσεων μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποκαλύπτεται τὸ βάθος τῆς λαϊκῆς ψυχῆς καὶ ἀναδεικνύονται τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα ἑνὸς εὐφυοῦς λαοῦ. Τὰ κείμενα τῶν ἀκολουθιῶν, ὅπου ἡ ἀναλήθεια εἶναι παρούσα σὲ κάθε σελίδα, ἀπηχοῦν ἀνταγωνιστικὴ τοπικιστικὴ φιλοπατρία, ἀντιτουρκισμὸ καὶ ἀντιλατινισμό. Τὰ ὑμνολογικὰ κείμενα εἶναι ἄσματα ἄθλιας ποιότητας, συντεθειμένα ἀπὸ ἄτεχνους ὑμνογράφους καὶ ἐκδεδομένα ἀπὸ αὐτοσχέδιους ἐκδότες.(34)

Παρὰ τὶς ἐλλείψεις καὶ τὴ μεροληπτικὴ κρίση γιὰ τὸ βιβλιογραφούμενο ὑλικό, ἡ ἐργασία τοῦ Petit προώθησε σημαντικὰ τὴ μεταβυζαντινὴ ἁγιολογικὴ ἔρευνα καὶ στάθηκε ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀναζήτηση ἀβιβλιογράφητων ἀκολουθιῶν καὶ τὴν περιγραφή τους μὲ μεγαλύτερη πληρότητα. Οἱ πρῶτες συμπληρώσεις στὴ Βιβλιογραφία τῶν ἀκολουθιῶν ἔγιναν ἀπὸ τὸν Σωφρόνιο Εὐστρατιάδη, ὁ ὁποῖος περιέλαβε καὶ τὶς ἀκολουθίες ποὺ ἐκδόθηκαν ὣς τὸ 1932.(35) Γνώστης καὶ ἐρευνητὴς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας, συμπληρώνοντας τὶς παραλείψεις τοῦ Petit, δὲν περιορίσθηκε στὴν ἀναγραφὴ τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων ἀλλὰ ἐπεκτάθηκε καὶ στὴν ἀνάλυση τοῦ ὑμνολογικοῦ περιεχομένου τῶν ἀκολουθιῶν δὲν κατέγραψε μόνον τοὺς κανόνες τῶν ἁγίων, τῶν ὁποίων οἱ ἀκολουθίες περιέχονται στὰ Μηναῖα. Προσθῆκες ἀποκλειστικὰ στὴ Βιβλιογραφία τοῦ L. Petit (ὣς τὸ 1926) ἔγιναν ἀπὸ τὸν γράφοντα στὰ μέσα της δεκαετίας τοῦ 1970, μὲ ἀνάλυση τοῦ ὑμνολογικοῦ περιεχομένου καὶ προσθήκη πίνακα μὲ τὰ incipit τῶν κανόνων καὶ τῶν ἀκροστιχίδων.(36) Ἱκανὸς ἀριθμὸς προσθηκῶν ἐπισημάνθηκε καὶ περιλήφθηκε σὲ ἐργασίες ποὺ συμπληρώνουν τὶς γενικὲς ἑλληνικὲς βιβλιογραφίες τοῦ É. Legrand, τῶν Δ. Γκίνη - Β. Μέξα, τοῦ Φ. Ἠλιοὺ καὶ τῶν Φ. Ἠλιοὺ-Πόπης Πολέμη.(37) Στὶς τελευταῖες, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἀκολουθεῖται τὸ μοντέλο τοῦ L. Petit: ἐπισήμανση τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων καὶ ἀγνόηση τοῦ ὑμνολογικοῦ περιεχομένου.

  
Ἂν ἡ ὑμνολογία τῶν φυλλάδων δὲν προσείλκυσε ἰδιαίτερα ὣς τώρα τὸ ἐνδιαφέρον τῶν σύγχρονων ἐρευνητῶν, ἀντίστοιχα καὶ ἡ διοίκηση τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας δὲν φάνηκε πρόθυμη νὰ ἐνσωματώσει τὴ νέα ποιητικὴ ὕλη στὴ λατρευτικὴ πρακτική της. Τὰ κείμενα τῶν φυλλάδων ποὺ ἐκπροσωποῦν ἑκατοντάδες νέων ἑορτῶν, καὶ ὄχι μόνον, παρέμειναν σχεδὸν κατὰ κανόνα ἔξω ἀπὸ τὰ Μηναῖα τῶν δώδεκα μηνῶν, ἐκκλησιαστικὰ βιβλία ποὺ καλύπτουν τὸν λειτουργικὸ κύκλο τῶν ἀκίνητων ἑορτῶν ὅλου τοῦ ἔτους (δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτὲς καὶ μνῆμες ἁγίων). Ὡστόσο, δὲν ἔλειψαν οἱ ἀπόπειρες προσθηκῶν ὑμνολογικῶν κειμένων στὰ ἔντυπα Μηναῖα ποὺ ἄρχισαν νὰ κυκλοφοροῦν ἀπὸ τὸ 1526,(38) καὶ ὣς τὸν 20ὸν αἰώνα γνώρισαν ἀλλεπάλληλες ἐκδόσεις. Ὅπως εὔστοχα ἐπεσήμανε ἐδῶ καὶ τριάντα περίπου χρόνια ὁ Φ. Ἠλιού, δὲν διαθέτουμε ἀκόμη μιὰ συνολικὴ μελέτη γιὰ τὴν ἔντυπη παράδοση καὶ τὴν ἱστορία τῶν λειτουργικῶν βιβλίων στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας.(39) Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν κυκλοφορία τῆς ἴδιας κατηγορίας βιβλίων καὶ στὸν ὑπόλοιπο 19ο αἰώνα, περίοδο ὅπου ἡ ἔκδοση τῶν λειτουργικῶν βιβλίων μετατοπίζεται σταδιακὰ ἀπὸ τὰ ἐκδοτικὰ κέντρα τοῦ ἐξωτερικοῦ στὸ ἑλληνικὸ βασίλειο. Ἔτσι, βρισκόμαστε ἀκόμη πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ νὰ γνωρίζουμε συνολικὰ καὶ συγκριτικὰ τὸ εὖρος, τὴ φύση καὶ τὴν αἰτία τῶν ἀλλαγῶν ποὺ ἐπέφεραν οἱ κατὰ καιροὺς λόγιοι ἐπιμελητὲς καὶ ἐκδότες στὰ κείμενα τῶν Μηναίων. Οἱ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν ἀποτελοῦν μικρὴ συμβολὴ στὸ πολύπλοκο καὶ πολυσήμαντο πρόβλημα τῶν προσθηκῶν καὶ τῶν ἀπαλείψεων στὶς διαδοχικὲς ἐκδόσεις τῶν λειτουργικῶν αὐτῶν βιβλίων, ἑστιάζοντας εἰδικότερα στὰ ὑμνολογικὰ κείμενα ποὺ ἀφοροῦν νέους ἁγίους καὶ νέες ἑορτές.

Ἀλλαγὲς στὸ περιεχόμενο τῶν ἔντυπων Μηναίων ἐντοπίζονται γιὰ πρώτη φορὰ στὰ μέσα τοῦ 16ου αἰώνα. Ἀφοροῦν σημαντικὲς προσθῆκες ὑμνολογικῶν κειμένων ἀπὸ τὸν Νικόλαο Μαλαξό, πρωτοπαπὰ Ναυπλίου, στὴν ἔκδοση μιᾶς σειρᾶς ἕξι Μηναίων (Μαρτίου-Αὐγούστου) στὰ ἔτη 1548 καὶ 1549.(40) Ὁ λόγιος κληρικός, πρόσφυγας στὴ Βενετία μετὰ τὴν κατάληψη τῆς γενέτειράς του ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς τὸ 1540, ἀναμειγνύεται συστηματικὰ στὴν ἔκδοση λειτουργικῶν βιβλίων πρὸς χρήση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ἀσχολούμενος κυρίως μὲ τὴν προετοιμασία καὶ διόρθωση τῶν πρὸς ἔκδοση κειμένων. Συγγραφέας ὁ ἴδιος πολλῶν ὑμνολογικῶν ἔργων, δὲν διστάζει νὰ ἐμπλουτίσει τὶς ἀκολουθίες καὶ μὲ δικές του συνθέσεις. Στὴν ἔκδοση μιᾶς δεύτερης σειρᾶς Μηναίων (Σεπτεμβρίου-Φεβρουαρίου), ποὺ συμπλήρωναν τὴν πρώτη, στὰ ἔτη 1551-1552, εἶναι πιὸ τολμηρὸς στὴν προσθήκη προσωπικῶν του συνθέσεων. Οἱ προσθῆκες ἔργων του συνεχίσθηκαν καὶ σὲ ἑπόμενες ἐκδόσεις Μηναίων, ὣς τὸ 1584, στὶς ὁποῖες εἶχε ἀνάμειξη ὁ ἴδιος ἢ ὁ ἀδελφός του Γρηγόριος Μαλαξός.(41)

Οἱ ὑμνολογικὲς παρεμβάσεις τοῦ Μαλαξοῦ συνίσταντο κυρίως στὴν προσθήκη ἢ συμπλήρωση
κανόνων καὶ συγκεκριμένων ὕμνων (μακαριστάρια, στιχηρὰ προσόμοια, ἰδιόμελα, μεγαλυνάρια, «πεντηκοστάρια», ἀπολυτίκια, καθίσματα, κοντάκια καὶ ἐξαποστειλάρια) σὲ ἁγίους καὶ ἑορτὲς ποὺ ἤδη ὑπῆρχαν στὰ χειρόγραφα Μηναῖα καὶ ἡ τιμή τους ἦταν παγιωμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.(42) Ἀντίθετα φαίνεται νὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ προσεκτικὸς στὴν προσθήκη ὑμνολογικῆς ὕλης ἀφιερωμένης σὲ ἱερὰ πρόσωπα ποὺ δὲν ἀπαντῶνται στὰ Μηναῖα, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἁγιότητά τους εἶναι ἀναγνωρισμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ μοναδικὴ ὁλόκληρη ἀκολουθία ποὺ προσέθεσε (καὶ ἔκτοτε παρέμεινε στὰ μηναῖα) ἦταν ἐκείνη ἑνὸς «παλαιοῦ» ἁγίου, τοῦ ἁγίου Μητροφάνη, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς ὁ πρῶτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῷ ἀπέφυγε νὰ παρεμβάλει ὑμνολογικὰ κείμενα ποὺ συνέθεσε γιὰ τοπικοὺς ἁγίους (ὅπως ὁ τιμώμενος στὴν πατρίδα του ἅγιος Θεοδόσιος ὁ νέος), ἢ νεομάρτυρες τῆς ἐποχῆς του (ὅπως ὁ νεομάρτυρας Μιχαὴλ ὁ Μαυροειδῆς), ὑποβάλλοντας ἔτσι γενίκευση τῆς τιμῆς τους.(43)

Δὲν γνωρίζουμε ἂν ὑπῆρξε κάποια ἐπίσημη ἀντίδραση ἀπὸ τὸ πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως στὶς καινοτομίες τοῦ Μαλαξοῦ. Οἱ μαρτυρίες γιὰ καταδίκη τῶν προσθηκῶν καὶ ἀποκλεισμό τους ἀπὸ τὴ λατρεία ἀνάγονται στὸν 19ο αἰώνα καὶ δὲν στηρίζονται σὲ κάποια σύγχρονη πηγή. Παρὰ ταῦτα, ἡ συλλογικὴ ἐπιφυλακτικότητα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας γιὰ τὰ λειτουργικὰ βιβλία ποὺ τυπώνονται στὴ Δύση, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἐπιμέλεια προσώπων μὲ ἀναμφισβήτητο ὀρθόδοξο φρόνημα, ὁδήγησε τοὺς μετὰ τὰ τέλη τοῦ 16ου αἰώνα ἐκδότες νὰ ἀπαλείψουν σχεδὸν παντελῶς ἀπὸ τὶς ἑπόμενες ἐκδόσεις τῶν Μηναίων τὶς προσθῆκες τοῦ Μαλαξοῦ.(44)

Πάντως προσθῆκες, ὄχι μὲ τὴ μορφὴ ἀκολουθιῶν ἢ κανόνων ἀλλὰ ὡς συναξαριακὲς μνεῖες γιὰ νέους ἁγίους ἢ ἄλλα ἱερὰ πρόσωπα ἢ θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ δὲν περιέχονται στὸ σῶμα τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτῶν βιβλίων, μὲ ἐξαιρετικὴ βέβαια φειδώ, ἐμφιλοχωροῦν σὲ ἔντυπα μηναῖα κατὰ τὸν 16ο αἰώνα. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρεται ἡ μνεία τοῦ Θαύματος ἐν τῷ λάκῳ τοῦ Ἄδειν στὸν Ἄθω. Τὸ ἁγιολογικὸ ὑπόμνημα γιὰ τὸ θαῦμα, ὡς ἀνεξάρτητο κείμενο, καταγράφεται γιὰ πρώτη φορὰ στὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰώνα. Οὔτε τὸ συναξαριακὸ κείμενο οὔτε ἡ μνεία του εἰσάγεται στὰ χειρόγραφα Μηναῖα ποὺ ἀντιγράφονται ἀκόμη καὶ στὸν Ἄθω (χρησιμοποιώντας βυζαντινὰ ἀνθίβολα) τὸν ἴδιο αἰώνα ἀλλὰ καὶ μεταγενέστερα. Ἔχει καταχωρηθεῖ ὅμως ὡς συναξαριακὴ μνεία ἤδη στὴν ἔκδοση τοῦ Μηναίου τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1568.(45)

Ἡ ἑπόμενη σοβαρὴ ἀπόπειρα γιὰ προσθῆκες στὰ Μηναῖα, ἀπὸ ὅσο εἶναι γνωστό, συνδέεται μὲ τὴν ἔκδοση τῶν Μηναίων τοῦ 1760-1761 ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο τοῦ Δημητρίου Θεοδοσίου στὴ Βενετία. Δὲν ἔχει ἐρευνηθεῖ ἀκόμη τὸ εὖρος καὶ τὸ εἶδος τῶν προσθηκῶν, ὡστόσο ἕνα πατριαρχικὸ ἔγγραφο τοῦ Ἰωαννικίου Γ' τοῦ 1761 ποὺ ἐκδόθηκε γιὰ νὰ καταδικάσει τὴν ἐνέργεια τοῦ τυπογράφου ἀναφέρει ὅτι «ἐτόλμησε προσθῆναι καὶ παρενεῖραι νεωτέρους τινὰς ἁγίους μὴ περιεχομένους ἐν τῇ παλαιᾷ τυπογραφίᾳ τῶν πρὸ τοσούτου χρόνου τύποις ἐκδεδομένων Μηναίων καὶ πανταχοῦ ἀναγινωσκομένων».(46) Ἂν δεχθοῦμε μιὰ μαρτυρία τοῦ Καισαρίου Δαπόντε, ἀνάμεσα στὶς προσθῆκες ἦταν ὁλόκληρες οἱ ἀσματικὲς ἀκολουθίες στὸν ἅγιο Χαραλάμπη καὶ στὸν ἅγιο Ἀχίλλιο Λαρίσης.(47) Ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοδοσίου ἔγινε χωρὶς τὴν ἔγκριση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ κρίθηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη ὡς ἀντικανονικὴ («πρᾶγμα ἀπεμφαῖνον καὶ ἀπρόσφιλον καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὅρων τε καὶ κανόνων ἀλλότριον»). Στὸ πατριαρχικὸ ἔγγραφο διευκρινίζεται ὅτι οἱ προσθαφαιρέσεις στὰ ἱερὰ βιβλία ἀπαγορεύονται καὶ ἂν κριθεῖ ἀναγκαῖο νὰ γίνει κάποια ἀλλαγή, αὐτὴ πρέπει νὰ ἔχει συνοδικὴ ἔγκριση. Ἡ ἐλευθερία ἐν τοῖς ἱεροῖς βιβλίοις ἐπιφέρει σκάνδαλα, ἀνατρέπει τὴν κανονικὴ ἀκρίβεια καὶ ἐγκυμονεῖ τὸν κίνδυνο νὰ ὑπεισέλθουν στὴ λατρεία ἅγιοι μὴ ἀναγνωρισμένοι ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἐκκλησία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ πατριάρχης ἀπαγορεύει τὴ χρήση τους στὴν Ἀνατολή, ἐπισείοντας τὴν ποινὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, καὶ συνιστᾶ τὴν «ὀρθόδοξη» ἔκδοση τῶν Μηναίων τοῦ τυπογραφείου τῶν Γλυκήδων.(48)

Τὸ πατριαρχικὸ ἔγγραφο εἶναι ἀποκαλυπτικὸ γιὰ τὴν ἀρνητικὴ στάση τῆς ἐπίσημης ἐκκλησίας κατὰ τὸν 18ο αἰώνα στὴν εἰσαγωγὴ ἀκολουθιῶν νέων ἁγίων στὴ λατρευτικὴ πρακτική τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐπιφυλακτικότητα ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητάς τους. Ἡ ἐπιφυλακτικὴ αὐτὴ τακτική, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν ὑμνολογικῶν καινοτομιῶν, τηρήθηκε καὶ στὶς ἀναθεωρήσεις καὶ διορθώσεις τῶν ἔντυπων Μηναίων ποὺ ἐπιχειρήθηκαν στὸν 19ο αἰώνα καὶ ἔφεραν τὴν ἔγκριση τοῦ πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Ἡ ἀναθεώρηση τοῦ κειμένου τῶν ἔντυπων Μηναίων ἀπὸ τὸν Ἴμβριο λόγιο ἱερομόναχο Βαρθολομαῖο Κουτλουμουσιανὸ συντελέσθηκε μὲ ἐκκλησιαστικὴ ἔγκριση στὴ διάρκεια τῆς πατριαρχείας τριῶν πατριαρχῶν τοῦ πρώτου μισοῦ τοῦ 19ου αἰώνα (Κωνσταντίου τοῦ ἀπὸ Σιναίου, Γρηγορίου τοῦ Ϛ' καὶ Ἀνθίμου Ε').(49) Ἡ ἀναθεώρηση στηρίχθηκε σὲ χειρόγραφα ἀλλὰ καὶ ἔντυπα Μηναῖα, συνίστατο στὴ διόρθωση τυπογραφικῶν σφαλμάτων, στὴν ἀποκατάσταση τοῦ μέτρου στὰ ποιητικὰ κείμενα καὶ στὴν προσθαφαίρεση κανόνων καὶ τροπαρίων. Ἡ ἀτελὴς ἀλλὰ ἀξιόλογη αὐτὴ ἀναθεώρηση, ποὺ κατέληξε στὴ νέα ἔκδοση τῶν Μηναίων ἀπὸ τὸ 1843 καὶ ἑξῆς, δὲν συμπεριέλαβε ἀκολουθίες νέων ἁγίων.(50) Στὸν ἐκτενὴ πρόλογο ποὺ προέταξε ὁ Βαρθολομαῖος στὴν ἔκδοση τοῦ πρώτου τόμου τῶν ἀναθεωρημένων Μηναίων, δὲν κάνει καμία νύξη γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ στὰ Μηναῖα τῶν Ἀκολουθιῶν τους, εἴτε ἀπὸ χειρόγραφα εἴτε ἀπὸ φυλλάδες. Ὡστόσο σὲ μερικὲς ἀναπληρώσεις ἀκολουθιῶν, πάντοτε γιὰ ἁγίους καθιερωμένους στὰ Μηναῖα, χρησιμοποίησε νεώτερα κείμενα ποὺ εἶχαν ἐνσωματωθεῖ σὲ ἐκδεδομένες φυλλάδες (π.χ. ἡ ἀκολουθία τῶν ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου ἀναπληρώθηκε ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς ἔντυπης φυλλάδας τοῦ 1840).(51)

Τὸ ἴδιο ἔτος (1843) κυκλοφόρησε καὶ ἡ πρώτη ἔκδοση τῶν Μηναίων ποὺ τυπώθηκε στὴν Ἀνατολή, ἀπὸ τὴν Κεντρικὴ Ἐκκλησιαστικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Στὰ Μηναῖα αὐτά, πάντοτε μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ πατριαρχείου, συμπεριλήφθηκαν καὶ διορθώσεις ποὺ εἶχε ἐπιφέρει παλαιότερα ὁ Καισάριος Δαπόντες. Καὶ ἡ ἔκδοση αὐτὴ δὲν φαίνεται νὰ περιλαμβάνει τουλάχιστον σημαντικὲς προσθῆκες (ὕμνους ἢ ἀκολουθίες) ποὺ ἀναφέρονται στοὺς νέους ἁγίους.(52)

Ὁ προβληματισμὸς γιὰ τὴν τύχη τῶν νέων ἁγίων καὶ τῶν φυλλάδων τους, ποὺ ἐν τῷ μεταξύ, προϊόντος τοῦ 19ου αἰώνα, συνεχῶς αὐξανόταν, ἐπανερχόταν, ἄλλοτε ὑπαινικτικὰ καὶ ἄλλοτε διατυπωμένος μὲ περισσότερη σαφήνεια, κάθε φορὰ ποὺ ἀνακινεῖτο τὸ θέμα τῆς ἀποκατάστασης τῶν λειτουργικῶν βιβλίων καὶ ἰδιαίτερα τῶν Μηναίων.

Τὸ 1896, ὁ Ἀθανάσιος Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, μὲ Ὑπόμνημα ποὺ ὑπέβαλε στὸν πατριάρχη Ἄνθιμο Ζ' σχετικὰ μὲ τὴν ἀναθεώρηση τῶν Μηναίων, μεταξὺ ἄλλων πρότεινε νὰ εἰσαχθοῦν οἱ ἀκολουθίες τῶν νέων ἁγίων στὰ Μηναῖα, σὲ συμφωνημένη ἡμερομηνία τῆς μνήμης τους. Προνοώντας γιὰ τυχὸν πολιτικὲς παρενέργειες καὶ ἀντιδράσεις ζήτησε νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ ἅγιοι τῶν ὁποίων ὁ βίος σχετίζεται μὲ γεγονότα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ θίξουν τοὺς μουσουλμάνους ὑπηκόους τοῦ σουλτάνου.(53) Στὸ θέμα ἐπανῆλθε λίγα χρόνια ἀργότερα μὲ τὴν Αὐτοσχέδιον γνώμην ποὺ ὑποβλήθηκε στὸ οἰκουμενικὸ πατριαρχεῖο τὸ 1904, προτείνοντας νὰ προστεθοῦν «τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα ἑορτῶν ἀκολουθίαι, ἂν ὑπάρχωσι παλαιαὶ ἐν τοῖς χειρογράφοις, καὶ ἂν μή, αἱ δοκιμώτεραι τῶν νέων», ὑποδεικνύοντας καὶ κάποια νέα κριτήρια: οἱ ποιητές τους νὰ εἶναι δογματικὰ ἀνεπίληπτοι, νὰ ἔχουν ἐνάρετο βίο καὶ νὰ γνωρίζουν μελοποιία.(54) Οἱ προτάσεις τοῦ Παπαδοπούλου-Κεραμέως παρέμειναν ἀναξιοποίητες. Ἡ ὁρισθεῖσα τριμελὴς πατριαρχικὴ ἐπιτροπὴ δὲν φαίνεται νὰ ἐργάσθηκε ἀποτελεσματικὰ καὶ τὸ θέμα ἀτόνισε.

Ὅταν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀνεκινεῖτο τὸ θέμα τῆς διόρθωσης τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων, κυκλοφοροῦσε ἡ ἀθηναϊκὴ ἔκδοση τῶν Μηναίων τοῦ Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανοῦ, μὲ προσθῆκες καὶ διορθώσεις τοῦ ἀρχιμανδρίτη Ἰωάννου Μαρτίνου (μετέπειτα ἐπισκόπου Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως), ὑμνογράφου καὶ γνώστη τῆς βυζαντινῆς μελοποιίας (1896).(55) Ὁ Μαρτίνος ὑπῆρξε πιὸ τολμηρὸς στὶς ἐπεμβάσεις του: πλούτισε τὶς μνῆμες πολλῶν ἁγίων μὲ ἀπολυτίκια ποὺ συνέθεσε ὁ ἴδιος καὶ παρενέβαλε τρεῖς ὁλόκληρες ἀκολουθίες γιὰ νέους ἁγίους, τοῦ Ἀθανασίου ἀρχιεπισκόπου Χριστιανουπόλεως ποὺ συνέταξε ὁ ἴδιος, τοῦ Λουκᾶ τοῦ Στειριώτου καὶ τοῦ Σεραφεὶμ τοῦ ἐν τῷ ὂρει Δομποῦ. Ἐπικρίνοντας τὴ Μεγάλη Ἐκκλησία γιὰ τὸν πρὸ αἰώνων ἐξοβελισμὸ τῶν ποιημάτων τοῦ Νικολάου Μαλαξοῦ, θέτει εὐθέως τὸ θέμα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀκολουθιῶν τῶν νέων ἁγίων στὰ Μηναῖα: «Διὰ τί λοιπὸν νὰ μὴν ἀναπληρῶνται τὰ κενὰ ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς ἀναφαινομένων δοκίμων καὶ κρατίστων ὑμνογράφων, μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ ἔγκρισιν τῆς Ἐκκλησίας; Διὰ τί ἐν τοῖς νέοις Μηναίοις νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι καὶ αἱ ἀκολουθίαι τῶν νεοφανέντων ἁγίων, Διονυσίου τοῦ Αἰγίνης, Γερασίμου τοῦ Νοταρᾶ, τῶν νεομαρτύρων Κωνσταντίνου τοῦ Ὑδραίου, Δημητρίου καὶ Παύλου τῶν ἐν Τριπόλει ἀθλησάντων, Φιλοθέας τῆς ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ ἄλλων οὓς ὁ Θεὸς διὰ σημείων καὶ
θαυμάτων ἐδόξασε; Τῶν ἁγίων τούτων ἑορταζομένων καὶ τῆς ἀκολουθίας αὐτῶν ἀπὸ φυλλάδας ψαλλομένης, τί τάχα διαφέρει ἡ φυλλὰς τοῦ Μηναίου»;(56) Παρὰ τὶς διακηρύξεις του, ὁ Μαρτίνος δὲν τόλμησε νὰ εἰσαγάγει μαζικὰ νέα ὑμνολογικὴ ὕλη στὰ Μηναῖα. Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση, εἶναι ἀμφίβολο ἂν θὰ εἶχε τὴν ἔγκριση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὴν κυκλοφορία τῶν Μηναίων του, ἡ ὁποία καὶ τοῦ δόθηκε.

Μία νέα πατριαρχικὴ ἐπιτροπή, ποὺ συστήθηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη Φώτιο Β' τὸ 1932 γιὰ νὰ ἐπανεξετάσει τὸ θέμα τῆς διόρθωσης τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων καὶ νὰ εἰσηγηθεῖ ἕνα πρόγραμμα ἐργασιῶν, δὲν φαίνεται νὰ κατέληξε σὲ κάποιο ἀποτέλεσμα.(57)

Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα γίνεται σαφὲς ὅτι στὸν 19ο καὶ 20ὸν αἰώνα οἱ ἐπίσημες ἐκκλησιαστικὲς ἀρχές, τόσο στὴν Κωνσταντινούπολη ὅσο καὶ στὴν Ἀθήνα, παρέμειναν διστακτικὲς στὴν ἔνταξη μεγάλου ἀριθμοῦ νέων προσώπων στὸν ἐτήσιο λειτουργικὸ κύκλο, χωρὶς νὰ ἀμφισβητοῦν τουλάχιστον εὐθέως τὴν ἁγιότητά τους. Καὶ τοῦτο γιατί ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀκολουθιῶν τους στὰ Μηναῖα θὰ σήμαινε αὐτόματα τὸν καθολικὸ καὶ ὑποχρεωτικὸ ἑορτασμό τους ἀπὸ τὸ σύνολο τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας, τουλάχιστον τῆς ἑλληνόφωνης, θὰ διεύρυνε ἴσως ἄκριτα τὴ γεωγραφικὴ ἐμβέλεια τοπικῶν λατρευτικῶν συνηθειῶν καὶ θὰ δημιουργοῦσε ὀγκώδη καὶ δύσχρηστα βιβλία, ἐπιμηκύνοντας συγχρόνως τὸν χρόνο τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν.

Τὸ κενὸ ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὶς ἀτελέσφορες προσπάθειες τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης γιὰ τὴ διαχείριση τοῦ ὄγκου τοῦ νέου ὑλικοῦ τῶν ἀκολουθιῶν ἄρχισε νὰ καλύπτεται μὲ ἐνθουσιώδεις προσωπικὲς συμβολές. Ἡ συστηματικὴ συναγωγὴ καὶ κριτικὴ ἐπεξεργασία τῶν νέων ἀκολουθιῶν ὑπῆρξε τὸ ἔργο ζωῆς γιὰ τὸν ἱερέα καὶ οἰκονόμο Σκιάθου Γεώργιο Ρήγα (1884-1961), συγγραφέα ἀκολουθιῶν καὶ ἄριστο γνώστη τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς.(58) Ζώντας στὸ πνευματικὸ κλίμα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη καὶ ἐξοικειωμένος μὲ τὶς ὑμνολογικὲς ἐνασχολήσεις τους, μετὰ ἀπὸ τριακονταετὴ περίπου προσπάθεια (1900-1928), συγκρότησε ὀγκωδέστατο καλλιγραφημένο χειρόγραφο (διαιρεμένο σὲ δύο ἡμίτομους) μὲ ἀκολουθίες ἁγίων, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀπόπειρα γιὰ τὴ δημιουργία μίας παράλληλης σειρᾶς συμπληρωματικῶν μηναίων.(59)

Ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει στὸν Πρόλογο τοῦ πρώτου τόμου τοῦ χειρογράφου, ἡ ἐργασία του εἶναι μιά, ὂχι πλήρης, συλλογὴ ἀκολουθιῶν ἁγίων καὶ ἀναμνήσεων θαυμάτων (κυρίως εἰκόνων τῆς Θεοτόκου) μὴ περιεχομένων ἐν τοῖς κανονικοῖς λειτουργικοῖς τῆς Ἐκκλησίας βιβλίοις, συναθροισμένες ἀπὸ ἔντυπα (φυλλάδες) καὶ χειρόγραφα, τὶς ὁποῖες κατέταξε μὲ ἡμερολογιακὴ σειρά.(60) Εἰδικότερα, ἀσχολήθηκε μὲ τὴ φιλολογικὴ ἀποκατάσταση τῶν κειμένων, τὴ διόρθωση τῆς τυπικῆς διάρθρωσης κάθε ἀκολουθίας σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῶν τυπικῶν διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴ συμπλήρωση ὕμνων εἰλημμένων ἀπὸ ἔντυπα καὶ χειρόγραφα καὶ τὴν προσθήκη ἐλάχιστων συνθέσεών του. Στὸ τέλος κάθε ἀκολουθίας σημειώνει σχολαστικὰ καὶ αἰτιολογεῖ τὶς παρεμβάσεις. Ἀξιολογώντας ὁ ἴδιος τὸ ἔργο του στὸ τέλος τοῦ Προλόγου, τὸ θεωρεῖ ὡς συμπλήρωμα τῶν Μηναίων, δὲν θεωρεῖ ὅμως ἀπαραίτητο καὶ πρέπον νὰ χρησιμοποιοῦνται οἱ ἀκολουθίες ἀπὸ ὅλες τὶς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, παρὰ μόνον ὅπου τὸ καλεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀνάγκη ἤ ὁ ἐπιχωριάζων κατὰ τόπους ἑορτασμὸς κάποιων ἁγίων.

Τὸν ἐπιχωριάζοντα ἑορτασμὸ τῆς τιμῆς μιᾶς μεγάλης ὁμάδας ἁγίων, καὶ συγκεκριμένα τῶν ἁγίων τῆς Κύπρου, ἔρχεται νὰ καλύψει ἡ πρόσφατη ἔκδοση μιᾶς σειρᾶς «τοπικῶν» Μηναίων. Τὸ ἐγχείρημα ἀποτελεῖ τὴν πρώτη κωδικοποίηση ἀκολουθιῶν καὶ τὴν ὀργάνωσή τους σὲ παράλληλα Μηναῖα γιὰ λειτουργικὴ χρήση, ποὺ ἐκδίδεται ἀπὸ ἐπίσημη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή, τὴν αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.(61) Στὰ Κύπρια Μηναῖα καταχωρήθηκαν οἱ ἀκολουθίες Κυπρίων ἁγίων καὶ ἐκείνων ποὺ τιμῶνται εἰδικὰ στὸ νησὶ καὶ περιέχονταν στὰ καθιερωμένα Μηναῖα τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἢ εἶχαν ἐκδοθεῖ σὲ φυλλάδες ἢ παρέμεναν ἀκόμη ἀνέκδοτες. Τὸ ἔργο, ποὺ ὁλοκληρώθηκε μετὰ ἀπὸ πολυετὴ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, παρὰ τὶς εὔλογες ἀντιρρήσεις γιὰ περιττὲς ἐπαναλήψεις (ἀκολουθίες ποὺ περιέχονται στὰ ἐπίσημα Μηναῖα), μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει τὸ μοντέλο γιὰ τὴ συγκρότηση ἀντίστοιχων «τοπικῶν» Μηναίων στὸν κυρίως ἑλλαδικὸ χῶρο. Συγχρόνως ὅμως ὑποδεικνύει καὶ τὸ μέγεθος ἑνὸς παρόμοιου ἐγχειρήματος.

Τολμηρὴ ἀπόπειρα γιὰ τὴ συναγωγὴ ὅλων τῶν ὑμνολογικῶν κειμένων ποὺ ἀφοροῦν ἁγίους καὶ ἀναμνήσεις θαυμαστῶν γεγονότων καὶ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1453 ὡς τὸν 20ὸν αἰώνα ἀποτελεῖ μέρος ἑνὸς ἐπιστημονικοῦ προγράμματος ποὺ ἄρχισε νὰ ἐκπονεῖται στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης. Ἀπώτερος στόχος τοῦ προγράμματος εἶναι ἡ δημιουργία μιᾶς ἠλεκτρονικῆς τράπεζας δεδομένων ποὺ θὰ περιέχει τὶς πληροφορίες μιᾶς Νεοελληνικῆς ἁγιολογικῆς βιβλιοθήκης. Ὀργανικό της συμπλήρωμα θὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα μιᾶς «Νεοελληνικῆς ὑμνολογικῆς βιβλιοθήκης».(62) Μένει νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ συνέχεια τοῦ φιλόδοξου αὐτοῦ ἐγχειρήματος. Ἡ μεγάλη συλλογὴ ἀκολουθιῶν τῆς Ντόρης Παπαστράτου (ἑξακόσιες ἑξήντα πέντε φυλλάδες καὶ σύμμικτοι τόμοι) ἀποτελεῖ ἀξιολογότατο δεῖγμα ἑνὸς ὑλικοῦ πού, ὅπως ἀναλύθηκε ἀνωτέρω, μολονότι ἔχει βιβλιογραφηθεῖ πρὶν ὀγδόντα χρόνια, παραμένει ἀκόμη διάσπαρτο καὶ τὶς περισσότερες φορὲς δυσεύρετο. Ἡ περιγραφὴ τῆς συλλογῆς ἀσφαλῶς δὲν εἶναι μία νέα βιβλιογραφία. Δὲν φιλοδοξεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴ Βιβλιογραφία τοῦ L. Petit, οὔτε τὶς προσθῆκες ποὺ ἔγιναν σὲ αὐτήν, ἐφόσον ἀπὸ τὴ φύση της δὲν διεκδικεῖ τὰ εὔσημα πληρότητας. Καὶ οἱ περιγραφὲς τῶν ἀκολουθιῶν δὲν ἀχρηστεύουν ἀλλὰ συμπληρώνουν τὶς προηγούμενες. Ἔτσι, κατὰ τὴν καταγραφὴ τοῦ περιεχομένου δίδεται ἰδιαίτερο βάρος στὸ ἐξοβελισμένο καὶ παραμελημένο ὣς τώρα ὑμνολογικό τους περιεχόμενο, χωρὶς νὰ παραβλέπονται καὶ τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα. Καὶ τοῦτο γιατί ὁ ἴδιος ὁ ὄρος ἀκολουθία παραπέμπει αὐτόματα σὲ μιὰ θρησκευτικὴ ἐκδήλωση ποὺ συντελεῖται μέσα στὸν ναό, συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴ λατρεία καί, ἐνταγμένη στὸν ἐτήσιο λειτουργικὸ κύκλο τῆς Ἐκκλησίας, ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ ὑμνολογήσει τὸν ἅγιο τὴν ἡμέρα ποὺ τελεῖται ἡ μνήμη του. Τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα (ἐκτενὴς Βίος ἢ συναξάριο, διήγησις κλπ.

Στὶς ἑξακόσιες ἑξήντα πέντε φυλλάδες καὶ σύμμικτους τόμους καταγράφονται τὰ ποιητικὰ κείμενα (κυρίως οἱ κανόνες) τῶν ἀκολουθιῶν γιὰ τριακόσια ἐνενήντα τέσσερα ἱερὰ πρόσωπα (γιὰ τριακόσιους σαράντα ὀκτὼ ἁγίους, γιὰ ἑπτὰ ἑορτὲς τοῦ δεσποτικοῦ κύκλου καὶ γιὰ τριάντα ἐννέα ἑορτὲς τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ τὶς ὁποῖες πέντε ἀφοροῦν ἑορτὲς τοῦ θεομητορικοῦ κύκλου καὶ τριάντα τέσσερεις ἑορτὲς εἰς ἀνάμνησιν θαυμάτων εἰκόνων τῆς (Θεοτόκου).(63) Ταυτόχρονα ἀναδεικνύονται τὰ ὀνόματα ἑκατὸν ὀγδόντα ἕξι ὑμνογράφων, ἐφόσον τὰ περισσότερα ὑμνολογικὰ κείμενα εἶναι ἔργα ἐπώνυμων ποιητῶν. Ἡ συμβολὴ γιὰ τὴ γνώση τῶν συνθέσεων τῶν βυζαντινῶν ὑμνογράφων ποὺ ἀριθμητικὰ εἶναι οἱ λιγότεροι, ὅπως π.χ. ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, ὁ Ἰωάννης Μαυρόπους, ὁ Ἰωσὴφ Ὑμνογράφος καὶ ὁ Κοσμᾶς ὁ Μελῳδός, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἰδιαίτερα σημαντική. Εἶναι γνωστοὶ ποιητές, τὸ ἔργο τους ἔχει μελετηθεῖ ἱκανοποιητικὰ καὶ ἀφορᾶ κυρίως ἀκολουθίες παλαιῶν ἁγίων ποὺ περιέχονται στὰ Μηναῖα. Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ ἀποκάλυψη τῶν πολυάριθμων μεταβυζαντινῶν καὶ νεώτερων ὑμνογράφων, ποὺ μὲ ἐξαίρεση εὐάριθμους παραγωγικοὺς ποιητές, ὅπως π.χ. οἱ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, Νικηφόρος ὁ Χίος, Νικόδημος Ἁγιορείτης καὶ Σεραφεὶμ Βυζάντιος, ἔχουν συνθέσει μία ἢ τὸ πολὺ δύο ἀκολουθίες. Εἶναι συνήθως κληρικοὶ ἢ σπανιότερα λαϊκοὶ ὑμνογράφοι, μὲ τοπικὴ ἐμβέλεια, ποὺ συγγράφουν τὴν ἀκολουθία ἑνὸς συντοπίτη ἢ συμμοναστῆ ἁγίου ἢ νεομάρτυρα. Δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις ποὺ ὑμνολογοῦν πρόσωπα σύγχρονα, τὰ ὁποῖα ἔζησαν οἱ ἴδιοι, ἢ ἦταν παρόντες στὸ μαρτύριό τους. Συνθέτουν τὴν ἀκολουθία ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποδημία τους μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδείξουν τὴν ἁγιότητά τους. Τὰ κείμενά τους εἶναι πολλὲς φορὲς ποιητικὰ ἄτεχνα, ὡστόσο ἀποπνέουν τὴ συλλογικὴ συναισθηματικὴ φόρτιση τῆς τοπικῆς κοινωνίας ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιδιώκει τὴ γένεση ἑνὸς νέου ἁγίου, σύγχρονου καὶ οἰκείου ἱστορικοῦ προσώπου.

Ἡ συλλογὴ περιέχει καὶ ἀρκετὰ μεγάλο ἀριθμὸ ἀκολουθιῶν ποὺ συντέθηκαν ἀπὸ ὑμνογράφους ποὺ ἐμφανίσθηκαν λίγο πρὶν τὰ μέσα τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Γερασίμου μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, ὁ ὁποῖος τιμήθηκε μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ μεγάλου ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.(64) Μὲ τὴν πληθωρικὴ συγγραφικὴ παραγωγή του, ἡ σύνθεση ἀκολουθιῶν γιὰ νέους ἀλλὰ καὶ παλαιοὺς ἁγίους λαμβάνει ἐκρηκτικὴ μορφή. Συνθέτοντας καὶ ἐκδίδοντας συνεχῶς ἀκολουθίες ὣς τὴν ἀποδημία του (1991), στάθηκε ἴσως ἡ κύρια ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐμφάνιση καὶ ἄλλων σύγχρονων ἐκκλησιαστικῶν ποιητῶν ποὺ ἀσχολοῦνται συστηματικὰ μὲ τὴ συγγραφὴ ἀκολουθιῶν. Μνημονεύω ἐνδεικτικὰ τοὺς παραγωγικότερους, τὸν μητροπολίτη Μηθύμνης Ἰάκωβο Μαλλιαρὸ (1965-1984)(65) καὶ τοὺς Χ. Μπούσια καὶ ἱερομόναχο Ἀθανάσιο Σιμωνοπετρίτη, ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι
συνεχίζουν ἀκόμη τὴ σύνθεση ὑμνογραφικῶν κειμένων.(66)

Ἡ μεγάλη σὲ ὄγκο συγγραφικὴ παραγωγὴ τῶν σύγχρονων ὑμνογράφων ἀσφαλῶς ἀναβιώνει τὴ λαμπρὴ παράδοση τῆς βυζαντινῆς ποίησης. Ἀπὸ τὸ ἔργο τους δὲν λείπει τὸ ταλέντο, ἡ ἔμπνευση καὶ ἡ πρωτοτυπία, ὅση ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδηλωθεῖ μέσα στὰ καθορισμένα πλαίσια συγγραφῆς μιᾶς ἀκολουθίας. Ὡστόσο, ἡ θεματολογία τῶν συνθέσεών τους ἀναφέρεται, σὲ πολὺ μεγάλο ποσοστό, σὲ νέους ἁγίους καὶ ταυτίζεται μὲ ἐκείνη τῶν πολλῶν μεταβυζαντινῶν καὶ νεώτερων ὑμνογράφων «τοπικῆς» ἐμβέλειας, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ κυκλοφόρησε σὲ παλαιὲς καὶ δυσεύρετες σήμερα φυλλάδες ἢ παραμένει ἀνέκδοτη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια ἀξιόλογα ποιητικὰ ἔργα, γραμμένα μὲ αὐθορμητισμό, νὰ παραδίδονται στὴ λήθη ἢ νὰ ἀγνοοῦνται. Ἔτσι πολὺ συχνὰ παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο τῆς συγγραφῆς, ἔκδοσης καὶ εἰσαγωγῆς στὴ λατρεία νέων ἀκολουθιῶν, ἐνῷ ὑπάρχουν οἱ παλαιὲς ποὺ διατηρήθηκαν σὲ λειτουργικὴ χρήση ἴσως γιὰ αἰῶνες. Ἡ ἀνάδειξή τους μὲ τὴν περιγραφὴ τῆς Συλλογῆς πιθανὸν νὰ συμβάλει στὴν ἐπαναχρησιμοποίησή τους στὴ λατρευτικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις

1. Ντόρη Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες. Ὀρθόδοξα θρησκευτικὰ χαρακτικά, 1665-1899, τ. Ι-ΙΙ, Ἀθήνα 1986 (ἐφεξῆς Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες Ι-ΙΙ).

2. Ὁ θετικὸς ἀντίκτυπος ἀπὸ τὴν ἔκδοση ἀντανακλᾶται στὰ δημοσιεύματα τοῦ ἡμερήσιου καὶ περιοδικοῦ τύπου τῆς ἐποχῆς. Γιὰ τὴ σημασία τοῦ ἔργου βλ. εἰδικότερα, Ὄλγα Γκράτσιου, «Ἀπὸ τὶς μεταβυζαντινὲς εἰκόνες στὶς ἀπαρχὲς τῆς νεοελληνικῆς χαρακτικῆς», Τὰ Ἱστορικὰ 4/7 (Δεκέμβριος 1987) 231-236 (βιβλιοκρισία)• Μ. Χατζιδάκης, «Χάρτινες εἰκόνες. Τὸ βιβλίο ποὺ ἀνασταίνει τὴν ταπεινὴ θρησκευτικὴ εἰκονογραφία», Ἀντί τχ. 346 (8 Μαΐου 1987) 52-53• Α. Ξύδης, «Χάρτινες εἰκόνες. Φορείς της Ορθοδοξίας και της ελληνικής γλώσσας», ὅ.π., 54-55.

3. Τμήματα τῆς συλλογῆς παρουσιάσθηκαν σὲ πολλὲς ἐκθέσεις στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἐξωτερικὸ καὶ στάθηκαν ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὴν ὀργάνωση ἐπιστημονικῆς συνάντησης στὸ Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 1995 (Μεταβυζαντινὰ χαρακτικά. Πρακτικὰ ἐπιστημονικῆς ἡμερίδας, Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ, 10 Νοεμβρίου 1995, [Θεσσαλονίκη] 1999).

4. Στὸ εἶδος αὐτὸ τῶν βιβλίων καταγράφεται ἡ ἱερὴ ἱστορία καὶ οἱ παραδόσεις τοῦ προσκυνηματικοῦ τόπου καὶ περιγράφονται τὰ σεβάσματά του (θαυματουργὲς εἰκόνες, ἅγια λείψανα). Μία συστηματικὴ βιβλιογραφία ἢ μελέτη γιὰ τὰ ἔντυπα προσκυνητάρια (ἢ περίγραφες) παραμένει ἀκόμη αἰτούμενο τῆς ἔρευνας. Περισσότερο γνωστὰ εἶναι τὰ προσκυνητάρια γιὰ τοὺς ἁγίους τόπους τῆς Παλαιστίνης. Γιὰ τὰ βυζαντινὰ καὶ πρώιμα μεταβυζαντινὰ προσκυνητάρια, πολλὲς φορὲς εἰκονογραφημένα, ποὺ κυκλοφοροῦσαν σὲ χειρόγραφη μορφὴ βλ. ἐνδεικτικὰ Α. Külzer, Peregrinatio graeca in Terram Sanctam, Φραγκφούρτη 1984• Σ. Καδᾶς, Εἰκονογραφημένα προσκυνητάρια τῶν Ἁγίων Τόπων (τέσσερα ἑλληνικὰ χειρόγραφα 17ου-18ου αἰ.), Θεσσαλονίκη 1984• ὁ ἴδιος, Προσκυνητάρια τῶν Ἁγίων Τόπων. Δέκα ἑλληνικὰ χειρόγραφα 16ου-18ου αἰ., Θεσσαλονίκη 1986• ὁ ἴδιος, Οἱ Ἅγιοι Τόποι: Εἰκονογραφημένα Προσκυνητάρια 17ου-18ου αἰ., Ἀθήνα 1998. — Τὰ ἔντυπα προσκυνητάρια τῶν ἀθωνικῶν μονῶν εἶναι καταχωρημένα στὸ Ι. Doens, «Bibliographie de la Sainte Montagne de l'Athos», Le millénaire de la Sainte Montagne de l’Athos, τ. 2, Chevetogne 1964 (ἀνατύπωση αὐτοτελῶς, Ἅγιον Ὄρος 2001), 351-394 (ἑλληνικὴ βιβλιογραφία). Γιὰ τὰ σιναϊτικὰ προσκυνητάρια βλ. Μ. Μανούσακας, «Ἡ "Περιγραφή" τοῦ Σινᾶ καὶ αἱ πηγαὶ αὐτῆς», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 5 (1996) 29-43• γιὰ τὴν Περιγραφὴ τοῦ Παϊσίου Παραμυθίας βλ. Σ. Κοντογιάννης, Τοῦ ἐπισκόπου Παραμυθίας Παϊσίου, Περιγραφὴ τοῦ ἁγίου καὶ θεοβαδίστου ὄρους Σινᾶ, Ἀθήνα 1978• γιὰ τὸ Μέγα Σπήλαιο βλ. Κ. Λάππας, «Τὰ προσκυνητάρια τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 1 (1984) 80-125• γιὰ τὴ μονὴ Κύκκου βλ. Σ. Περδίκης, «Βιβλιογραφία Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου», Ἐπετηρίδα Κέντρου Μελετῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου 2 (1993) 463-521• Κ. Κωνσταντινίδης, Ἡ Διήγησις τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου κατὰ τὸν ἐλληνικὸ κώδικα 2313 τοῦ Βατικανοῦ. Λευκωσία 2002, 55-60, 241-292.

5. Ὁ ὄρος «φυλλάδα» χρησιμοποιεῖται ἐπίσης καὶ γιὰ μιὰ κατηγορία λειτουργικῶν ἐντύπων πρὸς χρήση τῶν κληρικῶν διαφόρων βαθμῶν γιὰ τὴν τέλεση ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν, μυστηρίων κλπ. Τέτοια βιβλία εἶναι τὸ Λειτουργικὸν (ἢ Αἱ θεῖαι Λειτουργίαι), τὸ Ἀρχιερατικόν, τὸ Ἱεροδιακονικὸν (Ν. Τωμαδάκης, «Ἡ ἐν Ἰταλίᾳ ἔκδοσις ἑλληνικῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων», Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν 37, 1969-1970, 33).

6. Φ. Ἠλιού, «Βιβλία καὶ ἀριθμοί. Ἡ μαρτυρία τῶν τραβηγμάτων», στὸ Φ. Ἠλιού, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βιβλίου, ἐκδοτικὴ ἐπιμέλεια Ἄννα Ματθαίου - Σ. Μπουρνάζος - Πόπη Πολέμη, Ἀθήνα 2005, 420 (Νέον Μαρτυρολόγιον), 444 (Ἀκολουθία ἁγίου Γερασίμου), 461 (Ἀκολουθία εἰς τὴν μετάστασιν τῆς Θεοτόκου), 470 (Κτιτορικόν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου), 475 (Ἀκολουθία ἁγίου Βησσαρίωνος) (ἐφεξῆς «Βιβλία καὶ ἀριθμοί»).

7.
G. Plumidis, «La stampa greca a Venezia nel secolo XVII», Archivio Veneto 93 (1971) 38-40. Βλ. καὶ Ἠλιού, «Βιβλία καὶ ἀριθμοί», 414 (Προσκυνητάριον Ἀρσενίου Καλούδη) καὶ 417 (Προσκυνητάριον Μεγίστης Λαύρας).

8. Ντόρη Παπαστράτου, Ὁ σιναΐτης Χατζηκυριάκης ἐκ χώρας Βουρλᾶ. Γράμματα-Ξυλογραφίες 1665-1707, Ἀθήνα 1981, 59 καὶ 88, 90 ἀντίστοιχα. Βλ. καὶ Ἠλιού, «Βιβλία καὶ ἀριθμοί», 414.

9. Σ. Περδίκης, «Ἡ Περιγραφὴ τῆς ἱερᾶς μονῆς Κύκκου σὲ μία χαλκογραφία τοῦ 1778», Ἐπετηρίδα Κέντρου Μελετῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου 1 (1990) 36-39.

10. Ἡ Ντόρη Παπαστράτου, στὶς λεπτομερεῖς περιγραφὲς τῶν χαρακτικῶν, ἐπισημαίνει, ὅπου ὑπάρχουν, τὶς ἀντιστοιχίες μὲ τὰ χαρακτικὰ ποὺ περιέχονται στὶς ἔντυπες ἀκολουθίες.

11. Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες II, 506, ἀρ. 540. L. Petit, Bibliographie des acolouthies grecques, [Subsidia Hagiographica 16], Bruxelles 1926, 252, 165.39c (ἐφεξῆς Petit, Bibliographie). Βλ. πιὸ κάτω, σ. 157, τὴν ἄνω ἀριστερὰ χαλκογραφία (ἡ ἑλληνικὴ ἔκδοση τοῦ 1817)• σ. 156-158: ἡ καραμανλίδικη ἔκδοση τοῦ 1816.

12. Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες Ι, 326, ἀρ. 364• Petit, Bibliographie, 208-209.1. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 249 (στὴν ἀκολουθία περιλαμβάνονται τρεῖς ἀκόμη χαλκογραφιες: ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, παράσταση μὲ τὴ θαυματουργὴ εὕρεση τῆς εἰκόνας καὶ σχηματικὴ ἀπεικόνιση τοῦ καθολικοῦ της μονῆς).

13. Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες Ι, 256, ἀρ. 274• Petit, Bibliographie, 118-119.2 καὶ 3. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 187 (ἔκδ. 1897).

14. Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες I, 284-286, ἀρ.307• Petit, Bibliographie, 252. 3-4. Βλ. καὶ πιὸ κάτω, σ. 289 (ἔκδ. 1790).

15. Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες II, 377, ἀρ. 408• Petit, Bibliographie, 252, XXXV-XXXVII. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 9 (ἡ χαλκογραφία) καὶ 10-11 (ἡ καραμανλίδικη ἔκδοση τοῦ 1784 καὶ ἐκείνη τοῦ 1817).

16. Βλ. καὶ πιὸ κάτω, σ. 295 (ἔκδ. 1764). Petit, Bibliographie, 258.11• Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες I, 289, ἀρ. 309.

17. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 85 (ἔκδ. 1755). Petit, Bibliographie, 63-64.2.

18. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 329 (ἔκδ. 1775). Petit, Bibliographie, 241.1.

19. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 77 (ἔκδ. 1795). Petit, Bibliographie, 58-59.1

20. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 131 (ἔκδ. 1802).
Petit, Bibliographie, 146.19a.

21. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 337 (ἔκδ. 1817). Petit, Bibliographie, 37.13. χαλκογραφία ἀποτελεῖ νέα χάραξη, ἐφόσον δὲν μοιάζει μὲ καμία ἀπὸ τὶς γνωστὲς αὐτοτελεῖς χαλκογραφίες (Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες Ι, 296-299, ἀρ. 319-326).

22. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 141 (ἔκδ. 1854). Petit, Bibliographie, 151.27a. Ἡ χαλκογραφία ἀποτελεῖ νέα χάραξη, ἐφόσον δὲν ἀντιστοιχεῖ σὲ καμία ἀπὸ τὶς τουλάχιστον δεκατρεῖς ἐκτυπώσεις αὐτοτελῶν χαρακτικῶν ποὺ ἐκδίδονται ἀνάμεσα στὰ 1790 καὶ ὣς τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰ.• πέντε ἀπὸ αὐτὲς κυκλοφοροῦν πολὺ κοντὰ στὰ χρόνια ἔκδοσης τῆς ἀκολουθίας (Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες ΙΙ, 492-498, ἀρ. 522-534).

23. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 169 (ἔκδ. 1869). Petit, Bibliographie, 174-175.46c (ἡ χαλκογραφία περιέχεται, καὶ στὶς ἐκδόσεις τοῦ 1838 καὶ 1896, στὸ ἴδιο, 174-175.46b καὶ 46.d).

24. Βλ. καὶ πιὸ κάτω, σ. 353 (ἔκδ. 1877). Petit, Bibliographie, XXV-XXVI (δὲν σημειώνεται ἡ ὕπαρξη χαλκογραφιῶν).

25. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 307 (ἔκδ. 1887). Petit, Bibliographie, 269.6.

26 Βλ. πιὸ κάτω, σ. 275. Petit, Bibliographie, 229-230.1. Μιὰ χαλκογραφία, μὲ διαφορετική, πλουσιότερη καὶ ἐπιμελημένη χάραξη, κυκλοφόρησε αὐτοτελῶς στὰ ἴδια χρόνια [Θησαυροὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Θεσσαλονίκη 1997, ἀρ. 4.11, (Ἱερομον. Ἰουστῖνος Σιμωνοπετρίτης)].

27. Παπαστράτου, Χάρτινες εἰκόνες Ι, 327, ἀρ. 365• Petit, Bibliographie, 133-134.2. Βλ. καὶ πιὸ κάτω, σ. 216-219.

28. Ἡ σχέση ἀφορᾶ χαρακτικὰ μικροῦ σχήματος, ἀνάλογου μὲ ἐκεῖνο ἑνὸς βιβλίου, συνήθους σχήματος.

29. Ἡ παλαιότερη γνωστὴ ἔντυπη ἀκολουθία εἶναι τὰ Μεγαλυνάρια ψαλλόμενα εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τυπώθηκε στὴ Βενετία τὸ 1626 (Petit, Bibliographie, 145.17a).

30. L. Petit, Bibliographie des acolouthies grecques, [Subsidia Hagiographica 16], Bruxelles 1926.

31. Γιὰ τὸ ἁγιολογικὸ ἔργο τῶν Βολλανδιστῶν βλ.
P. Peeters, L'œuvre des Bollandistes [= Mémoires de l'Académie royale de Belgique, classe des Lettres XXXIX], Βρυξέλλες 1942. Ν. Τωμαδάκης, Κλεὶς τῆς Βυζαντινῆς Φιλολογίας, ἤτοι Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Βυζαντινὴν Φιλολογίαν, τ. Α', Ἀθήνα 19653, 148-150 (ἐφεξῆς Κλείς). Βλ. καὶ τὸ site τῶν Βολλανδιστῶν στὸ διαδίκτυο: www.kbr.be/~socboll/

32. F. Halkin, «Acolouthies Gréco-Turques à l'usage des Grecs turcophones», Mémorial L. Petit, Βουκουρέστι 1948, 194-202.

33. Petit, Bibliographie, VIII. Ἡ Bibliotheca Hagiographica Graeca (19573) καὶ τὰ συμπληρώματά της (Auctarium, 1969 καὶ Novum Auctarium, 1984), παρὰ τὸ ὅτι φέρονται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ F.Halkin, εἶναι ἕνα συλλογικὸ ἔργο τῶν Βολλανδιστῶν, ὅπου εὑρετηριάζονται ὅλα τὰ ἐκδεδομένα καὶ ἀνέκδοτα ἑλληνικὰ μεσαιωνικὰ ἁγιολογικὰ κείμενα.

34. Petit, Bibliographie, IX-XVI.

35. Σ. Εὐστρατιάδης, «Ἁγιολογικά. Βιβλιογραφία τῶν ἀκολουθιῶν», Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν 9 (1932) 80-122.

36. Κ. Χρυσοχοΐδης, «Συμβολὴ εἰς τὴν Βιβλιογραφίαν τῶν ἑλληνικῶν ἀκολουθιῶν τοῦ L. Petit», Ὁ Ἐρανιστὴς 12 (1975) 195-211.

37. Βλ. πιὸ κάτω Πίνακα συντομογραφιῶν, με'-μη'.

38. Γιὰ τὶς ἐκδόσεις τῶν Μηναίων στὸν 16ο αἰώνα βλ. Ν. Τωμαδάκης, «Ἡ ἐν Ἰταλίᾳ ἔκδοσις ἑλληνικῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων», Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν 37 (1969-1970) 17-19• Evro Layton, The Sixteenth Century Greek Book in Italy, Printers and Publishers for the Greek World, Βενετία 1994, 150-153.

39. Φ. Ἠλιού, «Σημειώσεις γιὰ τὰ «τραβήγματα» τῶν ἑλληνικῶν βιβλίων τὸν 16ο αἰώνα», Ἑλληνικὰ 28 (1975) 110, σημ. 1 (= Φ. Ἠλιού, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βιβλίου, ἐκδοτικὴ ἐπιμέλεια Ἄννα Ματθαίου - Σ. Μπουρνάζος-Πόπη Πολέμη, Ἀθήνα 2005, 329, σημ. 2)

40. Διεξοδικὴ ἀνάλυση γιὰ τὶς πολυπληθεῖς ἐκδεδομένες καὶ ἀνέκδοτες συγγραφὲς τοῦ Μαλαξοῦ βλ. στὸ Δ. Στρατηγόπουλος, Ὁ Νικόλαος Μαλαξὸς καὶ τὸ ὑμνόγραφικό του ἔργο (διδακτορικὴ διατριβή), Θεσσαλονίκη 2003.

41. Στρατηγόπουλος, Ὁ Νικόλαος Μαλαξός, 108-114 καὶ 273-274.

42. Στὸ ἴδιο, 135-272.

43. Στὸ ἴδιο, 152 καὶ 207. Ἀντίθετα, αἰσθάνεται πιὸ ἐλεύθερος νὰ εἰσαγάγει ἀκολουθίες καὶ κανόνες, ἰδίως σὲ ἀνώνυμους ἁγίους, στὸ Ἀνθολόγιον, στοῦ ὁποίου τὴν ἔκδοση συνέβαλε. Γιὰ τὰ ἀνθολόγια βλ. Τ. Σκλαβενίτης, «Ἀνθολόγια καὶ "συνθετικές" ἐκδόσεις λειτουργικῶν βιβλίων (16ος-19ος αἰώνας)», Τὸ ἔντυπο ἑλληνικὸ βιβλίο, 15ος-19ος αἰώνας. Πρακτικὰ διεθνοῦς συνεδρίου, Δελφοί, 16-20 Μαΐου 2001, Ἀθήνα 2004, 181-194.

44. Στρατηγόπουλος, Ὁ Νικόλαος Μαλαξός, 275-278.

45. Κ. Χρυσοχοΐδης, «Παραδόσεις καὶ πραγματικότητες στὸ Ἅγιον "Ὅρος στὰ τέλη τοῦ ΙΕ' καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΣΤ' αἰώνα», Ὁ Ἄθως στοὺς 14ο – 16ο αἰῶνες, Ἀθήνα 1997, 120 (ΕΙΕ, Ἰνστιτοῦτο Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Ἀθωνικὰ Σύμμεικτα 4).

46. Ἑλένη Ἀγγελομάτη-Τσουγκαράκη, «Μία πατριαρχικὴ καταδίκη τοῦ τυπογραφείου τοῦ Δημητρίου Θεοδοσίου (1761)», Ὁ Ἐρανιστὴς 18 (1986) 90.

47. Κ. Σάθας, Μεσαιωνικὴ Βιβλιοθήκη, τ. Γ', Βενετία 1873, 192-193. Βλ. καὶ Ἀγγελομάτη-Τσουγκαράκη, ὅ.π., 86.

48. Στὸ ἴδιο, 90-92.

49. Σχεδίασμα γιὰ τὴ βιογραφία καὶ τὸ ἔργο του βλ. στὸ Δ. Στρατής, Βαρθολομαῖος Κουτλουμουσιανὸς (1772-1851). Βιογραφία - Ἐργογραφία, Ἅγιον Ὄρος 2002.

50. Τὸ ἐπιτελεσθὲν ἔργο ἀναλύεται ἐκτενῶς στὸν πρόλογο τῆς ἔκδοσης τοῦ πρώτου τόμου τῶν νέων Μηναίων (Μηναῖον Σεπτεμβρίου) ποὺ ἐκδόθηκε στὴ Βενετία τὸ 1843. Ὁ πρόλογος ἀνατυπώθηκε καὶ στὴν ἐπανέκδοση τοῦ Μηναίου τοῦ Σεπτεμβρίου ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1959, σ. ιγ'-κ', καὶ χρησιμοποιεῖται ἐδῶ. Παρουσίαση τῆς ἐργασίας τοῦ Βαρθολομαίου, στηριζόμενη σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στὰ στοιχεῖα ποὺ παραθέτει ὁ λόγιος μοναχὸς διορθωτὴς βλ. στὸ Στρατής, ὅ.π., 350-401.

51. Μηναῖον τοῦ Σεπτεμβρίου, σ. ιη'. Βλ. πιὸ κάτω, σ. 3-4 (ἀκολουθία Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Κωνσταντινούπολη 1840).

52. Γιὰ τὴν ἔκδοση τῶν Μηναίων στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὶς διορθώσεις τοῦ Καισαρίου Δαπόντε βλ. Σ. Πασχαλίδης, «Ἡ διόρθωση τῶν μηναίων ἀπὸ τὸν Καισάριο Δαπόντε» (ὑπὸ ἔκδοση στὸν Τιμητικὸ τόμο εἰς μνήμην Ἰωάννου Φουντούλη).

53. Ε. Κουρίλας, «Αἱ πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων γενόμεναι ἀπόπειραι ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ», Νέα Σιὼν 30 (1935), 302-303. Τωμαδάκης, Κλείς, 136. Γόνιμο σχολιασμὸ γιὰ τὸν κυκεώνα ποὺ ἐπικρατεῖ στὰ ἔντυπα Μηναῖα, κριτικὴ τοῦ ἔργου τοῦ Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανοῦ καὶ προτάσεις γιὰ τὴν ἐπανέκδοσή τους εἶχε ἀναπτύξει καὶ παλαιότερα ὁ Α. Παπαδόπουλος-Κεραμεὺς («Σχεδίασμα περὶ τῶν λειτουργικῶν βιβλίων», Vizantijskij Vremennik I, 1894, 341-388).

54. [Α. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς], «Αὐτοσχέδιος γνώμη περὶ νέας ἐκδόσεως τῶν Μηναίων», Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια 24 (1904) 154. Βλ. καὶ Τωμαδάκης, Κλείς, 136-138

55. Χ. Θέμελης, «Ἡ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ἔτει 1896 ἔκδοσις τῶν Μηναίων», Θεολογία 47 (1976) 471-474, 636-658.

56. Στὸ ἴδιο, 477-478.

57. Τωμαδάκης, Κλείς, 137-138. Βλ. καί περιοδικὸ Ἐκκλησία 13 (1935) 359.

58. Γιὰ τὸν Γεώργιο Ρήγα βλ. Β. Σκουβαράς, «Τὸ ὑμνογραφικὸ ἔργο τοῦ Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη», Ἀρχεῖο Εὐβοϊκῶν Μελετῶν 10 (1960) 164-166• ὁ ἴδιος, «Ἀνέκδοτα κολλυβαδικὰ συνθέματα τοῦ Διονυσίου Ἐπιφανιάδη καὶ τοῦ Γεωργίου Ρήγα», Ἀρχεῖο Εὐβοϊκῶν Μελετῶν 10 (1963) 75-81• Χ. Χειμώνας, «Σελίδες ἀπὸ τὴ σκιαθίτικη πνευματικὴ παράδοση Α'», Ἀρχεῖο Εὐβοϊκῶν Μελετῶν 22 (1978-1979) 269-273• Οἰκονόμου Γεωργίου Ρήγα, Τυπικὸν (Λειτουργικὰ Βλατάδων 1), Θεσσαλονίκη 1994 (Πρόλογος Ι. Φουντούλη, 8-10).

59. Ἀκολουθίαι ἁγίων συλλεγεῖσαι καὶ ἐπιμελῶς διορθωθεῖσαι παρὰ Γεωργίου Α. Ρήγα, Οἰκονόμου καὶ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Σκιάθου, Ἐν Σκιάθῳ 1928• πανομοιότυπη ἔκδοση τοῦ χειρογράφου ποὺ θὰ ὁλοκληρωθεῖ σὲ ἕξι τόμους: τ. 1-5, Ἀθήνα 2003-2007 (ἀκολουθίες Σεπτεμβρίου-Ἰουνίου). Πληροφορίες γιὰ τὸ χειρόγραφο καὶ τὸν συγγραφέα του παρέχει ὁ Φ. Δημητρακόπουλος στὴν Εἰσαγωγὴ τοῦ πρώτου τόμου τῆς ἔκδοσης (Ἀθήνα 2003, VII-XV).

60. Εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ Ρήγας ἀγνοοῦσε τὴ Βιβλιογραφία τοῦ Petit, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε δύο χρόνια πρὶν ὁλοκληρώσει τὴν ἐργασία του.

61. Κύπρια Μηναῖα, τ. Α'-Θ', Λευκωσία 1994-2005, ἔκδοση Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Κύπρου ἀκολουθίες Σεπτεμβρίου-Ἰουλίου). Ὁ ὑπὸ ἔκδοση δέκατος τόμος θὰ περιλαμβάνει τὶς ἀκολουθίες τοῦ μηνὸς Αὐγούστου. Βλ. καὶ Ι. Φουντούλης, Κληρονομία 27 (1995) 370-372 καὶ 29 (1997) 395-397 (βιβλιοκρισίες).

62. Θ. Δετοράκης, «Ἡ Bibliotheca Hagiographica Neograeca. Ἕνα ἐρευνητικὸ πρόγραμμα στὸ Πανεπιστήμιο Κρήτης», Οἱ ἥρωες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Οἱ νέοι ἅγιοι, 8ος-16ος αἰώνας, Ἀθήνα 2004, 369-373 (Ἐθνικὸ Ἵδρυμα Ἐρευνῶν. Ἰνστιτοῦτο Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Διεθνή συμπόσια 15).

63. Γιὰ τὶς ἐπωνυμίες τῆς Θεοτόκου καὶ ἀντίστοιχες λατρευόμενες εἰκόνες βλ. ἐνδεικτικὰ Ν. Κεφαλληνιάδης, «Ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στὴ Στεριανὴ Ἑλλάδα, Γ': Πελοπόννησος, Στερεὰ Ἑλλάδα, Ἤπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία, Θρᾴκη, Ἀθήνα 1993• Θ. Μαρινάκης, «Παναγίες» θαυματουργές, Θεσσαλονίκη 19974. Βλ. σποραδικὰ στὰ Κ. Καλοκύρης, Ἡ Θεοτόκος εἰς τὴν εἰκονογραφίαν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, Θεσσαλονίκη 1972, καὶ Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη, Εικόνες Μήτηρ Θεού, Ἀθήνα 1994.

64. Γεράσιμος μοναχὸς ὁ Μικραγιαννανίτης, Μία τεσσαρακονταετία ὑμνογραφικῆς διακονίας, ἤτοι κατάλογος ἐκδεδομένων καὶ ἀνεκδότων ἀκολουθιῶν καὶ κανόνων αὐτοῦ (1930-1970), Ἀθήνα 1971• γιὰ τὸν Γεράσιμο καὶ τὰ χειρόγραφά του βλ. Γ. Χρυσοστόμου, Ὁ ὑμνογράφος Γεράσιμος μοναχὸς Μικραγιαννανίτης καὶ οἱ ἀκολουθίες του σὲ ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1997• ὁ ἴδιος, Τὸ ἔργον τοῦ ὑμνογράφου Γερασίμου μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου. Εὑρετήρια, Θεσσαλονίκη 1997. Στὸν ἴδιο εἶναι ἀφιερωμένα τὰ Πρακτικὰ Συμποσίου ποὺ ἔλαβε χώρα στὴ Βέροια (Ὑμνήτωρ, Τόμος ἀναμνηστήριος Γέροντος Γερασίμου μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Βέροια 2001). Γιὰ ἀποτίμηση τοῦ ἔργου του βλ. Π. Πάσχος, «Ὑμνηπόλος ἐράσμιος". Ὁ ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Γεράσιμος Μοναχὸς Μικραγιαννανίτης», Θεολογία 60 (1989) 336-385. Βλ. καὶ Π. Πάσχος, Ὑμνογραφία καὶ ὑμνογράφοι στὸ Ἅγιον Ὄρος, Ἅγιον Ὄρος, Φύση - Λατρεία - Τέχνη, τ. Α', Θεσσαλονίκη 2001, 216-218.

65. Πλήρη ἐργογραφία του βλ. Μητροπολίτης Μηθύμνης Ἰάκωβος [Μαλλιαρός], Τὰ ἐκδοθέντα ἔργα μου, Μυτιλήνη 1984 (μεταθανάτια ἔκδοση μὲ τὴν ἐπιμέλεια ἀρχιμ. Νικόδημου Παυλόπουλου).

66. Π. Πάσχος, «Ἕνας ὑμνογράφος τῆς ἐκκλησίας μας, Χαράλαμπος Μ. Μπούσιας», Ἀντιπελάργησις, Τόμος τιμητικὸς πρὸν τὸν ἀρχιεπίσκοπον Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομον ἐπὶ τῇ εἰκοσιπενταετηρίδι τῆς ἀρχιερατικῆς αὐτοῦ διακονίας, Λευκωσία 1993, 465-478• γιὰ τὸν Ἀθανάσιο Σιμωνοπετρίτη βλ. Πάσχος, Ὑμνογραφία καὶ ὑμνογράφοι στὸ Ἅγιον Ὄρος, 219-220.